Uncategorized, Άρδην τ.82, Θεσσαλονίκη: αδιέξοδα και οφθαλμαπάτες

Να κάνουμε μόδα το ντεμοντέ

του Στέλιου Κούκου

 Άρδην τ. 82

Μιλώντας πριν από λίγες μέρες με κάποιους φίλους για το τι θα σας πω απόψε, τους είπα κάτι που πολύ πιθανόν να τους φάνηκε και να σας φανεί περίεργο ή και αδιανόητο. Τους είπα, λοιπόν, ότι θα σας πω πως πρέπει να κάνουμε τη Θεσσαλονίκη μόδα. Και για να αμβλύνω τη σαστιμάρα τους, πρόσθεσα πως θα πω επίσης ότι, επειδή αυτό τον καιρό είναι της μόδας η απαξίωση της πόλης, μπορούμε να την κάνουμε μόδα και από τη θετική της πλευρά!

Και σημειώστε ότι την έννοια μόδα δεν την ταυτίζω με εκείνην του λαϊφστάιλ, αλλά με το ντεμοντέ. Γιατί, όπως έλεγε και η μεγάλη κυρία της γαλλικής μόδας, Κοκό Σανέλ, «μόδα είναι να είσαι ντεμοντέ».

Μα, θα πει κάποιος, μήπως τώρα η Θεσσαλονίκη δεν είναι ντεμοντέ; Θα έλεγα ότι, πέρα από τις όποιες δικές της πολλές και συσσωρευμένες αμαρτίες και από τα αδιέξοδά της, σήμερα η Θεσσαλονίκη είναι και ιδιαίτερα συκοφαντημένη.

Για το θέμα αυτό έχω γράψει στην εφημερίδα Μακεδονία της Κυριακής και αν θέλει κάποιος να τα διαβάσει μπορεί να τα βρει στο διαδίκτυο. Έχουν τίτλο, «Θεσσαλονίκη η άσχημη», κατά το σίριαλ, «Μαρία η άσχημη», και, «Destroy Saloniki».

Ας έλθουμε όμως στο ζήτημα της μόδας.

Όταν, το 1985, η Θεσσαλονίκη γιόρταζε τα 2.300 χρόνια από την ίδρυσή της, κάποιοι φίλοι, φοιτητές στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο, επισκέφτηκαν τον ποιητή κ. Ντίνο Χριστιανόπουλο στη «Διαγώνιο» και τον προσκάλεσαν να μιλήσει στη σχολή τους για τη Θεσσαλονίκη. Ο κ. Χριστιανόπουλος τους είπε ότι θα έπρεπε να μιλήσουν οι ίδιοι για την πόλη, αφού βεβαίως πρώτα τη μελετήσουν. Τους είπε όμως και το εξής: «Πρέπει να ξέρετε πάντως πως η Θεσσαλονίκη δεν είναι τα πατσατζίδικα, αλλά οι εκκλησιές και οι ποιητές της». Τους το ’πε διότι –θα το καταλάβατε– η Θεσσαλονίκη τότε ήταν της μόδας για τα πατσατζίδικά της!

«Η Θεσσαλονίκη σε τρέφει»!

Με το πέρασμα του χρόνου, βεβαίως, τα πατσατζίδικα της πόλης πήραν την κάτω βόλτα, αλλά δεν είναι ο ποιητής που φταίει γι’ αυτό.

Οπότε, ένα το κρατούμενο, όταν αναφερόμαστε στην πόλη, δεν μας ενδιαφέρουν τα πατσατζίδικα, τα κουλούρια Θεσσαλονίκης, τα σιροπιαστά του Χατζή, τα τσουρέκια του Τερκενλή και του Αγαπητού, τα τρίγωνα Πανοράματος κτλ., κτλ. Αυτά δεν αποτελούν την «ιδεολογία» της πόλης.

Προφανώς όμως δεν αμφισβητώ τη ρήση του Φόυερμπαχ ότι: ο άνθρωπος είναι ό,τι τρώει. Άλλωστε, πριν από πολλά χρόνια, ένας άλλος Θεσσαλονικιός λογοτέχνης, ο Αλέξανδρος Κοσματόπουλος, σε συνέντευξή του, μού είπε: «Η Θεσσαλονίκη σε τρέφει. Και χωρίς να κάνεις τίποτα, η πόλη αυτή σε τρέφει».

Άρα η Θεσσαλονίκη είναι τροφός. Αυτό όμως, όπως καταλαβαίνετε, προϋποθέτει εσωτερική πείνα και δίψα και μάλιστα ενίοτε και μέχρις απογνώσεως –μέχρις απελπισίας. Έτσι μια τέτοια συνάντηση θα τη χαρακτήριζα, πέραν από υπαρξιακή, και ανεπιφύλακτα ερωτική. Και αυτό το κλίμα βγαίνει και μέσα από τον λόγο των λογοτεχνών της πόλης.

Από τους ναούς του …πατσά στους βυζαντινούς

Έτσι περνάμε στις εκκλησιές και στους ποιητές της Θεσσαλονίκης. Ήδη αναφέρθηκα στον ποιητή Ντίνο Χριστιανόπουλο ο οποίος, με τη φράση που προανέφερα, κανοναρχεί και τη συνέχεια του λόγου μου. Θα μπορούσαμε βεβαίως να μείνουμε και μόνον στη φράση του αυτή. Αφού η φράση αυτή αποδίδει και ανακεφαλαιώνει το τι πραγματικά εστί η Θεσσαλονίκη. Αλλά για να μη με κατηγορήσετε για φυγοπονία, συνεχίζω.

Ενώ λοιπόν οι περισσότεροι ναοί …του πατσά που διέθετε η πόλη έκλεισαν, οι βυζαντινοί ναοί της Θεσσαλονίκης παραμένουν σταθερά στη θέση τους. Οι περισσότεροι μάλιστα, μετά από τον σεισμό του 1978, αναστηλώθηκαν, ενώ οι τοιχογραφίες και τα ψηφιδωτά τους καθαρίστηκαν και αποκαταστάθηκαν. Έτσι οι ναοί δείχνουν ακμαίοι. Παρ’ όλα αυτά, δεν φαίνεται να υπάρχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον γι’ αυτούς. Και μάλιστα σε μια πόλη με ποικίλα πανεπιστημιακά τμήματα, στα οποία οι φοιτητές τους θα μπορούσαν να διδάσκονται καθημερινώς από τα μνημεία αυτά. Από την αισθητική, την ιστορική και την οντολογική μνήμη που κουβαλούν και διασώζουν. Να αρδεύονται ψυχή τε και σώματι από αυτά τα μοναδικά ντοκουμέντα του πολιτισμού μας. Οι εκκλησίες της πόλης αποτελούν από μόνες τους ολόκληρο πανεπιστήμιο, ολόκληρο πολιτισμό. Έναν ή και περισσότερους βιωμένους κόσμους, ένα ξεχωριστό καταστάλαγμα ζωής, παραδομένο από γενεά σε γενεά, που αποτελεί και τον μοναδικό διαχρονικό μάρτυρα όσων έζησε, όσων έπαθε η πόλη, στα χρόνια που κύλησαν.

Ο Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης

Ο Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, μια φορά που τον συνάντησα στον Άγιο Δημήτριο, λίγα χρόνια πριν φύγει από ανάμεσά μας, μου είπε πως «πλέον δεν μπορώ να γυρνώ τις εκκλησιές και να διδάσκομαι».

Ο Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης μπορούσε να κατασιγάζει την ατελείωτη εσωτερική πείνα και δίψα που τον διακατείχε επισκεπτόμενος τους ναούς της Θεσσαλονίκης. Ήξερε να μελετά και να διδάσκεται από την αρχιτεκτονική, από την εξωτερική τοιχοποιία του ναού, από τις εικόνες, τις φορητές και τις απεικονισμένες σε τοιχογραφία, κι από τα τελούμενα εντός του ναού. Εν συνεχεία, τη σχέση αυτή τη μετέτρεπε σε λογοτεχνία, σε εικαστικό έργο και γενικότερα σε ζωή. Άλλωστε ο Πεντζίκης ήταν και ένα μεγάλο πειραχτήρι.

Όλο το έργο του είναι ταυτισμένο με τη Θεσσαλονίκη, που τη μελέτησε όσο λίγοι, χωρίς βεβαίως να έχει καμιά έγνοια να προβάλει την όποια γραφικότητά της. Αντίθετα, κατέθεσε ένα ιδιαίτερα μοντέρνο πεζογραφικό έργο, μπροστά στο οποίο τα έργα των περισσοτέρων Ελλήνων ομοτέχνων του ωχριούν ακόμα και σήμερα. Θα πρέπει όμως να προσθέσω πως ο Θεσσαλονικιός λόγιος διέθετε και πραγματική γνώση και εμπειρία του ευρωπαϊκού πολιτισμού. Είχε μάλιστα τη διάκριση να ανιχνεύει και να ψηλαφεί τα πραγματικά αιτήματα του δυτικού πολιτισμού. Γιατί πολιτισμός σημαίνει κατάθεση εσωτερικού κόσμου, προσδοκιών και αιτημάτων. Κάτι που ξεχνάμε σήμερα, όταν νομίζουμε ότι πολιτισμός αποτελεί κάποια δήθεν πολιτιστική εκδήλωση, ενασχόληση ή δραστηριότητα.

Ο Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης υπήρξε ο ίδιος Ευρωπαίος, με την υπαρξιακή σημασία του όρου. Δηλαδή βίωνε τα αιτήματα και τις αγωνίες του Ευρωπαίου ανθρώπου. Και έχοντας νιώσει και βιώσει από νωρίς ο ίδιος την απελπισία, το αδιέξοδο, τον μηδενισμό και την αποτυχία των ιδεολογιών και της πολιτικής, έστρεψε την προσωπική αναζήτησή του στην παράδοση της πόλης, στην ευρύτερη βυζαντινή παράδοση και φυσικά στο Άγιον Όρος και στους μοναχούς του, που υπεραγαπούσε. Βεβαίως, πολλοί θεωρούσαν τον Πεντζίκη γραφικό. Και ας ήταν όλο το έργο του ένας διάλογος με την ευρωπαϊκή τέχνη. Φυσικά, οι άνθρωποι αυτοί δεν είχαν ούτε την παιδεία του, αλλά ούτε και τη λαχτάρα και την αγωνία του για το τι συνέβαινε στον σύμπαντα κόσμο. Ο Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης ήταν επίσης γνωστός και για τον αντικομφορμισμό του…

Διάλειμμα για διαφημίσεις!

Και αν μου επιτρέπατε τώρα ένα διάλειμμα ολίγων δευτερολέπτων για …διαφημίσεις, θα σας έλεγα πως, φεύγοντας απόψε, εάν δεν πάρετε το βιβλίο του Κώστα Παπαϊωάννου, Βυζαντινή και Ρωσική Ζωγραφική, των «Εναλλακτικών Εκδόσεων», θα χάσετε την ευκαιρία να δείτε και να μάθετε πολλά περισσότερα και σημαντικά για την τέχνη της Θεσσαλονίκης.

Κομφορμισμός και Θεσσαλονίκη. Πολιτιστική Πρωτεύουσα της Ευρώπης

Να μείνουμε όμως για λίγο στον αντικομφορμισμό. Πιστεύω πως ένα από τα βαθύτερα και ευρύτερα αίτια της κρίσης της εν πολλαίς αμαρτίαις περιπεσούσης Θεσσαλονίκης συνδέεται με το θέμα της Πολιτιστικής Πρωτεύουσας της Ευρώπης του 1997. Τα λεφτά που δαπανήθηκαν τότε ήταν πάρα πολλά, ενώ ο πολιτισμός στην ουσία ήταν πραγματικά απών. Μέχρι τότε, οι περισσότεροι καλλιτέχνες, και όχι μόνον οι Θεσσαλονικείς, ίσως να έκαναν τέχνη για την ψυχή τους. Υπηρετώντας την εσωτερική ανάγκη. Ή φιλοκαλούσαν μετ’ ευτελείας. Έστω και για τα προς ζην. Αλλά από τότε και στο εξής, τέχνη αποτέλεσε το χρήμα και οι γνωριμίες και το λαϊφστάιλ με τις προοπτικές και τα χάπενιγκ. Αλλά αυτός ο παραγοντισμός, ο κομφορμισμός και η σπατάλη πιστεύω πως δημιούργησαν απέχθεια γι’ αυτού του είδους το στυλ του πολιτισμού που έκτοτε επικράτησε. Τέχνη όμως δεν είναι αυτό. Δεν είναι τα λεφτά, οι όμορφοι χώροι, τα τέλεια μηχανήματα.

Γι’ αυτό και είχε μεγαλύτερη επιτυχία η νεανική Μπιενάλε του 1986 και ας γινόταν σε αίθουσες σχεδόν γιαπιά, όπως για παράδειγμα το Βασιλικό Θέατρο, πριν να το κατεδαφίσουν αργότερα και να το μετατρέψουν σε πολυτελές μαυσωλείο, επί Πολιτιστικής.

Το 1997, με τη Θεσσαλονίκη Πολιτιστική Πρωτεύουσα της Ευρώπης, σημάδεψε τον κόσμο της πόλης μας. Εννοώ ότι πλήγωσε τον πολιτισμό της. Γιατί η Θεσσαλονίκη δεν μπορεί να είναι άλλο παρά πολιτισμός. Και όταν δεν έχουμε πολιτισμό, έχουμε τα σημερινά χαΐρια. Όταν η πόλη δεν διαθέτει ένα ευρύτερο πολιτισμικό κέντρο, τότε δεν υπάρχει και μέτρο!

Γι’ αυτό και κάθε διέξοδος, που θα επιχειρήσουμε να αναζητήσουμε και να δώσουμε στην πόλη μας, θα πρέπει να κινηθεί μόνον διά μέσου του πολιτισμού.

Κωστής Μοσκώφ: Δίκην μελωδού!

Ας περάσουμε όμως σε ένα άλλο πρόσωπο της Θεσσαλονίκης, στον Κωστή Μοσκώφ. Σ’ ένα παιδί της μεγαλοαστικής τάξης της Θεσσαλονίκης, με σπουδές στο Αμερικάνικο Κολέγιο και στη Γαλλία, το οποίο, κατά τη διάρκεια της πορείας του και προκειμένου να επιτύχει τη «συνάντησή του με το καθόλου», για να θυμηθώ τον τίτλο ενός δοκιμίου του, αποστάτησε σε πλείστα όσα από τη μεγαλοαστική τάξη του.

Ο Μοσκώφ αποστάτησε κατ’ αρχάς από την ιδεολογία της τάξης του και έγινε αριστερός, ενταγμένος μάλιστα ενεργώς στο ΚΚΕ, ενώ στη συνέχεια, και στην πορεία του προς το καθόλου, συναντήθηκε κι αυτός με τη Θεσσαλονίκη και με τη χριστιανική Ορθοδοξία. Μια ορθοδοξία πέραν της κομουνιστικής…

Κάποτε, στο Άγιον Όρος, τον ρώτησα πώς στράφηκε στην ορθόδοξη παράδοση και μου απάντησε ότι αισθάνθηκε πως έπρεπε να μελετήσει τα βιώματα του λαού μας.

Άλλωστε, κάθε σοβαρός μελετητής της ιστορίας της Θεσσαλονίκης θα έρθει σε γνωριμία με έναν από τους κορυφαίους της Ορθοδοξίας, τον Άγιο Γρηγόριο Παλαμά, τον συμπολιούχο της πόλης, αλλά και με τον λόγιο και θεολόγο Νικόλαο Καβάσιλα, με τον ομηριστή Άγιο Ευστάθιο Θεσσαλονίκης και με πολλούς άλλους Βυζαντινούς λογίους, ιερωμένους ή λαϊκούς και, θα ήταν παράλειψη εάν δεν το ανέφερα, με το Κίνημα των Ζηλωτών.

Ο μελετητής της ιστορίας της Θεσσαλονίκης θα συναντήσει επίσης, κατά την περίοδο της τουρκοκρατίας, και το κίνημα των Κολλυβάδων, ή της Φιλοκαλικής Αναγέννησης, αφού στην πόλη μας έζησαν και δίδαξαν σημαντικοί εκπρόσωποι του κινήματος αυτού, όπως ο εξ Εβραίων καταγόμενος Νεόφυτος ο Καυσοκαλυβίτης και ο Αθανάσιος ο Πάριος. Όλα αυτά τα γνωρίζει ο ιστορικός Κωστής Μοσκώφ και, συνθέτοντας τα έργα του για τη Θεσσαλονίκη, τα αναφέρει. Έτσι, στο έργο του, ο ιδιαίτερα ευαίσθητος, ευγενικός και προσηνής Θεσσαλονικιός ιστορικός, δεν αποδομεί την ιστορία. Την αποδίδει, ή καλύτερα τη συνθέτει, και μάλιστα δίκην μελωδού.

Ο Νίκος Σβορώνος για τον Μοσκώφ

Μετά το πέρας μιας εισήγησης του Μοσκώφ, στα Ανώγεια της Κρήτης, ο πρύτανης των Ελλήνων ιστορικών, Νίκος Σβορώνος, σε ένα πηγαδάκι, αναφερόμενος στην ομιλία του Κωστή Μοσκώφ, μας είπε πως: «ο λόγος του είχε μουσική». Όταν το μετέφερα στον Κωστή, στενοχωρήθηκε, αν δεν θύμωσε κιόλας.

«Τότε γιατί δεν το λέει δημόσια;» με ρώτησε. Ήταν η εποχή που ο ίδιος –όπως και ο Κώστας Ζουράρις– δεχόταν πολλές επικρίσεις για τον διάλογο της Αριστεράς με την Ορθοδοξία, τον οποίο οι δυο τους ανακινούσαν. Προφανώς, επιθυμούσε μια ανάλογη παρέμβαση ως μια φιλοφρόνηση ή ως πράξη ενθάρρυνσης, γιατί, όπως καταλαβαίνετε, θα έκλειναν τότε πολλά στόματα.

Βεβαίως, ο Μοσκώφ δεν έγραφε μόνον για «θεοτικά πράγματα», όπως φρικωδώς τα αποκάλεσε μια φορά μία πανεπιστημιακός. Υπήρξε ένας δημιουργικός μελετητής της ιστορίας της Θεσσαλονίκης και του εργατικού κινήματος και ένας άνθρωπος «ενάντια στον θετικισμό και στον οικονομισμό», για να θυμηθούμε άλλο ένα δοκίμιό του, που μπορούσε να εντρυφεί σε όλους τους χώρους, χωρίς να νιώθει καμία ενοχή. Από την ιστορία, τη φιλοσοφία, τη θεολογία, την ποίηση, και από την ευρύτερη λογοτεχνία, έως τον μαρξισμό–λενινισμό, τους λαϊκούς αγώνες και τις εξεγέρσεις, και να μας μεταφέρει την άποψή του με τον ιδιαίτερα πεποικιλμένο λόγο του.

«Να δω τους ποιητές πρόλαβα εγώ»!

Ολοκληρώνοντας, θα πρέπει να αναφέρω, έστω ενδεικτικά, μερικούς από τους ποιητές και τους λογοτέχνες της πόλης, πέρα από τους προανεφερθέντες, τον κ. Ντίνο Χριστιανόπουλο και τον Νίκο Γαβριήλ Πεντζίκη. Θα περιοριστώ όμως κυρίως στους κεκοιμημένους, για να αποφύγω τις παρεξηγήσεις: Οπότε, από αυτούς, μνημονεύω ως κορυφαίους τη Ζωή Καρέλλη, τον Μανώλη Αναγνωστάκη, τον Κλείτο Κύρου, τον Αλέξη Τραϊανό, καθώς και τον πεζογράφο Γιώργο Ιωάννου. Από τους ζώντες αναφέρω τον τραγουδοποιό Διονύση Σαββόπουλο, που τραγουδά με καμάρι στο «Γεννήθηκα στη Σαλονίκη» και λέει «να δω τους ποιητές πρόλαβα εγώ»!

Ο ίδιος δημιούργησε ολόκληρη σχολή τραγουδοποιών.

Η Ελένη Γλύκατζη – Αρβελέρ για τη Θεσσαλονίκη

Θα κλείσω διαβάζοντας ένα απόσπασμα από πρόσφατη συνομιλία μου με την κ. Ελένη Γλύκατζη-Αρβελέρ, το οποίο δημοσιεύτηκε στη Μακεδονία της Κυριακής. Η οποία κ. Αρβελέρ, πέραν από τη φοβερή ρήση της ότι «το Βυζάντιο ήταν μονοπολιτιστικό, αλλά όχι μονοεθνικό», όταν της υπέβαλα την ερώτηση:

Η Θεσσαλονίκη με την ιστορία της, τα βυζαντινά κτήρια (κάστρα, εκκλησίες) και την πνευματική ενδοχώρα της, τον Άθωνα, δεν θα έπρεπε να επενδύσει στις σπουδές αυτές; Ή ακόμη να την αξιοποιήσει για την τουριστική προβολή της; μου είπε και τα εξής για την πόλη μας:

Ελένη Γλύκατζη-Αρβελέρ: «Η Θεσσαλονίκη καλή, μετά απ’ την καλλίστη. Δηλαδή, μετά απ’ την Κωνσταντινούπολη.

Η πραγματικά συν-πρωτεύουσα του Βυζαντίου το δείχνει και τώρα ακόμη, με το εξοχότατο και αξιολογότατο βυζαντινό μουσείο που έχει και το οποίο, όπως ξέρετε, έτυχε του βραβείου των Μουσείων από την Ευρωπαϊκή Ένωση».

Δεν θα μπορούσε λοιπόν η Θεσσαλονίκη να αναδειχθεί ως βυζαντινή πόλη και να προκαλέσει ανάλογο τουριστικό ενδιαφέρον;

Ελένη Γλύκατζη-Αρβελέρ: «Μα, για όνομα του Θεού, είναι το μόνο που πρέπει να κάνει. Όπως για παράδειγμα αυτό που έκανε η Αθήνα με την ενοποίηση των αρχαιολογικών χώρων της. Η Θεσσαλονίκη θα πρέπει να αναδείξει τη βυζαντινή υπόστασή της. Στο Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού, που πραγματικά είναι απ’ τα καλύτερα, η πρώην διευθύντρια, η Αναστασία Τούρτα, έχει κάνει τεράστια δουλειά.

Αυτά θα πω και στις 5 Ιουνίου (Σ.Σ. εννοεί πριν από 4 μήνες, σε εκδήλωση της εφημερίδας Μακεδονία) που θα μιλήσω στη Θεσσαλονίκη. Είναι ένα από τα πράγματα που πρέπει να κάνει τώρα, ως η πρώτη πραγματικά ευρωπαϊκή πόλη. Γιατί η Θεσσαλονίκη διαθέτει και αρχαία και ρωμαϊκή, αλλά και πρωτοχριστιανική ιστορία, ως πόλη που επισκέφθηκε ο Παύλος».

Αυτό δεν πρέπει να είναι και το μέλημά μας; Να αναδείξουμε δηλαδή τη συνέχεια από τον αρχαίο κόσμο στον βυζαντινό.

Ελένη Γλύκατζη – Αρβελέρ: «Περνώντας όμως από έναν κόσμο που κανείς δεν ξέρει ή που δεν θέλει να μάθει, ή που η Ελλάδα τον έχει βάλει σε παρένθεση. Περνώντας δηλαδή από τη Ρώμη. Αν δεν αναδειχθεί η μεγαλοσύνη της Ρώμης, δεν μπορεί να αναδειχθεί η μεγαλοσύνη της Θεσσαλονίκης. Η Θεσσαλονίκη είχε ρωμαϊκό ανάκτορο, είχε ιππόδρομο και πολλά άλλα. Μολονότι η Αθήνα είχε πάψει τότε να υπάρχει και παρά την δόξα του Αλεξάνδρου, όπως γράφει τον 2ο μ.Χ. αιώνα ο Αίλιος Αριστείδης, κανένας δεν θέλησε να είναι απόγονος της Πέλλας ή γόνος της Πέλλας. Όλοι θέλουν να είναι γόνοι της Αθήνας!»

Απόδειξη…

Μετά από τη συνηγορία και της κ. Ελένης Γλύκατζη–Αρβελέρ, που δεν την επικαλέστηκα τυχαία, προτείνω, αν ήταν δυνατόν από αύριο κιόλας, να μπουν, σε κάθε είσοδο της πόλης, πινακίδες που θα γράφουν:

Καλώς ήλθατε στη Θεσσαλονίκη, στην πόλη των βυζαντινών ναών και των ποιητών.

Μόνο που θα πρέπει να φτιάξουμε κι έναν όμορφο χώρο που θα στεγάσει το έργο των ποιητών μας –γιατί όχι και των εικαστικών και των μουσικών μας.

Μπορεί λοιπόν έτσι να γίνει η Θεσσαλονίκη μόδα; Έστω ντεμοντέ, αλλά κλασική και διαχρονική, όπως υπαινίσσεται η Κοκό Σανέλ στον ορισμό της μόδας; Τι λέτε εσείς;

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*