Πολιτική

Τα «αποβράσματα» και η Γιάννα

 

Του Γιώργου Ρακκά

Έχουν σχέσεις οι δηλώσεις του Κωνσταντίνου Καραμανλή Γ΄ περί «αποβρασμάτων» που δεν πληρώνουν στα ΜΜΜ, με την επιλογή του Κυριάκου Μητσοτάκη να διορίσει την Γιάννα Αγγελοπούλου-Δασκαλάκη επικεφαλής της επιτροπής Ελλάδας 2021 που είναι επιφορτισμένη με τους εορτασμούς των 200 χρόνων από την κήρυξη της ελληνικής επανάστασης;

Έχουν στο ότι δείχνουν ότι πρωθυπουργός και υπουργός δείχνουν να μην θέλουν να καταλάβουν τι έχει συντελεστεί και τι συντελείται στην Ελλάδα και την ελληνική κοινωνία, και ότι προτιμούν να ομφαλοσκοπούν μαζί μ’ ένα μέρος του αστικού κόσμου.

Για τον Καραμανλή, τα πολλά λόγια είναι περιττά, το «αποβράσματα» αντανακλά έναν μακρονικό κοινωνικό ρατσισμό απέναντι στα κατεστραμένα μεσοστρώματα, και τους φτωχούς, τέτοιον που στην Γαλλία πυροδότησε τα κίτρινα γιλέκα. Αν θέλουν οι της ΝΔ να μπλέξουν σε τέτοια ιστορία, πολύ ευχαρίστως να συνεχίσουν, να ξεσκουριάσουμε κι εμείς λιγάκι.

Για τον Μητσοτάκη, η επιλογή του έχει πιο σοβαρές επιπτώσεις, και γι’ αυτό σηκώνει περισσότερο ανάλυση.

Η τοποθέτηση της Γιάννης Αγγελοπούλου Δασκαλάκη στην συγκεκριμένη θέση, προφανώς έγινε για να διακηρύξει ο πρωθυπουργός μια συνέχεια με την υποτιθέμενη «Ελλάδα των επιτυχιών», αυτήν της Αθήνας του 2004, θέλοντας να δείξει ότι η κυβέρνηση αφήνει πίσω της την Ελλάδα της κρίσης κ.λπ., κ.λπ. Εντούτοις η Ελλάδα που αποθέωναν τότε διαδοχικά ο Σημίτης και ο Καραμανλής, ήταν εκείνη η ευρωπαρασιτική Ελλάδα του Μπραζιλέρο και της αρπαχτής που χρεοκόπησε στις αρχές της δεκαετίας του 2010.

Το να γιορτάσει κανείς, όμως, 200 χρόνια (σχετικώς ελεύθερου) εθνικού βίου τοποθετώντας ως επικεφαλής των εορτασμών μια φιγούρα η οποία συμβολίζει την συλλογική τύφλωση εκείνη που μας έφερε ενώπιον μιας βαθιάς κρίσης επιβίωσης, με τον κομπασμό της ψευδοευημερίας, με το κυνήγι της εφήμερης επιτυχίας, με μιαν αβάσταχτη χαζοπαγκοσμιοποιητική ελαφρότητα που έκλεινε τα μάτια σε όλους τους κοινωνικούς και εθνικούς κινδύνους οι οποίοι συσσωρεύονταν για να σκάσουν στα μούτρα μας λίγα χρόνια μετά, δείχνει απλούστατα ότι «δεν καταλαβαίνεις που πατάς και που πηγαίνεις» όπως έλεγε και ο Νιόνιος. Ή μάλλον, ότι παρά την αβάντα ηγεμονίας που σου έδωσε ένα μέρος της ελληνικής κοινωνίας, εσύ επιμένεις να αποτελείς μέρος του προβλήματος, ούτε καν ουδέτερος διαχειριστής της κατάστασης.

Δεύτερον, με την επιλογή της Αγγελοπούλου τίθεται ένα ζήτημα σοβαρότητας εν γένει του πολιτικού συστήματος της χώρας. Πραγματικά, έχουν καταλάβει όχι μόνο στην κυβέρνηση, αλλά και στην αντιπολίτευση τι σημαίνουν αυτά τα 200 χρόνια εναγώνιου ελληνικού βίου, και τι σηματοδοτούν τώρα που η επιβίωση του λαού μας παίζεται πραγματικά μέσα στον 21ο αιώνα; Αντιλαμβάνονται ότι αυτή η κοινωνία παραδέρνει εδώ και χρόνια μέσα στον μηδενισμό, δίχως συλλογικούς στόχους και όραμα για το μέλλον, αντικαθιστώντας απλά το κοινό της νόημα μ’ έναν ξαναζεσταμένο, μπαγιάτικο, αλλά καταστροφικό εμφύλιο; Καταλαβαίνουν ότι το 2021 (αλλά και το 2022 ως τα 100 χρόνια από την μικρασιατική καταστροφή) είναι το τελευταίο ‘δώρο’ που μας κάνει η ιστορία, προκειμένου να αναστοχαστούμε τον εαυτό μας κριτικά και δημιουργικά ώστε να δημιουργήσουμε τις προϋποθέσεις της αναγκαίας πολιτισμικής αναγέννησης;

Όχι. Ο Μητσοτάκης, ως επικεφαλής μιας παράταξης που κάποτε είχε να επιδείξει στους κόλπους της πνευματικές φιγούρες σαν τον Τσάτσο ή τον Κανελλόπουλο, βάζει την Γιάννα να τα διαχειριστεί όλα αυτά. Και, αντιπολίτευση κάνει ο Αντώνης Λιάκος στην Εφημερίδα των Συντακτών, κατακεραυνώνοντας ως εθνικιστική την ιδέα περί Ελλάδας 2021, θέλοντας επί της ουσίας να πει ότι θα ταν καλύτερο η οποιαδήποτε κυβέρνηση να έβαζε τους «νέους ιστορικούς» να «γιορτάσουν» το 1821, επισημοποιώντας την προπαγάνδα τους πως δεν επρόκειτο περί επανάστασης αλλά περί «πρωτόγονης ανταρσίας» (sic!), πως οι επαναστατημένοι δεν είχαν συνείδηση ελληνική αλλά μόνο στομάχι που του έλειπε το ψωμί και το λάδι, και πως η οθωμανική αυτοκρατορία ήταν μια εξωτική, «ανοιχτή» πολυπολιτισμική πολιτεία με αξιοσημείωτη ταξική κινητικότητα και φωτισμένους Σουλτάνους για διαχειριστές της. Πως δεν σηματοδότησε έναν μεσαίωνα μέσα στους νεώτερους χρόνους αλλά μια κληρονομιά για το μέλλον μας.

Εν τέλει φαίνεται πως παρά τις μικροδιαμάχες και τις κοινοβουλευτικές τρικυμίες-μέσα-σ΄ ένα-ποτήρι-νερό, το «κόμμα της γελοιότητας» παραμένει μεγάλο και κραταιό στην Ελλάδα του 2020.

 

3 Σχόλια

  1. Pingback: Τα «αποβράσματα» και η Γιάννα | Προδρομικός

  2. Νεοδημοκράτης

    Αγαπητοί φίλοι του Άρδην παρατηρώ πως ενώ, επί της προγραμματικά εθνομηδενιστικής κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ, ασκούσατε κριτική κάθε μήνα, τώρα πια, από την αυγή κιόλας της συντηρητικής κυβερνήσεως (η οποία αν δεν είναι εθνοκεντρική, τουλάχιστον είναι σίγουρα πολύ πιο εθνοκεντρική από την Αριστερά), έχετε έτοιμο κι από ένα αντιπολιτευτικό άρθρο σχεδόν κάθε μέρα. “Ελλιπής υπέρβαση Αριστεράς-Δεξιάς” θα μπορούσε να παρατηρήσει κανείς γελώντας, και δεν θα ήταν μακριά από την πραγματικότητα η διαπίστωσίς του. Τούτο φαίνεται ξεκάθαρα από την εσφαλμένη νύξη του, αγαπητού κατά τα άλλα, Ρακκά περί κίτρινων γιλέκων, μολονότι το Άρδην είχε εγκαίρως διακρίνει την αληθινή φύση του φαινομένου, ότι δηλαδή δεν πρόκειται για αντίδραση σε έναν “κοινωνικό ρατσισμό” ούτε για ταξική διεκδίκηση “καλύτερων συνθηκών ζωής”, αλλά για αντίδραση σε έναν ταυτοτικό, θρησκευτικό και πολιτισμικό ρατσισμό των πολυ-πολιτισμένων αστικών κέντρων απέναντι στους ιθαγενείς, στις παραδοσιακές τους οικογένειες και στον λαϊκό πολιτισμό τους. Και αυτός ο ρατσισμός εκφράζεται κυβερνητικά από τους Obama, τις Clinton, τους Macron και τους Renzi αυτού του κόσμου ενώ εκπροσωπείται ιδεολογικά από τους διαφόρους Bernie Sanders, Mélenchon και…Τσίπρες της οικουμένης, με πλατιές λαϊκές μάζες να απομακρύνονται συστηματικά, και με απέχθεια, από όλους αυτούς μαζί.
    Βέβαια εμείς οι ιδεολόγοι Συντηρητικοί Δεξιοί γνωρίζουμε πως αυτή η εσφαλμένη ερμηνεία του Ρακκά είναι και ο ενδόμυχος πόθος σας, αλλά και ο μεγάλος σας πόνος, στον βαθμό που είστε Αριστεροί. Και μολονότι στην περίπτωση της Γαλλίας η αλήθεια είναι πιο δυσδιάκριτη και σας επιτρέπει, όταν το έχετε ανάγκη, να δίνετε μια ταξική ερμηνεία, στο ελληνικό παράδειγμα τα πράγματα είναι ξεκάθαρα. Με αυτήν την έννοια, ήταν πράγματι απόλαυση για εμάς να σας βλέπουμε να έχετε μια περίεργη απορία στο βλέμμα σας, στις συγκεντρώσεις για την Μακεδονία. Σας βλέπαμε ανάμεσά μας και ήταν σαν να ήσασταν ζωντανά ερωτηματικά: “Μα είναι δυνατόν, μετά από 10 χρόνια λιτότητας, με 40% απώλεια εισοδήματος των νοικοκυριών, με πρωθυπουργούς να έχουν χαρακτηρίσει τους Έλληνες διεφθαρμένους, κλέφτες, τεμπέληδες, αυτοί να βγαίνουν κατά εκατοντάδες χιλιάδες στους δρόμους επειδή ένας Αριστερός τους χαρακτήρισε ετερόκλητο όχλο; Είναι δυνατόν οι συγκεντρώσεις για την Μακεδονία να είναι ασυγκρίτως δυναμικότερες, συστηματικότερες και πολυπληθέστερες από τις συγκεντρώσεις των Αγανακτισμένων;”
    Δίχως να θέλω σε καμία περίπτωση να υποτιμήσω την συμμετοχή σας στους αγώνες για την Μακεδονία, και πράγματι αναγνωρίζω πως πάντα δίνατε δυναμικά το παρόν, ευρισκόμενοι στην πρωτοπορία του κινήματος, ωστόσο αυτή η απορία, που ήταν και το πιο εμφανές στοιχείο πάνω σας, σας προσέδιδε και μια διάσταση σχεδόν κωμική. Ξανά με όλο τον σεβασμό.
    Επίσης είμαι σίγουρος πως μετεκλογικά η απορία αυτή συνεχίζει να σας στοιχειώνει. “Πώς είναι δυνατόν ο Μητσοτάκης να διακηρύττει πως ο Τσίπρας “αντάλλαξε το Όνομα για τις συντάξεις”, πώς τολμά να βάζει αυτά τα δύο θέματα μαζί, πώς τολμά να αντιπαραθέτει το κοινωνικό στο εθνικό και τελικά να κερδίζει τις εκλογές με τέτοια διαφορά;”
    Βλέπεις, αυτή είναι η πολιτική ευφυΐα του… Κούλη.

    Έτσι λοιπόν, αγαπητέ Ρακκά, δίχως να έχω καμία απολύτως εκτίμηση στον Κώστα Καραμανλή Γ΄, όπως και σε κανέναν άλλον Καραμανλή (εγώ είμαι ιδεολόγος Συντηρητικός Δεξιός, δεν θα μπορούσα ποτέ να δω με συμπάθεια έναν Αριστερό, όπως κάνουν αυτοί), στοιχηματίζω πως όχι μόνο αν η κυβέρνηση συνεχίσει να βρίζει τους λαθρεπιβάτες, αλλά ακόμη και αν οι κατασταλτικοί μηχανισμοί του κράτους τους δέρνουν καθημερινά και σε απευθείας τηλεοπτική μετάδοση, δεν θα υπάρξουν πάνω από χίλια άτομα να συγκεντρωθούν για να διαμαρτυρηθούν. Αντιθέτως, όταν η Αριστερά ζητήσει τον γενικό περιορισμό της Ορθόδοξης έκφρασης στην Ελλάδα προκειμένου αυτή να μην προσβάλλει τα ταξικά της αδέρφια, που αποτελούν και τον βασικό της εκλογικό κορμό, τότε θα δεις εκατοντάδες χιλιάδες, αν όχι εκατομμύρια Ελλήνων στους δρόμους και τότε πράγματι θα ξεσκουριάσουμε.

  3. Αγαπητέ κύριε «Νεοδημοκράτη»,

    Δεν υπάρχει κανένας ‘ενδόμυχος πόθος’ όπως τον ονομάζετε. Κυβερνητική πολιτική με ρητορική περί «αποβρασμάτων» δεν γίνεται.

    Η προηγούμενη κυβέρνηση, όντως για λόγους δημαγωγικούς επέτρεψε την απαξίωση των δημόσιων μέσων (σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη) σπεκουλάροντας σε λογικές ‘δεν πληρώνω’. Πίσω από αυτήν την πρακτική, κρύβεται μια εσφαλμένη άποψη για το δημόσιο, ότι οφείλει να είναι ‘τζάμπα’, και οι χρήστες του να το μεταχειρίζονται κατά το δοκούν, απορροφώντας όσους από τους πόρους τους θέλουν. Αυτή ακριβώς είναι μια πρακτική που καταλήγει σε ‘εξίσωση των δημόσιων αγαθών προς τα κάτω’, και εν τέλει σε μια διάχυτη κρατικοποιημένη απαξίωση.

    Τα Μέσα Μαζικής Μεταφοράς δεν πρέπει να είναι ‘τζάμπα’. Το αντίτιμο πρέπει να είναι όντως χαμηλό, για να μπορούν να είναι προσβάσιμα σε όλους, και ταυτόχρονα όμως, πρέπει να υπάρχει για να υπενθυμίζει στους χρήστες ότι οφείλουν να συμβάλουν στην συντήρηση της βιωσιμότητας του δημόσιου μέσου, αλλά και στην ποιότητα των υπηρεσιών που παρέχει. Αυτή είναι μια λογική ‘Σκανδιναβίας’ για το δημόσιο, και πιστεύω ότι θα πρέπει να την υιοθετήσουμε (και υπ αυτή την έννοια ακόμα και το 5€ στα νοσοκομεία, ήταν ένα μέτρο προς την σωστή κατεύθυνση, καθώς το ύψος του αντιτίμου δεν απέκλειε κανέναν, και παράλληλα εξασφάλιζε στα νοσοκομεία μια ελάχιστη επάρκεια πόρων ώστε να ικανοποιήσουν τις λειτουργικές τους ανάγκες σε υλικά, σεντόνια, κ.ο.κ.)

    Άρα ο εκάστοτε αρμόδιος υπουργός, οφείλει να συμβάλει σε αυτήν την πολιτισμική τομή, αν θέλετε, που πρέπει να γίνει, προκαλώντας έναν δημόσιο διάλογο μέσα στην κοινωνία, για το τι είναι δημόσιο και πως το διαφυλάσσουμε. Εξηγώντας το γιατί η επέκταση πρακτικών ‘δεν πληρώνω’ εν τέλει έρχονται μπούμερανγκ και οδηγούν σε μια απαξίωση που πρώτα και κύρια πλήττει αυτούς που οικειοποιούνται τέτοιες πρακτικές (γιατί αυτοί που «έχουν να πληρώσουν», διατηρούν ούτως ή άλλως πρόσβαση σε άλλου επιπέδου υπηρεσίες). Αυτήν την κριτική την ασκούμε στην αντίληψη «δεν πληρώνω» ήδη από τότε που εμφανίστηκε, αν και παράλληλα καταγγείλαμε από την πρώτη στιγμή μια πραγματικότητα υπερχρεώσεων που ισχύει λογουχάρη με τα διόδια (για την οποία ευθύνεται αποκλειστικά ο κύριος Σουφλιάς με τις απίστευτες συμβάσεις που υπέγραφε για την ολοκλήρωση των εθνικών δρόμων).

    Το πρόβλημα με τον Κωνσταντίνο Καραμανλή τον Γ΄, είναι ότι όντως εξέφρασε κοινωνικό ρατσισμό (οι φτωχοί, τα αποβράσματα που ‘δεν πληρώνουν’) και έτσι έκαψε εντελώς ένα ζήτημα που θα έπρεπε να τεθεί στον δημόσιο διάλογο με άλλη σοβαρότητα. Αυτό συνέβη ακριβώς εξαιτίας της ταξικής αλαζονείας ενός ανθρώπου που πολιτεύεται με αρχές και ήθη κοτζαμπασισμού και ‘δυναστείας’, προβάλλοντάς τα μάλιστα επιδεικτικά με τις δηλώσεις του. Αφήστε που το ύφος των δηλώσεών του αντιστρατεύεται ανοιχτά το ήθος και το στυλ διακυβέρνησης που προσπαθεί να καθιερώσει ο Κυριάκος Μητσοτάκης (ή που τουλάχιστον δηλώνει ότι προσπαθεί να καθιερώσει).

    Κατά τα άλλα, τα υπόλοιπα τα οποία γράφετε είναι παντελώς άστοχα. Καμία ‘απορία’ δεν έχουμε γιατί ένα εθνικό ζήτημα κινητοποίησε πολύ περισσότερο κόσμο, από ένα κίνημα οικονομικών διεκδικήσεων, γιατί απλούστατα δεν είμαστε οικονομιστές, και γνωρίζουμε ότι η εθνική/πολιτισμική/θρησκευτική ταυτότητα των ανθρώπων έχει μεγαλύτερη σημασία από την ‘τσέπη’ τους, όπως την εννοεί ο ψευδεπίγραφος ταξικισμός της σύγχρονης αριστεράς. Αυτό οι παλαιότεροι από εμάς, το γνωρίζουν ήδη από την ενασχόλησή τους με το κυπριακό από το 1974 (ή το… 1957-1958), και το προβάλουμε ως άποψη από τα τέλη της δεκαετίας του 1980 οπότε και φάνηκε ότι η χώρα αρχίζει και μπαίνει σε εθνική περιδίνηση. Το γράφω αυτό, για να σας πω ότι δεν περιμέναμε το 2018 και την συμφωνία των Πρεσπών, για να αντιληφθούμε εντελώς όψιμα την σημασία του πατριωτισμού όπως μας βάζετε να κάνουμε στις περιγραφές σας (οι οποίες διακατέχονται μάλιστα από μνησικακία).

    Και κάτι τελευταίο. Κριτική στην κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ (ΑΝΕΛ) κάναμε εγκαίρως και πολύ πιο εύστοχα από την Νέα Δημοκρατία, όταν επί Μεϊμαράκη και παρά τα «αλητάκος» και «ψευτράκος» έτεινε χείρα συνεργασίας στον ΣΥΡΙΖΑ (πράγμα που πλήρωσε εν τέλει στις εκλογές του Σεπτεμβρίου 2015).

    Υ.Γ. Αν πάλι θέλετε να ζείτε σε ένα καθεστώς, όπου το κράτος δέρνει τους ‘λαθρεεπιβάτες’ σε απευθείας τηλεοπτική μετάδοση, δεν έχετε παρά να πάτε στην Κίνα…

Leave a Comment

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*