Άρδην τ. 71, Το Εβραϊκό ζήτημα και ο σιωνισμός

Η εξάντληση της προφητείας ή το νέο «εβραϊκό ζήτημα»

του  Γιώργου Καραμπελιά
Άρδην τ. 71
Η ένδοξη Ρώμη σε περίμενε
τόσους αιώνες
Σε προφητείες έλεγε τον ερχομό σου
Κ’ εσύ αφομοιώθηκες;
Μιχάλης Κατσαρός, Κατά Σαδδουκαίων
Παράλληλη με την κρίση του μαρξισμού –ιδιαίτερα βα­ρύ­νου­σα για το μέλ­λον της Δύ­σε­ως– υπήρξε η ε­ξά­ντλη­ση του ιου­δα­ϊ­κού μεσ­σια­νι­σμού και η  ταύ­τι­σή του με τον σιω­νι­σμό που, μό­λις πριν με­ρι­κές δε­κα­ε­τί­ες, α­πο­τε­λού­σε μοναχά έ­να ρεύ­μα, ανάμεσα σε άλλα, της ε­βρα­ϊ­κής σκέ­ψης. Δεδομένου δε ότι ο ιουδαϊκός μεσσιανισμός για έναν αιώνα συμβάδισε, εν πολλοίς, με τον επαναστατικό μαρξισμό και τις ελευθεριακές ουτοπικές απόψεις, ιδιαίτερα στη ρωσική, γερμανική και κεντροευρωπαϊκή εκδοχή του, η κρίση του ενός εμφανίστηκε σχεδόν ταυτόσημη ή τουλάχιστον σύγχρονη με την κρίση των άλλων. [Ο Μπλοχ, ο Μπένγιαμιν, ο Λούκατς, η Σχολή της Φρανκφούρτης, αλλά και ο Τρότσκι, ο Λαντάουερ και η Λούξεμπουργκ, αποτελούν μερικές από τις εξέχουσες πολιτικο-φιλοσο­φικές μορφές της διαπίδυσης μαρξισμού και ιουδαϊκού μεσσιανισμού, αυτής της attractio electiva (εκλεκτικής συγγενείας) ανάμεσά τους, για την οποία θα μιλήσει ο Μικαέλ Λεβύ1.] Η πλειοψηφία της τελευταίας γενιάς των Εβραίων επαναστατών και κριτικών διανοουμένων, από τον Ντανιέλ Κον-Μπεντίτ έως τον Αντρέ Γκλυκσμάν, τον Μπερνάρ Ανρί Λεβύ, τον Ελί Βιζέλ, τον Μπένυ Μόρις και πληθώρα άλλων, όχι μόνον θα ταχθούν στο πλευρό του σιωνισμού αλλά –σχεδόν υποχρεωτικά πλέον– και στο πλευρό της «Νέας Τάξης», ενώ φυσιογνωμίες όπως ο Νόαμ Τσόμσκι, ο Ζακ Ντεριντά, ο Ετιέν Μπαλιμπάρ, ο Αλαίν Κριβίν, φαντάζουν απλώς ως οι «τελευταίοι των Μοϊκανών» αυτής της παλιάς μεγάλης παράδοσης.
Οι συνέπειες αυτής της εξάντλησης υπερβαίνουν κατά πολύ τους ίδιους τους Εβραίους στοχαστές και δημιουργούς, όχι μόνον εξ αιτίας του ιδιαίτερου βάρους των τελευταίων στη σύγχρονη δυτική σκέψη, αλλά του ακόμα μεγαλύτερου «βάρους» του ιουδαϊκού μεσσιανισμού στην ίδια τη συγκρότησή της, άσχετα από την εθνικότητα των καθ’ έκαστα δημιουργών. Η ιουδαϊκή σκέψη αποτελεί, μαζί με την ελληνική και τη ρωμαϊκή, ένα από τα θεμέλια του δυτικού πολιτισμού. Αν η ελληνική σκέψη υπήρξε ο φορέας του λόγου και της ισορροπίας ανθρώπου και κόσμου, και η ρωμαϊκή ο εκφραστής της εργαλειακής μεθοδικότητας, της μετάφρασης του ήθους σε ισχύ και θεσμούς, η εβραϊκή εξέφρασε το πάθος της «καταβρόχθισης» του κόσμου και του μεσσιανικού τέλους της ιστορίας, της εγκαθίδρυσης της βασιλείας του Θεού και του ανθρώπου επί γης (και επί της φύσεως). Κατά συνέπεια η σημασία της είναι ιδρυτική του δυτικού πολιτισμού και η εξάντλησή της σύμπτωμα μιας ευρύτερης πολιτισμικής κρίσης. Δεν μπαίνει απλώς σε κρίση ο εβραϊκός μεσσιανισμός, αλλά ο μεσσιανισμός στο σύνολο του και η κρίση του πρώτου αποτελεί απλώς το οξύτερο σύμπτωμα της κρίσης του δευτέρου.
***
Ο εβραϊκός λαός, στη μακραίωνη εξορία του, αποτέλεσε ένα ιδιότυπο «έθνος», που διατηρούσε την ενότητά του μέσα από την πίστη σε μια θρησκεία και μία παράδοση, έ­στω και αν τα μέ­λη του ή­ταν δια­σκορ­πι­σμέ­να στα τέσσερα σημεία του ο­ρίζοντα. Η προσδοκία ενός Μεσσία που ακόμα δεν έχει έλθει –δεδομένου ότι ο Εβραί­ος, ως κα­τα­γω­γή, Χρι­στός συν­δέ­θη­κε με την ελ­λη­νο­ρω­μα­ϊ­κή οι­κου­με­νι­κό­τη­τα και α­πορ­ρί­φθη­κε α­πό το ε­βρα­ϊ­κό έ­θνος– κα­θώς και οι διώ­ξεις ε­να­ντί­ον τους, με­τέ­βα­λαν τους Εβραίους σε έ­να λα­ό που α­να­ζη­τού­σε α­ε­νά­ως τη λύ­τρω­ση στη σφαί­ρα του μέλ­λο­ντος.
Για τον ιουδαϊσμό όμως αυτό το μέλλον δεν βρίσκεται στην άλλη ζωή, όπως στον χριστιανισμό, αλλά θα πραγματωθεί εδώ, στην παρούσα ζωή, εξ ου και η ισχυρότερη επαναστατική μεσσιανική φόρτιση του ιουδαϊσμού, καθώς και  –αντιφατικά και συμμετρικά– το «ολοκληρωτικό» δυναμικό του. Διότι ο χριστιανισμός, στις κυριότερες εκδοχές του, αφήνοντας εν τέλει τη λύση του μυστηρίου του ανθρώπου στην «Παρουσία», επιτρέπει μια «ανοικτή» εξέλιξη στα εγκόσμια, που δεν καθορίζονται από την τάξη του Θεού, με όλες τις συνέπειες που έχει αυτό, αρνητικές και θετικές. Αρνητικές, διότι μπορεί να συμβιβαστεί με την εγκόσμια τάξη –«τα του Καίσαρος τω Καίσαρι»– και θετικές διότι δεν προκαταλαμβάνει την ελεύθερη βούληση του ανθρώπου. Αντίθετα, η ιουδαϊκή θρησκεία, κηρύσσοντας την υποταγή στο Νόμο του Θεού ακόμα και σε ό,τι αφορά στα επίγεια πράγματα, τροφοδοτεί ταυτόχρονα τόσο την επαναστατικότητα όσο και τον κομφορμιστικό ολοκληρωτισμό, την υποταγή στη Θεοκρατία, και τον παρτικουλαρισμό, διότι μόνον ο «λαός των δικαίων» θα είναι η σάρκωση του θεϊκού Νόμου. Γι’ αυτό και οι προτεσταντικές αιρέσεις, που θέλουν να επαναφέρουν τον χριστιανισμό στην αρχική ιουδαϊκή καθαρότητα της Παλαιάς Διαθήκης, θα γεννήσουν και τις σημαντικότερες εξισωτικές, πουριτανικές ή φονταμενταλιστικές απόπειρες και βρίσκονται πολύ πιο κοντά στον ιουδαϊσμό από όλα τα χριστιανικά δόγματα. Οι Αναβαπτιστές, οι Άγγλοι και οι Αμερικανοί πουριτανοί – οι ευαγγελικοί σήμερα– διαπνέονταν και εξακολουθούν να διαπνέονται από αυτό το πνεύμα, είτε επρόκειτο για την Επανάσταση των χωρικών στη Γερμανία, τον Κρόμγουελ και τους «Levelers» της αγγλικής επανάστασης και τους ευαγγελιστές στους Ινδιάνους Τσιάπας, είτε, στον αντίποδα, για τον Καλβίνο και τους τηλε-ευαγγελιστές φονταμενταλιστές των ΗΠΑ.
[Ακόμα και στην εκκοσμικευμένη επαναστατική εκ­δο­χή, το στοιχείο του παρτικουλαρισμού θα μεταφερθεί στο προλε­τα­ριά­το. Καμία άλλη τάξη, ακόμα περισσότερο άλλες κοινωνικές συσσωματώσεις, όπως τα έθνη, δεν μπορεί να είναι φορέας της απελευθέρωσης˙ ο Τρότσκι και όλοι οι μεγάλοι Εβραίοι επαναστάτες –και προφανώς όχι μόνο αυτοί, διότι πρόκειται για μια άποψη κυρίαρχη στη δυτική μαρξιστική παράδοση– θα παραμένουν αταλάντευτα «διεθνιστές» και θα απορρίπτουν κάθε ιδέα ταξικών συμμαχιών της εργατικής τάξης ή ακόμα περισσότερο μιας εθνικής επαναστατικής διαδικασίας. Ο παρτικουλαρισμός ενδύεται έτσι, μέσα από μία διαλεκτική αντιστροφή –ή μήπως σόφισμα–, τον μανδύα της καθολικότητας! Όλα είναι στη θέση τους, το προλεταριάτο καθίσταται ο νέος περιούσιος λαός, ο angelus novus, που θα απελευθερώσει την ανθρωπότητα, αφού συναντήσει τη «φιλοσοφία» –σύμφωνα με τη φράση του νεαρού Μαρξ για τη σχέση φιλοσοφίας-εγκεφάλου και προλεταριάτου-καρδιάς– η οποία υποκαθιστά εδώ τη θεία φώτιση.]
Αυτό το μέλλον, η λύ­τρω­ση, μέ­χρι τον 18ο αιώνα, θα παραμένει α­πο­κλειστικά εβραϊκό, μέσα α­πό κοι­νό­τητες που διατηρούσαν, με μια άκαμπτη ε­σω­τε­ρι­κή ιε­ραρ­χί­α και πει­θαρ­χί­α, τη συ­νο­χή τους, η οποία τους ε­πέ­τρε­πε να ε­πι­βιώ­νουν πα­ρά τις διώ­ξεις, τις με­τα­κι­νή­σεις, τα πο­γκρόμ. Οι ε­βρα­ϊ­κές κοι­νό­τη­τες ή­ταν αυ­το­διοι­κού­με­νες, αυστηρά ιεραρχημένες και συ­χνά διέ­θε­ταν δι­καιώ­μα­τα ζω­ής ή θα­νά­του έ­να­ντι των με­λών τους˙ λειτουργούσαν ως έθνη μέσα στα έθνη. Ωστόσο, μετά τον 18ο αιώνα, με τη συγκρότηση των εθνικών κρατών και την επέκταση των ατομικών δικαιωμάτων, οι αποκλειστικά εβραϊκές κοινότητες θα διαχυθούν, λιγότερο ή περισσότερο, μέ­σα στα νέ­α κρά­τη. Οι Εβραίοι μπορούν να εισέλθουν πλέον στους περισσότερους τομείς της κοινωνικής ζωής όταν, με αφετηρία τη Γαλλική Επανάσταση, αποκτούν, σταδιακώς, πολιτικά δικαιώματα που τους εξισώνουν με τους υπόλοιπους πολίτες των χωρών τους, τουλάχιστον στη Δυτική και Κεντρική Ευρώπη.
Θα πραγματοποιηθεί έτσι μια από τις καταπληκτικότερες πνευματικές εποποιίες του 19ου και του 20ού αιώνα. Οι Εβραίοι, απελευθερωμένοι από το βάρος της κλειστής κοινότητας, θα «εξαγάγουν» την ουτοπία τους από τα στενά εβραϊκά πλαίσια της Τορά και του Ταλμούδ σε ένα παγκόσμιο ή, για την ακρίβεια, πανευρω­πα­ϊ­κό και βορειοαμερικανικό πε­δί­ο. Η ε­βρα­ϊ­κή «ου­το­πί­α» δεν μπο­ρού­σε πλέ­ον να εί­ναι στε­νά ε­βρα­ϊ­κή ού­τε «ε­θνι­κή» –στα καθ’ έ­κα­στα έ­θνη ό­που ζού­σαν οι Ε­βραί­οι αυ­τής της γε­νι­κευ­μέ­νης δια­σπο­ράς– αλ­λά μάλ­λον οι­κου­με­νι­κή, κοι­νω­νι­κή και πνευ­μα­τι­κή. Έ­τσι θα α­πο­τε­λέ­σουν έ­ναν α­πό τους ση­μα­ντι­κό­τε­ρους πα­ρά­γο­ντες δια­μόρ­φω­σης της ευρω­πα­ϊ­κής υπερεθνικής ταυτότητας, των πνευματικών αναζητήσεων, της καθολικότητας. Ο ρόλος τους στην ανάπτυξη του εμπορίου, της επιστήμης, των πνευ­μα­τι­κών α­νταλ­λα­γών, της φι­λο­σο­φί­ας, θα είναι χωρίς προηγούμε­νο… Ρότσιλντ, Σπινόζα, Χάινε, Μαρ­ξ, Φρόυντ, Κάφκα, Αϊνστάιν, Σαγκάλ…
Έως το 1945, στη Δυτική Ευρώπη, στις μουσουλμανικές χώρες και στις ΗΠΑ, η εβραϊκή κοινότητα συγκροτείται λοιπόν από δύο μεγάλες κοινωνικές κατηγορίες. Η πρώτη, προσκολλημένη στις εκάστοτε άρχουσες τάξεις – αρχικώς στους ευγενείς και την Αυλή–, αντιπροσώπευε την εβραϊκή ελίτ η οποία δραστηριοποιούνταν στον τομέα των τραπεζών, της ανταλλαγής συναλλάγματος και της ενοικίασης των φόρων. Παράλληλα, υπήρχε και μία δεύτερη κατηγορία, μεγαλύτερη ή μικρότερη, λαϊκών και μικροαστικών στρωμάτων, που συγκρότησε σε μεγάλο ποσοστό και τις εργατικές τάξεις του 19ου και του πρώιμου 20ού αιώνα, ιδιαίτερα στην Ανατολική Ευρώπη, τα Βαλκάνια και τη Βόρεια Αφρική2.
Στη ρωσική αυτοκρατορία (που περιλάμβανε και την Πολωνία) και όπου ζούσε ο μισός εβραϊκός πληθυσμός (περίπου 5 εκατομμύρια μέχρι το 1917), οι εβραϊκές ελίτ ήταν εξαιρετικά ασθενείς και κυριαρχούσε συντριπτικά το λαϊκό εβραϊκό στοιχείο, ενώ οι ευγενείς και η τσαρική Αυλή δείχνονταν ιδιαίτερα εχθρικοί απέναντί τους και εδώ θα οργανωθούν και τα μεγάλα πογκρόμ. Κατά συνέπεια, το εγκόσμιο δυναμικό του εβραϊκού μεσσιανισμού δεν μπορούσε να διοχετευτεί προς το εμπόριο ή τις τράπεζες αλλά στρεφόταν κατ’ εξοχήν σε ακτιβιστική επαναστατική κατεύθυνση. Στην Αγγλία λ.χ., όπου από τον 19ο αιώνα οι Εβραίοι είχαν ήδη ενσωματωθεί στην άρχουσα τάξη, οι γνωστότεροι Εβραίοι θα γίνουν ο (βαφτισμένος Χριστιανός) Δισραέλι και ο βαρώνος Ρότσιλντ ενώ στη Ρωσία και την Πολωνία θα είναι ο Τρότσκι, και η Ρόζα Λούξεμπουργκ3.
Τέλος, στην Αυστροουγγαρία και τη Γερμανία, οι Εβραίοι ή εβραϊκής καταγωγής διανοούμενοι –από τον Χες έως τον Μαρξ, από τον Λούκατς έως τον Φρομ, από τον Μαρκούζε έως τον Μπλοχ, από τον Λαντάουερ έως τον Μπένγιαμιν, από τον Μπούμπερ έως τον Ροζεντσβάικ, από τον Αντόρνο έως τον Κάφκα– βρίσκονται μεταξύ ενσωμάτωσης και αποκλεισμού και θα επιλέξουν, πλειοψηφικά, την οδό του «ρομαντικού μεσσιανισμού», μιας ιδεολογικής αντίληψης που αντλεί μεν από την εβραϊκή παράδοση του προφητισμού αλλά εκβάλλει στο πεδίο της ελευθεριακής σκέψης, του κοινοτισμού, της Ουτοπίας και των πλέον επαναστατικών εκδοχών του μαρξισμού.
Στην ίδια ή ανάλογη κατεύθυνση θα συνεχίσουν να δραστηριοποιούνται οι εβραϊκής καταγωγής διανοούμενοι, τουλάχιστον μέχρι το 1968, στην Ευρώπη –ιδιαίτερα στη Γαλλία– και στις ΗΠΑ, όπου θα διαδραματίσουν ουσιώδη ρόλο στο κίνημα της «αμφισβήτησης».

Μεσσιανισμός και αποκλειστικότητα
Στη διάρκεια των δύο αιώνων που μεσολαβούν από τη γαλλική επανάσταση μέχρι την πτώση του «τείχους» και της Σοβιετικής Ένωσης, ο εβραϊκός μεσσιανισμός θα διατρέξει έναν σχεδόν πλήρη κύκλο, από την αποδοχή της ενσωμάτωσης στα νέα ευρωπαϊκά έθνη-κράτη και την κοινωνία των «γκογίμ», έως την ταύτιση με ένα αποικιοκρατικού τύπου μεσσιανικό κράτος, το σιωνιστικό. Η μετάβαση αυτή πραγματοποιήθηκε σταδιακά αλλά έχει τις ρίζες της στο ίδιο το αμφίσημο ιδεολογικό υπόστρωμα του εβραϊκού μεσσιανισμού, και θα επιταχυνθεί από το Ολοκαύτωμα.
Όντως ο εβραϊκός μεσσιανισμός «εμπεριέχει ταυτοχρόνως την ιδέα μιας παλινόρθωσης και μια ουτοπία. Μιας παλινόρθωσης, γιατί η μεσσιανική εποχή θα αποκαταστήσει τον οίκο του Δαυίδ στον θρόνο του εβραϊκού βασιλείου και, σύμφωνα με την αντίληψη για τη μετά την εξορία εποχή, θα επαναφέρει όλους τους εξόριστους Εβραίους στη γη του Ισραήλ. Μια ουτοπία, γιατί η μεσσιανική εποχή θα σηματοδοτήσει την έλευση μιας τέλειας κοινωνίας όπου η ανθρωπότητα θα ζήσει εν ειρήνη και αρμονία και θα λατρεύει έναν και μόνο Θεό 4.
Η εβραϊκή οικουμενικότητα εμπεριείχε ένα στοιχείο παρτικουλαρισμού, ήταν μια «αποκλειστική οικουμενικότητα», η καθολικότητα συνδυαζόταν με την ιδιαιτερότητα. Η έλευση του Βασιλείου του θεού θα φέρει μεν την παγκόσμια ειρήνη και αρμονία επί της γης, αλλά θα έχει ως όργανό της το Ισραήλ, ως «περιούσιο λαό». Ο Μεσσίας θα έλθει γι’ αυτόν (απ’ αυτόν) τον λαό. Γι αυτό και το ιδεολογικό εκκρεμές μπόρεσε να κινηθεί από τον Διαφωτισμό και την εγκατάλειψη της ιδιαιτερότητας στον επαναστατικό μεσσιανισμό και τέλος στην αποκλειστικότητα και την παλινόρθωση.
Κατά τον 18ο και 19ο αιώνα, οι Εβραίοι ή οι εβραϊκής καταγωγής διανοούμενοι θα υποστηρίζουν τον Διαφωτισμό, ο οποίος, ξεκινώντας από τη Γαλλική Επανάσταση, θα καταργήσει τη θεσμική γκετοποίηση των Εβραίων. Ο εβραϊκός διαφωτισμός, με αφετηρία τον Μόζες Μέντελσον –τον ηγέτη του κινήματος της εβραϊκής μεταρρύθμισης–, καθώς και ο επαναστατικός μεσσιανισμός, με τον Χες της πρώτης περιόδου, τον Μαρξ και, στον 20ό αιώνα, όλη τη χορεία των Εβραίων επαναστατών, θα αντιπαραθέτει στο εθνοκεντρικό όνειρο μια πανανθρώπινη απελευθέρωση και μέσω αυτής την απελευθέρωση των Εβραίων.
Η ευρύτατη συμμετοχή των Εβραίων σε όλα τα μεγάλα κοινωνικά και καλλιτεχνικά απελευθερωτικά κινήματα του 19ου και του 20ού αιώνα συναρτάται όχι μόνο με την αντίθεσή τους προς τα καταπιεστικά καθεστώτα αλλά, ίσως ακόμα περισσότερο, και με την επιθυμία τους να απελευθερωθούν από την καταπίεση των ραβίνων και της παραδοσιακής κατασταλτικής εβραϊκής κοινότητας. Γι’ αυτό και πάρα πολλοί θα απορρίψουν όχι μόνο την εβραϊκή θρησκεία αλλά και την ιδιαίτερη εβραϊκή τους ταυτότητα. Το αρχέτυπο του επαναστάτη, ο Κάρολος Μαρξ, όχι απλώς θα αρνηθεί κάθε σχέση με την εβραϊκή του προέλευση (ο πατέρας του είχε ήδη βαπτιστεί χριστιανός), αλλά θα γράψει και το Εβραϊκό Ζήτημα όπου θα προσπαθήσει «να υπερβεί» την ιουδαϊκή ταυτότητα, ως ταυτότητα που αντιστρατεύεται την καθολικότητα. Η υπέρβαση της εβραϊκής ιδιαιτερότητας μπορεί να πραγματοποιηθεί μόνο με την κατάργησή της.
Ο Βιτγκενστάιν –που κανείς δεν μπορεί να υποπτευθεί για επαναστατικές ιδέες–, εβδομήντα χρόνια μετά, θα θεωρεί ως στίγμα την ιουδαϊκότητα της καταγωγής του, «η οποία ευθύνεται για το ότι διαθέτει απλώς αναπαραγωγική σκέψη»: «Θα μπορούσε κανείς να πει (είτε είναι σωστό είτε όχι) πως το ιουδαϊκό πνεύμα δεν είναι σε θέση να παραγάγει το παραμικρότερο χορταράκι ή λουλουδάκι. Η δική του τέχνη είναι να σχεδιάζει το χορτάρι και το λουλούδι που φυτρώνει στο μυαλό των άλλων» ενώ ο ίδιος ως εβραϊκής καταγωγής «δεν είναι περισσότερο από ένας ταλαντούχος άνθρωπος» και «δεν κάνει(ω) άλλο από το να αναπαράγει(ω) σκέψεις»5. Η θέλησή του να απομακρυνθεί από την εβραϊκή ιδιαιτερότητα είναι τόσο έντονη –εξάλλου η οικογένειά του, όπως και του Μαρξ, είχε εγκαταλείψει την ιουδαϊκή θρησκεία– ώστε θα φθάσει να χαρακτηρίζει τους Εβραίους ως καρκινικό «όγκο» στο σώμα οποιουδήποτε ευρωπαϊκού έθνους, το οποίο δικαιολογημένα «δεν μπορεί να παραβλέψει εκείνα ακριβώς τα πράγματα που το συνέχουν σαν έθνος [ ] και να καλωσορίσει τον όγκο»6. Η απώθηση του Βιτγκενστάιν απέναντι στην ιουδαϊκή αποκλειστικότητα είναι τόσο ισχυρή ώστε ο βιογράφος του, Ρέυ Μονκ, θα σημειώσει ότι «χρησιμοποιεί τη γλώσσα –και τα συνθήματα– του ρατσιστικού αντισημιτισμού» και θυμίζει μάλλον το Mein Kampf  του Χίτλερ!7
Όσο για τη γενιά των Εβραίων επαναστατών διανοουμένων του πρώτου ημίσεως του 20ού αιώνα, ο Λούκατς ή ο Αντόρνο, θα εκκοσμικεύσουν δραστικά το μεσσιανικό δυναμικό του εβραϊσμού, απορρίπτοντας κάθε αναφορά στη θρησκεία, ενώ ο Μπλοχ και προπαντός ο Μπένγιαμιν θα επιχειρήσουν να εντάξουν το δυναμικό του προφητισμού σε μια ελευθεριακή επαναστατική αντίληψη και, χωρίς να είναι θρησκευόμενοι, να συνδυάσουν θρησκεία και πολιτική˙ και μόνον ορισμένοι, όπως ο Μπούμπερ ή ο Ροζεντσβάικ, θα επιχειρήσουν να συνδυάσουν κοινοτιστική ουτοπία και σιωνισμό.
Όσοι, τέλος, νοσταλγούσαν την αρχέγονη εβραϊκή κοινότητα, μέσα στο πνεύμα του περιρρέοντος εθνικισμού, και ως απάντηση στον πάντα παρόντα αντισημιτισμό, θα αρχίσουν να προσανατολίζονται προς τον σιωνισμό. Η λύση μπορεί να βρεθεί με την επιστροφή στα «πατρογονικά εδάφη» και τη μεταβολή του οιονεί εβραϊκού έθνους σε ένα «κανονικό» έθνος-κράτος…
Η περίπτωση του Μόζες Χες (Moses Hess – 1812-1875) ενέχει προδρομικό και συμβολικό χαρακτήρα ως προς τη μεγάλη μεταστροφή που ακολούθησε. Ο Χες χρημάτισε για ένα διάστημα ο μέντορας του νεαρού Μαρξ στην πορεία του από τον αριστερό εγελιανισμό στον κομμουνισμό και ένας από τους πρώτους που αυτοχαρακτηρίστηκε «κομμουνιστής»˙ στη συνέχεια θα εφεύρει τον «σιωνισμό» σε αντίθεση με τον Μαρξ, ο οποίος ακολούθησε την αντίστροφη πορεία και ανακάλυψε τη δική του Σιών στο προλεταριάτο, καταγγέλλοντας τον εβραϊκό παρτικουλαρισμό.
Ο Χες καταγόταν από θρησκευόμενη εβραϊκή οικογένεια, και το 1837 θα εκδώσει το πρώτο του βιβλίο, Η ιερή ιστορία της ανθρωπότητας από έναν νεαρό μαθητή του Σπινόζα, εμπνευσμένο από τον ρομαντισμό ενός Σλαιερμάχερ και ενός Σέλλινγκ. Στο νεανικό του δοκίμιο απορρίπτει τη θρησκεία και κηρύσσει την έλευση μιας εποχής αρμονίας ανάμεσα στο πνεύμα και την ύλη, πέραν της ατομικής ιδιοκτησίας, στην οποία θα πληρωθούν τόσο οι ρήσεις των Εβραίων προφητών όσο και η εγελιανή φιλοσοφία της ιστορίας. Αίφνης, όμως, με μια απρόσμενη «στροφή», το 1862 θα εκδόσει το πρώτο σύγχρονο σιωνιστικό βιβλίο, Ρώμη και Ιερουσαλήμ, Το τελευταίο εθνικό ζήτημα, όπου υποστηρίζει πως, παράλληλα με τον σοσιαλισμό, θα πρέπει να λυθεί και το εθνικό ζήτημα των Εβραίων με την ίδρυση του σιωνιστικού κράτους στην Παλαιστίνη.
Ο Χες συνέχισε να συμμετέχει στο σοσιαλιστικό κίνημα της εποχής, υπήρξε φίλος με τον Φερδινάνδο Λασάλ και μέλος της Α΄ Διεθνούς, ενώ παράλληλα, σε έναν πρωτότυπο και έως τότε ανέκδοτο συγκρητισμό, υπερασπίζεται τον ορθόδοξο ιουδαϊσμό και τον χασιδισμό, καθώς και την πιστή τήρηση όλων των θρησκευτικών παραδόσεων, αυτός ο άθεος και άθρησκος κομμουνιστής8. Στο βιβλίο του θα τονίσει πως το εβραϊκό έθνος συνιστά μια ιδιαιτερότητα και όποιος επιθυμεί να είναι συνεπής με την εθνική του ταυτότητα δεν μπορεί παρά να απορρίψει τους ενσωματωμένους στα ευρωπαϊκά έθνη εύπορους Εβραίους της Κεντρικής και Δυτικής Ευρώπης9. Η λογική του, μολονότι στηριζόταν στην προκρούστεια αντίληψη της «τελευταίας ανάλυσης», απεδείχθη, εκ του αποτελέσματος, μετά από έναν αιώνα, εξαιρετικά πραγματιστική. Παρ’ όλο που ο σιωνισμός και ο σοσιαλισμός υπήρξαν δίδυμα αδέλφια και είχαν κοινή αφετηρία, παρ’ όλο που η επιστροφή στην Παλαιστίνη θα προωθηθεί κατ’ εξοχήν από την εβραϊκή Αριστερά, εν τέλει ο εβραϊκός εθνικός παρτικουλαρισμός θα οδηγηθεί σε ρήξη με τον σοσιαλισμό, διότι εμπεριείχε μια ανυπέρβλητη αντίφαση: η δημιουργία ενός ιδιαίτερου εβραϊκού κράτους προϋπέθετε την εκδίωξη των εγχώριων κατοίκων της Παλαιστίνης, με όλες τις ιδεολογικές και πολιτικές συνέπειες ενός τέτοιου γεγονότος.
Οι δε «ενσωματωμένοι Εβραίοι», ο Χάινε, ο Μαρξ, ο Βιτγκενστάιν, αποτελούν την a contrario απόδειξη πως δεν διέθεταν άλλη επιλογή από την απόρριψη της εθνο-θρησκευτικής ταυτότητάς τους, εάν ήθελαν να επιλέξουν την καθολικότητα έναντι του παρτικουλαρισμού. Η ιδιαιτερότητα του «εβραϊκού ζητήματος» θα κάνει προβληματική την ταυτόχρονη αποδοχή της εβραϊκής εθνικής ταυτότητας και της καθολικότητας. Κάτι τέτοιο μπορούσε να ισχύει, υποστηρίζει ο Χες –και ο Μαρξ παρεμπιπτόντως–, για τους Γάλλους ή τους Γερμανούς αλλά όχι για τους Εβραίους. Οι Γάλλοι μπορούσαν το 1793 να υποστηρίζουν ταυτόχρονα την καθολικότητα των αξιών της Γαλλικής Επανάστασης και τη Σωτηρία της Πατρίδας, διότι διέθεταν ήδη μία πατρίδα, ενώ οι Εβραίοι, όταν οι δύο αυτές αρχές οδηγούνται σε αντιπαράθεση, είναι υποχρεωμένοι να επιλέξουν.
Εντελώς συμβολική στις αντιφάσεις της και την αμφισημία της είναι η περίπτωση του Γάλλου Εβραίου ελευθεριακού Μπερνάρ Λαζάρ (1865-1903) ο οποίος θα διατρέξει όλες τις δυνατές τοποθετήσεις πάνω στο εβραϊκό ζήτημα10. Αρχικώς, στην περίοδο 1890-1894, ο Λαζάρ θα καταγγέλλει την αποκλειστικότητα του ιουδαϊσμού, ο οποίος απέρριψε τον Ιουδαίο Ιησού που μετέβαλε σε οικουμενικό το εθνοκεντρικό μήνυμα του Ισραήλ11. Στη συνέχεια, ιδιαίτερα μετά την υπόθεση Ντρέιφους, θα επανακάμψει στον εβραϊσμό και θα προσεγγίσει τον σιωνισμό του Χέρτζλ˙ συμμετείχε μάλιστα και στο Β΄ Σιωνιστικό Συνέδριο του 1898. Εν τέλει, στα τελευταία χρόνια της ζωής του, απομακρύνεται πάλι από τους σιωνιστές και υποστηρίζει πως «το να οδηγηθεί ένας λαός σκλάβων στην Παλαιστίνη δεν συνιστά λύση του προβλήματος» Ο εβραϊκός λαός θα πρέπει να οργανωθεί μέσα στα ευρωπαϊκά εβραϊκά κέντρα και καταλήγει σε ένα κείμενό του με τον τίτλο «Ενάντια στον εθνικισμό του εδάφους»: «θέλετε να μας στείλετε στη Σιών; Δεν θέλουμε να πάμε εκεί [ ]. Μέσα στον ευρύ κόσμο βρίσκεται το πνεύμα και η δράση μας.» Ο «εβραϊκός εθνικισμός» συνίσταται στο να «συμμετέχει στο ανθρώπινο έργο παραμένοντας ο εαυτός του»12. Ο Λαζάρ θα πραγματοποιήσει έναν σχεδόν πλήρη κύκλο μέσα σε ελάχιστα χρόνια. Η ιδεολογική του περιπλάνηση και η κατάληξή του σε μια ενδιάμεση τοποθέτηση, μεταξύ του Μαρξ και του Χες, καταδεικνύει την εξαιρετική πολυπλοκότητα του εβραϊκού ζητήματος για τους ίδιους τους Εβραίους.
Η αριστερή πτέρυγα του σιωνισμού, –της οποίας ο Μόζες Χες υπήρξε ο προφήτης και ο πρόδρομος– που θα εγκαινιάσει και το κίνημα των κιμπούτς, ήδη από τις αρχές του 20ού αιώνα, θα συγκροτηθεί κατά μεγάλο ποσοστό από αριστερούς επαναστάτες που εγκατέλειψαν την οπτική της παγκόσμιας απελευθέρωσης και στρατεύτηκαν σε μια πιο συγκεκριμένη εθνική και κοινωνική αποκατάσταση, σε συμβίωση –σύμφωνα με την αρχική τους άποψη– με τον ιθαγενή αραβικό πληθυσμό13.
Εβραίοι φιλόσοφοι και στοχαστές του 20ού αιώνα, όπως ο Γκέρσομ Σόλεμ, ο Φρaντζ Ροζεντσβάικ και ο Μάρτιν Μπούμπερ14, θα επιχειρήσουν να συνδυάσουν την επιστροφή στο Ισραήλ και τον σιωνισμό με την ουτοπική σοσιαλιστική αντίληψη του μεσσιανισμού, ξαναπιάνοντας το νήμα των αντιλήψεων του Μόζες Χες. Ο Μάρτιν Μπούμπερ (1887-1965) ήταν ίσως η πλέον χαρακτηριστική περίπτωση. Θα ξεκινήσει ως κοινοτιστής και μέλος μιας νεο-ρομαντικής ομάδας στο Βερολίνο, χωρίς καμία ιδιαίτερη αναφορά στον εβραϊσμό, για να περάσει στον σιωνιστικό κοινοτισμό και να γίνει ο θεωρητικός των ισραηλινών κιμπούτς, αρνούμενος αρχικά την ίδρυση ενός ισραηλινού κράτους που θα οδηγούσε σε ρήξη με τους Παλαιστινίους. Ο Σόλεμ και ο Μπούμπερ θα εγκατασταθούν στην Παλαιστίνη ήδη πριν τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και θα επιχειρήσουν να προωθήσουν έναν «σιωνισμό με πανανθρώπινη απελευθερωτική διάσταση».
Αυτή η μετάβαση από τον επαναστατικό μεσσιανισμό προς τον σιωνιστικό μεσσιανισμό θα στηριχτεί σε μεγάλο βαθμό σε υπαρκτές παραδόσεις του εβραϊκού μεσσιανισμού και ιδιαίτερα στον μεγαλύτερο Εβραίο φιλόσοφο του Μεσαίωνα, τον αριστοτελικό Μαϊμονίδη (1138-1204).
Ο Μαϊμονίδης και οι μαθητές του θεωρούσαν την έλευση του Μεσσία ως την πολιτική απελευθέρωση των Εβραίων, χωρίς κανένα αποκαλυψιακό στοιχείο.[ ] Η μεσσιανική εποχή θα σημάνει το τέλος της υποταγής του Ισραήλ και την επικράτηση μιας καθολικής ειρήνης. Ο Μεσσίας θα ενδιαφερόταν όχι μόνο για την επιστροφή των εξορίστων στην Γη της Επαγγελίας αλλά και για την αρμονία ανάμεσα στα έθνη και την καθολική αποδοχή του Θεού ως του μοναδικού ηγεμόνα του σύμπαντος15.
Η άνοδος ενός άλλου φυλετικού μεσσιανισμού, πολύ πιο επικίνδυνου, του αντισημιτικού ναζισμού, και ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος θα έχουν καταλυτικές επιπτώσεις. Το Ολοκαύτωμα ξερίζωσε τους Εβραίους από την περιβόητη Γίντισλαντ, τον εβραϊκό «χώρο» που άρχιζε από την Εσθονία και τη Μόσχα και έφθανε έως τη Θεσσαλονίκη, νότια, και έως το Βερολίνο και τη Βιέννη, δυτικά, η οποία περιλάμβανε πάνω από δέκα εκατομμύρια ανθρώπους. Πλέον o σιωνισμός και η δημιουργία μιας κρατικής εθνικής εστίας –έστω και εάν η Παλαιστίνη κατοικούνταν ήδη από έναν άλλο λαό–, παράλληλα με τη μετανάστευση στην Αμερική, θα εμφανιστεί ως η μόνη διέξοδος16.
Δύο θα γίνουν πλέον τα κέντρα του εβραϊκού κόσμου, οι ΗΠΑ και το Ισραήλ: Οι ΗΠΑ είναι μια χώρα μεταναστών που πέρασε στην πλανητική ηγεμονία, με διακηρυγμένο το μεσσιανικό όραμα της δημιουργίας ενός νέου imperium, ανάλογου με εκείνο της Ρώμης, το δε Ισραήλ, αποτελεί ίσως την πιο αποκλειστική χώρα του κόσμου, όπου αρκεί η θρησκεία για την πρόσκτηση της υπηκοότητας και το έθνος-κράτος συγκροτείται μέσω της σταδιακής εκδίωξης και παραγκωνισμού των αυτοχθόνων. Πώς λοιπόν ο εβραϊκός –και αμερικανικός– οικουμενισμός θα συμβίωνε με την ισραηλινή αποκλειστικότητα; Για αρκετά χρόνια, η αντίφαση θα είναι πραγματική. Ιδιαίτερα στη Γαλλία αλλά και στις ΗΠΑ, αρκετοί φιλελεύθεροι και αριστεροί Εβραίοι διανοούμενοι, πιστοί στην παράδοση του οικουμενισμού, θα υποστηρίζουν τους Παλαιστινίους και τους Άραβες με χαρακτηριστικό το παράδειγμα της γαλλικής «γενιάς του ‘68», στην οποία οι Εβραίοι διανοούμενοι θα παίξουν καθοριστικό ρόλο.
Μετά το 1968, όμως, την τελευταία αναλαμπή, η πλειοψηφία θα εγκαταλείψει σταδιακώς κάθε επαναστατική πρόθεση και θα στραφεί προς το κράτος του Ισραήλ και την εξυπηρέτηση της παγκοσμιοποίησης. Ο εβραϊκός μεσσιανισμός όταν τεθεί στην «υπηρεσία της Δύσης» παύει να ευαγγελίζεται την «κοινωνία των δικαίων» και μεταβάλλεται σε ένα ακόμα όχημα της κυριαρχίας του νέου περιούσιου λαού, των Αμερικανών. Οι Εβραίοι της Αμερικής θα πραγματοποιήσουν τη σύνδεση ανάμεσα στην πλανητική ηγεμονία –τον παγκοσμιοποιητικό οικουμενισμό της «Αυτοκρατορίας»– και το κράτος του Ισραήλ, ως τον μεσανατολικό πραιτοριανό των συμφερόντων του «πολιτισμένου κόσμου» εν μέσω των «βαρβάρων». Από τη δεκαετία του 1980 και στο εξής, κάτι ανάλογο θα συμβεί και στην Ευρώπη. Η κοινωνική άνοδος των Εβραίων, η κρίση των σοσιαλιστικών ιδεολογιών και η εξάντληση των οραματικών στοιχείων του δυτικού πολιτισμού θα επιταχύνουν τη διαδικασία.
Κατά τον ίδιο τρόπο που ο μαρξιστικός διεθνισμός χρησιμοποιήθηκε από την ιδεολογία της παγκοσμιοποίησης έτσι και ο εβραϊκός «αποκλειστικός οικουμενισμός», θα μεταβληθεί σε ιδεολογικό όπλο στα χέρια της πλανητικής υπερδύναμης. Ο εβραϊκός επαναστατικός μεσσιανισμός θα υποκατασταθεί από το Ισραήλ, τον επί τέλους επελθόντα Μεσσία, ενώ η ρομφαία των πυρηνικών του όπλων θα παίρνει εκδίκηση για χιλιετίες διώξεων, από τους Αιγυπτίους και τους Ασσυρίους έως τον Χίτλερ. Μόνο που θα παίρνει αυτή την εκδίκηση στρεφόμενο κατά των θυμάτων της «νέας τάξης», στο πλευρό των θυτών τους. Το εβραϊκό έθνος έπαψε να είναι ο παρίας αυτού του κόσμου, έπαψε να είναι ο «περιπλανώμενος Ιουδαίος» και οι Εβραίοι αντικαταστάθηκαν από… τους Παλαιστίνιους, τα θύματά τους. Η τετριμμένη αλλά πραγματική «αποκατάσταση» του εβραϊκού έθνους σκότωσε τον επαναστατικό μεσσιανισμό του17.
Πολύ λίγοι, συγκριτικά με το παρελθόν, θα είναι οι Εβραίοι διανοούμενοι που θα αντιτάσσονται πλέον στη σιωνιστική κατοχή της Παλαιστίνης και την ταύτιση του Ισραήλ και του εβραϊκού λόμπι στις ΗΠΑ με την πιο επιθετική ιμπεριαλιστική πολιτική, ενώ θα αντιμετωπίζουν και αυτοί λυσσαλέες επιθέσεις για «μιμητικό» αντισημιτισμό! Ο Νόαμ Τσόμσκι και ο Νόρμαν Φίνκελνσταϊν στις ΗΠΑ, ο Ετιέν Μπαλιμπάρ και ο Ντανιέλ Μπενσαΐντ στη Γαλλία, ο Μισέλ Βαρσάφσκι και ο Ισραέλ Άνταμ Σαμίρ στο Ισραήλ, είναι κάποιοι από αυτούς που διασώζουν την τιμή των Εβραίων διανοουμένων και της εβραϊκής επαναστατικής παράδοσης, παράλληλα δε μας προφυλάσσουν από οποιονδήποτε πρωτόγονο αντιεβραϊσμό και από τη μετατροπή του αντισιωνισμού σε αντισημιτισμό18.

Εβραϊκός μεσσιανισμός και οικουμενισμός
Όπως υπογραμμίσαμε στις εισαγωγικές παρατηρήσεις αυτού του κεφαλαίου, το αδιέξοδο του ιουδαϊκού μεσσιανισμού αφορά τον δυτικό πολιτισμό στο σύνολό του, διότι έχει οδηγήσει στη διάρρηξη της ενότητας των ιδεολογικών θεμελίων του δυτικού κόσμου: ελληνικός λόγος και μεσότης ανθρώπου-φύσεως, ρωμαϊκή virtu και θεσμική μετάφραση του λόγου σε potestas και εβραϊκό αποκαλυψιακό πάθος για τα έσχατα, αποτέλεσαν, μέσα από τη συγκρητική αλληλοδιείσδυσή τους, τη θεμέλιο «τριάδα» του δυτικού πολιτισμού.
[Και μπορεί οι συνεισφορές άλλων παραδόσεων, όπως εκείνης των γερμανικών ή νορδικών φύλων, των Σλάβων κλπ. να είναι ουσιώδεις ως προς τη σύγχρονη ευρωπαϊκή ταυτότητα όπως υποστηρίζει ο Άσγκερ Γιορν19, αλλά κατά πολύ μεταγενέστερες από την εποχή της συγκρότησης του δυτικού αρχετύπου, το οποίο διαμορφώνεται, ως ιδεολογικό σύστημα στην όψιμη ρωμαϊκή εποχή. Η αντίληψη του Γιορν πως η «ιδρυτική τριάδα» συγκροτείται από τους Λατίνους, τους Ρωσοβυζαντινούς και τους Νορδικούς λαούς ανταποκρίνεται μάλλον στη σύγχρονη γεωπολιτισμική πραγματικότητα των ευρωπαϊκών λαών και παραδόσεων, μοιάζει αρκετά «γερμανο­κεντρική», υποτιμά τη σημασία της ιουδαϊκής –και της καθ’ αυτό ελληνικής– παράδοσης και μεταθέτει την αρχετυπική συγκρότηση της Δύσης αρκετούς αιώνες μετά.]
Για όσον καιρό αυτά τα τρία αρχετυπικά στοιχεία συνέθεταν μια «ενάρετη» ακολουθία και αλληλοτροφοδοτούνταν αμοιβαία, ο δυτικός πολιτισμός και το επιστέγασμά του, ο διαφωτισμός, συγκροτούσε ένα λίγο πολύ ακατάβλητο σύνολο, με μια καθολική και οικουμενική Weltanschauung, ικανή να ενσωματώνει το σύνολο του πλανήτη κάτω από ένα ενιαίο όραμα.
Ωστόσο ο 20ός αιώνας θα αποτελέσει το σημείο της καμπής. Ο μεσσιανισμός θα καταλήξει σε κοινωνικό και πολιτικό ολοκληρωτισμό, αρχικώς, και σε τεχνολογική (στρατιωτική ή πληροφορικο-γενετική) εσχατολογία σήμερα, ενώ η αλληλεπίδραση Λόγου και εφαρμογής, θέασης-επιστήμης (με την αρχαιοελληνική τους έννοια) και τεχνολογίας, θα καταλήξει σε υποταγή του Λόγου στην κατασκευαστική και εργαλειακή λογική. Η ενότητα των τριών παραδόσεων θα διαρραγεί και θα ανοίξει ο δρόμος για νέες –πλανητικών διαστάσεων– συγκρούσεις και μελλοντικές συνθέσεις. Η «ελληνική» πλευρά του ενάρετου τριγώνου θα συρρικνωθεί σε τέτοια έκταση ώστε το τρίγωνο τείνει να μεταβληθεί σε μία ευθεία. Ο ιουδαϊκός προφητισμός, που τροφοδότησε και άρδευσε μια ολόκληρη ιστορική εποχή με την προσδοκία του Μεσσία και της ανατροπής, ταυτιζόμενος με την potestas θα εκφυλιστεί σε τεχνολογική εσχατολογία. Ο άγγελος της απελευθέρωσης θα μεταβληθεί σε άγγελο του θανάτου, το πάθος της διαλεκτικής aufhebung, σε παθολογία της πραγμοποίησης.
Ωστόσο ο δυτικός πολιτισμός καθώς τείνει να μετατραπεί σε αποκλειστικώς ιουδαιορωμαϊκό (στην προτεσταντική χρησιμοθηρική εκδοχή του), «απελευθερώνει» την ελληνική διάσταση της ισορροπίας λόγου και φύσεως και της τραγικότητας της ανθρώπινης υπόστασης από την δέσμευσή της στο δυτικό υπόδειγμα. Η Δύση, μέσα από την εργαλειοποίηση και τεχνικοποίηση του μεσσιανισμού, αποβάλλει την ελληνική συνιστώσα η οποία μπορεί και πάλι να ενταχθεί σε νέες συνθέσεις –οπωσδήποτε μετανεωτερικές–, πέραν του μεσσιανισμού και της τεχνολογικής ύβρεως. [Τι άλλο είναι η οικολογική μέριμνα, αν όχι μια συνάντηση της ελληνικής ισορροπίας με την ανατολική παράδοση; Τι άλλο συνιστά η κριτική της ανάπτυξης και της διαρκούς προόδου αν όχι μια απόρριψη του ιουδαιορωμαϊκού προτύπου και την υιοθέτηση της αντίληψης των μη μεσσιανικών παραδόσεων της ανθρωπότητας;]
Η κρίση του εβραϊκού προφητισμού προσλαμβάνει ευρύτερες διαστάσεις, πρόκειται για το αναπόφευκτο, αναγκαίο και παραδειγματικό σύμπτωμα της έκπτωσης  του μεσσιανισμού στο σύνολό του. Τα αδιέξοδα της μεσσιανικής προσδοκίας υπερκαθόρισαν και την κρίση του εβραϊκού προφητισμού. Το γεγονός πως ο επαναστατικός μεσσιανισμός των μπολσεβίκων θα καταλήξει σε ένα ολοκληρωτικό κράτος –που θα εξοντώσει την επαναστατική προσδοκία– και ο φυλετικός μεσσιανισμός των Ναζί θα εξολοθρεύσει τους Εβραίους, θα οδηγήσει τους τελευταίους στην αγκαλιά του σιωνισμού και στην ταύτισή τους με έναν συμμετρικό ολοκληρωτισμό του περιούσιου λαού.
Η γενικευμένη απαξίωση του μεσσιανισμού αποτελεί κατ’ εξοχήν την αιτία και δευτερευόντως το αποτέλεσμα της κρίσης της εβραϊκής εκδοχής του. Δεδομένου όμως ότι ο μεσσιανισμός συχνά εμφανίστηκε υπό το εβραϊκό ένδυμά του και με εκφραστές εβραϊκής καταγωγής, οι τύχες τους μοιάζουν τόσο αξεδιάλυτα δεμένες και το σύμπτωμα συχνά εκλαμβάνεται ως αιτία.
Ένα ερώτημα όμως αιωρείται αναπάντητο: το επαναστατικό και ρομαντικό δυναμικό του ιουδαϊκού μεσσιανισμού –και όχι μόνον αυτού, διότι υπάρχει και ο χριστιανικός χιλιαστικός ή ο ισλαμικός εξισωτικός μεσσιανισμός– που εξέθρεψε ή τροφοδότησε εξεγέρσεις και όνειρα χιλιάδων χρόνων και εκατοντάδων εκατομμυρίων ανθρώπων, θα καταποντιστεί μαζί με την υπέρβαση της εποχής του μεσσιανισμού; Ή είναι δυνατόν να διασωθεί με κάποια επιτέλους σωτήρια διαλεκτική aufhebung;
Μήπως η συρρίκνωση της δυτικής παράδοσης σε ένα ιουδαιορωμαϊκό οιονεί δίπολο επιτρέψει, in fine, την απελευθέρωση του αιτήματος ασυνέχειας, ρήξης, απόρριψης της γραμμικότητας –που συνιστά η ρομαντική ουτοπική αντίληψη– από το μεσσιανικό του περιτύλιγμα; Μήπως, ενώ ο μεσσιανισμός εκφυλίζεται σε πολιτικό ή τεχνολογικό ολοκληρωτισμό, ο επαναστατικός ρομαντισμός του εβραϊσμού συναντήσει –δυνητικά– την ελληνική τραγικότητα; Διότι βέβαια το αίτημα δεν είναι κατά κυριολεξίαν η «επιστροφή» στον ελληνικό κόσμο, αλλά μία διαφορετική σύνθεση ανάμεσα στις συνιστώσες της δυτικής παράδοσης και σε εκείνες του λοιπού κόσμου. Έτσι θα μπορούσαμε να επανερμηνεύσουμε και την ίδια την ουτοπική παράδοση μέσα από ένα νέο μετα-μεσσιανικό παράδειγμα.
Ο Μπένγιαμιν, ο εμβριθέστερος ίσως από τους Εβραίους επαναστάτες ρομαντικούς του Μεσοπολέμου, θέλει να συνδυάσει τη μεσσιανική προοπτική της «οριστικής» ρήξης με τον κόσμο της εκμετάλλευσης και της κυριαρχίας με την πιο ριζική κριτική της «προόδου» και του εργαλειακού διαφωτισμού. Το 1917, σε μία επιστολή του στον Γκέρσομ Σόλεμ, θα γράψει πως «ο ρομαντισμός είναι το τελευταίο κίνημα το οποίο σώζει για μια ακόμα φορά την παράδοση μέσα στο παρόν»20, ενώ σε όλο του το έργο θα καταγγέλλει αδιάκοπα τις αυταπάτες της προόδου. Στο κύκνειο άσμα του, το Για την έννοια της ιστορίας –λίγο πριν την αυτοκτονία του το 1940–, θα στηλιτεύσει την τεχνοκρατική λογική της σοσιαλδημοκρατίας η οποία «εξετάζει μόνον τις προόδους της κυριαρχίας πάνω στη φύση και όχι της οπισθοδρομήσεις της κοινωνίας. Παρουσιάζει τα ίδια τεχνοκρατικά χαρακτηριστικά που θα συναντήσουμε αργότερα στον φασισμό»21. Ο Μπένγιαμιν προσχωρεί στον μεσσιανισμό –όπως και ο Μπλοχ– διότι απορρίπτει τη γραμμικότητα της «προόδου», την οποία υπερασπίζονται «οι οπαδοί της φιλοσοφίας του ατμού και των χημικών σπίρτων», για τους οποίους η πρόοδος «εμφανίζεται με τη μορφή μιας ατελείωτης σειράς»22. Ο μεσσιανισμός του ταυτίζεται με την επαναστατική ρήξη και «ασυνέχεια».
Μια τέτοια επιλογή [την οποία συμμερίστηκε εν πολλοίς και ο υποφαινόμενος στο παρελθόν] ίσως αποτελούσε μονόδρομο μέχρι την πλήρη έκπτωση της μεσσιανικής προσδοκίας σε ολοκληρωτικά συστήματα – σταλινισμός, Κόκκινοι Χμερ, ναζισμός, ορθόδοξος σιωνισμός ή βιο-τεχνολογικός εφιάλτης. Τωόντι, μέχρι και την «Πολιτιστική Επανάσταση» στην Κίνα, που μετέτρεψε στο αντίθετό του το πλέον απελευθερωτικό αίτημα στην ιστορία, την εξάλειψη της διαφοράς χειρωνακτικής-διανοη­τι­κής εργασίας, ακριβώς εξ αιτίας του εγκλωβισμού της σε έναν μονοδιάστατο μεσσιανισμό, η ριζική απελευθέρωση θα εμφανίζεται σχεδόν αποκλειστικά υπό το ένδυμα του μεσσιανισμού.
Όλες οι επαναστάσεις στο παρελθόν, από τη χριστιανική έως τη ρώσικη –ακόμα και η ελληνική του 1821– υπήρξαν στον ένα ή άλλο βαθμό «μεσσιανικές». Στον αντίποδα, η διαιώνιση της υπάρχουσας «τάξης» πραγμάτων θα εμφανίζεται ως κανονικότητα, ως απόρριψη των «μεγάλων αφηγήσεων», υπό το πρόσχημα της απόρριψης των συνεπειών του ολοκληρωτισμού. Έτσι ο καθείς ήταν υποχρεωμένος να επιλέξει, είτε την επανάσταση ως μεσσιανισμό είτε την αποδοχή της υπάρχουσας τάξης πραγμάτων ως «αντι-ολοκληρωτισμό» και «δημοκρατία». Το δίλημμα αίρεται όταν από τον μεσσιανισμό απομείνει μόνον ο ολοκληρωτισμός ενώ η «δημοκρατία», απογυμνωμένη από κάθε ουσιαστικό περιεχόμενο, τείνει να ταυτιστεί με τον ολοκληρωτικό αντίπαλό της, υπό τη μορφή της στρατοκρατικής παγκοσμιοποίησης και της τεχνολογικής ολοκληρωτικής εσχατολογίας. Η άρση του διλήμματος διασώζει το ανατρεπτικό, αισιόδοξο μήνυμα του μεσσιανισμού –πως ο κόσμος είναι δυνατόν να αλλάξει– μέσα σε μια διαφορετική ιδεολογική σύνθεση, με την υπέρβαση των όρων της παλαιάς αντιπαλότητας, σε μια τέλεια εγελιανή αντιστροφή, έστω και για μία φορά.
Ο εβραϊκός μεσσιανισμός θα συνεχίσει έτσι να αποτελεί σημείο αναφοράς και έμπνευσης, όπως και ο χριστιανικός-χιλιαστικός, ο κομμουνιστικός, ο αναρχικός του Μπακούνιν, ο ορθόδοξος στην εκδοχή του Ντοστογιέφσκι. Αλλά όχι πλέον ως πρόταγμα για το μέλλον σε ό,τι αφορά τη μορφή και τις μεθόδους, αλλά ως παρακαταθήκη. Και δεν θα λάβει τέλος το όνειρο της ανθρώπινης απελευθέρωσης επειδή δεν χρειαζόμαστε πλέον κάποιον Μεσσία, υπεριστορικό ή –ακόμα χειρότερα– ιστορικό. Ίσως, αντίθετα, έλθει πιο κοντά στην καθημερινότητά μας.
Ο εβραϊκός μεσσιανισμός επιβιώνει σήμερα μόνον ως σιωνισμός. Η «κακή» του πλευρά, ο παρτικουλαρισμός, η αποκλειστικότητα, κυριάρχησε πάνω στην απελευθερωτική. Είναι καιρός αυτή η τελευταία να αποτινάξει το κέλυφος του Μεσσιανισμού και να κρατήσει από τους Εβραίους προφήτες και μεσσίες, μεγάλους και μικρούς, από τον Ησαΐα, τον Χριστό και τον Μαρξ, μέχρι τους επαναστάτες απογόνους τους, του 20ού αιώνα, το μήνυμα, το ριζικό αίτημα της απελευθέρωσης. Ίσως ο Φραντς Κάφκα, όπως αρμόζει σ’ έναν μεγάλο και προφητικό συγγραφέα –καθόλου τυχαία Εβραίο–, θα προβλέψει αυτή την εξέλιξη, και θα σημειώσει σε ένα κείμενό του της 4ης Δεκεμβρίου 1917: «Ο Μεσσίας δεν θα έρθει παρά όταν δεν θα είναι πια αναγκαίος, δεν θα έρθει παρά μία μέρα μετά τον ερχομό του, δεν θα έρθει την τελευταία αλλά την εντελώς τελευταία ημέρα»23.
Σημειώσεις:
1. Michael Löwy, Λύτρωση και Ουτοπία, Ψυχογιός, Αθήνα 2002.
2. Όσο για τον αντισημιτισμό, αυτός αφορούσε κυρίως τα λαϊκά στρώματα, ειδικά στην Κεντρική Ευρώπη και την Οθωμανική Αυτοκρατορία, διότι οι Εβραίοι τοκογλύφοι και ενοικιαστές φόρων, εκτός από τη λαϊκή εχθρότητα, αντιμετώπιζαν και τη συστηματική αντίθεση της εκκλησίας, ενώ οι φτωχοί Εβραίοι των γκέτο, παράλληλα με την καταπίεση των ραβίνων, υφίσταντο και τις συνέπειες αυτού του λαϊκού αντισημιτισμού και μεταβάλλονταν στα πρώτα θύματα των πογκρόμ. Μόνο μετά την κατάργηση των γκέτο εμφανίζεται και ένας νέος τύπος αντισημιτισμού των δυτικών αρχουσών τάξεων, ο οποίος εκφράζεται με το σύγχρονο αντισημιτικό πνεύμα που εγκαινιάζεται με τον Τσάμπερλαιν και συνδέεται με την εθνική και ιμπεριαλιστική φάση ανάπτυξης του καπιταλισμού, για τον οποίο ο εβραϊκός κοσμοπολιτισμός αποτελούσε πισώπλατo χτύπημα ή ακόμα και «προδοσία», ιδιαίτερα στη σχετικά καθυστερημένη από την άποψη της καπιταλιστικής ανάπτυξης και αποικιακής επέκτασης Μεσευρώπη. Αλλά και στη Γαλλία εμφανίστηκαν παρόμοιες αντιδράσεις, αν αναλογιστούμε την υπόθεση Ντρέιφους και τον αντισημιτισμό ενός Εντουάρ Ντρυμόν και ενός Σαρλ Μωράς.
Ακόμα και στις ΗΠΑ θα αναπτύσσεται ένας έρπων ή ακόμα και ανοικτός αντισημιτισμός, μέχρι τουλάχιστον τη δεκαετία του ‘60. Για τον γερουσιαστή Μακάρθυ εξ άλλου οι κομμουνιστές ήταν και Εβραίοι. (πράγμα που συχνά ήταν αλήθεια). [Βλέπε Bernard Lazare, L’ antisémitisme, son histoire et ses causes, (1894) (www. bernard-lazare.com) και Aux Editions de la Différence, Παρίσι 1984˙ Israel Sahak, Jewish History, Jewish Religion, The Weight of Three Thousand Years, Pluto Press, Λονδίνο].
3. Στο 2ο Συνέδριο του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος της Ρωσίας, το 1903, σχεδόν οι μισοί αντιπρόσωποι ήταν εβραϊκής καταγωγής χωρίς να συνυπολογίσουμε  και το εβραϊκό κόμμα Μπουντ. Το 1906, από τα μέλη του κόμματος, 31.000 ήταν Ρώσοι, 26.000 Πολωνοί, 11.000 Λετονοί (και ανάμεσα σε αυτούς σχεδόν το ήμισυ εβραϊκής καταγωγής), ενώ στην Μπουντ, ως εβραϊκή οργάνωση συνδεδεμένη με το κόμμα, συμμετείχαν 30.000 μέλη. Βλέπε Amos Elon, The Israelis, Founders and Sons, Holt, Rinehart & Winston, Νέα Υόρκη, 1971, σ. 59, Thomas Masaryk, The Spirit of Russia, τ. Ι, σ. 123 και προπαντός L. Dennen, The Jew in the Russian Revolution, Menorah Journal, Νέα Υόρκη 1932.
4. Dictionnaire encyclopédique du Judaïsme, Bouqins, Cerf/Robert Laffont, σσ. 660-664.
5. L. Wittgenstein, Πολιτισμός και Αξίες, Καρδαμίτσας, Αθήνα 2000, σσ. 40-41.
6. Ό.π., σ. 43
7. Ray Monk, Λούντβιχ Βιτγκενστάιν, Το χρέος της μεγαλοφυΐας, Scripta, Αθήνα 2002, σσ. 318-319.
8. Βλέπε Isaiah Berlin, “Τhe life and opinions of Moses Hess”, στο Against the Current, Essays in the History of Ideas, Oxford University Press, Λονδίνο 1981, σσ. 213-251.
9. Εγκαινίασε έτσι, πρώιμα και σε μια διαφορετική συγκυρία, την προβληματική της καταγγελίας από τους σύγχρονους υποστηρικτές του σιωνισμού των «Εβραίων που μισούν τον εβραϊσμό τους». Σε αυτά τα πλαίσια θα διωχθεί σήμερα δικαστικά στη Γαλλία και ο γαλλοεβραίος συγγραφέας Εντγκάρ Μορέν για «αντισημιτισμό», ενώ ο Μπερνάρ Ανρί Λεβύ θα κατηγορήσει την Εβραία διανοούμενη Χάνα Άρεντ για «μίσος προς τον εαυτό της». [Βλ B.H. Levy, Les aventures de la Liberté, Grasset, Παρίσι 1991.]
10. Και θα αποτελεί μέχρι σήμερα πηγή έμπνευσης τόσο για τους… σιωνιστές (στη Γαλλία υπάρχει και σιωνιστικών κατευθύνσεων «Κύκλος Μπερνάρ Λαζάρ») όσο και για τους σύγχρονους …αντισημίτες που θα δημοσιεύουν ορισμένα από τα κείμενά του στις ιστοσελίδες τους. Βλέπε Philippe Oriol, Bernard Lazare, Παρίσι, Stock, 2003 καθώς και Μ. Löwy, ό.π., Λύτρωση κλπ., κεφ. 9, σσ. 268-298.
11. Βλ. Bernard Lazare, L’ antisémitisme, son histoire et ses causes, (1894) (www. bernard-lazare.com), σ. 58.
12. Μ. Löwy, ό.π., Λύτρωση κλπ., κεφ. 9, σσ. 292-293.
13. Έντονη υπήρξε η αντίθεση του Λένιν –αλλά και των Εβραίων αντισιωνιστών, όπως ο Τρότσκι και η Λούξεμπουργκ– με την αντίληψη μιας χωριστικής και χωριστής οργάνωσης των Εβραίων εργατών στα πλαίσια του ρωσικού εργατικού κινήματος την οποία διεκδικούσε η οργάνωση των Εβραίων της Ρωσίας, η «Μπουντ». Στη συνέχεια, μεγάλο μέρος των στελεχών της πέρασε στο αριστερό σιωνιστικό κίνημα και μετανάστευσαν στην Παλαιστίνη. Dictionnaire encyclopédique du Judaïsme, Bou­qins, Cerf/Robert Laffont, Παρίσι 1966, σσ. 1195-98.
14. Βλέπε τα βιβλία του Gershom Scholem, Le messianisme juif, Essais sur la spiritualité du judaïsme, Calman-Levy, Παρίσι 1974, καθώς και το, Walter Benja­min, Histoire d’ une amitié, Calman-Levy, Παρίσι 1981,του Franz Rosenzweig, L’ étoile de la Rédemption, Παρίσι 1982 και του Μάρτιν Μπούμπερ, Μονοπάτια στην Ουτοπία, Νησίδες, Σκόπελος 2000.
15. Dictionnaire encyclopédique du Judaïsme, Bouqins, Cerf/Robert Laffont, σ. 662.
16. Μέχρι το 1989, ένα σημαντικό μέρος τους θα παραμείνει στη Σοβιετική Ένωση, ενώ στη Δυτική Ευρώπη η μόνη σημαντική κοινότητα, περίπου 1% του συνολικού πληθυσμού της χώρας, θα συνεχίσει να ζει στη Γαλλία.
17. Χαρακτηριστική είναι και η εσωτερική μετεξέλιξη του σιωνιστικού κινήματος τα τελευταία είκοσι χρόνια στο ίδιο το Ισραήλ: το επίκεντρο του σιωνισμού δεν είναι πλέον τα αριστερά κόμματα (το Εργατικό Κόμμα θα χάσει για πρώτη φορά τις εκλογές το 1977) αλλά τα θρησκευτικά. Οι έποικοι στα κατεχόμενα δεν θα είναι μέλη των αριστερών οργανώσεων που δημιούργησαν τα κοινόβια των κιμπούτς, αλλά, στη συντριπτική τους πλειοψηφία, οι θρησκευτικοί φονταμενταλιστές, του Γκους Εμουνίμ, και του ορθόδοξου εβραϊσμού που αρνούνται κάθε οικουμενικότητα και υποστηρίζουν την εβραϊκή πρωτοκαθεδρία του «Βασιλείου του Δαυίδ».
18. Βλέπε στο Γ. Καραμπελιάς (επιμ.), Εβραίοι εναντίον του σιωνισμού, Εναλλακτικές Εκδόσεις, Αθήνα 2003, με κείμενα των Τσόμσκι, Φινκελστάιν, Σαχάκ, Σαμίρ κ.ά. Eνδιαφέρον παρουσιάζει και το βιβλίο των εβραϊκής καταγωγής διανοουμένων, E. Balibar, R. Brauman, J. Butler, S. Cypel, E. Hazan, D. Lindenberg, M. Saint-Ypéry, D. Sieffert, M. Warschafski, Antisémitisme: l’ intolérable chantage, La Décou­verte, Παρίσι 2003, το οποίο αναφέρεται ακριβώς στον γενικευμένο εκβιασμό που ασκείται από τους σιωνιστικούς κύκλους, στρέφεται και ενάντια στους Εβραίους, και συνίσταται στο να παρουσιάζεται ως αντισημιτισμός κάθε κριτική στο Ισραήλ.
19. Βλέπε Άσγκερ Γιορν, Αγριότητα, Βαρβαρότητα και Πολιτισμός, εκδ. Αλήστου Μνήμης, Αθήνα 2003.
20. W. Benjamin, Correspondance, Aubin, Παρίσι 1979, τόμ. Ι. 1910-1928, σ. 138.
21. W. Benjamin, «Sur le concept de l’ histoire» στο Oeuvres III, Gallimard, folio, Παρίσι 2000, σ. 436.
22. Ανφρ. από τον Michael Löwy, ό.π., Λυτρ. κ.λπ. σ.175.
23. Βλέπε M. Löwy, ό. π., σ.126.

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*