νέος Ερμής ο Λόγιος τ. 13, Πολιτισμός - Βιβλία - Ιστορία - Θεωρία

Το εθνικό ζήτημα στη Ρωσική Αυτοκρατορία και η «ανατολική» στροφή του Λένιν (B΄ μέρος)

Του Σωτήρη Δημόπουλου, διεθνολόγου από τον νέο Ερμή τον Λόγιο τ. 13

Β΄ Mέρος

Ήταν ειλικρινείς ή όχι οι διακηρύξεις; Η πορεία των γεγονότων έδειξε ότι δεν ήταν. Τότε, όμως, έπρεπε να κερδηθεί χρόνος αλλά και συμμαχίες. Η επανάσταση ήταν ακόμη πολύ αδύναμη, και περιοριζόταν σε περιοχές με ρωσικό πληθυσμό. Εξάλλου, για ήδη «χαμένες» περιπτώσεις, όπως της Φινλανδίας, το δικαίωμα απόσχισης ήταν προδιαγεγραμμένο να ισχύσει. Αλλά και στην Πολωνία –παρά τις προσδοκίες των Πολωνών και Πολωνο-εβραίων κομμουνιστών–, όπως και στις τρεις χώρες της Βαλτικής Θάλασσας, η επανάσταση απλώς επιτάχυνε την ανεξαρτησία τους. Η πορεία του πολέμου, ο εξευτελιστικός συμβιβασμός του Μπρεστ-Λιτόφσκ –που υπογράφηκε μόνο και μόνο λόγω της επιμονής του Λένιν και παρά την άρνηση της ισχυρής αριστερής του πτέρυγας, που επεδίωκε τον διαρκή πόλεμο, ώστε να πυροδοτηθεί η επανάσταση στη Γερμανία– και η νίκη των δυνάμεων της Αντάντ δημιούργησαν μια νέα πραγματικότητα. Παράλληλα, οι επαναστάσεις σε Γερμανία, Αυστρία, Ουγγαρία αποτύγχαναν και το όραμα μιας πανευρωπαϊκής εργατικής επανάστασης απομακρυνόταν, προσωρινά τουλάχιστον, για το μέλλον. Για τις υπόλοιπες περιφέρειες της Αυτοκρατορίας, όμως, τα πάντα ήσαν ανοιχτά μέχρι το τέλος.[1]

Ο σκληρός εμφύλιος πόλεμος που ξέσπασε και η επέμβαση ξένων δυνάμεων έφερε μοιραία τους μπολσεβίκους να επιζητούν τη στενότερη συνεργασία με τους μη σλαβικούς λαούς του Νότου και της Ανατολής. Ο Λένιν, αφήνοντας στην άκρη τις αυταπάτες, ξεκαθάριζε ότι:

Είναι αυτονόητο πως την οριστική νίκη δεν μπορεί παρά να την κερδίσει μόνο το προλεταριάτο όλων των προηγμένων χωρών του κόσμου, κι εμείς οι Ρώσοι αρχίζουμε ένα έργο που θα το κατοχυρώσει το αγγλικό, το γαλλικό ή το γερμανικό προλεταριάτο· βλέπουμε όμως πως εκεί δεν θα νικήσουν χωρίς τη βοήθεια των εργαζόμενων μαζών όλων των καταπιεζομένων αποικιακών λαών, και κατά κύριο λόγο των λαών της Ανατολής. Πρέπει να το νοιώσουμε πως η πρωτοπορία μόνη της δεν μπορεί να πραγματοποιήσει το πέρασμα στον κομμουνισμό.[2]

Στο εξής, θα υποστηρίζει την «ανατολική γραμμή» του μέχρι και τις τελευταίες στιγμές της πνευματικής του διαύγειας, ερχόμενος σε αντιπαράθεση με όσους παρέκκλιναν είτε προς τον δυτικό προσανατολισμό είτε προς τον εσωτερικό «αντεθνικό» ολοκληρωτισμό.

Στο εσωτερικό της χώρας, η γραμμή της «αυτοδιάθεσης», στη διάρκεια του εμφυλίου και των επεμβάσεων, καρποφόρησε ιδιαίτερα στις λιγότερο ανεπτυγμένες περιοχές της νότιας Ρωσίας. Κι αυτό, διότι εκεί οι αντίπαλοι των μπολσεβίκων αποδείχθηκαν ανίκανοι να κατανοήσουν και να διαχειριστούν το εθνικό ζήτημα. Οι τσαρικοί στρατηγοί, ακολουθώντας τη γνωστή μεγαλορωσική σωβινιστική πολιτική, καταπίεζαν τον ντόπιο πληθυσμό και συνεργάζονταν με τους μεγαλοϊδιοκτήτες γης, κάτι που είχε ως αποτέλεσμα την εντεινόμενη εχθρότητα των χωρικών.

Σύμφωνα με τον Στάλιν:

Εάν στα μετόπισθεν του Κόλτσακ, του Ντενίκιν, του Βράνγκελ και του Γιουντένιτς δεν είχαμε τους αποκαλούμενους “ξένους”, εάν δεν είχαμε τους προηγούμενα καταπιεζόμενους λαούς, που υπονόμευσαν τα μετόπισθεν αυτών των στρατηγών με τη σιωπηρή τους συμπάθεια προς το ρωσικό προλεταριάτο […] και εάν δεν υπήρχε αυτή η συμπάθεια, εμείς δεν θα έπρεπε να νικήσουμε ούτε έναν από αυτούς τους στρατηγούς. Ενώ εμείς βαδίζαμε εναντίον τους, η κατάρρευση άρχιζε στα μετόπισθεν. Γιατί; Διότι αυτοί οι στρατηγοί στηρίχθηκαν στο αποικιοκρατικό στοιχείο μεταξύ των Κοζάκων, πρόσφεραν στους καταπιεζόμενους λαούς μια προοπτική μεγαλύτερης καταπίεσης και οι καταπιεζόμενοι λαοί υποχρεώθηκαν να έλθουν και να μας περιβάλουν, βλέποντας ότι εμείς ξετυλίξαμε τη σημαία της ελευθερίας γι’ αυτούς.[3]

Με το τέλος των πολεμικών περιπετειών και ως αποτέλεσμα της πολιτικής στρατηγικής του Λένιν και της χρησιμοποίησης στρατιωτικής βίας,:

H εδαφική ακεραιότητα του τσαρικού κράτους τελικώς διατηρήθηκε κατά τη μετάβαση στη σοβιετική εξουσία. Ομοίως, με μόνο δύο εξαιρέσεις (τους Φινλανδούς και τους Πολωνούς), ο μέγιστος αριθμός της ποικιλίας των μη ρωσικών εθνοτήτων οι οποίες είχαν ενσωματωθεί στη Ρωσική Αυτοκρατορία στη διάρκεια των τελευταίων αιώνων από την πτώση του Καζάν, περιλαμβάνονται πλέον στην πολυεθνική Σοβιετική Ένωση».[4]

Στο εξωτερικό, η λενινιστική «ex Oriente lux» πολιτική θα αναδείξει πλέον τη σοβιετική Ρωσία όχι ως τον «αδύναμο κρίκο» του καπιταλιστικού κόσμου ή την καθυστερημένη περιφέρεια της Δύσης, αλλά ως το κράτος-ηγέτη του απελευθερωτικού αγώνα των λαών της περιφέρειας, ως «φάρο της Ανατολής». Όπως σημείωνε ο Λένιν, «πολλοί λόγοι, όπως η καθυστέρηση της Ρωσίας και της απέραντης έκτασής της και το γεγονός ότι αποτελεί ορόσημο ανάμεσα στην Ευρώπη και στην Ασία, τη Δύση και την Ανατολή, μας επέβαλαν να επωμιστούμε όλο το βάρος –και αυτό το θεωρούμε μεγάλη μας τιμή– και να γίνουμε οι πρωτεργάτες της παγκόσμιας πάλης ενάντια στον ιμπεριαλισμό.»[5] Η στάση του απέναντι στη νέα μεγάλη παγκόσμια δύναμη, το αντι-ιμπεριαλιστικό κίνημα των λαών, είχε στοιχεία τα οποία έως τότε δεν ήταν οικεία προς τον μαρξισμό:

Ύστερα από την περίοδο της αφύπνισης της Ανατολής στη σύγχρονη επανάσταση έρχεται η περίοδος της συμμετοχής όλων των λαών της Ανατολής στον καθορισμό των πεπρωμένων όλου του κόσμου, για να μην είναι μόνον αντικείμενο πλουτισμού. Οι λαοί της Ανατολής ξυπνούν και αρχίζουν την πρακτική δράση για να αποφασίζει κάθε λαός τις τύχες ολόκληρης της ανθρωπότητας.[6]

Και αλλού πρόσθετε:

Οι βάσεις του σοβιετικού κινήματος μπήκαν σε όλη την Ανατολή, σε όλη την Ασία, σε όλους τους αποικιακούς λαούς. […] Ύστερα από τη δική μας πείρα, ύστερα από το Α΄ Συνέδριο της Γ΄ Διεθνούς, η θέση αυτή γίνεται προσιτή σε μάζες εκατοντάδων εκατομμυρίων ανθρώπων που καταπιέζονται από τους εκμεταλλευτές σε όλο τον κόσμο και, αν τώρα εμείς, στη Ρωσία, είμαστε συχνά αναγκασμένοι να κάνουμε συμβιβασμούς, να περιμένουμε τον πιο κατάλληλο καιρό, γιατί είμαστε πιο αδύνατοι από τους διεθνείς ιμπεριαλιστές, ξέρουμε πως τα 1.250 εκατομμύρια του πληθυσμού είναι η μάζα της οποίας τα συμφέροντα υπερασπίζουμε εμείς.[7]

Ο ρεαλισμός του, μάλιστα, ήταν τέτοιος, ώστε να διασαφηνίζει ότι οι κομμουνιστές δεν έπρεπε να επιδιώκουν τη μετατροπή των εθνικοαπελευθερωτικών επαναστάσεων σε κομμουνιστικές, αλλά «σαν γενικό καθήκον να μπει η ανατροπή του φεουδαρχισμού, όχι όμως ο κομμουνισμός»[8].

Με το τέλος του εμφυλίου και των ξένων επεμβάσεων, η εύθραυστη ενότητα του κράτους επέβαλλε τη συνέχιση της ίδιας γραμμής προσεταιρισμού των «αλλογενών» με σοβαρές παραχωρήσεις προς αυτούς, όπου δεν ήταν δυνατόν να επιβληθεί η ισχύς των όπλων του Κόκκινου Στρατού. Στην προσπάθεια προσεταιρισμού των «λαών της Ανατολής», ιδιαίτερη ιστορική αξία έχει η σύγκληση του Συνεδρίου των λαών της Ανατολής, από το Β΄ Συνέδριο της Κομμουνιστικής Διεθνούς, στο Μπακού τον Σεπτέμβριο του 1920.[9] Κύριος στόχος του Συνεδρίου ήταν ο προσεταιρισμός κυρίως του μουσουλμανικού πληθυσμού και η δημιουργία μετώπου ανάσχεσης των Βρετανών στον Καύκασο και την Κεντρική Ασία. Αξίζει να σημειώσουμε ότι στο πλαίσιο αυτής της στρατηγικής –που προσέβλεπε στη συμμαχία ή την ουδετερότητα των τουρκογενών και εν γένει μουσουλμανικών πληθυσμών της σοβιετικής Ρωσίας και τη δημιουργία ενός κράτους ταμπόν στην Υπερκαυκασία και τα Στενά του Βοσπόρου– εντάσσεται και η συμφωνία του Λένιν με τον Κεμάλ Ατατούρκ, που έπαιξε καθοριστικό ρόλο στη νίκη του τελευταίου επί του ελληνικού στρατού στη Μικρά Ασία. Οι αντιπρόσωποι στο Συνέδριο προέρχονταν από δεκάδες περιοχές εντός και εκτός της ρωσικού κράτους: Τουρκεστάν, Τουρκία, Κίνα, Ινδία, Χίβα, Μπουχάρα, Νταγκεστάν, περιοχή Τερέκ, Βόρειο Καύκασο, Αρμενία, Αζερμπαϊτζάν, Δημοκρατία της Ταταρίας, Καλμουχία, Γεωργία, Περσία, Αφγανιστάν, Τασκένδη, Φεργκάνα, Μικρά Ασία, Κινεζικό Τουρκεστάν, Μανγκισλάκ, Τουρκμενία, Σαμαρκάνδη. Από τους περίπου 1.900 συνέδρους, ελάχιστοι ήσαν αυτοί που είχαν εμπειρία από το κομμουνιστικό κίνημα, ενώ οι μεταξύ τους διαφορές ήσαν μερικές φορές αβυσσαλέες. Για παράδειγμα, οι μουσουλμάνοι διαμαρτύρονταν για τους διωγμούς που, όπως υποστήριζαν, διέπρατταν εναντίον τους οι «χριστιανικές δυνάμεις» Ρώσων ή Αρμενίων. Από τις ομιλίες, επίσης, έγινε φανερό ότι αρκετοί αντιπρόσωποι –όπως οι οπαδοί του Mushavat στο Αζερμπαϊτζάν ή ο Ενβέρ πασά κ.λπ.– θεωρούσαν το Συνέδριο ως πεδίο προώθησης των εθνικών τους αιτημάτων και όχι ως πεδίο συγκρότησης ενός διεθνικού επαναστατικού μετώπου.

Γκριγκόρι Ζηνόβιεφ

Ο Ζηνόβιεφ, λοιπόν, για να μιλήσει στη γλώσσα που «καταλάβαιναν» οι σύνεδροι, έκανε έκκληση προς τους λαούς του Ισλάμ για «ιερό πόλεμο» (!) ενάντια στον ιμπεριαλισμό. Αυτή η πρωτοφανής διατύπωση θα δικαιολογηθεί κατ’ αυτόν τον τρόπο:

Γνωρίζετε ότι για μεγάλο διάστημα η υπαρκτή άποψη ήταν ότι, πρώτα απ’ όλα, κάθε χώρα έπρεπε να περάσει το καπιταλιστικό στάδιο, δημιουργώντας μεγάλες βιομηχανίες και μεγάλου διαμετρήματος κεφαλαιοκράτες. Θα ήταν αναπόφευκτο για τους εργάτες να συσσωρευτούν στις πόλεις, και μόνο τότε θα μπορούσε να μπει το ζήτημα του σοσιαλισμού. Τώρα όμως σκεφτόμαστε ότι δεν είναι έτσι. Από τη στιγμή που έστω και μία χώρα ξέφυγε από την καπιταλιστική αλυσίδα, όπως έκανε η Ρωσία, από τη στιγμή που οι εργάτες έχουν θέσει το ζήτημα της προλεταριακής επανάστασης στην ατζέντα, από αυτή τη στιγμή μπορούμε να πούμε ότι στην Κίνα, την Ινδία, την Τουρκία, την Περσία και την Αρμενία είναι πιθανό και αναγκαίο να ξεκινήσει αγώνας απευθείας για ένα σοβιετικό σύστημα.[10]

Στο 10ο Συνέδριο του Κ.Κ.Ρ. (μπ.), που συνήλθε στις 8-16 Μαρτίου του 1921, ανάμεσα στα ζητήματα που συζητήθηκαν ήταν εκ νέου το εθνικό, με εισήγηση του Στάλιν. Σ’ αυτήν αναδεικνυόταν η ανάγκη εκσυγχρονισμού των περιοχών όπου διαβιούσαν οι διάφορες εθνικές ομάδες. Γινόταν λόγος ιδιαίτερα για τις αγροτικές και υπανάπτυκτες περιοχές σ’ όλη την Κεντρική Ασία, τον Καύκασο και την Ουκρανία, για τις οποίες εκδηλωνόταν η πρόθεση για συγκρότηση ισχυρής βιομηχανίας. Σημασία έχει, όμως, ότι ξεκαθαριζόταν, χωρίς περιθώρια παρερμηνειών, πως αυτές οι –εθνικές– περιφέρειες δεν επιτρεπόταν να δημιουργήσουν ανεξάρτητα κράτη. Η επίσημη δικαιολογία ήταν ότι καμμία από αυτές δεν ήταν από μόνη της σε θέση ν’ αποτρέψει τη συντριβή της από πιθανή επιβουλή των ιμπεριαλιστών.

Καθώς, λοιπόν, βρισκόταν εν εξελίξει και η διαδικασία αναζήτησης του σχήματος που θα έπαιρνε το νέο κράτος και η θέση των εθνοτήτων σε αυτό,  εκδηλώθηκε οξεία αντίθεση μεταξύ του Λένιν και του Στάλιν. Αφορμή της αντιπαράθεσής τους στάθηκε η ομοσπονδιακή, ή μη, μορφή του νέου κράτους. Ο Λένιν, με επιστολή του προς τα μέλη του Πολιτικού Γραφείου, τάχθηκε ενάντια στις ιδέες του Στάλιν για απλή «αυτονόμηση» των «εθνικών» σοβιετικών δημοκρατιών και πρότεινε τη δημιουργία της «Ένωσης των Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών», οι οποίες οριοθετήθηκαν με εθνικά κριτήρια.[11]

Στην πράξη, όμως, η αυταρχική και συγκεντρωτική πολιτική από τα στελέχη του κόμματος, που συνέχιζαν την παράδοση της μεγαλορωσικής υπεροψίας, αλλοίωνε τις όποιες προθέσεις, στο ισχύον πλαίσιο, για παραχωρήσεις προς τις εθνότητες. Έτσι, η δεκαετία του 1920 θα σημαδευτεί και από τις δύο τάσεις, της εθνικής αποκέντρωσης και του αυταρχικού συγκεντρωτισμού, μέχρι να επιβληθεί ολοκληρωτικά ο δεύτερος.[12]

Στις σημειώσεις του[13] ο Λένιν εξέφραζε τη βαθειά του απογοήτευση για την πολιτική του κόμματος, που δεν επέτρεπε την ενίσχυση των μπολσεβίκων μεταξύ των μειονοτήτων. Για τα πενιχρά επιτεύγματα της ακολουθούμενης πρακτικής δεν επέρριπτε τις κατηγορίες στον «εθνικισμό» των εθνοτήτων: «Είναι απαραίτητο να ξεχωρίσουμε τον εθνικισμό του έθνους που καταπίεζε από τον εθνικισμό του έθνους που καταπιέζεται, τον εθνικισμό του μεγάλου έθνους από τον εθνικισμό του μικρού έθνους»[14]. Ως υπεύθυνους για τις παρεκκλίσεις έδειχνε τα κομματικά στελέχη που συνέχιζαν να δρουν ως «μεγαλορώσοι σωβινιστές», και ιδιαίτερα αυτά των οποίων η εθνική καταγωγή δεν ήταν η ρωσική, όπως ο Στάλιν:

Έχω τη γνώμη ότι εδώ μοιραίο ρόλο έπαιξαν η βιασύνη και ο διοικητικός ζήλος του Στάλιν, καθώς επίσης και το μένος του ενάντια στον περιβόητο “σοσιαλεθνικισμό”. Γενικά το μένος στην πολιτική παίζει συνήθως τον χειρότερο ρόλο.[15]

Επίσης:

Ο γεωργιανός που περιφρονεί την πλευρά αυτή του ζητήματος [σ.σ. την ευαισθησία των προλεταρίων για την εθνική τους ανεξαρτησία] ρίχνει περιφρονητικά κατηγορίες για “σοσιαλεθνικισμό” (ενώ ο ίδιος είναι ένας πραγματικός και αληθινός όχι μόνον “σοσιαλεθνικός”, αλλά και σκαιός Μεγαλορώσος ντερζιμόρντα).[16]

Συνεχίζοντας, θα προειδοποιήσει για τους κινδύνους αυτής της απομάκρυνσης από τις αρχές της αυτοδιάθεσης:

Η ζημιά που μπορεί να προκύψει στο κράτος μας από την έλλειψη ενότητας των εθνικών μηχανισμών με τον ρωσικό μηχανισμό είναι απροσμέτρητα μικρότερη, ασύγκριτα μικρότερη με τη ζημιά που θα προκύψει όχι μόνο για μας, αλλά και για όλη τη Διεθνή, για τις εκατοντάδες εκατομμύρια των λαών της Ασίας, η οποία πρόκειται να εμφανιστεί στο προσκήνιο της ιστορίας στο άμεσο μέλλον, ύστερα από μας. Θα ήταν ασυγχώρητος οπορτουνισμός, αν εμείς στις παραμονές αυτής της εμφάνισης της Ανατολής και στις αρχές της αφύπνισής της κουρελιάζαμε το κύρος μας ανάμεσά της, έστω και με τη μικρότερη βάναυση συμπεριφορά μας και αδικία μας απέναντι στους δικούς μας αλλοεθνείς. Άλλο πράγμα είναι η ανάγκη συσπείρωσης ενάντια στους ιμπεριαλιστές της Δύσης που υπερασπίζονται τον καπιταλιστικό κόσμο. Άλλο πράγμα όμως είναι όταν εμείς οι ίδιοι ξεπέφτουμε, έστω και σε μικροπράγματα, στις ιμπεριαλιστικές μεθόδους απέναντι στις καταπιεζόμενες λαότητες, υποσκάπτοντας έτσι εντελώς όλη την ειλικρίνεια των αρχών μας, όλη τη στηριζόμενη σε αρχές υπεράσπιση της πάλης ενάντια στον ιμπεριαλισμό. Και η αυριανή μέρα στην παγκόσμια ιστορία θα είναι μια τέτοια ακριβώς μέρα, όταν θα ξυπνήσουν πια οριστικά οι αφυπνισμένοι και καταπιεζόμενοι από τον ιμπεριαλισμό λαοί και θα αρχίσει η αποφασιστική, μακρόχρονη και σκληρή μάχη για την απελευθέρωσή τους.[17]

Γενικά, με την ακολουθούμενη πολιτική τής «κορενιζάτσια» (της ενίσχυσης των εθνικών ταυτοτήτων), η οποία άρχισε να εφαρμόζεται κατά την περίοδο της Νέας Οικονομικής Πολιτικής και η οποία βασίστηκε στη λενινιστική γραμμή για «τα έθνη στην πορεία προς τον σοσιαλισμό», υπήρξε μια αξιοσημείωτη κινητικότητα στις εθνικές συνιστώσες του νέου κράτους, ακόμη και στις μικρότερες μειονότητες. Οι διοικητικές μεταρρυθμίσεις με την απόδοση αυτονομίας (εθνικές διοικητικές περιοχές, εθνικά σοβιέτ, πολιτική στήριξης των εθνικών πολιτισμών, η εκπαίδευση, που είχε εθνικά χαρακτηριστικά – εθνικά σχολεία και ιδρύματα, Τύπος και βιβλία στις εθνικές γλώσσες) διαμόρφωσαν ένα νέο τοπίο, μέσα βέβαια από τις αντιφάσεις του σοσιαλιστικού πειράματος σε μια χώρα. Αυτή η εικόνα έμελλε να αλλάξει δραματικά από τα τέλη της δεκαετίας του ’20 και, ιδίως, τη δεκαετία του 1930, με την πολιτική της βίαιης κολλεκτιβοποίησης, της ταχείας εκβιομηχάνισης και του πολιτικού ολοκληρωτισμού.

Κατόπιν τούτου, δεν μπορεί να απαντηθεί με βεβαιότητα το ερώτημα εάν θα συνέχιζε να υφίσταται το σοβιετικό κράτος στην περίπτωση που ίσχυε στην πράξη η λενινιστική «αρχή της αυτοδιάθεσης», με αποτέλεσμα να τροφοδοτείται ο σταλινικός ολοκληρωτισμός από τον  βάσιμο φόβο της αποσύνθεσής του. Γι’ αυτό που η Ιστορία έχει βέβαιη απάντηση είναι η τεράστια συμβολή της πατριωτικής έξαρσης, που εκδηλώθηκε στα χρόνια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, στην επαναπροσέγγιση του εθνικού ζητήματος. Η έντονη αίσθηση της συνέχειας της ρωσικής ιστορίας –Αλέξανδρος Νιέφσκυ, πρώτος πατριωτικός πόλεμος, εκείνος κατά του Ναπολέοντα, μεγάλος πατριωτικός πόλεμος κατά των Γερμανών εθνικοσοσοσιαλιστών– και ο ρόλος των Ρώσων ως ηγετικής δύναμης για τους λαούς της περιφέρειας λειτούργησαν ενοποιητικά στην πολυεθνική σοβιετική επικράτεια. Αυτό, ασφαλώς, δεν σήμανε και την εξάλειψη των εθνοτικών διαφοροποιήσεων ούτε την απόλυτη επικράτηση μιας νέας σοβιετικής συνείδησης στη θέση των εθνικών. Πολύ περισσότερο, που συνοδεύτηκε από τις σταλινικές διώξεις και εκτοπίσεις εναντίον ολόκληρων εθνικών οντοτήτων μετά το 1944, σε μια απόπειρα βίαιης και οριστικής επίλυσης του κληρονομηθέντος ζητήματος. Το γεγονός ότι σε μεγάλο ποσοστό οι μουσουλμάνοι της ΕΣΣΔ είχαν πολεμήσει στο πλευρό των εισβολέων αποδείκνυε το σύνθετο ζήτημα της συμβίωσης των εθνών της Ανατολής στην ευρασιατική ενδοχώρα – ζήτημα στο οποίο και το σημερινό μετασοβιετικό, ρωσικό, πολυεθνικό και πολυθρησκευτικό κράτος αναζητά εναγωνίως ικανοποιητική απάντηση, ώστε να συνεχίζει να υφίσταται ως αυτοκρατορική δύναμη.

 

[1] Ο σοβιετο-πολωνικός πόλεμος, που έληξε το 1920 και έφερε τον Κόκκινο Στρατό στα πρόθυρα της Βαρσοβίας, δεν ήταν εξαγωγή της επανάστασης· ήταν ένας ρωσο-πολωνικός πόλεμος. Οι Πολωνοί, άλλωστε, πολέμησαν με εθνικά και αντιρωσικά αισθήματα. Το περίεργο είναι ότι και στη Ρωσία ο πόλεμος αυτός ενίσχυσε κατά κάποιο τρόπο τον ρωσικό πατριωτισμό, προς όφελος των μπολσεβίκων, που τον διεξήγαγαν.

[2] Λένιν Β.Ι., «Έκθεση στο Β΄ Πανρωσικό Συνέδριο των κομμουνιστικών οργανώσεων των λαών της Ανατολής», 22 Νοέμβρη 1919, Άπαντα, ελλ. έκδ., τόμ. 39, σ. 330. Αντιθέτως, τα περισσότερα στελέχη του κομμουνιστικού κινήματος, από τη Λούξεμπουργκ  έως τον Τρότσκι, ακόμη και τον Στάλιν της πρώτης περιόδου, συνέχιζαν να αναμένουν την επανάσταση στην Ευρώπη.

[3] Connor Walker, The National Question in Marxist-Leninist Theory and Strategy, Princeton University Press, Princeton 1984, σ. 47.

[4] Clem, Ralph S., «The ethnic dimension of the Soviet Union», Part Ι, στο Contemporary Soviet Society, Sociological Perspectives, ed. by Jerry G. Pankhurst & Michael Paul Sacks, N.Y., εκδ. Praeger, 1980, ό.π., σ. 21.

[5] Β.Ι. Λένιν, «Έκθεση στο Β΄ Πανρωσικό Συνέδριο των κομμουνιστικών οργανώσεων των λαών της Ανατολής», 22 Νοέμβρη 1919, Άπαντα, τόμ. 39, σ. 318. Το Β΄ Πανρωσικό Συνέδριο των κομμουνιστικών οργανώσεων των λαών της Ανατολής, που συγκάλεσε το Κεντρικό Γραφείο των κομμουνιστικών οργανώσεων των λαών της Ανατολής της Κ.Ε. του Κ.Κ.Ρ. (μπ.), έγινε στη Μόσχα από τις 22 του Νοέμβρη ώς τις 3 του Δεκέμβρη 1919. Το Συνέδριο άκουσε την Έκθεση Δράσης του Κεντρικού Γραφείου των κομμουνιστικών οργανώσεων των λαών της Ανατολής, τις Θέσεις των τοπικών οργανώσεων, την Έκθεση του Κεντρικού Μουσουλμανικού Επιτροπάτου του Λαϊκού Επιτροπάτου εθνοτήτων, το ταταρο-μπασκιρικό ζήτημα και τις Εκθέσεις των Τμημάτων για το κρατικό οργανωτικό και το κομματικό ζήτημα, για τη δουλειά ανάμεσα στις γυναίκες της Ανατολής, ανάμεσα στη νεολαία κ.ά.

[6] Ό.π., σ. 328.

[7] Ομιλία τού Β.Ι. Λένιν στο Β΄ Συνέδριο της Γ΄ Διεθνούς στις 24 Ιουλίου 1920, Άπαντα, τόμ. 41, σ. 235. Επίσης, και στο τηλεγράφημα προς τους Ινδούς: «Χαίρομαι που ακούω ότι οι αρχές της αυτοδιάθεσης και της απελευθέρωσης των καταπιεζόμενων λαών από την εκμετάλλευση των ξένων και ντόπιων καπιταλιστών, τις οποίες διακήρυξε η εργατοαγροτική δημοκρατία, είχαν τόσο ζωηρή απήχηση στους συνειδητούς Ινδούς, που παλεύουν ηρωικά για τη λευτεριά τους. […] Χαιρετίζουμε τη στενή συμμαχία των μουσουλμανικών και μη μουσουλμανικών στοιχείων. Ευχόμαστε ειλικρινά να επεκταθεί η συμμαχία αυτή σε όλους τους εργαζόμενους της Ανατολής. Μόνο όταν ο Ινδός, ο Κινέζος, ο Κορεάτης, ο Ιάπωνας, ο Πέρσης, ο Τούρκος εργάτης και αγρότης δώσουν τα χέρια τους και προχωρήσουν μαζί στην κοινή υπόθεση της απελευθέρωσης, μόνο τότε θα εξασφαλιστεί η αποφασιστική νίκη ενάντια στους εκμεταλλευτές. Ζήτω η ελεύθερη Ασία!» (τηλεγράφημα του Β.Ι. Λένιν προς τον Ινδικό Επαναστατικό Σύνδεσμο, που δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Πράβντα στις 20 Μαΐου 1920 [Άπαντα, τόμ. 41, σ. 122]).

[8] «Σχέδιο απόφασης του Π.Γ. της Κ.Ε. του Κ.Κ.Ρ. (μπ.) στο Τουρκεστάν», 22/6/1920 (Β.Ι. Λένιν, Άπαντα, τόμ. 41, σ. 153).

[9] “Congress of the Peoples of the East”, Baku, Σεπτέμβριος 1920. Το υλικό του Συνεδρίου του Μπακού (στενογραφημένα Πρακτικά), στο http://www.marxists.org/history/international/comintern/baku/foreword.htm.

[10] Ό.π.

[11] Β.Ι. Λένιν, «Επιστολή προς τον Κάμενεφ για τα μέλη του Πολιτικού Γραφείου της Κ.Ε. του Κ.Κ.Ρ. (μπ.), 26 Νοεμβρίου 1922», Άπαντα, τόμ. 45, σ. 211. Ο Λένιν συνέχιζε να δίνει μεγάλη σημασία στο εθνικό ζήτημα και γι’ αυτό παρουσίασε ο ίδιος την εισήγηση της Επιτροπής για το εθνικό και το αποικιακό ζήτημα.

[12] Απέναντι σε εθνικά αποσχιστικά κινήματα, που συνέχιζαν να εκδηλώνονται, το σοβιετικό κράτος ακολουθούσε σταθερά, ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του 1920, πολιτική καταστολής, όπως στον Βόρειο Καύκασο –όπου είχαν εξεγερθεί οι ισλαμιστές Τσετσένοι, «Νταγκεστανοί» και λοιποί μουσουλμάνοι–, στην Κεντρική Ασία κατά των παντουρκιστών, στο Ταταρστάν, αλλά και κατά Γεωργιανών, Αρμενίων κ.λπ. Με την ισχυροποίηση του κράτους, αυτές οι παρεμβάσεις εντάθηκαν ακόμη περισσότερο.

[13] Δημοσιεύθηκαν μόλις το 1956, στο περιοδικό Κομμουνίστ, τ. 9 – κι αυτό, μάλλον λόγω της σκληρής κριτικής τους απέναντι στην πολιτική για τις εθνότητες που ακολουθούσαν επιφανή στελέχη του κόμματος, όπως ο Ορτζονικίτζε, ο Τζερζίνσκι και, κυρίως, ο ίδιος ο Στάλιν. «Ο Λένιν στο γράμμα “Σχετικά με το ζήτημα των εθνοτήτων ή της αυτονόμησης” φώτισε τα σπουδαιότερα προβλήματα της εθνικής πολιτικής του Κόμματος. Θεωρούσε το γράμμα αυτό σαν καθοδηγητικό, έδινε σ’ αυτό μεγάλη σημασία και σκόπευε να το δημοσιεύσει αργότερα σαν άρθρο. Όμως, λόγω της απρόοπτα απότομης χειροτέρευσης της αρρώστιας του μετά τις 6 Μάρτη 1923 ο Βλαντίμιρ Ίλιτς δεν πρόλαβε να δώσει τις τελικές εντολές για το γράμμα. […] Στο ΙΒ΄ συνέδριο του Κ.Κ.Ρ. (μπ.) το γράμμα αυτό ανακοινώθηκε κατά αντιπροσωπείες. Σύμφωνα με τις υποδείξεις του Λένιν στο σχέδιο απόφασης του συνεδρίου για το εθνικό ζήτημα έγιναν μια σειρά αλλαγές και προσθήκες» («Σημειώσεις Β.Ι. Λένιν», Άπαντα, τόμ. 45, σ. 594).

[14] Ό.π., σ. 360.

[15] Ό.π., σ. 358.

[16] Ό.π., σ. 360.

[17] Ό.π., σ. 362.

 

Leave a Comment

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*