Πολιτισμός - Βιβλία - Ιστορία - Θεωρία

Λεπτές Ισορροπίες, του Φώτη Θαλασσινού

 

ΛΕΠΤΕΣ ΙΣΟΡΡΟΠΙΕΣ*

Το νέο βιβλίο μου Λεπτές Ισορροπίες, Εκδόσεις Οδός Πανός, έχει πολλές ιστορίες. Σε μερικές απ’ αυτές μιλάω για την απώλεια αγαπημένων μας προσώπων. Για όλους μας τα αγαπημένα μας πρόσωπα είναι και τα πιο σπουδαία πρόσωπα που έχουμε γνωρίσει ποτέ. Συνάμα γίνεται αναφορά στις σκοτεινές μέρες που είχαμε μ’ αυτούς τους δικούς μας ανθρώπους. Και στις επικίνδυνες. Όταν η ζωή τους διακυβευόταν απ’ την δεξιοτεχνική ή όχι εφαρμογή ιατρικών θεραπευτικών μεθόδων, πάνω στο μεταίχμιο μεταξύ της θανής και της επιβίωσης τους. Τότε που αναθεωρούμε τα πάντα γι’ αυτόν που ίσως εκδημεί κλινήρης, χτυπημένος από κάποιο έμφραγμα ή οποιαδήποτε άλλη κρίσιμη κατάσταση υγείας. Κάποιοι από μας θυμόμαστε τις έμπρακτες χειρονομίες αγάπης προς τον αγαπώμενο στις τελευταίες του στιγμές. Και ύστερα και μετά την τελευτή του μετανοούμε για όσα σημαντικά και εγκάρδια αμελήσαμε να του πούμε ή δείξουμε. Για την αγάπη που ενώ μέσα μας θέριευε, δεν την εξωτερικεύσαμε ποτέ. Και όταν ο άλλος φεύγει αντανακλαστικά ακολουθεί η επιτοκία της έλλειψης του και κινητοποιείται ο μηχανισμός ανάμνησης των πιο λαμπρών από όσα ζήσαμε μαζί με τον τεθνεώτα στον κοινό μας βίο. Εγώ ξέρω πως η ανάγκη να δημιουργήσουμε, κόντρα στην απουσία την απότοκη του φυσικού τέλους κάποιου δικού μας, μια παρουσία του οικεία ψηλά στον ουρανό και δίπλα στον απερινόητο Θεό, μας οδηγεί και στην μεταθανάτια εξιδανίκευση του εκλιπόντος.

 

Σε άλλες ιστορίες μιλάω για εκείνες τις φορές που η πραγματικότητα τσακίζει την ψυχή μας και λυγάμε σε μια αδράνεια, σε μια δύστηνη ψευδαίσθηση πως τα αποθέματα κουράγιου μας τελειώσανε. Και λίγο σαν να ψυχορραγούμε κυρτωμένοι στον βυθό που το κρεβάτι κρύβει για κάτι τέτοιες στιγμές ή ώρες και γιατί όχι ημέρες. Ποτέ δεν ξέρουμε πόσο κρατάει μια κρίση κατάθλιψης. Πνιγόμαστε, καιγόμαστε και στάγδην ο ιδρώτας μας μοιάζει να δίνει στη φωτιά μας θερμοκρασίες πυρκαγιάς. Ο κόμπος στο λαιμό δίνει και στον πνιγμό μας μια θάλασσα σε σάλο. Κυρτωμένοι πάνω στο κρεβάτι σαν από βέβαιη διόραση του επικείμενου του θανάτου μας. Πονάμε και τον ξορκίζουμε. Πονάμε και τον καλούμε να μας δηώσει πατόκορφα για να ‘ναι σύντομο το αγγελοθώρημα. Πονάμε και φανταζόμαστε την δύναμη του αυτόχειρα την ώρα της αυτοκτονίας του. Στην ίδια ενότητα κειμένων σημειώνω τις μέρες που καταρρακωμένοι της εσωτερικής μας εγκατάλειψης, της αυτοπαράδοσης στην πίκρα περνάμε σαν ασχημάτιστα ρευστά μέσα στους δρόμους της πόλης μας, σκιές τρεμάμενες ανείδωτες για όλους. Τότε που η απελπισία μας γίνεται η κατά τον Κίρκεγκορ «ασθένεια προς θάνατον». Σε μια ιστορία προσπαθώ ν’ αλλάξω τη μοίρα μου μ’ ένα στιλέτο. Χαράζω νέες γραμμές της ειμαρμένης στην ανάστροφη της παλάμης μου. Ή εκτρέπω την κατεύθυνση των παλιών. Μεγαλώνω και κάνω πιο έντονη τη γραμμή της ζωής. Διακόπτω το μήκος εκείνης για την οποία μια τσιγγάνα μου είχε πει πως θα ‘χω πολλά βάσανα. Κάνω τα πάντα για να καταλήξω τελικά στην έκφραση μιας μεταθανάτιας επιθυμίας μου. Την ώρα της κηδείας μου ζητάω ν’ ακουστεί από κάποιο ραδιοφωνάκι το My Immortal των Evanescence.

 

Ακολουθεί ένα κείμενο για τις καταιγίδες. Την ικανότητα τους να αλλάζουν σε ομορφότερο το τοπίο του νησιού στο οποίο κατοικώ. Της Κω. Ύστερα θυμάμαι τους νεκρούς της Μάνδρας Αττικής και προσπαθώ να τους αναστήσω μες στις γραμμές όσων γράφω στο βιβλίο μου. Στο συγκεκριμένο κείμενο φτιάχνω γι’ αυτούς τους πνιγμένους δρόμους και σπίτια καινούργια. Ανατέλλω ήλιους ανοιξιάτικους, κάνω τους χειμάρρους όμορφα ποτάμια και χτίζω αερογέφυρες. Ετοιμάζω τα πάντα και διατάζω τη νεκρεγερσία των χαμένων της καταραμένης νεροποντής. Έπειτα αφηγούμαι μια ιστορία για την πίστη ενός αλαφροΐσκιωτου στον Χριστό. Ο αλαφροΐσκιωτος τον βλέπει παντού. Συνομιλεί μαζί του και τον ακούει προσεκτικά. Κάποια στιγμή ο Χριστός χάνεται. Ακούει τον ήχο μιας καμπάνας και τον ακολουθεί. Στην πραγματικότητα ο ήχος έρχεται από μια μινιατούρα καμπάνα σ’ ένα επιτραπέζιο παιχνίδι που παίζουν άντρες και γυναίκες σε συνοικιακό καφέ. Παρακολουθούμε τα θαύματα αυτού του παράξενου, λίγο πανκ Χριστού, μέσα σ’ αυτό το μαγαζί. Ο αλαφροΐσκιωτος με μια προσευχή του ξαναφέρνει κοντά του τον Χριστό. Βράζει ηρεμία μέσα του- από τον πόθο του ν’ αφήσει το λόγο του στον υιό του Θεού. Να γίνει ο ίδιος η εκπλήρωση της πνευματικής υπόσχεσης που υπάρχει στον πρόλογο του βιβλίου. Να γίνει Χριστοειδής. Ο πρόλογος του βιβλίου γράφει: Στις 8 -σε λίγο- πρέπει να σταματήσω τα πάντα για να πάρω τα χάπια μου. Από 17 χρονών, πέρασαν 23 χρόνια, πολλές αλλαγές τους, πολλές ιατρικές αστοχίες και ξανά δοκιμές άλλων απ’ την αρχή. Ένας κακοτράχαλος δρόμος, αν σκεφτεί κανείς και τις παρενέργειές τους που έπρεπε και πρέπει να υπομένω και να υφίσταμαι. Μια σχετικά δυσκίνητη λιβιδινική λειτουργία, κάποια παραπάνω κιλά. Μέχρι και τάσεις αυτοκτονίας ως στερητικό σύμπτωμα στην αλλαγή κάποιου θεραπευτικού σκευάσματος. Έφτιαξα ένα μεσσιανικό μύθο, ότι και καλά είμαι ουρανόπεμπτος, απεσταλμένος του Θεού και περνάω αυτές τις δοκιμασίες για να γνωρίσω πράγματα φοβερά και τρομερά και να τα καταθέσω στο χαρτί. Σαν ένας εν εξελίξει φωστήρας, δοκιμάζω απ’ όλους τους πόνους για να σας γράψω τα αναλγητικά τους. Πικραίνομαι από πολλές απώλειες για να συντάξω τα νηπενθή τους. Ψηλαφώ τις πληγές μου, και ρίχνω κείμενα λάδι στις δικές σας. Απελευθερώνω τους δαίμονες μου απ’ τα άγνωρα βάθη τους, για να μάθουμε όλοι πώς να τους φυλακίζουμε σε αβιοτικά κελιά. Ασπάστηκα μια ψευδαίσθηση έπαρσης για να αποκηρύξω το τέναγος στην επιφάνεια του οποίου ακινητώ τυμπανιαίος.

 

Στην πιο εμβληματική ιστορία του βιβλίου ένας αρχέγονος κακός, ο Μαλντορόρ, ξυπνάει απ’ τον ύπνο του μέσα στο μνήμα του για να γευτεί ξανά το κακό στις νέες του εκφάνσεις, να ευχαριστηθεί με την εκστατική ηδονή της παραβατικότητας και να διδάξει σε ένα σαραντάχρονο άντρα -κατά κάποιον τρόπο ανατόμο της ζωής- όλες τις αποχρώσεις του ερεβώδους. Αυτός ο άντρας θέλει να συνθέσει τον χάρτη του πολύπτυχου του κακού και των δράσεων που το εκπροσωπούν.  Ο Μαλντορόρ είναι δυσειδής και θα έλεγε κανείς πως σαν ενσάρκωση του ζοφερού έχει όλη την ασχήμια που χρειάζεται για  να  για να δικαιολογηθεί  έτσι η ατζέντα του με θηριωδίες που  θέλει  να διαπράξει. Ο σαραντάχρονος ακολουθεί τον Μαλντορόρ στην εκμετάλλευση τύπου trafficking μιας ανήλικης κορασίδας. Μια εκμετάλλευση που επιτελείται με τη σύμφωνη γνώμη του πατέρα της. Μαθαίνουμε έτσι πως δεν υπάρχει στις μέρες μας πιο ιδιοτελής  και -μ’ έναν λανθάνοντα τρόπο- κακοποιητική σχέση απ’ αυτή ανάμεσα σ’ ένα γονέα και το τέκνο του. Η υπερβολή στον εν λόγω κανόνα χρησιμοποιείται για να «φωτιστεί» το εκπεφρασμένο αμάρτημα της ασέλγειας και της σωματεμπορίας. Πιο μετά ο Μαλντορόρ βρίσκεται με τον ακόλουθο του σ’ ένα σπίτι στο οποίο ένας πατέρας βιάζει το παιδί του.  Τον γιο του πιο συγκεκριμένα.  Ο Μαλντορόρ συμμετέχει στο ανηλεές έγκλημα και ανοίγει και την όρεξη του μαθητευόμενου του.  Ακούγονται οι απονενοημένες  φωνές του έφηβου γιου για να στηλιτευτεί ακριβώς  η παντελής έλλειψη ευσπλαχνίας μέσα στον κόσμο μας. Αυτό που θέλω να δείξω μ’ αυτό το κομβικό κείμενο είναι στην ίδια γραμμή με τις θεωρίες του Ντε Σαντ, του Λωτρεαμόν και της καπιταλιστικής αγοράς (όσο και να ξενίζει). Το κακό θριαμβεύει και ο ενάρετος καταποντίζεται. Σε μια άλλη σκηνή αυτής της ιστορίας,  ο Μαλντορόρ παίρνει δέκα ομοφυλόφιλους , ανάμεσα τους είναι και ο εκπαιδευόμενος του σαραντάρης, και τους πηγαίνει σε ένα  ακροδεξιό  κόμμα της Ελλάδας. Εκεί τους περιμένουν ιθυφαλλικοί δέκα γυμνοί και γυμνασμένοι παράγοντες του κόμματος. Οι ομοφυλόφιλοι ξετρελαίνονται και συμμετέχουν σε ένα οργιώδες σεξουαλικό σκηνικό άνευ προηγουμένου.  Εδώ , στο σημείο της αφήγησης με το όργιο, θέλω να καταδείξω πως πολλές φορές με το επιθυμητικό κομμάτι της ψυχής μας πρωτεύον, ουσιαστικό ρυθμιστή της βούλησης μας και της συμπεριφοράς μας, είμαστε επιρρεπείς στην παρείσφρηση σε δόγματα αντίθετα απ’ τις ιδέες που πρεσβεύουμε.  Το επιθυμητικό, μας άγει και μας φέρει τυφλούς στην αθέλητη εισδοχή σε ξένα στρατόπεδα και στην ασυνείδητη προσκύνηση του ιδεολογήματος του κακού. Γιατί το κακό εξάπτει τα ένστικτα και ο απροστάτευτος μένει έρμαιο και ευεπίφορος στις προτάξεις του καλέσματος απ’ το δαιμονικό φάσμα των θελημάτων. Η ιστορία αυτή έχει βιωματικό πυρήνα και την έγραψα πειραματιζόμενος με τον εαυτό και τις ερωτικές φαντασιώσεις που είχα για μια περίοδο με τον Ηλία Κασιδιάρη. Εν κατακλείδι, αν κάτι συνέχει όλες τις αφηγήσεις σαν άξονας, αυτό είναι ο καημός του αδικημένου απέναντι στον αδίκως προνομιούχο. Και στην Ελλάδα οι προύχοντες είναι πολλοί και έχουμε πολύ ακόμη δρόμο μέχρι και την κατάκτηση της κοινωνικής ισότητας.

 

*Το καινούργιο μου βιβλίο Λεπτές Ισορροπίες, Ιστορίες κυκλοφορεί απ’ τις εκδόσεις Οδός Πανός.

 

Κείμενο: Φώτης Θαλασσινός.

 

Leave a Comment

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*