Άρδην τ.82, Θεσσαλονίκη: αδιέξοδα και οφθαλμαπάτες

Θεσσαλονίκη: με το βλέμμα στραμμένο στα Βαλκάνια

του  Δημήτρη Γαρούφα

Άρδην, τ.82

Η Θεσσαλονίκη, στη μακρόχρονη ιστορία της, ήταν πάντα το μητροπολιτικό κέντρο μιας ευρύτερης περιοχής που έφτανε σχεδόν μέχρι τον Δούναβη. Στα χρόνια της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, ήταν η δεύτερη πόλη, η «συμβασιλεύουσα», ενώ τον ίδιο ρόλο είχε και στα χρόνια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, με ιδιαίτερη προβολή του ρόλου της αυτού στο δεύτερο ήμισυ του 19ου αιώνα, όταν, πέραν του λιμανιού, υπήρχε και σιδηροδρομική σύνδεση με τις μεγαλύτερες ευρωπαϊκές πόλεις.

Μεγάλο μέρος της σημερινής Βουλγαρίας, των Σκοπίων και της Αλβανίας αποτελούσαν την οικονομική και πολιτιστική ενδοχώρα της Θεσσαλονίκης, που ήταν και οικονομικό, αλλά και πολιτιστικό κέντρο, ένας ευρωπαϊκός κόμβος στα Βαλκάνια.

Με την απελευθέρωσή της, το 1912, περιορίστηκε κάπως ο ρόλος της, γιατί με το κλείσιμο των συνόρων περιορίστηκε η ενδοχώρα της, αλλά ενισχύθηκε πληθυσμιακά με την εγκατάσταση προσφύγων από τη Θράκη, τη Μικρά Ασία και τον Πόντο κι έτσι διατήρησε πληθυσμιακά τουλάχιστον τον ρόλο της δεύτερης πόλης του ελληνικού κράτους. Στη διάρκεια του μεσοπολέμου είχε κρατήσει, λόγω της ύπαρξης του εβραϊκού πληθυσμού, την εικόνα πολυπολιτισμικού μητροπολιτικού κέντρου με ακτινοβολία στην ευρύτερη βαλκανική και υπενθυμίζω ότι εδώ έγινε, τον Νοέμβριο του 1933, η τέταρτη και τελευταία βαλκανική συνδιάσκεψη του μεσοπολέμου, που στόχευε στην υπογραφή βαλκανικού συμφώνου και, κατά τους οραματιστές της, θα μπορούσε να οδηγήσει στη δημιουργία βαλκανικής ομοσπονδίας κρατών που θα μπορούσαν στο μέλλον να ενταχθούν σε μια ενωμένη Ευρώπη.

Με τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και την εγκαθίδρυση κομμουνιστικών καθεστώτων στη Βουλγαρία, Γιουγκοσλαβία και Αλβανία, περιορίστηκε η ενδοχώρα της Θεσσαλονίκης και περιορίστηκε και ο ρόλος της, γιατί έκλεισαν τα σύνορα προς βορρά και η πόλη έχασε την ενδοχώρα της. Την περίοδο μετά τον εμφύλιο και για 40 χρόνια δημιουργήθηκαν κάποια έργα υποδομής, γιγαντώθηκε το ΑΠΘ και αναπτύχθηκε το Πανεπιστήμιο Μακεδονίας, απέκτησε η πόλη κτηριακή υποδομή στον χώρο του πολιτισμού και θεσμούς όπως το ΚΘΒΕ, το Φεστιβάλ Κινηματογράφου κ.λπ. με διεθνή εμβέλεια, αλλά η πόλη παρέμενε η δεύτερη πόλη της Ελλάδας, χωρίς διεθνή αναγνωρισιμότητα και ρόλο.

Όλα αυτά άλλαξαν μετά το 1989, οπότε έγιναν κοσμογονικές αλλαγές στα Βαλκάνια. Κατέρρευσαν τα κομμουνιστικά καθεστώτα και άρχισε μια περίοδος που για τη χώρα μας δημιουργούσε ευκαιρίες ενδυνάμωσης του ρόλου της στην περιοχή και αντανακλαστικά στην Ε.Ε., γιατί ήταν τότε η μοναδική στην περιοχή με σταθερούς δημοκρατικούς θεσμούς, με σχετικά καλό βιοτικό επίπεδο, ταυτόχρονα μέλος της Ε.Ε. και του ΝΑΤΟ.

Αυτές οι αλλαγές επέβαλλαν για τη χώρα μας χάραξη νέας βαλκανικής πολιτικής, που θα στόχευε στην εμπέδωση κλίματος φιλίας και ανάπτυξης της περιοχής, ενώ επέβαλλαν και αναβάθμιση του ρόλου της Θεσσαλονίκης, που θα μπορούσε να ξαναβρεί τον ρόλο που η ιστορία και η γεωγραφική της θέση επιβάλλει.

Οι ελληνικές κυβερνήσεις μετά το 1990, σε πανηγυρικούς τόνους, μίλησαν για την αναγκαιότητα λειτουργίας της Θεσ/νίκης ως βαλκανικού μητροπολιτικού κέντρου, αλλά δυστυχώς οι εξαγγελίες δεν συνοδεύονταν από έργα που θα της έδιναν τη δυνατότητα να παίξει αυτό τον ρόλο. Δεν προβλήθηκε στα όργανα της Ε.Ε. το γεγονός ότι ήταν μεγάλο αστικό κέντρο σε χώρα της Ε.Ε., σε απόσταση αναπνοής από αρκετές βαλκανικές χώρες, κι ως εκ τούτου έπρεπε να χρησιμοποιηθεί ως έδρα όλων των φορέων της Ε.Ε. που θα απευθύνονταν στα Βαλκάνια. Δεν αξιοποιήθηκαν τα θετικά των αλλαγών που επήλθαν μετά το 1989, ενώ αντίθετα η πόλη και η ευρύτερη περιοχή έχασαν δεκάδες χιλιάδες θέσεις εργασίας, γιατί εκατοντάδες βιοτεχνικές επιχειρήσεις μετακόμισαν στις γειτονικές χώρες λόγω χαμηλών ημερομισθίων.

Φορείς της πόλης, που με οδύνη έβλεπαν την ολιγωρία του ελληνικού κράτους και τις ιστορικές ευκαιρίες να χάνονται, πήραν την πρωτοβουλία δημιουργίας διαβαλκανικών φορέων με μόνιμη έδρα τη Θεσ/νίκη, με την πίστη ότι το όραμα είναι εφικτό. Έτσι δημιουργήθηκε η «Ένωση Βαλκανικών Δικηγορικών Συλλόγων», η «Ένωση Οικονομικών Πανεπιστημίων Ν.Α. Ευρώπης», το «Βαλκανικό Δίκτυο Πόλεων», η «Ένωση Δημοσιογραφικών Ενώσεων Βαλκανικών Χωρών», το «Φεστιβάλ Θεάτρου Χωρών Ν.Α. Ευρώπης» κ.λπ.

Όλοι αυτοί οι διαβαλκανικοί φορείς ανέπτυξαν δραστηριότητα στον τομέα τους που συνέβαλε τουλάχιστον στη γνωριμία των λαών της περιοχής, στην άμβλυνση των αντιθέσεων και την προβολή της ευρωπαϊκής προοπτικής. Συμμετέχουν εκπρόσωποι από όλες τις χώρες, χωρίς διακρίσεις εθνότητας και θρησκεύματος, και αυτή η συνύπαρξη συμβάλλει στην άμβλυνση των αντιθέσεων και την ύπαρξη κοινών δραστηριοτήτων καθώς και τη δημιουργία κοινού οράματος για τους λαούς της περιοχής.

Όλα αυτά, παρά το ότι ήταν αποσπασματικά, δείχνουν τι θα μπορούσε να επιτευχθεί αν υπήρχε κεντρικός σχεδιασμός.

Επισημαίνουμε ότι στη Θεσσαλονίκη υπήρχε και υπάρχει υποδομή για να λειτουργήσει ως κέντρο της ευρύτερης περιοχής. Υπενθυμίζω ότι στη Θεσσαλονίκη εδρεύει η Εθνική Σχολή Δικαστών, το Α.Π.Θ. και το Παν/μιο Μακεδονίας, το Κέντρο Διεθνούς και Ευρωπαϊκού Οικονομικού Δικαίου, το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος, το Φεστιβάλ Κινηματογράφου, το Ινστιτούτο Δημοσίου Διεθνούς Δικαίου, το Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων, το Διεθνές Πανεπιστήμιο, η Παρευξείνια Τράπεζα κ.λπ., δηλαδή φορείς που μπορεί να τους αγνοούν ακόμη και οι αξιωματούχοι της πόλης, αλλά είναι φορείς με αθόρυβη προσφορά, με κύρος και υπερεθνική εμβέλεια. Η ύπαρξη αυτών των φορέων συνιστά σημαντική υποδομή σε ανθρώπους και μέσα για ανάπτυξη βαλκανικής πολιτικής και για να λειτουργεί η πόλη ως ένα από τα μητροπολιτικά κέντρα της ευρύτερης περιοχής των Βαλκανίων, υπό τον όρο βέβαια ότι θα υπήρχε η πολιτική βούληση και συγκεκριμένη στρατηγική.

Δυστυχώς, πέρα από τις μεγαλόστομες διακηρύξεις όλων των κυβερνήσεων, δεν υπήρξε χάραξη συγκεκριμένης πολιτικής κι έτσι κάποια πράγματα δεν έγιναν καθόλου, ενώ κάποια άλλα έγιναν με καθυστέρηση 15 ετών, με αποτέλεσμα να καθιστούν ανέφικτη την επίτευξη του υποτιθέμενου στόχου. Έτσι π.χ. το Διεθνές Πανεπιστήμιο έγινε με καθυστέρηση 15 ετών, οι διαβαλκανικοί φορείς εγκαταλείφθηκαν στην τύχη τους, το Κέντρο Διεθνούς Δημοσίου Δικαίου αργοπεθαίνει και η Εθνική Σχολή Δικαστών δεν ανταποκρίθηκε στα αιτήματα των γειτονικών χωρών για λειτουργία της και ως κέντρου επιμόρφωσης των δικαστών από γειτονικές χώρες και επίσης δεν χρησιμοποιήθηκε το Κέντρο Διεθνούς και Ευρωπαϊκού Δικαίου, το οποίο θα έπρεπε να ήταν ο μόνιμος φορέας στήριξης των γειτονικών χωρών σε θέματα προσαρμογής των εσωτερικών δικαίων με το δίκαιο της Ε.Ε.

Επειδή όμως σημασία έχει το τι μπορεί να γίνει τώρα, τι μπορούμε να κάνουμε για το μέλλον, ενδεικτικά μόνο θα κάνω κάποιες προτάσεις εφικτές, που θα μπορούσαν να αναβαθμίσουν τη Θεσσαλονίκη και την Ελλάδα στην ευρύτερη περιοχή. Επισημαίνω ότι, ως πρόεδρος του Δικηγορικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης και εν συνεχεία ως πρόεδρος του Κρατικού Θεάτρου Βορείου Ελλάδος, προσπάθησα να υλοποιηθούν κάποιες από αυτές με καλά αποτελέσματα, γεγονός που αποδεικνύει ότι, αν υπήρχε η βούληση της κεντρικής εξουσίας, μπορούσαν να γίνουν πολλά. ενδεικτικά αναφέρω ότι, στην «Ένωση Θεάτρων Ν.Α. Ευρώπης», συμμετέχουν όλα τα κρατικά ή εθνικά θέατρα των Βαλκανίων και με εποπτεία του ΚΘΒΕ διοργανώνεται ανά διετία φεστιβάλ με παραστάσεις αρχαίου δράματος κι έτσι τα εθνικά θέατρα όλων αυτών των χωρών ανεβάζουν κάθε χρόνο αρχαία τραγωδία.

Τι πρέπει να γίνει:

1) Να καταγραφεί κατ’ αρχάς η δραστηριότητα και τα δίκτυα που έχουν δημιουργήσει οι διαβαλκανικοί φορείς που προανέφερα, να ξαναζωντανέψουν και να ενεργοποιηθούν ουσιαστικά, να στηριχθούν με προγράμματα από την Ε.Ε., αλλά και εθνικούς πόρους, διότι συντελούν στη γνωριμία λαών και πολιτισμών της περιοχής, δίνοντας τον τόνο της ευρωπαϊκής προοπτικής της περιοχής, αλλά και του πρωταγωνιστικού ρόλου της Θεσσαλονίκης. Να υπάρξει ο φορέας της ελληνικής πολιτείας που θα παρακολουθεί και θα στηρίζει όλα αυτά τα προγράμματα, γιατί μπορούν να συμβάλουν στην αναγέννηση του ελληνικού πνεύματος στην ευρύτερη περιοχή.

2) Να αποκτήσει η πόλη υποδομές για να μπορεί να παίξει τέτοιο ρόλο. Δεν φτάνει το ότι ολοκληρώθηκε ουσιαστικά η Εγνατία Οδός (το σημαντικότερο έργο για τη Β. Ελλάδα), γιατί πρέπει άμεσα να oλοκληρωθούν οι κάθετοι οδικοί άξονες που θα συνδέουν τη Θεσσαλονίκη (και τη Β. Ελλάδα) με τις πρωτεύουσες των γειτονικών χωρών (Σόφια, Σκόπια, Τίρανα κ.λπ.) και θα κάνουν εφικτή την πρόσβαση στην αγορά της Θεσσαλονίκης, αλλά και άλλων πόλεων της Βόρειας Ελλάδας, με ταξίδι δύο ωρών για τους κατοίκους των γειτονικών χωρών να αποκτήσει υπερσύγχρονο αεροδρόμιο, σύγχρονες σιδηροδρομικές συνδέσεις με τις πρωτεύουσες των βαλκανικών χωρών.

3) Να αναπτυχθεί πλήρως το συντομότερο δυνατόν το Διεθνές Πανεπιστήμιο, προσελκύοντας στη Θεσσαλονίκη φοιτητές από τις βαλκανικές χώρες, το οποίο όμως δεν πρέπει να λειτουργεί ξεκομμένο από τη ζωή της πόλης.

4) Να στηριχθούν οι φορείς που με τη λειτουργία τους προσδίδουν διεθνή ακτινοβολία στην πόλη και οι οποίοι πρέπει να εδρεύουν πραγματικά στη Θεσσαλονίκη. Το αναφέρω αυτό γιατί υπάρχουν φορείς που τυπικά εδρεύουν στη Θεσσαλονίκη, αλλά στην πράξη η διοίκηση και το μεγαλύτερο μέρος του προσωπικού βρίσκονται στην Αθήνα (π.χ. Φεστιβάλ Κινηματογράφου).

5) Η πόλη έχει ανάγκη θεσμών και εκδηλώσεων υπερεθνικής εμβέλειας, κυρίως στον χώρο του πολιτισμού, που θα της προσδώσουν έναν πνευματικό ευρύτερο ρόλο και γι’ αυτό πρέπει να αξιοποιηθεί η υποδομή που δημιουργήθηκε από το 1997, που η Θεσσαλονίκη ήταν πολιτιστική πρωτεύουσα της Ευρώπης, αλλά και των πιο σημαντικών φορέων της (ΚΘΒΕ, Φεστιβάλ Κινηματογράφου κ.λπ.) για πιο εξωστρεφή παρουσία στην ευρύτερη περιοχή. Παράλληλα πρέπει να λειτουργήσει η «Εγνατία του Πολιτισμού», ο οδικός αυτός άξονας να είναι και άξονας πολιτισμού, με την έννοια ότι θα υπάρχει, με συντονιστή φορέα από Θεσσαλονίκη και στήριξη του υπουργείου Πολιτισμού, ετήσιο πολυθεματικό πρόγραμμα εκδηλώσεων σε όλες τις πόλεις ή αρχαιολογικούς χώρους που βρίσκονται κοντά στην Εγνατία Οδό (το Δ.Σ του ΚΘΒΕ, υπό την προεδρία μου, πήρε απόφαση για ανάληψη σχετικής πρωτοβουλίας, αλλά λόγω εξαγγελίας του σχεδίου «Καλλικράτης» η υλοποίηση μετετέθη στο μέλλον, όταν θα οριστικοποιηθούν οι νέοι φορείς της Τ.Α. που θα συμμετέχουν στο εγχείρημα), το οποίο πρόγραμμα θα στοχεύει και σε αύξηση τουριστικού ρεύματος στη Β. Ελλάδα. Ελπίζω ότι η νέα διοίκηση του ΚΘΒΕ δεν θα εγκαταλείψει την προσπάθεια.

6) Να λειτουργήσει ουσιαστικά το Συμβούλιο Απόδημου Ελληνισμού που εδρεύει στην πόλη, δίνοντας στη Θεσσαλονίκη την εικόνα πόλης–πρωτεύουσαs του έθνους. Δηλαδή η Αθήνα να προβάλλεται ως πρωτεύουσα του ελληνικού κράτους και η Θεσσαλονίκη ως πρωτεύουσα του ελληνικού έθνους, με εγκατάσταση και ουσιαστική λειτουργία σε αυτή των φορέων που απευθύνονται στον απόδημο ελληνισμό, ενώ και η ΕΤ3 πρέπει να λειτουργεί ως κανάλι του έθνους, με την έννοια ότι θα απευθύνεται περισσότερο στον απόδημο ελληνισμό, τα Βαλκάνια και την ελληνική περιφέρεια. Η μεγαλύτερη θωράκιση για την περιοχή θα είναι να βγαίνει προς τα έξω έμπρακτα η εικόνα ότι η Αθήνα είναι η πρωτεύουσα του ελληνικού κράτους, αλλά η Θεσσαλονίκη είναι η πρωτεύουσα του ελληνικού έθνους.

7) Προαπαιτούμενο της υλοποίησης όλων όσα προαναφέρθηκαν είναι αφ’ ενός μεν να υπάρχει η πολιτική βούληση από την κεντρική εξουσία και αφ’ ετέρου να αλλάξει η νοοτροπία των ανθρώπων της Θεσσαλονίκης και της Β. Ελλάδας. Αντί να μεμψιμοιρούν για την ολιγωρία της Αθήνας, θα πρέπει οι φορείς της πόλης να πάρουν πρωτοβουλίες εξωστρέφειας και να κάνουν πράξη το όνειρο. Χρειάζεται να εκπροσωπούν την πόλη άνθρωποι με φαντασία, αποφασισμένοι για ρήξεις με την κεντρική εξουσία, που θα υπηρετούν το όνειρο και για την υλοποίησή του θα υπηρετούν μακροπρόθεσμη στρατηγική. Στο πλαίσιο αυτής της στρατηγικής, πρέπει να εντάσσονται οι προσπάθειες όλων, πρέπει η πόλη να είναι ανοιχτή σε ιδέες και ανθρώπους, να πρωτοπορεί εκφράζοντας και τώρα το πνεύμα που εξέφραζε στη μακρόχρονη ιστορία της, το πνεύμα του οικουμενικού ελληνισμού, βιώνοντας τους ανοιχτούς ορίζοντες του ελληνισμού.

Τελειώνοντας, θα ήθελα να επισημάνω ότι η χώρα μας, την τελευταία δεκαπενταετία, έχασε πολλές ευκαιρίες λόγω έλλειψης οράματος και στρατηγικής κι έτσι φοβούμαι πως χάθηκε οριστικά η δυνατότητα να μεταβληθεί η Θεσσαλονίκη σε οικονομική μητρόπολη της ευρύτερης περιοχής, δυνατότητα που υπήρχε μέχρι την ένταξη της Βουλγαρίας και Ρουμανίας στην Ε.Ε., γιατί αυτό τον ρόλο τον διεκδικούν πλέον η Σόφια και το Βουκουρέστι. Ακόμα και σήμερα όμως υπάρχουν δυνατότητες και ευκαιρίες να καταστεί η Θεσσαλονίκη ένα από τα μεγάλα εμπορικά και πνευματικά κέντρα των Βαλκανίων και της παρευξείνιας περιοχής, γεγονός που θα ενισχύσει τον σταθεροποιητικό ρόλο της Ελλάδας στην περιοχή, αλλά και θα δημιουργήσει μια νέα προοπτική για τη Θεσσαλονίκη και τη Β. Ελλάδα γενικότερα.

* Ο Δημήτρης Α. Γαρούφας είναι δικηγόρος-συγγραφέας και διετέλεσε Πρόεδρος του Δικηγορικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης, την περίοδο 2005-2008, και του ΚΘΒΕ, την περίοδο 2007-2010.

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*