Άρδην τ. 71, Το Εβραϊκό ζήτημα και ο σιωνισμός

Μια κλειστή ουτοπία;

του  Ισραήλ Σαχάκ

Άρδην τ. 71

Αυτό το βιβλίο, αν και είναι γραμμένο στα αγγλικά και απευθύνεται σε ανθρώπους που ζουν εκτός του κράτους του Ισραήλ, είναι κατά κάποιον τρόπο μια συνέχεια των πολιτικών δραστηριοτήτων μου ως Ισραηλινού Εβραίου. Δραστηριοποίηση που ξεκινά το 1965-66 με μια διαμαρτυρία που προκάλεσε, τότε, ένα μεγάλο σκάνδαλο, στο οποίο ήμουν αυτόπτης μάρτυρας: Ένα Σάββατο, ένας άκρως θρησκευόμενος Εβραίος δεν επέτρεψε να χρησιμοποιηθεί το τηλέφωνό του προκειμένου να κληθεί το ασθενοφόρο για έναν μη Eβραίο, που έτυχε να καταρρεύσει στη γειτονιά του στην Ιερουσαλήμ.

Αντί να δημοσιοποιήσω απλώς το περιστατικό στον Τύπο, ζήτησα να γίνει μια συνάντηση με μέλη του ραβινικού δικαστηρίου της Ιερουσαλήμ, το οποίο διορίζεται από το κράτος του Ισραήλ. Τους ρώτησα εάν μια τέτοια συμπεριφορά ήταν σύμφωνη με τη δική τους ερμηνεία για την εβραϊκή θρησκεία. Απάντησαν ότι ο εν λόγω Εβραίος είχε συμπεριφερθεί με σύνεση και ευσέβεια και, για να υποστηρίξουν τη δήλωσή τους, με παρέπεμψαν στο απόσπασμα μιας έγκυρης σύνοψης των ταλμουδικών νόμων γραμμένη τον 20ό αιώνα. Ανέφερα το περιστατικό στην κυριότερη εβραϊκή καθημερινή εφημερίδα, τη Χάαρετ’ζ, και η δημοσίευση της ιστορίας προκάλεσε σκάνδαλο στα μέσα μαζικής ενημέρωσης. Η επίδραση του σκανδάλου υπήρξε μάλλον αρνητική για μένα. Ούτε οι ισραηλινές ραβινικές αρχές, ούτε οι ραβινικές αρχές της διασποράς ανακάλεσαν ποτέ την απόφασή τους, δηλαδή ότι ένας Εβραίος δεν πρέπει να παραβιάσει το Σάββατο προκειμένου να σώσει τη ζωή ενός μη Εβραίου. Προσθέτοντας πολλές ψευδευλαβείς ανοησίες, ισχυρίζονταν ότι, αν το αποτέλεσμα μιας τέτοιας πράξης θέτει Εβραίους σε κίνδυνο, τότε επιτρέπεται για χάρη τους η παραβίαση του Σαββάτου. Έγινε προφανές σε μένα –καθώς μελετούσα τους ταλμουδικούς νόμους που διέπουν τις σχέσεις μεταξύ Εβραίων και μη Εβραίων– ότι ούτε ο σιωνισμός, στη φαινομενικά μη θρησκευτική του πτέρυγα, ούτε οι ισραηλινές πολιτικές, από τις απαρχές του κράτους του Ισραήλ, ούτε καν η πολιτική των Εβραίων υποστηρικτών του Ισραήλ που ζουν στη διασπορά μπορούσαν να γίνουν κατανοητές αν δεν λάμβανε κανείς υπόψη του τη βαθύτερη επιρροή αυτών των νόμων και την κοσμοθεωρία που συγκροτούν και εκφράζουν. Η πραγματική πολιτική του Ισραήλ, μετά τον Πόλεμο των Έξι Ημερών, και ιδιαίτερα το καθεστώς του απαρτχάιντ που επιβλήθηκε στα Κατεχόμενα, όπως και η στάση της πλειονότητας των Εβραίων –ακόμα και θεωρητικά– απέναντι στο θέμα των δικαιωμάτων των Παλαιστινίων, εδραίωσαν αυτή μου την πεποίθηση.

Με αυτή τη διαπίστωση, δεν επιχειρώ να αποσιωπήσω τις πολιτικές ή στρατηγικές εκτιμήσεις που ενδέχεται επίσης να επηρέασαν τους ηγέτες του Ισραήλ. Απλώς, λέω ότι μια συγκεκριμένη πολιτική που εφαρμόζεται στην πράξη συνιστά πάντα μια αλληλεπίδραση ρεαλιστικών υπολογισμών (άσχετα αν εγώ τις κρίνω ορθές ή λανθασμένες, ηθικές ή ανήθικες), από τη μια, και ιδεολογικών επιρροών, από την άλλη. Οι τελευταίες, μάλιστα, ασκούν τόσο μεγαλύτερη επίδραση όσο λιγότερο συζητούνται και όσο λιγότερο έρχονται στην επιφάνεια. Κάθε μορφή ρατσισμού, διακρίσεων και ξενοφοβίας γίνεται πιο ισχυρή και έχει μεγαλύτερη επιρροή πολιτικά όταν θεωρείται δεδομένη από την κοινωνία που την εκτρέφει˙ πολύ περισσότερο, όταν η συζήτηση γύρω απ’ αυτό το θέμα απαγορεύεται, επίσημα ή ανεπίσημα. Κατά συνέπεια, ο ρατσισμός, οι διακρίσεις και η, βάσει θρησκευτικών κινήτρων, ξενοφοβία, που κυριαρχούν στους Εβραίους και στρέφονται εναντίον των μη Εβραίων, προσομοιάζουν στον αντισημιτισμό και στα θρησκευτικά κίνητρά του. Εντούτοις, σήμερα, ενώ ο αντισημιτισμός συζητείται, η ύπαρξη του εβραϊκού ρατσισμού και της ξενοφοβίας αγνοείται, όχι τόσο στο εσωτερικό του Ισραήλ όσο στο εξωτερικό.

Ορίζοντας το «εβραϊκό κράτος»

Κατ’ αρχάς, πρέπει να αναφερθούμε εκτενώς στις επικρατούσες εβραϊκές αντιλήψεις απέναντι στους μη Εβραίους, διότι, χωρίς αυτό, ακόμα και η έννοια του Ισραήλ ως «εβραϊκού κράτους», όπως επισήμως αυτoορίζεται, δεν μπορεί να γίνει κατανοητή. Η ευρέως διαδεδομένη και λανθασμένη αντίληψη ότι το Ισραήλ –ακόμα και αν δεν ληφθεί υπόψη το καθεστώς που έχει επιβάλει στα Κατεχόμενα– είναι μια πραγματική δημοκρατία προκύπτει από την παραθεώρηση της σημασίας που έχει ο όρος «εβραϊκό κράτος» για τους μη Εβραίους. Κατά τη γνώμη μου, το Ισραήλ, ως εβραϊκό κράτος, αποτελεί κίνδυνο τόσο για το ίδιο και τους κατοίκους του, όσο και για τους Εβραίους συνολικά, καθώς και για όλους τους υπόλοιπους λαούς και κράτη της Μέσης Ανατολής και όχι μόνο. Ταυτοχρόνως, θεωρώ εξίσου επικίνδυνα άλλα κράτη ή οντότητες της Μέσης Ανατολής που αυτοπροσδιορίζονται ως «αραβικά» ή «μουσουλμανικά», με τον ίδιο τρόπο που το Ισραήλ αυτοπροσδιορίζεται ως «εβραϊκό». Ενώ όμως αυτός ο κίνδυνος συζητείται ευρύτατα, δεν γίνεται λόγος για εκείνον που είναι συνυφασμένος με τον εβραϊκό χαρακτήρα του κράτους του Ισραήλ.

Η αρχή ότι το Ισραήλ είναι ένα «εβραϊκό κράτος» υπήρξε αποφασιστικής σημασίας για τους Ισραηλινούς πολιτικούς ήδη από την ίδρυσή του˙ και με αυτή την αρχή διαποτίστηκε παντοιοτρόπως ο εβραϊκός πληθυσμός. Όταν, στις αρχές της δεκαετίας του ’80, μια πολύ μικρή μειοψηφία Ισραηλινών Εβραίων αντιτάχθηκε σ’ αυτήν την αντίληψη, η Κνεσσέτ1 ψήφισε, το 1985, με συντριπτική πλειοψηφία, έναν Συνταγματικό Νόμο (δηλαδή έναν νόμο που κατισχύει έναντι των διατάξεων άλλων νόμων και δεν μπορεί να ακυρωθεί παρά μόνο με ειδική διαδικασία) σύμφωνα με τον οποίο οποιοδήποτε κόμμα έχει ένα πρόγραμμα δεδηλωμένα αντίθετο στην έννοια του «εβραϊκού κράτους», ή επιδιώκει να την αμφισβητήσει με δημοκρατικά μέσα, δεν έχει το δικαίωμα να μετέχει στις βουλευτικές εκλογές. Προσωπικά, αντιτίθεμαι σθεναρά σ’ αυτή τη συνταγματική διάταξη, γεγονός που έχει ως συνέπεια, στο κράτος που βρίσκομαι, να μην μπορώ ν’ ανήκω σε ένα κόμμα με τις αρχές του οποίου θα μπορούσα να συμφωνήσω, και στο οποίο να επιτρέπεται να συμμετέχει στις εκλογές. Ακόμα και αυτό το παράδειγμα δείχνει ότι το κράτος του Ισραήλ δεν είναι δημοκρατικό, διότι επιβάλλει μια ιουδαϊκή ιδεολογία που στρέφεται εναντίον όλων των μη Εβραίων καθώς και όσων Εβραίων αντιτάσσονται σ’ αυτήν. Επιπλέον, αυτή η κυρίαρχη ιδεολογία συνιστά έναν κίνδυνο που δεν περιορίζεται στο εσωτερικό, αλλά επηρεάζει εξίσου και την εξωτερική πολιτική του Ισραήλ· έναν κίνδυνο που θα εξακολουθήσει να μεγαλώνει όσο θα ενισχύονται οι δύο παράμετροι που βρίσκονται υπό εξέλιξη σήμερα: η ενδυνάμωση του εβραϊκού χαρακτήρα του Ισραήλ και η επιβεβαίωση της ισχύος του, ιδιαίτερα όσον αφορά στο πυρηνικό οπλοστάσιο. Ένας άλλος δυσοίωνος παράγοντας είναι ότι ενισχύεται παράλληλα η ισραηλινή επιρροή στο πολιτικό κατεστημένο των ΗΠΑ. Ως εκ τούτου, μια ακριβής πληροφόρηση όσον αφορά τον Ιουδαϊσμό, και ειδικά τη μεταχείριση των μη Εβραίων από το Ισραήλ, καθίσταται σήμερα όχι απλώς σημαντική αλλά, από πολιτική άποψη, ζωτική.

Ας αρχίσω με τον επίσημο ισραηλινό ορισμό του όρου «εβραϊκός», που αποκαλύπτει την πολύ σημαντική διαφορά μεταξύ του Ισραήλ, ως «εβραϊκού κράτους», και της πλειοψηφίας των άλλων κρατών. Σύμφωνα με αυτή την επίσημη ονομασία του, το Ισραήλ «ανήκει» στα άτομα που ορίζονται από τις ισραηλινές αρχές ως «Εβραίοι», και μόνο σ’ αυτά, ασχέτως του τόπου διαμονής τους. Από την άλλη μεριά, το Ισραήλ δεν «ανήκει» στους μη Εβραίους πολίτες του, των οποίων το καθεστώς θεωρείται υποδεέστερο ακόμα και επισήμως. Αυτό σημαίνει στην πράξη ότι, αν μέλη μιας περουβιανής φυλής προσηλυτισθούν στον Ιουδαϊσμό, και κατά συνέπεια γίνουν Εβραίοι, αποκτούν αμέσως την ιδιότητα του Ισραηλινού πολίτη και μπορούν να συμμετάσχουν στην εκμετάλλευση του 70% περίπου της γης της Δυτικής Όχθης (και του 92% των εδαφών του καθεαυτό Ισραήλ), που επισήμως διατίθεται για αποκλειστική χρήση των Εβραίων. Αντίθετα, απαγορεύεται σε όλους τους μη Εβραίους (και όχι μόνο στους Παλαιστινίους) να εκμεταλλεύονται αυτή τη γη. (Η απαγόρευση ισχύει ακόμη και για τους Ισραηλινούς Άραβες που έχουν υπηρετήσει ως υψηλόβαθμοι στον ισραηλινό στρατό). Η περίπτωση των Περουβιανών που προσηλυτίσθηκαν στον Ιουδαϊσμό συνέβη πραγματικά πριν από μερικά χρόνια. Οι νεόκοποι Εβραίοι εγκαταστάθηκαν στη Δυτική Όχθη, κοντά στη Ναμπλούς, σε γη από την οποία οι μη Εβραίοι έχουν αποκλειστεί. Όλες οι ισραηλινές κυβερνήσεις αναλαμβάνουν τεράστια πολιτικά ρίσκα, συμπεριλαμβανομένου και του πολέμου, ώστε τέτοιοι εποικισμοί, που αποτελούνται αποκλειστικά από άτομα που ορίζονται ως «Εβραίοι» (και όχι ως «Ισραηλινοί», όπως ψευδώς ισχυρίζονται τα περισσότερα μέσα ενημέρωσης), να εξαρτώνται αποκλειστικά από «εβραϊκές» αρχές.

Υποψιάζομαι ότι οι Εβραίοι των ΗΠΑ ή της Μεγάλης Βρετανίας θα το θεωρούσαν αντισημιτικό αν οι Χριστιανοί πρότειναν να γίνουν οι ΗΠΑ ή το Ηνωμένο Βασίλειο «χριστιανικό κράτος», που θα ανήκε μόνο σε πολίτες που επισήμως θα ορίζονταν ως «Χριστιανοί». Οι συνέπειες ενός τέτοιου δόγματος θα ήταν ότι οι Εβραίοι που θα προσηλυτίζονταν στον Χριστιανισμό θα γίνονταν ισότιμοι πολίτες, ακριβώς εξ αιτίας αυτού. Πρέπει να υπενθυμίσουμε πως οι Εβραίοι γνωρίζουν πολύ καλά, μέσα από τη δική τους ιστορία, τα οφέλη του προσηλυτισμού, καθώς ήταν ο μόνος τρόπος για να παύσουν αυτομάτως οι διακρίσεις που επέβαλλαν τα χριστιανικά και τα ισλαμικά κράτη εναντίον όλων εκείνων που δεν ανήκαν στη θρησκεία του κράτους, συμπεριλαμβανομένων και των Εβραίων. Έτσι, και οι διακρίσεις που επιβάλλει το κράτος του Ισραήλ εναντίον ενός μη Εβραίου θα σταματήσουν από τη στιγμή που αυτός θα ασπασθεί τον Ιουδαϊσμό. Τούτο απλώς αποδεικνύει ότι το ίδιο είδος αποκλειστικότητας, που η πλειονότητα των Εβραίων της διασποράς θεωρεί αντισημιτισμό, θεωρείται από την πλειονότητα των Εβραίων σύμφωνο με την εβραϊκότητα. Το να αντιτάσσεται κανείς και στον αντισημιτισμό και στον εβραϊκό σωβινισμό θεωρείται ευρέως από τους Εβραίους ως «μίσος ενάντια στον ίδιο σου τον εαυτό», μια, κατά τη γνώμη μου, ανόητη αντίληψη.

Έτσι, η σημασία του όρου «εβραϊκός» και των συγγενικών όρων, συμπεριλαμβανομένου και του όρου «Ιουδαϊσμός», γίνεται τόσο σημαντική στο πλαίσιο της ισραηλινής πολιτικής όσο η σημασία του όρου «ισλαμικός» όταν χρησιμοποιείται επισήμως από το Ιράν, ή του όρου «κομμουνιστικός» όταν χρησιμοποιείτο επισήμως από την ΕΣΣΔ. Παρ’ όλα αυτά, η σημασία του όρου «εβραϊκός», όπως χρησιμοποιείται γενικά, δεν είναι σαφής, είτε στα εβραϊκά είτε όταν μεταφράζεται σε άλλες γλώσσες, και, ως εκ τούτου, έπρεπε να του δοθεί ένας επίσημος ορισμός.

Σύμφωνα με το ισραηλινό δίκαιο, ένας άνθρωπος θεωρείται «Εβραίος» είτε αν η μητέρα, η γιαγιά, η προγιαγιά και η προ-προγιαγιά του ήταν εβραϊκής θρησκείας, είτε αν o ίδιος έχει ασπαστεί τον Ιουδαϊσμό κατά τρόπο που να ικανοποιεί τις ισραηλινές αρχές, και υπό τον όρο ότι δεν έχει προσηλυτισθεί σε άλλη θρησκεία μετά από τον Ιουδαϊσμό, οπότε για το Ισραήλ παύει να θεωρείται «Εβραίος». Από τους τρεις αυτούς όρους, ο πρώτος εκφράζει τον ταλμουδικό ορισμό τού «ποιος είναι εβραίος», ορισμό που ακολουθεί η εβραϊκή ορθοδοξία. Το Ταλμούδ2 και ο μεταταλμουδικός ραβινικός νόμος αναγνωρίζουν επίσης τον προσηλυτισμό ενός μη Εβραίου στον Ιουδαϊσμό (καθώς και την αγορά ενός μη Εβραίου σκλάβου από έναν Εβραίο, που ακολουθείται από ένα διαφορετικό είδος προσηλυτισμού) ως μέθοδο για να γίνει κανείς Εβραίος, υπό τον όρο ότι ο προσηλυτισμός γίνεται από αναγνωρισμένους ραβίνους, σύμφωνα με την πρέπουσα διαδικασία. Αυτή η «πρέπουσα διαδικασία» συνεπάγεται, για τις γυναίκες, την εξέτασή τους από τρεις ραβίνους ενώ είναι γυμνές μέσα σε ένα «λουτρό κάθαρσης», ένα τελετουργικό που, αν και πασίγνωστο σε όλους τους αναγνώστες του εβραϊκού Τύπου, δεν αναφέρεται συχνά από τα αγγλικά μέσα ενημέρωσης, παρά το αναμφισβήτητο ενδιαφέρον που θα είχε για ορισμένους. Ελπίζω ότι αυτό το βιβλίο θα αποτελέσει την αφετηρία μιας διαδικασίας που θα καλύψει αυτή την έλλειψη.

Όμως, υπάρχει και μια άλλη επείγουσα ανάγκη που επιτάσσει να οριστεί επισήμως ποιος είναι και ποιος δεν είναι «Εβραίος». Το κράτος του Ισραήλ επίσημα μεροληπτεί υπέρ των Εβραίων και κατά των μη Εβραίων σε πολλούς τομείς της ζωής, εκ των οποίων τρεις θεωρώ ως τους πιο σημαντικούς: το δικαίωμα παραμονής, το δικαίωμα εργασίας και το δικαίωμα της ισότητας απέναντι στον νόμο. Οι διακρίσεις ως προς την παραμονή βασίζονται στο γεγονός ότι το 92% περίπου του εδάφους του Ισραήλ είναι ιδιοκτησία του κράτους και το διαχειρίζεται η Ισραηλινή Κτηματική Υπηρεσία (Israel Land Authority), σύμφωνα με κανονισμούς που εκδίδει το Εθνικό Εβραϊκό Ίδρυμα (Jewish National Fund, JNF), το οποίο συμμετέχει στην Παγκόσμια Σιωνιστική Οργάνωση (World Zionist Organization). Στους κανονισμούς του, το Εθνικό Εβραϊκό Ίδρυμα αρνείται το δικαίωμα παραμονής, το δικαίωμα να ανοίξει επιχείρηση, και, συχνά, το δικαίωμα εργασίας σε κάποιον, αποκλειστικά και μόνο επειδή δεν είναι Εβραίος. Αντίθετα, δεν απαγορεύεται στους Εβραίους να κατοικούν ή να ανοίγουν επιχειρήσεις οπουδήποτε μέσα στο Ισραήλ. Εάν τέτοιες μεροληπτικές πρακτικές εφαρμόζονταν σε άλλο κράτος εναντίον των Εβραίων, θα χαρακτηρίζονταν αμέσως, και δικαιολογημένα, αντισημιτικές και, χωρίς αμφιβολία, θα πυροδοτούσαν μαζικές δημόσιες διαμαρτυρίες. Όταν ακολουθούνται από το Ισραήλ, ως μέρος της «εβραϊκής ιδεολογίας» του, συνήθως αγνοούνται επιμελώς ή δικαιολογούνται, τις σπάνιες φορές που αναφέρονται.

Η άρνηση του δικαιώματος στην εργασία σημαίνει ότι, επισήμως, απαγορεύεται στους μη Εβραίους να εργάζονται σε γη που διαχειρίζεται η Ισραηλινή Κτηματική Υπηρεσία – σύμφωνα με τους κανονισμούς του Εθνικού Εβραϊκού Ιδρύματος. Βέβαια, αυτοί οι κανονισμοί δεν εφαρμόζονται πάντα, ούτε καν συχνά, μα υπάρχουν. Από καιρού εις καιρόν το Ισραήλ διεξάγει εκστρατείες για την εφαρμογή τους από τις κρατικές αρχές, όπως, παραδείγματος χάριν, όταν το υπουργείο Γεωργίας στρέφεται εναντίον «της μάστιγας της συγκομιδής των οπωροφόρων, που ανήκουν σε Εβραίους και βρίσκονται σε Εθνικό Έδαφος (δηλαδή έδαφος που ανήκει στο κράτος του Ισραήλ) από Άραβες εργάτες», ακόμα και όταν οι εργάτες αυτοί είναι πολίτες του Ισραήλ. Το Ισραήλ, επίσης, απαγορεύει αυστηρά στους Εβραίους που είναι εγκατεστημένοι σε «Εθνικά Εδάφη» να υπενοικιάζουν ακόμα και μέρος της γης τους σε Άραβες, έστω και για μικρό χρονικό διάστημα, ενώ όσοι το κάνουν τιμωρούνται, συνήθως με μεγάλα πρόστιμα. Από την άλλη, δεν απαγορεύεται σε μη εβραίους να νοικιάσουν τη γη τους σε Εβραίους. Αυτό σημαίνει, στη δική μου περίπτωση, ότι, λόγω του ότι είμαι Εβραίος, έχω το δικαίωμα να νοικιάσω από έναν άλλο Εβραίο ένα περιβόλι με οπωροφόρα για να μαζέψω τη συγκομιδή, αλλά ένας μη Εβραίος, είτε είναι πολίτης του Ισραήλ είτε αλλοδαπός μόνιμος κάτοικος, δεν έχει αυτό το δικαίωμα.

Οι μη Εβραίοι πολίτες του Ισραήλ δεν απολαμβάνουν το δικαίωμα ισότητας απέναντι στον νόμο. Αυτή η μεροληπτική διάκριση ισχύει σε πολλούς νόμους του Ισραήλ στους οποίους, ίσως για να αποφευχθεί η αμηχανία, οι όροι «Εβραίος» και «μη Εβραίος» συνήθως δεν αναφέρονται με σαφήνεια, όπως αναφέρονται στον ζωτικής σημασίας Νόμο περί Επιστροφής (Law of Return). Σύμφωνα με αυτόν, μόνο άτομα τα οποία ορίζονται επισήμως ως «Εβραίοι» έχουν το αυτονόητο δικαίωμα εισόδου και εγκατάστασης στο Ισραήλ. Λαμβάνουν αυτομάτως ένα «πιστοποιητικό μετανάστευσης», το οποίο, με την είσοδό τους στη χώρα, τους παρέχει «την υπηκοότητα λόγω επανόδου στην εβραϊκή πατρίδα», παράλληλα με πολλές οικονομικές απολαβές, που διαφοροποιούνται εν μέρει ανάλογα με τη χώρα από την οποία μετανάστευσαν. Οι Εβραίοι που μεταναστεύουν από τα κράτη της πρώην ΕΣΣΔ λαμβάνουν ένα «επίδομα ενσωμάτωσης» άνω των 20.000 δολαρίων κατά οικογένεια. Όλοι οι Εβραίοι που μεταναστεύουν στο Ισραήλ, σύμφωνα με τον συγκεκριμένο νόμο, αποκτούν αμέσως το δικαίωμα ψήφου στις εκλογές καθώς και το δικαίωμα να εκλέγονται στην Κνεσσέτ – ακόμα και αν δεν μιλούν λέξη εβραϊκά.

Άλλοι ισραηλινοί νόμοι καταφεύγουν σε αιδήμονες περιφράσεις του τύπου «κάθε φυσικό πρόσωπο που μπορεί να μεταναστεύσει σύμφωνα με τον Νόμο περί Επιστροφής» και «κάθε φυσικό πρόσωπο που στερείται του δικαιώματος να μεταναστεύσει σύμφωνα με τον Νόμο περί Επιστροφής». Σύμφωνα με τον εν λόγω νόμο, επιχορηγήσεις δίνονται στην πρώτη κατηγορία και αποκλείονται συστηματικά από τη δεύτερη. Ο πλέον συνήθης τρόπος εφαρμογής των διακρίσεων στην καθημερινή ζωή είναι η ταυτότητα, που όλοι είναι υποχρεωμένοι να φέρουν πάντα μαζί τους. Οι ταυτότητες αναγράφουν την επίσημη εθνικότητα του ατόμου, που μπορεί να είναι «εβραϊκή», «αραβική», «δρουζική» κ.ο.κ., όχι όμως «ισραηλινή». Προσπάθειες που έγιναν προκειμένου να αναγκάσουν τον υπουργό Εσωτερικών να επιτρέψει στους Ισραηλινούς που το επιθυμούν να χαρακτηρίζονται επισήμως ως «Ισραηλινοί», ή έστω ως «Ισραηλινοί-Εβραίοι» στις ταυτότητές τους έχουν αποτύχει. Όσοι το επιχείρησαν έλαβαν ένα γράμμα από το υπουργείο Εσωτερικών που δηλώνει ότι «έχει αποφασιστεί η μη αναγνώριση ισραηλινής υπηκοότητας». Το γράμμα δεν αναφέρει ποιος πήρε την απόφαση ή πότε.

Υπάρχουν τόσοι πολλοί νόμοι και κανονισμοί στο Ισραήλ οι οποίοι κάνουν διακρίσεις υπέρ των ατόμων «που έχουν το δικαίωμα να μεταναστεύσουν σύμφωνα με τον Νόμο περί Επιστροφής», ώστε το θέμα απαιτεί ιδιαίτερο χειρισμό. Μπορούμε να δούμε εδώ ένα παράδειγμα, φαινομενικά ασήμαντο σε σύγκριση με τους περιορισμούς διαμονής, το οποίο είναι ωστόσο σημαντικό, εφόσον αποκαλύπτει τις πραγματικές προθέσεις του Ισραηλινού νομοθέτη. Οι Ισραηλινοί πολίτες οι οποίοι εγκαταλείπουν τη χώρα για ένα διάστημα αλλά ανήκουν σ’ εκείνους που «μπορούν να μεταναστεύσουν στο Ισραήλ σύμφωνα με τον Νόμο περί Επιστροφής» έχουν δικαίωμα, όταν επιστρέψουν, σε μεγάλες τελωνειακές απαλλαγές, σε επίδομα για τη γυμνασιακή εκπαίδευση των παιδιών τους, σε επιχορήγηση ή δάνειο με ευνοϊκούς όρους για την αγορά ενός διαμερίσματος, καθώς και άλλα προνόμια. Οι πολίτες που δεν ανήκουν σ’ αυτή την κατηγορία, με άλλα λόγια οι μη Εβραίοι πολίτες του Ισραήλ, δεν απολαμβάνουν κανένα από αυτά τα οφέλη. Η προφανής στόχευση τέτοιων μεροληπτικών μέτρων είναι να μειωθεί ο αριθμός των μη Εβραίων πολιτών του Ισραήλ, ώστε να γίνει το Ισραήλ ένα πιο «εβραϊκό» κράτος.

Σημειώσεις:

1. Το Κοινοβούλιο του Ισραήλ. (σ.τ.ε.)

2. Μετά την καταστροφή του Ναού, το 70 μ.Χ., οι ραβίνοι της Παλαιστίνης συγκέντρωσαν κάποιες προφορικές διδασκαλίες σε ένα πρώτο κείμενο. Καθώς όμως αύξανε ο διωγμός των Ιουδαίων της Παλαιστίνης, που συνοδευόταν από άνοδο του χριστιανισμού σε πολιτική δύναμη, το κέντρο της ταλμουδικής ανάπτυξης μετακινήθηκε στη Βαβυλώνα, που βρισκόταν σε ασφάλεια, έξω από τα όρια της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Έτσι, πραγματοποιήθηκε η παραγωγή δύο Ταλμούδ, σε δύο αυτοτελείς μορφές-παραλλαγές:

α) το Ταλμούδ της Βαβυλώνας, που είναι το μεγαλύτερο σε έκταση από τα δύο (περίπου τέσσερις φορές μεγαλύτερο) και πολύ πλουσιότερο σε περιεχόμενο. Γράφτηκε στις εβραϊκές σχολές της Βαβυλώνας, στην αραμαϊκή γλώσσα, και ολοκληρώθηκε περίπου το 400 μ.Χ., και

β) το Ταλμούδ της Ιερουσαλήμ, ή παλαιστινιακό, που είναι μικρότερο σε έκταση από το Ταλμούδ της Βαβυλώνας και θεωρείται υποδεέστερό του. Είναι γραμμένο στα αραμαϊκά και δίνει χρήσιμες πληροφορίες για τη ζωή των Εβραίων της Παλαιστίνης τους πρώτους πέντε μετά Χριστόν αιώνες. Ολοκληρώθηκε περίπου το 500 μ.Χ.

Το Ταλμούδ αποτελείται από τη Μισνά και την Γκεμαρά. Η Μισνά είναι μια συλλογή, αρχικά προφορικών νόμων, από περίπου 120 νομοδιδασκάλους, που συμπληρώνουν και υπομνηματίζουν τους γραπτούς νόμους. Η κωδικοποίησή της ολοκληρώθηκε γύρω στις αρχές του 3ου αιώνα μ.Χ. Κάθε διδασκαλία που δεν περιλαμβάνεται στη Μισνά ονομάστηκε Βαραγθά (= η «εκτός») και δηλώνει τους προφορικούς νόμους που έμειναν εκτός Μισνά. Η ερμηνεία του Νόμου όμως δεν σταμάτησε στις αρχές του 3ου αιώνα, οπότε έγινε η καταγραφή της Μισνά. Στην Παλαιστίνη και τη Βαβυλώνα συγκεντρώθηκε, από την προφορική παράδοση, νέο, κάθε είδους, ερμηνευτικό υλικό. Έτσι, δημιουργήθηκαν οι Γκεμαρά, ένας τύπος εγκυκλοπαίδειας που περιέχει αναφορές σε κάθε είδους θέμα (Πηγή Βικιπαίδεια).

Όταν λοιπόν γίνεται αναφορά στο Ταλμούδ, στην ουσία αναφερόμαστε στον εβραϊσμό. (σ.τ.ε)

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*