Άρδην τ.82, Θεσσαλονίκη: αδιέξοδα και οφθαλμαπάτες

Η Θεσσαλονίκη ως το επίκεντρο ενός νέου οράματος

του Γιώργου Καραμπελιά
Άρδην τ. 82

Τα ζητήματα που αφορούν την πόλη της Θεσσαλονίκης, σε μία σφαιρικότερη προοπτική, συνδέονται με τη γεωπολιτική πραγματικότητα της περιοχής και τα συνολικά προβλήματα που αντιμετωπίζει η Ελλάδα σήμερα.
Προκαταβολικά, θα πρέπει να τονίσουμε πως η ανάδειξη της Θεσσαλονίκης σε έναν οικονομικό και πολιτιστικό πόλο, στην ευρύτερη βαλκανική περιοχή, αφορά αποφασιστικά το σύνολο της Ελλάδας. Δεν είναι κάτι που αφορά μόνο τη Θεσσαλονίκη και τους Βορειοελλαδίτες. Κατά τον ίδιο τρόπο που θεωρούμε υπόθεσή μας το τι γίνεται στην Κερύνεια και στην Κύπρο –διότι εκεί βρίσκεται το ένα κέρας όπου διακυβεύεται το μέλλον του Ελληνισμού– από το άλλο άκρο, αυτό το μέλλον διακυβεύεται στη Θεσσαλονίκη, και τη Βόρεια Ελλάδα συνολικώς. Αν δεν γίνει πράξη η μεταβολή της Θεσσαλονίκης σε έναν βαλκανικό πόλο, έστω αυτή τη στιγμή, με τις μειωμένες πράγματι ευκαιρίες που έχουν μείνει –πολλές χάθηκαν τα προηγούμενα χρόνια–, τότε η μόνη λύση που απομένει στην Ελλάδα, τα επόμενα χρόνια, είναι να υποταχθεί και πάλι, στρατηγικά, πολιτιστικά και οικονομικά, στον νέο περιφερειακό πόλο ο οποίος αναδύεται – στον νεο-οθωμανικό πόλο.
Σήμερα, σε μια συζήτηση στο δημοτικό ραδιόφωνο της Θεσσαλονίκης, συζητούσαμε με τον κύριο Κοντογουλίδη για τις συνομιλίες του Ερντογάν στην Ελλάδα, και για τον κίνδυνο εκχώρησης κυριαρχικών δικαιωμάτων στο Αιγαίο. Δυστυχώς, αυτό που διακυβεύεται στην Ελλάδα δεν είναι απλώς η εκχώρηση του Αιγαίου, δεν είναι απλώς ένα νέο σχέδιο Ανάν για την Κύπρο ή το πρόβλημα της Θράκης. Το πρόβλημα είναι καθολικό και αφορά την πραγματική ανεξαρτησία της Ελλάδας. Αφορά, δηλαδή, το εάν και κατά πόσο η Ελλάδα θα κατορθώσει να μείνει ανεξάρτητη επί της ουσίας –όση ανεξαρτησία της έχει απομείνει από το ΔΝΤ και από τη Δύση– ή θα παραδώσει και την υπόλοιπη στην Ανατολή, η οποία ενισχύεται. Αυτό το δίλημμα μεταξύ Ανατολής-Δύσης εμφανίζεται στην ελληνική Ιστορία από την αρχαιότητα. Πέρσες από τη μία, Ρωμαίοι από την άλλη, Σταυροφόροι και Φράγκοι ή Σελτζούκοι και Οθωμανοί Τούρκοι. Αυτό το δίλημμα τίθεται διαρκώς, γιατί εδώ μας έχει τοποθετήσει η γεωγραφία. Και είτε κατορθώνουμε να το αντιμετωπίσουμε και να απαντήσουμε θετικά σε αυτό, είτε οδηγούμαστε σε υποταγή και υποδούλωση. Αυτή τη φορά δε, με τα μειωμένα πληθυσμιακά μας μεγέθη, τα πράγματα είναι ακόμη χειρότερα απ’ ό,τι στο παρελθόν. Διότι, στο παρελθόν, μπορεί να μην είχαμε κρατική υπόσταση, είχαμε όμως τέτοια μεγέθη, πληθυσμιακά, οικονομικά και πολιτισμικά, που μας επέτρεπαν να ανθέξουμε. Σήμερα, έχουμε συρρικνωθεί σε όλα τα επίπεδα, γι’ αυτό και η σημερινή περίοδος είναι η κρισιμότερη που περνάει ο Ελληνισμός. Είναι μια περίοδος παρακμής – μια παρακμή ίσως όχι τελεσίδικη, αλλά μία από τις χειρότερες που έχουμε βιώσει στην ιστορία μας.
Απέναντι λοιπόν σε αυτή, τίθεται αγωνιωδώς το ερώτημα: ποιος είναι ο χώρος, ποιο είναι εκείνο το μέρος  της Ελλάδας που μπορεί να προσφέρει τη δυνατότητα, ή διαθέτει ακόμα και ένα μίνιμουμ στρατηγικό βάθος –για να χρησιμοποιήσω μια έκφραση του κ. Νταβούτογλου– ώστε να διαδραματίσει έναν διαφορετικό ρόλο; Θα σας παραπέμψω σε μία περίοδο της ελληνικής Ιστορίας, στην ακμή της αρχαίας Ελλάδας, όταν Σπάρτη και Αθήνα, και αμέσως μετά και η Θήβα, συγκρούονταν  επί δύο αιώνες για το ποιος θα ενοποιήσει υπό την ηγεμονία του την Ελλάδα. Δεν το πέτυχε κανείς και τελικώς το κατόρθωσε η Μακεδονία, διότι ακριβώς βρισκόταν εκτός του πεδίου του άμεσου ανταγωνισμού αυτών των δυνάμεων, διέθετε στρατηγικό βάθος και έναν διαφορετικό τύπο οργάνωσης. Η Ελλάδα, από τον 5ο αιώνα π.Χ., αναζητούσε τον τρόπο της ενοποίησής της – αυτό σήμαιναν οι συγκρούσεις, ο πελοποννησιακός πόλεμος κ.λπ. Τελικά, μπόρεσε να γίνει πράξη μόνο από τη Μακεδονία. Αντίστροφα, όταν άρχισε η ελληνική Επανάσταση, το 1821, η Πελοπόννησος και τα νησιά της, Ύδρα, Σπέτσες, θα διαδραματίσουν αποφασιστικό ρόλο. Διότι ήταν πιο μακριά από το κέντρο της τουρκικής αυτοκρατορίας, είχαν υποφέρει λιγότερα χρόνια κατάκτησης και είχαν μικρότερη τουρκική παρουσία – τα νησιά μάλιστα καμία. Σήμερα, τηρουμένων των αναλογιών, η Μακεδονία, η Θράκη, ο βόρειος ελληνικός χώρος, μπορεί και πάλι να παίξει έναν αποφασιστικό ρόλο, εάν το συνειδητοποιήσουν οι Έλληνες και πριν απ’ όλα οι ίδιοι οι Μακεδόνες και Θεσσαλονικείς.
Περιγράφεται πάρα κάτω, από τον Δημήτρη Μάρτο, ο ρόλος τον οποίον μπορούν να διαδραματίσουν οι τοπικές κοινωνίες και ποιες είναι οι δυνατότητές τους σε ένα νέο οικονομικό μοντέλο. Όπως αναφέρει, η Αθήνα κινδυνεύει σήμερα να γίνει, όχι μια πρωτεύουσα της Παγκοσμιοποίησης, με την έννοια, δηλαδή, της «Κοσμόπολης», αλλά μία πρωτεύουσα φτωχών, όπως συμβαίνει σήμερα σε όλο το κέντρο της Αθήνας. Η Αθήνα υποβαθμίζεται με μεγάλη ταχύτητα και, δυστυχώς, όσο το μοντέλο διαιωνίζεται προς την ίδια κατεύθυνση, δεν υπάρχει δυνατότητα ανάταξης. Η κρίση που περνάμε σήμερα πρέπει να μας απασχολήσει και σε αυτή τη διάστασή της. Η Ελλάδα έχει μία διέξοδο και μόνο, τη μεταφορά του κέντρου βάρους της στα βόρεια. Η Θεσσαλονίκη έχει να διαδραματίσει έναν αποφασιστικό ρόλο και θα πρέπει να συναντηθεί με τους γείτονές μας. Αυτό μπορεί να γίνει με μεγαλύτερη δυσκολία απ’ ό,τι πριν από είκοσι χρόνια, αλλά πρέπει να γίνει. Ο Ράνσιμαν γράφει πως όταν, το 1354, πέρασαν για πρώτη φορά οι Τούρκοι στην Ευρώπη, οι Βαλκάνιοι είχαν τη δυνατότητα να τους αντιμετωπίσουν, όμως αλληλοσπαράσσονταν μεταξύ τους. Εάν σήμερα ακολουθηθεί το ίδιο μοντέλο και δεν κατορθώσουν τα Βαλκάνια να ενοποιηθούν, τότε θα κομματιαστούν σε πολλά μικρά κράτη, όπως έχει ήδη συμβεί, και αυτός ο κατακερματισμός ίσως να μην έχει λάβει τέλος ακόμα. Τα Βαλκάνια έχουν γίνει Πριγκιπάτα, εύκολα διαχειρίσιμα. Πρέπει να υπάρξει μία προσπάθεια ενοποίησης των Βαλκανίων, ώστε να παίξουν έναν ρόλο γεωστρατηγικό και να αποτελέσουν έναν νέο πόλο. Γι’ αυτό, εξάλλου, βασικός στόχος της Γερμανίας και της Νέας Τάξης Πραγμάτων ήταν η διάλυση της Γιουγκοσλαβίας. Γιατί η Γιουγκοσλαβία αποτελούσε ιστορικά τον πόλο της αυτονομίας των Βαλκανίων. Ο Τίτο έπαιζε μεγάλο ρόλο στους Αδεσμεύτους και δεν είχε ταυτιστεί με κανένα από τα δύο στρατόπεδα. Άρα έπρεπε να διαλυθεί η Γιουγκοσλαβία, και όντως διελύθη. Σήμερα, η τελευταία βαλκανική χώρα που θα μπορούσε να παίξει αυτόν τον ρόλο είναι η Ελλάδα, αν δεν θέλουμε να είναι οι Νεο-οθωμανοί, γιατί και αυτοί μπορούν να τον παίξουν. Θα πείτε, αυτή η άθλια εξαθλιωμένη Ελλάδα, χωρίς όραμα, η οποία βαδίζει κάτω από τα καυδιανά δίκρανα της Μέρκελ και του ΔΝΤ;  Ναι, και δεν υπάρχει άλλος πόλος μέσα στην Ελλάδα, για να παίξει έναν τέτοιο αποφασιστικό αυτό ρόλο παρά μόνον η Θεσσαλονίκη. Γι’ αυτό επιμένουμε τόσο πολύ στη Θεσσαλονίκη, γι’ αυτό εμείς στο Άρδην, πριν ακόμα φτιάξουμε στέκι στην Αθήνα, φροντίσαμε να δημιουργηθεί ένας χώρος εκδηλώσεων στη Θεσσαλονίκη, γι’ αυτό την εφημερίδα Ρήξη την εκδίδουμε στη Θεσσαλονίκη, ούτως ώστε να κάνουμε πράξη αυτή την αντίληψη. Διότι κάποιοι έχουμε κατανοήσει ότι δεν υπάρχει δυνατότητα διεξόδου για την Ελλάδα παρά μόνον από εδώ.
Ο Γιώργος Τοζίδης αναφέρει πως, ακόμα και σήμερα, μεσούσης της κρίσης, η Θεσσαλονίκη εξακολουθεί να παρουσιάζει μια διαφορετική παραγωγική διάρθρωση από την Αθήνα και να διαδραματίζει έναν διαφορετικό οικονομικό ρόλο. Η Αθήνα είναι ένα μεγάλο καταναλωτικό κέντρο, το μεγάλο κέντρο του δανεισμού και του παρασιτισμού, το οποίο καταπόντισε όλη την ελληνική οικονομία. Η Θεσσαλονίκη και η Βόρεια Ελλάδα, τηρουμένων των αναλογιών, είναι ακόμα και σήμερα πολύ πιο παραγωγική από την υπόλοιπη Ελλάδα. Η σχέση εξαγωγών/εισαγωγών βρίσκεται, στη Θεσσαλονίκη, στο 50%, ενώ στην Αθήνα στο 20-25%.
Και μια τέτοια μετατόπιση του κέντρου βάρους πρέπει να καταστεί αίτημα των ίδιων των Θεσσαλονικιών. Και σήμερα, δυστυχώς, αυτό το αίτημα δεν εκπέμπεται μαζικά και δημιουργικά από τη Θεσσαλονίκη – και δεν μπορεί να αφεθεί να το εκφράζει ο Ψωμιάδης ή μόνον οι…  παοκτζήδες, ούτε απλά να επαίρονται αυτάρεσκα οι Θεσσαλονικείς ότι «εμείς εδώ έχουμε την πολιτιστική ή την πολιτική ιδιαιτερότητα» (1)… Δεν αρκεί, λοιπόν, μια στάση του τύπου «εμάς μας ρίξανε οι Αθηναίοι κι όλα εδώ είναι πιο ωραία… κατά βάθος». Όχι, εμένα με ενδιαφέρει και στο επίπεδο της άμεσης παρουσίας, δηλαδή όχι απλώς να είμαστε «καλοί αλλά ριγμένοι» αλλά να διεκδικούμε και να αλλάζουμε μια πραγματικότητα, σε συμμαχία με εκείνες τις δυνάμεις που, από όλη την Ελλάδα, έχουν αρχίσει να κατανοούν αυτή την αναγκαιότητα. Διότι, σε όλη την Ελλάδα, κατανοούν αυτό που συζητάμε εδώ και γι’ αυτό βλέπετε την έντονη αντίδραση των ανθρώπων στο μακεδονικό ζήτημα. Γεγονός που κατά βάθος συνδέεται με αυτή την αίσθηση, έστω ανεπίγνωστη, την αίσθηση του διαφορετικού ρόλου που θα μπορούσε να παίξει η Θεσσαλονίκη.
Σε αυτή την κατεύθυνση, είχαμε κάνει πριν πολλά χρόνια –εγώ, προσωπικά, εδώ και είκοσι χρόνια– την πρόταση να φύγει η πρωτεύουσα από την Αθήνα. Αν δεν φύγει, η Ελλάδα θα συνεχίσει να λειτουργεί με βάση το πολιτικό, πληθυσμιακό και οικονομικό  κέντρο και δεν θα αλλάξουν ποτέ τα πράγματα. Πολλοί λένε «ναι, αλλά  να μην έρθει εδώ, στη Θεσσαλονίκη». Όμως, όποιος επιθυμεί να διεκδικήσει την ηγεμονία πρέπει να πάρει όλες τις ευθύνες και τα ρίσκα μιας ηγεμονίας. Ας γίνει στη Θεσσαλία, που είναι το γεωγραφικό κέντρο της Ελλάδας. Όταν γινόταν η συζήτηση για τους Ολυμπιακούς Αγώνες, είχαμε υποστηρίξει ότι τα 10-12 δισεκατομμύρια ευρώ, που σπαταλήθηκαν για να γίνει ακόμη μεγαλύτερη συγκέντρωση εργολάβων και μεταναστών στην Αθήνα –αυτό ήταν οι Ολυμπιακοί αγώνες–, αρκούσαν για την εξ υπαρχής δημιουργία μιας νέας πρωτεύουσας με διοικητικό χαρακτήρα, που θα άλλαζε την πραγματικότητα της χώρας και θα απελευθέρωνε την Ελλάδα από αυτήν την παρασιτική ελίτ η οποία καταστρέφει και την Αθήνα (2). Αν θέλουμε να έχουμε όραμα για αυτήν τη χώρα, πρέπει να βάλουμε τον πήχη ψηλά, διότι, διαφορετικά, εκεί που έχουμε φτάσει, δεν θα μπορέσουμε να κάνουμε τίποτα. Πρέπει να θέσουμε ένα όραμα χωροταξικής αναδιάρθρωσης, κοινωνικής και οικολογικής αλλαγής. Η οικολογία σήμερα μας βοηθάει σε αυτό: η οικολογική κρίση απαιτεί αποκέντρωση και όχι συγκέντρωση.
Κατά τη γνώμη μου, τα επόμενα εκατό χρόνια οι μεγαπόλεις θα θρυμματιστούν, διότι δεν είναι οικολογικά διαχειρίσιμες. Το αίτημα «το μικρό είναι όμορφο» αρχίζει να γίνεται και πάλι επίκαιρο, και για οικολογικούς λόγους. Η πολυκαλλιέργεια και οι βιολογικές καλλιέργειες είναι προτιμότερες από τη μονοκαλλιέργεια: αυτό το μοντέλο οδήγησε στις μονοκαλλιέργειες, στον θεσσαλικό κάμπο, και στην αποξήρανση της Κάρλας. Και τώρα την ξαναγεμίζουνε νερό! Αυτή η νέα πραγματικότητα, που αναδύεται τον 21ο αιώνα, μας διδάσκει ότι το τοπικό είναι δυνατό να είναι πρωτοπορία και όχι απλώς συμπλήρωμα της «Μεγάπολης» (3). Απέναντι σε αυτό, κοινωνίες που βρέθηκαν στο περιθώριο και λαοί οι οποίοι υπέστησαν ήττες, όπως εμείς, έχουν μια δυνατότητα και πάλι να ξαναμιλήσουν, φέρνοντας την παράδοσή τους στο επίκεντρο της μοντερνικότητας. Η μοντερνικότητα, στις μέρες μας, μπορεί και πρέπει να είναι μια επανανακάλυψη της παράδοσης, ιδωμένης μέσα από τις μουσικές του σήμερα.
Σε ένα τέτοιο πλαίσιο, θεωρώ ότι η Θεσσαλονίκη πρέπει να έχει ένα υψηλό όραμα να γίνει, όπως ήταν κάποτε, το οικονομικό και πολιτιστικό κέντρο των Βαλκανίων. Δεν ξεκινήσαμε το 1500, όπως λέει ο κύριος Μαζάουερ, από μια Θεσσαλονίκη που είχε μόλις 5.000 πληθυσμό, μετά την τουρκική κατάκτηση, και ήρθαν να την κατοικήσουν οι διωγμένοι από την Ισπανία Εβραίοι. Όχι, όταν λέγαμε Συμβασιλεύουσα στα 1100-1200, η Θεσσαλονίκη είχε τότε 200.000 πληθυσμό, τη στιγμή που το Παρίσι είχε 30.000 και η Βενετία 80.000. Η Θεσσαλονίκη, στην υστεροβυζαντινή περίοδο, ήταν, από ένα σημείο και μετά, οιονεί πρωτεύουσα, διότι η Κωνσταντινούπολη είχε περικυκλωθεί και οι Αυτοκράτορες, ακόμα κι όταν συγκρούονταν, περνούσαν μεγάλο μέρος του χρόνου τους εδώ – και ο Καβάφης λέει τόσα πολλά για τον «κυρ Γιάννη», τον Καντακουζηνό· τότε πραγματοποίησαν και την επανάσταση τους οι Ζηλωτές, την «Κομούνα» της Θεσσαλονίκης. Υπάρχει μια μεγάλη ιστορική παράδοση του ελληνισμού σε αυτήν την πόλη. Που μας δένει με έναν ευρύτερο χώρο, τον οποίο πρέπει να ανασυστήσουμε. Αυτός είναι ο όρος της επιβίωσής μας αν δεν θέλουμε να γίνουμε ραγιάδες και πάλι, αν δεν θέλουμε να είμαστε ένα ανύπαρκτο πολιτικό και κοινωνικό μέγεθος.
Ο Βασίλης Μαρκεζίνης, ένας άνθρωπος που έρχεται από εντελώς διαφορετικούς ορίζοντες, στο νέο του βιβλίο, με τον τίτλο Μια νέα εξωτερική πολιτική για την Ελλάδα, συνομολογεί μαζί μας ότι η Ελλάδα μπορεί να παίξει έναν ενεργό ρόλο στα Βαλκάνια, σε μια σύνθεση της ανατολικής Ευρώπης και της Ρωσίας με τη Δυτική. Εκεί βλέπει έναν ενεργό ρόλο για την Ελλάδα. Μπορούμε να παίξουμε έναν ρόλο σε αυτή τη σχέση, η οποία είναι η μόνη που μπορεί να στηρίξει την ανεξαρτησία μας, αν τη δείτε σε βάθος χρόνου. Διότι μόνο τότε θα πρόκειται πράγματι για την Ευρώπη· αυτό που σήμερα λέμε «Ευρώπη» είναι  η Δυτική Ευρώπη, που μας έχει υποτάξει ως αποικία της. Η Ευρώπη απλώνεται από τον Ατλαντικό ως τα Ουράλια, τουλάχιστον, κι εμείς, ευρισκόμενοι στο μέσο, θα μπορούσαμε να παίξουμε έναν ενοποιητικό και ενεργό ρόλο στη διεθνή και ευρωπαϊκή πολιτική, αν είχαμε ένα όραμα και μια στρατηγική, όπως έχει η Τουρκία από την πλευρά της. Διότι έχει όραμα, στρατηγική και ηγεσίες οι οποίες ξέρουν που θέλουν να πάνε.
Ας διδαχτούμε λοιπόν από τους αντιπάλους μας και ας μεταβάλουμε τη Θεσσαλονίκη στον στρατηγικό μοχλό που μας λείπει για μια νέα βαλκανική πολιτική, για μια Ελλάδα ανεξάρτητη, τουλάχιστον στην προοπτική αυτού του αιώνα.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
1. Η ποίηση αυτή τη στιγμή παράγεται εν μέρει στη Θεσσαλονίκη – ακόμα περισσότερο παράγεται στην Κύπρο. Αξίζει να γνωρίσουμε τους Κύπριους ποιητές για να διαπιστώσουμε πως, στην Κύπρο, παράγεται σήμερα η σημαντικότερη ποίηση του ελληνικού χώρου.
2. Ακούγονται σήμερα διάφορες αστειότητες από κόμματα της Αριστεράς, που ισχυρίζονται πως ήταν «πάντα» κατά της ανάληψης των Ολυμπιακών αγώνων. Στην πραγματικότητα, όταν άρχισε η συζήτηση για τους Ολυμπιακούς, όλα αυτά τα κόμματα ήταν υπέρ της τέλεσής τους. Δεν είμαστε λωτοφάγοι, γνωρίζουμε τι υπεστήριζε ο καθένας. Ελάχιστοι άνθρωποι σε όλη την Ελλάδα είμαστε ενάντια από την αρχή, σταδιακώς αυξήθηκαν, κι αυτό είναι θετικό, αλλά δυστυχώς αυξήθηκαν εκ των υστέρων.
3. Αντίθετα, το μοντέλο της σημερινής Δύσης οδηγεί σε κοινωνίες που έχουν ως πρότυπό τους τη Lady Gaga, «Gaga» στα γαλλικά σημαίνει ξεμωραμένος. Τη Lady Gaga, που είναι το πρώτο όνομα της σόου μπιζ, και χορεύει «ντυμένη» με σάρκες!  Αυτός είναι ο πολιτισμός των μεγαπόλεων, αυτού του μοντέλου το οποίο φθάνει κυριολεκτικώς στα τέλη του και οδηγεί απευθείας στη βαρβαρότητα.

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*