Άρδην τ. 71, Το Εβραϊκό ζήτημα και ο σιωνισμός

Προκαταλήψεις και παραποίηση της αλήθειας

του  Ισραήλ Σαχάκ
Άρδην τ. 71
Η πρώτη δυσκολία που συναντά κανείς όταν γράφει πάνω σ’ αυτό το θέμα είναι ότι ο όρος «Εβραίος» έχει χρησιμοποιηθεί κατά τα τελευταία 150 χρόνια με δύο μάλλον διαφορετικές έννοιες. Για να το κατανοήσουμε καλύτερα αυτό, ας φαντασθούμε ότι βρισκόμαστε στο 1780. Τότε, η παγκοσμίως αποδεκτή έννοια του όρου «Εβραίος» συνέπιπτε βασικά με αυτό που οι ίδιοι οι Εβραίοι θεωρούσαν ότι συνιστούσε την ταυτότητά τους. Αυτή η ταυτότητα ήταν πρωτίστως θρησκευτική, αλλά οι θρησκευτικοί κανόνες διείπαν και τις παραμικρότερες λεπτομέρειες της καθημερινής συμπεριφοράς σε όλες τις εκφάνσεις της ζωής, κοινωνικής και ιδιωτικής, μεταξύ των ίδιων των Εβραίων, όπως και στις σχέσεις τους με τους μη Εβραίους. Ήταν τότε κυριολεκτικά αδιανόητο για έναν Εβραίο να πιει έστω και ένα ποτήρι νερό στο σπίτι ενός μη Εβραίου. Και οι ίδιοι βασικοί κανόνες συμπεριφοράς απέναντι στους μη Εβραίους ίσχυαν από την Υεμένη μέχρι τη Νέα Υόρκη. Όποιος όρος και αν χρησιμοποιηθεί για να περιγράψει τους Εβραίους του 1780 –και δεν θέλω να μπω στη μεταφυσική συζήτηση για όρους όπως «έθνος» και «λαός»10– είναι φανερό ότι όλες οι εβραϊκές κοινότητες εκείνης της εποχής ήταν διαχωρισμένες από τις μη εβραϊκές κοινότητες μέσα στις οποίες ζούσαν.
Όμως, αυτή η κατάσταση άλλαξε μέσα από δύο παράλληλες διαδικασίες –αρχίζοντας από την Ολλανδία και την Αγγλία, συνεχίζοντας στην επαναστατική Γαλλία και σε χώρες που ακολούθησαν το παράδειγμα της Γαλλικής Επανάστασης, και στη συνέχεια στις μοναρχίες του 19ου αιώνα: Οι Εβραίοι κατέκτησαν ένα υψηλό επίπεδο ατομικών δικαιωμάτων (σε μερικές περιπτώσεις την απόλυτη νομική ισότητα) και η δικαιοδοτική εξουσία της εβραϊκής κοινότητας πάνω στα μέλη της εξαλείφθηκε. Πρέπει να σημειωθεί ότι και οι δύο αυτές εξελίξεις πραγματοποιήθηκαν ταυτοχρόνως και ότι η δεύτερη ήταν ακόμα πιο σημαντική από την πρώτη, αν και είναι λιγότερο γνωστή.
Από την εποχή της ύστερης Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, οι εβραϊκές κοινότητες διέθεταν ουσιαστική εξουσία πάνω στα μέλη τους: όχι μόνο εξουσία που πήγαζε από την εθελούσια κινητοποίηση της κοινωνικής πίεσης (παραδείγματος χάριν, την άρνηση να έχουν οποιαδήποτε σχέση με έναν εξοστρακισμένο Εβραίο, μέχρι και την άρνηση της ταφής του), αλλά ακόμα και εξουσία ανοικτής καταστολής: μαστίγωση, φυλάκιση, απέλαση – όλα αυτά μπορούσαν να επιβληθούν τελείως νόμιμα από τα ραβινικά δικαστήρια σε έναν Εβραίο για κάθε είδος παραπτώματος. Σε πολλές χώρες –η Ισπανία και η Πολωνία είναι αξιοσημείωτα παραδείγματα– ήταν δυνατόν να επιβληθεί, και επιβαλλόταν, η θανατική ποινή, ενίοτε με ιδιαίτερα σκληρές μεθόδους, όπως η μέχρι θανάτου μαστίγωση. Αυτά όχι μόνο τα επέτρεπαν αλλά και τα ενεθάρρυναν ανοικτά οι κρατικές αρχές, τόσο σε χριστιανικές όσο και σε μουσουλμανικές χώρες, οι οποίες, πέρα από το γενικό συμφέρον τους για τη διατήρηση «του νόμου και της τάξης», είχαν επι πλέον, σε μερικές περιπτώσεις, και ένα άμεσο οικονομικό συμφέρον. Παραδείγματος χάριν, στα ισπανικά αρχεία του 13ου και του 14ου αιώνα, έχουν καταγραφεί πολλές λεπτομερείς διαταγές των ευσεβέστατων καθολικών βασιλέων της Καστίλης και της Αραγονίας, που δίδουν εντολή στους εξ ίσου ευσεβείς αξιωματούχους τους να συνεργάζονται με τους ραβίνους για να επιβάλλουν την τήρηση του εβραϊκού Σαββάτου από τους Εβραίους. Για ποιον λόγο; Διότι οποτεδήποτε ένα ραβινικό δικαστήριο επέβαλλε πρόστιμο σε έναν Εβραίο για παραβίαση του Σαββάτου, οι ραβίνοι όφειλαν να παραδώσουν τα εννέα δέκατα του προστίμου στον βασιλιά – μια πολύ επικερδής και αποδοτική συμφωνία. Συναφώς, μπορούμε να αναφερθούμε στην responsa που έγραψε, λίγο πριν το 1832, ο περίφημος ραβίνος Μοσέ Σόφερ του Πρέσμπουργκ (σημερινή Μπρατισλάβα), του τότε αυτόνομου ουγγρικού βασιλείου της Αυστριακής Αυτοκρατορίας, στους ομοθρήσκους του στη Βιέννη, μέσα στην ίδια την Αυστρία, όπου είχαν ήδη παραχωρηθεί μερικά σημαντικά ατομικά δικαιώματα στους Εβραίους11. Θλίβεται για το γεγονός ότι, επειδή η εβραϊκή συναγωγή της Βιέννης είχε χάσει τη δυνατότητα να τιμωρεί τους παραβάτες, οι Εβραίοι είχαν γίνει απρόσεκτοι σε θέματα τήρησης των θρησκευτικών κανόνων, ενώ «εδώ στο Πρέσμπουργκ, όταν μαθαίνω ότι ένας Εβραίος καταστηματάρχης τολμά να ανοίξει το κατάστημά του κατά τις δευτερεύουσες αργίες, στέλνω αμέσως έναν αστυνομικό να τον φυλακίσει».
Επρόκειτο για τη σημαντικότερη κοινωνική παράμετρο της ζωής των Εβραίων πριν την έλευση του σύγχρονου κράτους: Η τήρηση των θρησκευτικών κανόνων του ιουδαϊσμού, όπως και η εμφύσησή τους μέσω της αγωγής, επιβαλλόταν στους Εβραίους με σωματικό καταναγκασμό, από τον οποίο μπορούσε να ξεφύγει κανείς μόνο εάν ασπαζόταν τη θρησκεία της πλειοψηφίας, λύση η οποία όμως ισοδυναμούσε, στις συνθήκες εκείνες, με πλήρη κοινωνική ρήξη, και γι’ αυτόν τον λόγο ήταν μάλλον ανέφικτη, εκτός από την περίοδο κάποιας θρησκευτικής κρίσης12.
Μόλις όμως δημιουργήθηκε το σύγχρονο κράτος, η εβραϊκή κοινότητα έχασε τη δύναμη να τιμωρεί ή να εκφοβίζει τους Εβραίους ως άτομα. Τα δεσμά μιας από τις πιο κλειστές μεταξύ των «κλειστών κοινωνιών», μιας από τις πιο ολοκληρωτικές κοινωνίες σε όλη την ιστορία της ανθρωπότητας, έσπασαν. Αυτή η απελευθερωτική πράξη ήρθε βασικά απ’ έξω, αν και υπήρξαν ορισμένοι Εβραίοι που βοήθησαν εκ των έσω, έστω και αν ήταν ελάχιστοι αρχικά. Αυτό το είδος της απελευθέρωσης είχε πολύ σοβαρές συνέπειες για το μέλλον. Όπως ακριβώς και στην περίπτωση της Γερμανίας (σύμφωνα με την εξαίρετη ανάλυση του Α.Τζ. Π. Τέιλορ), ήταν εύκολο να συμμαχήσει η αντίδραση με τον πατριωτισμό, διότι, στην πράξη, ατομικά δικαιώματα και ισότητα ενώπιον του νόμου ήρθαν στη Γερμανία με τον στρατό της γαλλικής Επανάστασης και του Ναπολέοντα. Έτσι, μπορούσε κανείς να στιγματίσει την ελευθερία ως «μη γερμανική». Κατά τον ίδιο τρόπο, οργανώθηκε πολύ εύκολα μεταξύ των Εβραίων, ιδιαίτερα στο Ισραήλ, μια ιδιαίτερα αποτελεσματική επίθεση ενάντια σε όλες τις ιδέες και τα ιδανικά του ανθρωπισμού, καθώς και ενάντια στην καθολική ισχύ του νόμου (για να μην πούμε της δημοκρατίας), ως κάτι «μη εβραϊκό» ή «αντι-εβραϊκό» – όπως πράγματι είναι, με μια ιστορική έννοια. Βέβαια, αυτές οι αρχές μπορούν να χρησιμοποιηθούν για το «εβραϊκό συμφέρον», αλλά δεν έχουν καμία ισχύ ενάντια στο «εβραϊκό συμφέρον», όπως, π.χ., όταν οι Άραβες επικαλούνται αυτές τις ίδιες αρχές. Αυτό οδήγησε με τη σειρά του –και πάλι όπως ακριβώς στη Γερμανία και σε άλλα έθνη της Κεντρικής Ευρώπης– σε μια απατηλή, αισθηματική και υπερρομαντική εβραϊκή ιστοριογραφία, από την οποία όλα τα οχληρά γεγονότα εξαλείφθηκαν.
΄Έτσι, στα πολυάριθμα γραπτά της Χάνα Άρεντ σχετικά με τον ολοκληρωτισμό ή τους Εβραίους, ή και τα δύο13, δεν θα βρει κανείς τον παραμικρό υπαινιγμό για το τι ίσχυε πραγματικά στην εβραϊκή κοινωνία στη Γερμανία τον 18ο αιώνα: κάψιμο βιβλίων, καταδίωξη συγγραφέων, διενέξεις για τις μαγικές δυνάμεις των φυλαχτών, απαγόρευση της παραμικρής μη εβραϊκής εκπαίδευσης, όπως της διδασκαλίας ορθών γερμανικών και, μάλιστα, των γερμανικών που ήταν γραμμένα με το λατινικό αλφάβητο14. Ούτε μπορεί να βρει κανείς, στις πολυπληθείς «εβραϊκές ιστορίες», γραμμένες στα αγγλικά, τα βασικά δεδομένα για τη στάση του εβραϊκού μυστικισμού (που είναι τόσο δημοφιλής σήμερα σε ορισμένους κύκλους) απέναντι στους μη Εβραίους: ότι θεωρούνται, στην κυριολεξία, όργανα του Σατανά και ότι τα ελάχιστα μη σατανικά άτομα μεταξύ τους (δηλαδή, εκείνοι που υιοθετούν τον Ιουδαϊσμό) είναι στην πραγματικότητα «εβραϊκές ψυχές» που χάθηκαν όταν ο Σατανάς βίασε την Αγία Κυρία (Shekhinah ή Matronit, ένα από τα θηλυκά συστατικά της Θεότητας, αδελφή και σύζυγος του νεώτερου αρσενικού Θεού, σύμφωνα με την Καμπάλα) στην ουράνια κατοικία της. Μεγάλοι διανοητές, όπως ο Γκέρσομ Σόλεμ (Gershom Scholem), επικύρωσαν με την αυθεντία τους ένα σύστημα παραπλάνησης σε ό,τι αφορά όλα τα «ευαίσθητα» σημεία, εκ των οποίων τα πιο δημοφιλή είναι και τα πιο ανέντιμα και τα πιο παραπλανητικά.
Όμως, οι κοινωνικές συνέπειες αυτής της διαδικασίας χειραφέτησης ήταν ότι, για πρώτη φορά μετά το 200 μ.Χ.15, ένας Εβραίος μπορούσε να είναι ελεύθερος να κάνει ό,τι επιθυμούσε, εντός των ορίων του αστικού δικαίου της χώρας του, χωρίς να χρειάζεται να πληρώσει αυτή την ελευθερία με τον προσηλυτισμό του σε κάποια άλλη θρησκεία. Η ελευθερία στη μάθηση και η πρόσβαση σε μη εβραϊκά κείμενα, η ελευθερία να διαβάζει και να γράφει βιβλία που δεν ενέκριναν οι ραβίνοι στα εβραϊκά (κάθε βιβλίο στα εβραϊκά ή στα γίντις16 έπρεπε, μέχρι τότε, να έχει λάβει προκαταβολικά το imprimatur των ραβίνων), η ελευθερία να τρώει τροφή που δεν ήταν καθαρή σύμφωνα με τον ιουδαϊκό θρησκευτικό νόμο (μη kosher17), η ελευθερία να αγνοεί τα πολυάριθμα παράλογα ταμπού που ρύθμιζαν τη σεξουαλική ζωή, ακόμα και η ελευθερία να σκέφτεται –διότι οι «απαγορευμένες σκέψεις» ήταν θανάσιμο αμάρτημα– όλες αυτές οι ελευθερίες δόθηκαν στους Εβραίους της Ευρώπης (και στη συνέχεια άλλων χωρών) από σύγχρονα ή και απολυταρχικά ευρωπαϊκά καθεστώτα, αν και τα δεύτερα ήταν ταυτοχρόνως αντισημιτικά και τυραννικά. Ο Νικόλαος Α΄ της Ρωσίας ήταν ένας περιβόητος αντισημίτης και δημοσίευσε πολλούς νόμους εναντίον των Εβραίων του κράτους του. Επειδή όμως ενίσχυσε τις δυνάμεις «του νόμου και της τάξης» στη Ρωσία –όχι μόνο τη μυστική αστυνομία αλλά και την τακτική αστυνομία και τη χωροφυλακή–, συνετέλεσε στο να μειωθούν οι δολοφονίες των Εβραίων που γίνονταν με διαταγή των ραβίνων τους, γεγονός που ήταν κοινότατο στην Πολωνία πριν το 1795. Η «επίσημη» εβραϊκή ιστορία καταδικάζει τον τσάρο και στα δύο αυτά σημεία. Για παράδειγμα, στο τέλος της δεκαετίας του 1830, ένας «άγιος ραβίνος» (tzadik), σε μια μικρή εβραϊκή πόλη της Ουκρανίας, διέταξε να δολοφονηθεί ένας αιρετικός πετώντας τον στο καυτό νερό των δημοσίων λουτρών, και εβραϊκές πηγές της εποχής σημειώνουν με έκπληξη και φρίκη ότι η δωροδοκία «δεν ήταν πλέον αποτελεσματική» και ότι όχι μόνο οι δράστες αλλά και ο Άγιος Άνθρωπος τιμωρήθηκαν αυστηρά. Το καθεστώς του Μέτερνιχ, στην Αυστρία, προ του 1848, ήταν, όπως όλοι γνωρίζουμε, αντιδραστικό και απολύτως εχθρικό προς τους Εβραίους, αλλά δεν επέτρεπε τις δολοφονίες με δηλητήριο ούτε καν όταν εστρέφοντο ενάντια σε φιλελεύθερους Εβραίους ραβίνους. Έτσι, κατά το 1848, όταν το καθεστώς είχε αποδυναμωθεί προσωρινά, το πρώτο πράγμα που έκαναν οι αρχηγοί της εβραϊκής κοινότητας στην πόλη Λέμπεργκ της Γαλικίας (σήμερα Λβοβ) μόλις ξαναβρήκαν την ελευθερία τους, ήταν να δηλητηριάσουν τον φιλελεύθερο ραβίνο της πόλης, που μια μικρή ομάδα μη ορθόδοξων Εβραίων είχε φέρει από τη Γερμανία. Παρεμπιπτόντως, μία από τις σοβαρότερες αμαρτίες του ήταν η υποστήριξη και εκτέλεση της τελετής Bar Mitzvah18, που είχε πρόσφατα επινοηθεί.

Απελευθέρωση από τα έξω
Τα τελευταία 150 χρόνια, ο όρος «Εβραίος» απέκτησε συνεπώς ένα διπλό νόημα, πράγμα το οποίο προκάλεσε μεγάλη σύγχυση σε αρκετά καλοπροαίρετα άτομα, ιδιαίτερα σε αγγλόφωνες χώρες, που φαντάζονται ότι οι Εβραίοι που συναντούν σε κοινωνικές εκδηλώσεις είναι «αντιπροσωπευτικοί» των Εβραίων «γενικά». Στις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης, όπως και στον αραβικό κόσμο, οι Εβραίοι απελευθερώθηκαν από την τυραννία της δικής τους θρησκείας και των δικών τους κοινοτήτων από εξωτερικές δυνάμεις, υπερβολικά αργά και σε υπερβολικά δυσμενείς συνθήκες για μια αυθεντική εσωτερικευμένη κοινωνική αλλαγή. Στις περισσότερες περιπτώσεις, και ιδιαίτερα στο Ισραήλ, έχει διατηρηθεί η παλιά αντίληψη για την κοινωνία, η ίδια ιδεολογία –ειδικά καθώς στρέφεται εναντίον των μη Εβραίων– και η ίδια εντελώς λανθασμένη αντίληψη της ιστορίας. Αυτό ισχύει ακόμα και για ορισμένους από τους Εβραίους που εντάχθηκαν σε «προοδευτικά» ή αριστερά κινήματα. Μια μελέτη των ριζοσπαστικών, σοσιαλιστικών και κομμουνιστικών κομμάτων μπορεί να δώσει πολλά παραδείγματα καμουφλαρισμένων Εβραίων σωβινιστών και ρατσιστών, που εντάχθηκαν σ’ αυτά τα κόμματα απλά για λόγους «εβραϊκού συμφέροντος» και τα οποία, στο Ισραήλ, τάσσονται υπέρ των διακρίσεων ενάντια στους μη Εβραίους. Αρκεί να καταγράψει κανείς πόσοι Εβραίοι «σοσιαλιστές» κατάφεραν να γράψουν για τα κιμπούτς χωρίς να μπουν στον κόπο να αναφέρουν ότι πρόκειται για έναν ρατσιστικό θεσμό, από τον οποίο οι μη Εβραίοι πολίτες του Ισραήλ αποκλείονται αυστηρά, για να διαπιστώσει ότι το φαινόμενο στο οποίο αναφερόμαστε δεν είναι καθόλου σπάνιο19.
Αποφεύγοντας τις ετικέτες που βασίζονται στην άγνοια ή την υποκρισία, βλέπουμε έτσι ότι η λέξη «Εβραίοι» και άλλες παράγωγες περιγράφουν δύο διαφορετικές, ακόμα και αντιπαρατιθέμενες, κοινωνικές ομάδες και ότι, εξ αιτίας της τωρινής ισραηλινής πολιτικής, η στενή σχέση μεταξύ των δύο σύντομα εξαφανίζεται. Από τη μία μεριά, υπάρχει η παραδοσιακή ολοκληρωτική έννοια, που συζητήθηκε παραπάνω. από την άλλη, υπάρχουν άτομα εβραϊκής καταγωγής που έχουν εσωτερικεύσει το σύστημα ιδεών που ο Καρλ Πόπερ απεκάλεσε «ανοικτή κοινωνία». (Υπάρχουν επίσης μερικοί, ιδιαίτερα στις ΗΠΑ, που δεν έχουν εσωτερικεύσει αυτές τις ιδέες, αλλά προσπαθούν να εμφανίζονται ότι τις έχουν αποδεχθεί).
Είναι σημαντικό να σημειώσουμε ότι όλα τα υποτιθέμενα «εβραϊκά χαρακτηριστικά» –και εννοώ εκείνα τα χαρακτηριστικά που διάφοροι χυδαίοι, δήθεν διανοούμενοι της Δύσης αποδίδουν στους «Εβραίους»– είναι σύγχρονα χαρακτηριστικά, τελείως άγνωστα κατά το μεγαλύτερο μέρος της εβραϊκής ιστορίας, και εμφανίσθηκαν μόνο όταν η ολοκληρωτική εβραϊκή κοινότητα άρχισε να χάνει την ισχύ της. Ας πάρουμε, για παράδειγμα, την περίφημη αίσθηση του χιούμορ των εβραίων. Όχι μόνο το χιούμορ σπανίζει στην Εβραϊκή φιλολογία πριν τον 19ο αιώνα (και συναντάται μόνο σε λίγες περιόδους, σε χώρες όπου η ανώτερη τάξη των Εβραίων ήταν σχετικά απελευθερωμένη από τον ζυγό των ραβίνων, όπως στην Ιταλία μεταξύ του 14ου και του 17ου αιώνα, ή στη μουσουλμανική Ισπανία), μα και το χιούμορ και τα αστεία απαγορευόταν αυστηρά από την εβραϊκή θρησκεία – με χαρακτηριστική εξαίρεση τον χλευασμό των άλλων θρησκειών. Η σάτιρα ενάντια στους ραβίνους και τους ηγέτες της κοινότητας δεν έγινε ποτέ αποδεκτή από τον ιουδαϊσμό, ούτε καν σε μικρό βαθμό, όπως έγινε στη λατινική χριστιανοσύνη. Δεν υπήρχαν εβραϊκές κωμωδίες, όπως δεν υπήρχαν κωμωδίες και στη Σπάρτη, για αντίστοιχους λόγους20.
Ας πάρουμε επίσης την περιβόητη αγάπη της μάθησης. Με την εξαίρεση μιας καθαρά θρησκευτικής παιδείας, που είχε και αυτή ξεπέσει και υποβαθμιστεί, στους Εβραίους της Ευρώπης (και σε κάπως μικρότερο βαθμό επίσης στους Εβραίους των αραβικών χωρών), πριν από το 1780 περίπου, κυριαρχούσε η μέγιστη περιφρόνηση και μίσος για κάθε μάθηση (εκτός από το Ταλμούδ και τον εβραϊκό μυστικισμό). Εκτενή τμήματα της Παλαιάς Διαθήκης, όλη η μη λειτουργική εβραϊκή ποίηση, τα περισσότερα βιβλία της εβραϊκής φιλοσοφίας, δεν διαβάζονταν, και συχνά αναθεματίζονταν τα ίδια τους τα ονόματα. Η μελέτη όλων των γλωσσών απαγορευόταν αυστηρά, καθώς επίσης η μελέτη των μαθηματικών και των επιστημών. Η γεωγραφία21, η ιστορία –ακόμα και η εβραϊκή ιστορία– ήταν εντελώς άγνωστες. Η κριτική σκέψη, που υποτίθεται ότι χαρακτηρίζει τόσο πολύ τους Εβραίους, απουσίαζε παντελώς, και τίποτε δεν απαγορευόταν, δεν τρομοκρατούσε και, κατά συνέπεια, δεν διωκόταν τόσο όσο η παραμικρή καινοτομία ή η πιο αθώα κριτική.
Επρόκειτο για έναν κόσμο βυθισμένο στην πιο απεχθή δεισιδαιμονία, στον φανατισμό και την άγνοια, έναν κόσμο μέσα στον οποίο η εισαγωγή στο πρώτο έργο γεωγραφίας στα εβραϊκά (δημοσιευμένο το 1803 στη Ρωσία) διετύπωνε το παράπονο ότι πάρα πολλοί μεγάλοι ραβίνοι αρνούνταν την ύπαρξη της αμερικανικής ηπείρου, την οποία θεωρούσαν «αδύνατη». Ανάμεσα σε αυτόν τον κόσμο και εκείνα τα στοιχεία που θεωρούνται συχνά στη Δύση ως χαρακτηριστικά των Εβραίων δεν υπάρχει τίποτε το κοινό, εκτός από μια σύγχυση ονομάτων.
Ωστόσο, πολλοί, μα πάρα πολλοί, σύγχρονοι Εβραίοι νοσταλγούν εκείνον τον κόσμο, τον χαμένο παράδεισό τους, την άνετη κλειστή κοινωνία, από την οποία δεν απελευθερώθηκαν τόσο αλλά μάλλον εκδιώχθηκαν. Ένα μεγάλο μέρος του σιωνιστικού κινήματος ήθελε πάντοτε να τον επαναφέρει – και αυτό εν τέλει υπερίσχυσε. Πολλά από τα βαθύτερα κίνητρα των ισραηλινών πρακτικών, που τόσο αποπροσανατολίζουν τους καημένους «μπερδεμένους» δυτικούς «συνοδοιπόρους του Ισραήλ», μπορούν να εξηγηθούν πλήρως όταν τα δει κανείς απλά ως μια αντίδραση –αντίδραση με την πολιτική έννοια– που έχει επικρατήσει τα τελευταία διακόσια χρόνια: μια καταναγκαστική, από πολλές απόψεις καινοτόμος και, ως εκ τούτου, φανταστική επάνοδος στην κλειστή κοινωνία του εβραϊκού παρελθόντος.

Εμπόδια στην Κατανόηση
Από ιστορική άποψη, μπορεί κανείς να δείξει ότι μια κλειστή κοινωνία δεν ενδιαφέρεται για την περιγραφή της, διότι, αναμφίβολα, μια περιγραφή είναι εν μέρει ένα είδος κριτικής ανάλυσης και μπορεί συνεπώς να ενθαρρύνει «απαγορευμένες σκέψεις» κριτικού χαρακτήρα. Όσο πιο ανοικτή γίνεται μια κοινωνία, τόσο πιο πολύ ενδιαφέρεται να σκεφθεί –στην αρχή κατά τρόπο περιγραφικό και στη συνέχεια κριτικό– πάνω στον εαυτό της, τη σύγχρονη λειτουργία της και το παρελθόν της. Αλλά τι συμβαίνει όταν μια ομάδα διανοουμένων επιθυμεί να τραβήξει μια κοινωνία που έχει ήδη ανοιχτεί σε σημαντικό βαθμό, πίσω στην προηγούμενη, την ολοκληρωτική, κλειστή κατάσταση; Τότε, τα ίδια τα μέσα που χρησιμοποιήθηκαν για την πρόοδό της –φιλοσοφία, επιστήμες, ιστορία, και ειδικά η κοινωνιολογία– γίνονται τα πιο αποτελεσματικά όργανα για την «προδοσία των διανοουμένων». Διαστρεβλώνονται, για να μεταβληθούν σε μηχανισμούς εξαπάτησης, και δεν αργούν να εκφυλιστούν.
Ο κλασικός ιουδαϊσμός22 έδειξε ελάχιστο ενδιαφέρον για να περιγράψει ή να εξηγήσει τον εαυτό του στα μέλη της κοινότητάς του, είτε διέθεταν παιδεία (στις ταλμουδικές σπουδές) είτε όχι23. Είναι αξιοσημείωτο ότι η γραφή της εβραϊκής ιστορίας, ακόμα και με τη μορφή απλών χρονικών, διεκόπη εντελώς από την εποχή του Ιώσηπου Φλάβιου (τέλος του 1ου αιώνα μ.Χ.) μέχρι την Αναγέννηση, όταν αναβίωσε για λίγο στην Ιταλία και σε άλλες χώρες, όπου οι Εβραίοι βρίσκονταν κάτω από ισχυρή ιταλική επιρροή24. Είναι ιδιαίτερα ενδεικτικό το ότι οι ραβίνοι φοβούνταν την εβραϊκή ιστορία ακόμα περισσότερο από τη γενική, και το πρώτο σύγχρονο βιβλίο ιστορίας που δημοσιεύθηκε στα εβραϊκά (τον 16ο αιώνα) έφερε τίτλο Ιστορία των Βασιλέων της Γαλλίας και των Οθωμανών Βασιλέων. Στη συνέχεια, δημοσιεύθηκαν μερικά βιβλία ιστορίας που αφορούσαν μόνο στις διώξεις που είχαν υποστεί οι Εβραίοι. Το πρώτο πραγματικό βιβλίο εβραϊκής ιστορίας25 (που πραγματευόταν την αρχαία περίοδο) σύντομα απαγορεύθηκε και καταστράφηκε από τις ανώτατες ραβινικές αρχές και δεν επανεμφανίσθηκε πριν τον 19ο αιώνα. Επιπλέον, οι ραβινικές αρχές της Ανατολικής Ευρώπης εξέδωσαν ένα διάταγμα σύμφωνα με το οποίο απαγορεύονταν όλες οι μελέτες που δεν είχαν σχέση με το Ταλμούδ, ακόμα και όταν δεν περιείχαν τίποτε το επιλήψιμο που να επισύρει τον αναθεματισμό, για τον λόγο ότι καταλάμβαναν χρόνο που έπρεπε να χρησιμοποιηθεί είτε για τη μελέτη του Ταλμούδ είτε για προσπορισμό χρημάτων – τα οποία έπρεπε να χρησιμοποιηθούν για τη χρηματική ενίσχυση των μελετητών του Ταλμούδ. Μόνο ένα παραθυράκι έμενε, δηλαδή ο χρόνος που ένας ευσεβής Εβραίος έπρεπε αναγκαστικά να περάσει στο αποχωρητήριο. Σ’ αυτόν τον ακάθαρτο χώρο, οι ιερές μελέτες απαγορεύονται, και, ως εκ τούτου, επιτρεπόταν να διαβάζει κανείς εκεί ιστορία, με την προϋπόθεση ότι ήταν γραμμένη στα εβραϊκά και ήταν αποκλειστικά κοσμική, πράγμα το οποίο σήμαινε ότι έπρεπε να αφορά αποκλειστικά σε μη εβραϊκά θέματα. (Μπορούμε να φαντασθούμε ότι οι λίγοι Εβραίοι της εποχής εκείνης που –δελεασμένοι, χωρίς αμφιβολία, από τον Σατανά– ανέπτυξαν ένα ενδιαφέρον για την ιστορία των Γάλλων βασιλιάδων, θα παραπονούνταν συνεχώς στους γειτόνους τους για τη δυσκοιλιότητα από την οποία έπασχαν…). Κατά συνέπεια, πριν από διακόσια χρόνια, η μεγάλη πλειονότητα των Εβραίων αγνοούσε παντελώς την ύπαρξη της Αμερικής, καθώς επίσης την εβραϊκή ιστορία και τη σύγχρονη κατάσταση των Εβραίων. και ήταν απολύτως ικανοποιημένοι να παραμένουν έτσι.
Σημειώσεις:
10. Οι ίδιοι οι Εβραίοι, στο σύνολό τους, περιέγραφαν τους εαυτούς τους ως μια θρησκευτική κοινότητα ή, για την ακρίβεια, ένα θρησκευτικό έθνος. «Ο λαός μας είναι λαός μόνο εξ αιτίας της Τορά (του θρησκευτικού νόμου)» –αυτή η ρήση μιας από τις μεγαλύτερες αυθεντίες, του ραβίνου Sa’adia Hagga’on, που έζησε τον 10ο αιώνα, έχει γίνει παροιμιώδης.
11. Από τον αυτοκράτορα Ιωσήφ Β΄, το 1782.
12. Όλα αυτά συνήθως παραλείπονται στην κοινή εβραϊκή ιστοριογραφία, ώστε να διαδίδουν τον μύθο ότι οι εβραίοι διατήρησαν τη θρησκεία τους από ένα θαύμα ή από κάποια περίεργη μυστική δύναμη.
13. Για παράδειγμα, στο έργο της, Οι απαρχές του Ολοκληρωτισμού, ένα σημαντικό μέρος του οποίου είναι αφιερωμένο στους εβραίους.
14. Πριν τα τέλη του 18ου αιώνα, οι Γερμανοί εβραίοι είχαν πάρει την άδεια από τους ραβίνους τους να γράφουν τα γερμανικά με εβραϊκούς χαρακτήρες αποκλειστικά, επί ποινή αφορισμού, μαστίγωσης, κ.λπ.
15. Τότε, μετά από συμφωνία της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας και των εβραίων ηγετών (δυναστεία του Nesi’im), όλοι οι εβραίοι της Αυτοκρατορίας υπήχθησαν στην οικονομική και πειθαρχική εξουσία αυτών των ηγετών και των ραβινικών δικαστηρίων τους, που ανέλαβαν να τηρούν την τάξη μεταξύ των εβραίων.
16. Γερμανο-εβραϊκή διάλεκτος (σ.τ.ε.).
17. Δηλαδή που έχουν υποστεί τελετουργική κάθαρση και, σε ό,τι αφορά στα ζώα, έχουν θανατωθεί με έναν συγκεκριμένο τρόπο (σ.τ.ε.).
18. Θρησκευτικός εορτασμός της εισόδου στην εφηβική ηλικία. (σ.τ.ε.)
19. Προσωπικά δεν είμαι σοσιαλιστής, αλλά τιμώ και σέβομαι τους ανθρώπους με των οποίων τις αρχές διαφωνώ, αν κάνουν μια τίμια προσπάθεια να είναι πιστοί στις αρχές τους. Αντίθετα, δεν υπάρχει τίποτε τόσο περιφρονητέο από τη δόλια χρήση παγκόσμιων αρχών, είτε ορθές είτε λανθασμένες είναι αυτές, για τους εγωιστικούς σκοπούς ενός ατόμου ή, ακόμα χειρότερα, μιας ομάδας.
20. Πράγματι, πολλές αρχές του ορθόδοξου ιουδαϊσμού φαίνεται ότι έχουν ως πρότυπό τους τη Σπάρτη, μέσω της ολέθριας πολιτικής επιρροής του Πλάτωνα. Πάνω σ’ αυτό το θέμα, βλέπε τα εξαιρετικά σχόλια του Moses Hadas, Hellenistic Culture, Fusion and Diffusion, Columbia University Press, New York, 1959.21. Συμπεριλαμβανομένης και της γεωγραφίας της Παλαιστίνης, και μάλιστα της ακριβούς τοποθεσίας της. Αυτό το αποδεικνύει ο προσανατολισμός όλων των συναγωγών σε χώρες όπως η Πολωνία και η Ρωσία: οι εβραίοι υποτίθεται ότι προσεύχονται κοιτώντας προς την Ιερουσαλήμ, και οι Εβραίοι της Ευρώπης, που είχαν μόνο μια ασαφή ιδέα για το πού ήταν η Ιερουσαλήμ, πάντοτε υπέθεταν ότι ήταν κατ’ ευθείαν ανατολικά, ενώ γι’ αυτούς ήταν πράγματι μάλλον κατ’ ευθείαν νότια.
22. Σ’ αυτό το κεφάλαιο, χρησιμοποιώ τον όρο «κλασικός ιουδαϊσμός» για να περιγράψω τον ραβινικό ιουδαϊσμό όπως εμφανίσθηκε μετά το 800 μ.Χ. περίπου και διήρκεσε μέχρι το τέλος του 18ου αιώνα. Αποφεύγω τον όρο «κανονιστικός ιουδαϊσμός», τον οποίο πολλοί συγγραφείς χρησιμοποιούν με την ίδια κατά προσέγγιση σημασία, διότι περιλαμβάνει αδικαιολόγητες υποδηλώσεις.
23. Τα έργα εβραίων των ελληνιστικών χρόνων, όπως ο Φίλων ο Αλεξανδρεύς, συνιστούν μια εξαίρεση. Γράφτηκαν πριν αποκτήσει ο κλασικός ιουδαϊσμός μια θέση αποκλειστικής ηγεμονίας. Πράγματι, εν συνεχεία απαγορεύτηκαν μεταξύ των εβραίων και σώθηκαν μόνο χάρη στο ενδιαφέρον χριστιανών μοναχών.
24. Καθ’ όλη την περίοδο από το 100 μέχρι το 1500 μ.Χ., γράφτηκαν μόνο δύο ταξιδιωτικά βιβλία και μία ιστορία ταλμουδικών μελετών – ένα σύντομο, ανακριβές και ανιαρό βιβλίο, γραμμένο επί πλέον από έναν περιφρονημένο φιλόσοφο (Abraham ben-David, Ισπανία, γύρω στο 1170).
25. Me’or ‘Eynayi’n από τον ‘Azarya de Rossi, Φερράρα, Ιταλία, 1574.

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*