Οικονομία

Η συναίνεση του Βερολίνου

του Βασίλη Βιλιάρδου από την ιστοσελίδα www.casss.gr

Η ΣΥΝΑΙΝΕΣΗ ΤΟΥ ΒΕΡΟΛΙΝΟΥ: Οι νέες πολεμικές συμμαχίες, η καθαίρεση της Δημοκρατίας στην Ευρώπη, η σκοπιμότητα της πολιτικής λιτότητας που επέβαλε η Γερμανία, τα είδη του χρέους και οι μεγάλοι κίνδυνοι, με τους οποίους είναι αντιμέτωπη η Ελλάδα

“Παγιώνονται εξουσιαστικά συμφέροντα, τα οποία λειτουργούν ανασταλτικά σε κάθε προσπάθεια αντιστροφής της δεδομένης πλέον διαίρεσης εξουσίας και κοινωνίας. Σε μία έμμεση αντιπροσώπευση (κοινοβουλευτική δημοκρατία), κοινωνία και εξουσία διαιρούνται. Τα μέλη της κοινωνίας χάνουν το προνόμιο του εντολέα, το οποίο για να ασκείται πλήρως απαιτείται καθημερινή επιτήρηση των πολιτικών. Βασικά, στο όνομα της αποτελεσματικής διακυβέρνησης, οι πολίτες-εντολείς εκποιούν σε μερικές εκατοντάδες άτομα την κοινωνική και πολιτική τους ελευθερία, χωρίς να είναι κατοχυρωμένο το προνόμιο για άμεσο έλεγχο των κυβερνώντων.

 

Η επαρκής επιτήρηση της εξουσίας από τους πολίτες-εντολείς είναι σημαντική σε μία άμεση δημοκρατία – αλλά ακόμη πιο επιτακτική σε ένα πολίτευμα έμμεσης αντιπροσώπευσης…..Στο βαθμό και στην έκταση που Πολιτική και Κοινωνία διαιρούνται, οι πολιτικοί διευκολύνονται στην άσκηση της εξουσίας, με το να μετατρέπονται σε εξεζητημένους ανεξάρτητους «εξωπολιτικούς» δρώντες, οι οποίοι μπορούν να λειτουργούν ακόμη και με άκρατη ιδιοτέλεια. Επιτηδευμένα, για να εξυπηρετούν τα ιδιοτελή τους συμφέροντα, μπορούν να εμφανίζουν πολλές αποφάσεις ως ζητήματα «έκτακτης ανάγκης» – χάρη μίας αποτελεσματικής διακυβέρνησης.

 

…Επειδή όμως η κοινωνία είναι ζωντανός οργανισμός, ιδιαίτερα σε στιγμές κρίσης, εάν τα μέλη της δεν διαδηλώνουν ή δεν επαναστατούν, αναγκάζονται να μετατρέπονται σε «μη κυβερνητικούς» ακτιβιστές, οι οποίοι δρουν εξωπολιτικά και συχνά διεθνικά. Έτσι, ο ρόλος της κοινωνίας ως εντολέας της εξουσίας συρρικνώνεται ολοένα και περισσότερο – ενώ η κοινωνία απομονώνεται από την πραγματική εξουσία. ‘Όταν «το χτένι φτάσει στον κόμπο», τότε η κοινωνία διαδηλώνει και διαμαρτύρεται ή επαναστατεί” (Π. Ήφαιστος).

Ανάλυση

Είναι προφανές ότι, δημιουργούνται πλέον σαφείς «πολεμικές» συμμαχίες, στον πρώτο παγκόσμιο οικονομικό πόλεμο, ο οποίος «μαίνεται» από το 2008 – με κριτήριο την πρόσφατη σύνοδο κορυφής της ΕΕ στην οποία, όπως φαίνεται, η Ελλάδα «τοποθετήθηκε» στους συμμάχους της Γερμανίας (αν και εμείς πιστεύουμε ότι κινδυνεύει να «αποβληθεί» από τη ζώνη του Ευρώ, αφού θα συνεχίσει δυστυχώς να αποτελεί την ιδανική υποψήφια χώρα, για τον παραδειγματισμό των υπολοίπων «εταίρων» της Ευρωζώνης – άρθρο μας).

Το αγγλοσαξονικό μέτωπο, εκπροσωπούμενο από τη Μ. Βρετανία (με τις Η.Π.Α. στο παρασκήνιο), «εκφραστής» των χρηματοπιστωτικών αγορών, παίρνει ήδη θέσεις μάχης – ενώ το γαλλογερμανικό, «εκφραστής» του Καρτέλ της πραγματικής οικονομίας (βιομηχανικές επιχειρήσεις, κυρίως Γερμανικές, αλλά και Γαλλικές), κατάφερε τελικά να ηγηθεί των υπολοίπων ευρωπαϊκών χωρών, δημιουργώντας μία ισχυρή συμμαχία (οφείλουμε να υπενθυμίσουμε εδώ ότι, το 3ο Ράιχ μετέτρεψε σε χρόνο μηδέν τις βιομηχανίες σε εξοπλιστικές – ενώ η Γερμανία αυξάνει διαρκώς το μερίδιο της στις εξαγωγές πολεμικών όπλων).

Το τρίτο μέτωπο του πολέμου, η Κίνα, ανασυντάσσεται, σχεδιάζοντας να επιτεθεί τόσο στην Ευρώπη, όσο και στις Η.Π.Α., με τη βοήθεια δύο καινούργιων επενδυτικών κεφαλαίων, συνολικού ύψους 300 δις € – με στόχο την εξαγορά επιχειρήσεων και την εξασφάλιση των δυτικών καταναλωτικών αγορών, για τα προϊόντα κινεζικής παραγωγής. Όλα τα υπόλοιπα κράτη, κυρίως η Ρωσία, η οποία στηρίζεται αφενός μεν στα ενεργειακά αποθέματα της, αφετέρου στην ισχυρή πολεμική της μηχανή (πρόσφατα μετέφερε πυραύλους στα σύνορα με τη Δύση), παρακολουθούν προσεκτικά τις κινήσεις των «ανταγωνιστών τους» – χωρίς να δείχνουν προς τα έξω το ενδιαφέρον τους.

Η Γερμανία, έχοντας τεράστια αδυναμία στο χρηματοπιστωτικό τομέα (το ισχυρότερο ίδρυμα της, η Deutsche Bank, δεν είναι καν γερμανικό), θα προσπαθήσει να περιορίσει την «εμβέλεια» του το συντομότερο δυνατόν – μεταξύ άλλων με τη βοήθεια της φορολογίας των τραπεζικών συναλλαγών και της θέσπισης αυστηρών ρυθμιστικών πλαισίων. Οι προθέσεις της αυτές θα τη φέρουν αντιμέτωπη με το μένος των αγγλοσαξονικών χρηματοπιστωτικών αγορών – οι οποίες θα προσπαθήσουν να αντεπιτεθούν, ως συνήθως με τη βοήθεια των εταιρειών αξιολόγησης, του ΔΝΤ, των hedge funds, καθώς επίσης όλων των υπολοίπων όπλων μαζικής καταστροφής, τα οποία διαθέτουν.

Από την άλλη πλευρά η ίδια χώρα, πάντοτε με «υποτελή συνοδοιπόρο» τη Γαλλία, έχοντας να αντιμετωπίσει την κινεζική «παραγωγική μηχανή», η οποία στηρίζεται στους χαμηλούς μισθούς των εργαζομένων της, στις ανύπαρκτες κοινωνικές παροχές, καθώς επίσης στον απολυταρχισμό της κεντρικής διοίκησης, θα προσπαθήσει να δημιουργήσει ανάλογες συνθήκες εντός της Ευρώπης – κυρίως στις χώρες του Νότου και της Α. Ευρώπης (μεταξύ άλλων με τη βοήθεια της λειτουργίας ειδικών οικονομικών ζωνών, καθώς επίσης της εγκατάστασης πανίσχυρων φοροεισπρακτικών δομών, «τύπου SS», οι οποίες ουσιαστικά επιβάλλουν το φόβο και τον απολυταρχισμό στις σύγχρονες κοινωνίες).

Η τοποθέτηση του κ. Reichenbach στην Αθήνα (με στόχο τη φορολογική κυρίως αναδιοργάνωση του δημοσίου, «εμπλουτισμένη» με τις γνωστές αστυνομικές μεθόδους κοινωνικού διασυρμού και είσπραξης), καθώς επίσης του «Γερμανού υφυπουργού» στη Θεσσαλονίκη (με στόχο τα ευρωπαϊκά προγράμματα, έμμεσα για τη δημιουργία ειδικών οικονομικών ζωνών χαμηλής φορολόγησης και φθηνού εργατικού δυναμικού στη Μακεδονία και τη Θράκη), τεκμηριώνουν με τον καλύτερο δυνατό τρόπο τις προθέσεις της εντολοδόχου του Καρτέλ – το οποίο δεν έχει διστάσει να λεηλατήσει στο παρελθόν τους ίδιους τους Γερμανούς εργαζομένους, με τη χρήση απίστευτων μεθοδεύσεων (υπεργολάβων παροχής έργου, ακόμη και στα Supermarket, για την αποφυγή της εργατικής νομοθεσίας, έντεχνων συμβάσεων απασχόλησης ορισμένου χρόνου με δωρεάν παροχή εργασίας, «δανεικών» εργαζομένων κλπ.).

Παράλληλα η Γερμανία (πολύ λιγότερο η Γαλλία), θα συνεχίσει να επεκτείνεται εξαγωγικά, καθώς επίσης με τις εμπορικές επιχειρήσεις της σε όλη την έκταση της Ευρώπης, εκμεταλλευόμενη μία καταναλωτική αγορά 500 εκ. ανθρώπων – ταυτόχρονα με τη λεηλασία (ιδιωτικοποιήσεις, αγορά σε τιμές εκποίησης) των τοπικών κερδοφόρων/στρατηγικών επιχειρήσεων των αδύναμων χωρών, με τη βοήθεια της πολιτικής λιτότητας που επιβάλλει.

Στα πλαίσια αυτά, θα συνεχίσει να εκμεταλλεύεται την εμπειρία και τις μεθόδους του ΔΝΤ – το οποίο πιθανολογούμε ότι χρησιμοποιήθηκε από τη Γερμανία, για να κάνει τη «βρώμικη δουλειά» (ενώ λειτουργούσε παράλληλα ως εντολέας των αγορών, με στόχο την επέλαση τους στην Ευρωζώνη, μέσα από την Ελληνική κερκόπορτα).

Αργά ή γρήγορα δε θα υποκύψει και η Γαλλία, με αφετηρία την υποτίμηση της πιστοληπτικής της ικανότητας, οπότε το γερμανικό Καρτέλ, εξαγοράζοντας τις μεγαλύτερες γαλλικές επιχειρήσεις, θα γίνει ο απόλυτος κυρίαρχος του παιχνιδιού εντός της Ευρώπης – εάν δεν μεσολαβήσουν «έκτακτα γεγονότα».

Η ΚΑΘΑΙΡΕΣΗ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

Στην τελευταία σύνοδο κορυφής δημιουργήθηκε ένα ακόμη μέτωπο: αυτό της ευρωπαϊκής πολιτικής ελίτ, το οποίο τοποθετήθηκε καθαρά εναντίον της Ευρώπης των Πολιτών και της Δημοκρατίας. Η ευρεία αναθεώρηση της συνθήκης που συμφωνήθηκε, το νέο Μάαστριχτ στην ουσία, παράκαμψε τα «Δημοκρατικά Δίκαια» του ευρωπαϊκού κοινοβουλίου, καθώς επίσης των εθνικών κοινοβουλίων των χωρών-μελών της ΕΕ και των λαών τους, μέσω μίας «ταχείας διαδικασίας», η οποία συμπεριλαμβάνει τις συνολικές αλλαγές σε ένα και μόνο  «πρωτόκολλο» – ένα συνοδευτικό έγγραφο που μοιάζει σε μεγάλο βαθμό με τα «πονηρά» πολυνομοσχέδια, με τα οποία «εμπλουτίζονται» τα εκάστοτε μνημόνια στην Ελλάδα.

Με τον τρόπο αυτό, δεν παρακάμπτονται μόνο τα δημοψηφίσματα στις εκάστοτε χώρες, αλλά ακόμη και  η ψήφιση της συνθήκης από τα εθνικά κοινοβούλια – μία μεθόδευση εξόχως αντιδημοκρατική, η οποία όμως έγινε αποδεκτή από το σύνολο σχεδόν των ηγετών της ΕΕ (με φωτεινή εξαίρεση τη Μ. Βρετανία, την Τσεχία, την Ουγγαρία και τη Σουηδία). Ειδικά όσον αφορά την Ελλάδα, ψήφισε ουσιαστικά, ερήμην όλων μας, τη θανατική καταδίκη της – αφού, με κριτήριο τη νέα συνθήκη, δημιουργούνται οι προϋποθέσεις «απέλασης» της, οι οποίες θα οδηγήσουν σε νέους, πολύ μεγαλύτερους εκβιασμούς και εγκληματικά μνημόνια.

Ολοκληρώνοντας, η Ευρώπη αποφάσισε όπως πάντα, ακολουθώντας τις εντολές της καγκελαρίου, με νομικά και πολιτικά κριτήρια – χωρίς να λάβει καθόλου υπ’ όψη τα οικονομικά. Οι πραγματικοί κίνδυνοι όμως είναι οικονομικοί – ειδικά επειδή ολόκληρος ο Νότος είναι βυθισμένος σε μία ύφεση, η οποία θα διαρκέσει τουλάχιστον μέχρι το 2013. Όταν λοιπόν αποφασίζει κανείς, μέσα σε αυτήν την ύφεση, να εφαρμόσει μία πολιτική ακόμη μεγαλύτερου περιορισμού ελλειμμάτων και χρεών, την ενισχύει ουσιαστικά – οπότε τα φορολογικά έσοδα καταρρέουν και οι κυβερνήσεις υποχρεώνονται να ψηφίσουν νέα μέτρα λιτότητας και δήμευσης, για να καλύψουν τα κενά που δημιουργούνται στους προϋπολογισμούς τους.

Έτσι οδηγούν τις χώρες τους σε ένα «σπιράλ θανάτου», σε μία διαδικασία μακρόχρονης ύφεσης (deflation), η οποία προκαλεί συνεχείς μειώσεις μισθών και τιμών – κάτι που θα διαρκέσει τουλάχιστον μια δεκαετία. Φυσικά αυτό διευκολύνει τα μέγιστα τις προθέσεις της Γερμανίας η οποία, όπως αναφέραμε, θέλει να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις ανταγωνισμού της Κίνας και στην παραγωγή καταναλωτικών αγαθών – κυρίως με τη βοήθεια των χαμηλών μισθών.

Επίσης διευκολύνει την υποταγή των ευρωπαϊκών κρατών στο «διευθυντήριο των Βρυξελών» (πίσω από το οποίο κρύβεται η Γερμανία, οπότε το Καρτέλ), αφού η πολιτική λιτότητας υποθάλπει την εμπιστοσύνη των πολιτών απέναντι στις κυβερνήσεις τους, με αποτέλεσμα να «αποθέτουν» τις ελπίδες τους στην ευρωπαϊκή διακυβέρνηση – γεγονός που τεκμηριώνεται πλέον από αρκετές δημοσκοπήσεις. Για παράδειγμα, το 78% των Ελλήνων είναι υπέρ του ευρώ, θεωρώντας ότι η κυβέρνηση τους είναι ανίκανη να λύσει τα προβλήματα της οικονομίας τους. Κατά μέσον όρο, η εμπιστοσύνη στην Ευρώπη για την επίλυση της κρίσης είναι υψηλότερη (44%), από την εμπιστοσύνη στις εθνικές κυβερνήσεις (38%) – ενώ η αντίστοιχη στο ΔΝΤ είναι μόλις 15% (στις Η.Π.Α. 7%).

Ουσιαστικά λοιπόν η σύνοδος κορυφής της 9ης Δεκεμβρίου θα μείνει στην Ιστορία, ως εκείνη η σύνοδος, η οποία καθιέρωσε τη δικτατορία του Καρτέλ στην Ευρώπη, εκπροσωπούμενου από τους πολιτικούς υπαλλήλους του – επί πλέον αυτή, η οποία «νομιμοποίησε τις εγκληματικές μεθόδους του ΔΝΤ» (πολιτική λιτότητας, με στόχο την είσπραξη των απαιτήσεων των τοκογλύφων δανειστών, παράλληλα με τη λεηλασία της δημόσιας και ιδιωτικής περιουσίας), τις οποίες υιοθέτησε/ιδιοποιήθηκε έντεχνα η πρωσική Γερμανία, εκμεταλλευομένη τη δραστηριοποίηση του στην Ελλάδα. Πρόκειται λοιπόν για την αντικατάσταση της «συναίνεσης της Ουάσιγκτον» στην Ευρώπη (άρθρο μας), με μία νέα: με τη «συναίνεση του Βερολίνου», μέσω των Βρυξελών.

Επιθυμώντας τώρα να αναλύσουμε τη μέθοδο, την οποία επινόησε η πρωσική Γερμανία της κυρίας Merkel (μάλλον εγκυμονεί έναν νέο Hitler, όπως έχει γραφτεί στο παρελθόν), για να επιβληθεί στην Ευρώπη, τη σκόπιμη πολιτική λιτότητας δηλαδή, τα παρακάτω:

Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΤΗΣ ΛΙΤΟΤΗΤΑΣ

 

Τα προβλήματα, τα οποία δημιουργούνται από το δανεισμό, δεν οφείλονται τόσο στο απόλυτο μέγεθος του χρέους αλλά, κυρίως, στη δυνατότητα ή μη της εξυπηρέτησης του – στο εάν δηλαδή μπορεί ένα κράτος (μία επιχείρηση, ένας ιδιώτης), να εξοφλήσει τους ληξιπρόθεσμους τόκους και τα χρεολύσια (δόσεις), με βάση τη δανειακή συμφωνία που έχει υπογραφεί. Ακριβώς για το λόγο αυτό οι αποφάσεις δανειοδότησης ή μη εκ μέρους των τραπεζών, δεν βασίζονται τόσο στις παρεχόμενες εμπράγματες εγγυήσεις, όσο στις δυνατότητες αποπληρωμής του αιτουμένου δανείου.

Η μείωση των δαπανών, η αύξηση των εσόδων, το ύψος του επιτοκίου, καθώς επίσης ο χρόνος αποπληρωμής, από τον οποίο εξαρτώνται οι εκάστοτε δόσεις, καθορίζουν σε μεγάλο βαθμό τις δυνατότητες εξυπηρέτησης του χρέους – ενώ η αύξηση των εσόδων μπορεί να προέλθει είτε από υψηλότερους φόρους (τιμές πώλησης για μία επιχείρηση), είτε από τη μεγαλύτερη ανάπτυξη (τζίρος για μία επιχείρηση). Σε γενικές γραμμές δε, με δεδομένα τα έσοδα και τις δαπάνες, ως ποσοστά επί του ΑΕΠ (τζίρου), υποθέτοντας δηλαδή ότι είναι σταθερά, ο ρυθμός ανάπτυξης πρέπει να ξεπερνάει το ύψος του επιτοκίου – έτσι ώστε να επιτυγχάνεται η ποσοστιαία επί του ΑΕΠ μείωση του χρέους.

Από τον Πίνακα Ι που ακολουθεί, τεκμηριώνεται το γεγονός ότι, το χρέος της Ελλάδας θα ήταν πολύ καλύτερα διαχειρίσιμο, εάν το επιτόκιο διαμορφωνόταν στο 1,25% (1% είναι το σημερινό βασικό της ΕΚΤ) – χωρίς καμία διαγραφή χρέους και με δόσεις εξόφλησης 40 ετών.

ΠΙΝΑΚΑΣ Ι: Αποπληρωμή του χρέους σε 40 ετήσιες δόσεις  (α) χωρίς διαγραφή (360 δις €) και (β) με διαγραφή 100 δις € (260 δις €)

Δημόσιο Χρέος

Τόκοι

Χρεολύσια

Σύνολο

360 δις € με 1,25%

4,50

9,00

13,50

260 δις € με 8,00%

20,80

6,50

27,30

Σημείωση: Για διευκόλυνση, δεν συνυπολογίζουμε τη συνεχή μείωση των ετησίων τόκων, λόγω της αποπληρωμής των δόσεων του χρέους. Το 1,25% είναι το επιτόκιο, με το οποίο δανείζει σήμερα η ΕΚΤ τις τράπεζες.

Όπως φαίνεται καθαρά από τον Πίνακα Ι, η ετήσια επιβάρυνση (τοκοχρεολύσια), χωρίς διαγραφή χρέους και με 1,25% επιτόκιο θα ήταν της τάξης των 13,5 δις € – ενώ με διαγραφή 100 δις € και με επιτόκιο 8% θα ήταν 27,3 δις €. Επομένως, η μη διαγραφή και η επιβάρυνση μας με χαμηλό επιτόκιο, θα ήταν μία πολύ πιο συμφέρουσα λύση για την Ελλάδα – παράλληλα, η λύση αυτή θα ήταν σχετικά εφικτή στην επίτευξη της, καθώς επίσης απόλυτα έντιμη, ενώ δεν θα υποχρέωνε τις τράπεζες μας να «ξεπουληθούν» στους ξένους εισβολείς.

Περαιτέρω οι υψηλότεροι φόροι, όπως και η αύξηση των τιμών μίας επιχείρησης, μειώνουν συνήθως το ρυθμό ανάπτυξης – οδηγώντας τις περισσότερες φορές στην ύφεση (περιορισμός του τζίρου για μία επιχείρηση, μείωση του ΑΕΠ για ένα κράτος). Η ύφεση με τη σειρά της περιορίζει τα έσοδα, παρά την αύξηση των συντελεστών (φόρων για ένα κράτος, ποσοστών κέρδους για μία επιχείρηση), οπότε το αποτέλεσμα των ενεργειών μας είναι αρνητικό.

Από την άλλη πλευρά, εάν επιλέξουμε δηλαδή την ανάπτυξη αντί για τους φόρους, με στόχο την αύξηση των εσόδων, απαιτούνται επενδύσεις – είτε από το δημόσιο, είτε από τον ιδιωτικό τομέα μίας χώρας. Για να επενδύσει ο δημόσιος τομέας, σύμφωνα με την αντιμετώπιση των υφέσεων κατά τον Keynes (αναθέρμανση της ζήτησης και της προσφοράς, με τη βοήθεια του κράτους – το οποίο αργότερα, όταν «πάρει τη σκυτάλη» ο ιδιωτικός τομέας, οφείλει να αποσύρεται), είναι απαραίτητος ο δανεισμός του – μία δυνατότητα η οποία φυσικά δεν υφίσταται, όταν το κράτος είναι υπερχρεωμένο, έχοντας παράλληλα μεγάλα ελλείμματα στους προϋπολογισμούς του (ζημίες για μία επιχείρηση).

Επομένως, με στόχο πάντα την ανάπτυξη, οι επενδύσεις μπορούν να προέλθουν μόνο από τον ιδιωτικό τομέα – κάτι που προϋποθέτει αφενός μεν την κατανάλωση εκ μέρους των νοικοκυριών, καθώς επίσης το δανεισμό των επιχειρήσεων (ή τις επενδύσεις και από τους δύο), αφετέρου ένα σταθερό φορολογικό και οικονομικό περιβάλλον (τόσο στο εσωτερικό, όσο και στο εξωτερικό). Όταν όμως τα νοικοκυριά είναι υπερχρεωμένα ή/και απαισιόδοξα για το μέλλον τους, οι επιχειρήσεις επίσης, ενώ το περιβάλλον είναι «ασταθές», εκλείπουν οι προϋποθέσεις ανάπτυξης – οπότε η πολιτική λιτότητας (μείωση των δαπανών, αύξηση των εσόδων, με τη βοήθεια των φόρων ή των τιμών), θεωρείται ουσιαστικά μονόδρομος.

Η πολιτική λιτότητας τώρα προϋποθέτει επίσης χρηματοδότηση – αφού απαιτείται χρόνος για να αποδώσει «καρπούς», ενώ στην αρχή αυξάνει τα ελλείμματα και τα χρέη (λόγω υψηλών δαπανών από την ανεργία και μειωμένων εσόδων από την ύφεση). Το γεγονός αυτό αποδεικνύεται από την εφαρμογή της στη Γερμανία, μετά την είσοδο της στην Ευρωζώνη (Hartz I,II κλπ.) – όπου τα ελλείμματα στους προϋπολογισμούς της υπερέβαιναν σταθερά τα κριτήρια του Μάαστριχτ (χωρίς φυσικά να απαιτήσουν τότε οι «εταίροι» της το σεβασμό των υπογεγραμμένων εκ μέρους της), παρά το ότι δεν είχε μεσολαβήσει η σημερινή κρίση.

Εάν όμως δεν υπάρχουν δυνατότητες αυτόνομης, «βιώσιμης» χρηματοδότησης (χαμηλά επιτόκια), πόσο μάλλον ολοκληρωτική αδυναμία, όπως στο παράδειγμα της Ελλάδας, η καταναγκαστική εφαρμογή της πολιτικής λιτότητας (εκ μέρους του ΔΝΤ, το οποίο ενδιαφέρεται μόνο για την είσπραξη των απαιτήσεων των δανειστών μίας χώρας, σε συνδυασμό με τη λεηλασία της), οδηγεί στην κατάρρευση. Για παράδειγμα, όταν μία ζημιογόνα επιχείρηση αυξήσει τις τιμές της, μειώνεται καταρχήν ο τζίρος και αυξάνουν οι ζημίες της – ενώ για να μειώσει τις δαπάνες της πρέπει να απολύσει προσωπικό, επιβαρυνόμενη με τις αποζημιώσεις του. Εάν λοιπόν δεν μπορεί να χρηματοδοτηθεί με λογικούς όρους, τότε επιταχύνει απλά την πορεία της προς την καταστροφή.

Στα πλαίσια αυτά, εάν δεν υπάρξει άμεση αναδιαπραγμάτευση του χρέους (μείωση των επιτοκίων, επιμήκυνση των δόσεων), έτσι ώστε να αποδώσει η λιτότητα και να δημιουργηθούν γρήγορα συνθήκες ανάπτυξης, τότε η υπερχρεωμένη χώρα, όπως και η αντίστοιχη επιχείρηση, οδηγείται μονοδρομημένα στη χρεοκοπία – με μοναδική λύση πλέον την υπαγωγή  στο άρθρο 99 για μία εταιρεία, καθώς επίσης την «υποταγή» στους δανειστές για ένα κράτος (εναλλακτικά τη στάση πληρωμών, αφού ένα κράτος, σε αντίθεση με μία εταιρεία, δεν χάνει την εθνική του κυριαρχία – δεν μπορούν οι δανειστές του να προβούν σε κατασχέσεις κλπ.).

Με βάση τα παραπάνω είναι εμφανές ότι, εάν ένα κράτος θέλει να αποφύγει τη χρεοκοπία, οφείλει να ακολουθήσει μία διαφορετική οικονομική πολιτική όσον αφορά τα ελλείμματα του προϋπολογισμού του (η οποία να επικεντρώνεται στη μείωση των περιττών δαπανών λειτουργίας του και όχι στους φόρους), μία δεύτερη όσον αφορά τα ελλείμματα του εξωτερικού ισοζυγίου του (αύξηση της ανταγωνιστικότητας μέσω κάποιας λογικής εσωτερικής υποτίμησης, μείωση των φόρων, παραγωγικές επενδύσεις, εξαγωγές), καθώς επίσης μία τρίτη, όσον αφορά τα χρέη του (αναδιαπραγμάτευση, ανάπτυξη).

Εν τούτοις, στην περίπτωση της Ελλάδας (Πορτογαλία κλπ.) βλέπουμε ότι επιβάλλεται από τη Γερμανία η ίδια πολιτική (μείωση μισθών, αύξηση των φόρων) και για τους τρεις προβληματικούς τομείς – παρά το ότι οι αγορές επιθυμούν ανάπτυξη, καθώς επίσης περιορισμό της ανεργίας (Πίνακας ΙΙ), για να μειώσουν τα επιτόκια και να δανείσουν την Ευρωζώνη.

ΠΙΝΑΚΑΣ IΙ: Η εξέλιξη της ανεργίας σε ορισμένες χώρες της Ευρωζώνης

Χώρα

Αύγουστος 2010

Αύγουστος 2011

Ισπανία

20,5%

22,8%

Κύπρος

6,0%

8,2%

Ελλάδα

12,9%

18,3%

Μέσος Ευρωζώνης

9,6%

10,3%

Σημείωση: Είναι γνωστό ότι η ανεργία δημιουργεί καλύτερες προϋποθέσεις μείωσης των μισθών – ενώ όταν ξεπερνάει το 15%, οι εργαζόμενοι παύουν να διαπραγματεύονται πλέον τις αμοιβές τους.

Πηγή: Spiegel

Πίνακας: Β. Βιλιάρδος

Ανεξάρτητα από το επώδυνο θέμα της ανεργίας (το οποίο θεωρούμε ως το σημαντικότερο πρόβλημα, μαζί με την αναδιανομή των εισοδημάτων και την ασύμμετρη κατανομή ελλειμμάτων/πλεονασμάτων στην Ευρώπη), πριν ακόμη οδηγηθούμε σε συμπεράσματα, θα αναλύσουμε τα κύρια είδη του χρέους, έτσι ώστε να συγκεκριμενοποιήσουμε τη θέση της χώρας μας.

ΤΑ ΕΙΔΗ ΤΟΥ ΧΡΕΟΥΣ

Τα δημόσια χρέη ενός κράτους έναντι των οποίων δυστυχώς δεν τοποθετούνται τα περιουσιακά του στοιχεία, όπως συμβαίνει με τις επιχειρήσεις (Ισολογισμοί), διακρίνονται στα παρακάτω είδη:

(α)  Εμφανή και κρυφά: Εκτός από τα χρέη που δημοσιεύονται ετήσια από τα κράτη (εμφανή), υπάρχουν επί πλέον τα κρυφά χρέη, τα οποία σπάνια ανακοινώνονται – παρά το ότι επιβαρύνουν στο σύνολο τους τα δημόσια ταμεία. Ορισμένα από αυτά είναι οι απαιτήσεις των πολιτών για συντάξεις, οι αποζημιώσεις των δημοσίων υπαλλήλων, τα χρέη των επιχειρήσεων του στενότερου ή ευρύτερου δημόσιου τομέα, για τα οποία ευθύνεται το κράτος, τα χρέη των λοιπών οργανισμών του δημοσίου, τα οποία δεν εμφανίζονται κλπ.

Οι κρυφές αυτές υποχρεώσεις αλλάζουν δραστικά το ύψος του δημοσίου χρέους, όταν έρχεται η ώρα της εξόφλησης τους. Ο Πίνακας IΙΙ αναφέρεται στα εμφανή και κρυφά χρέη ορισμένων ευρωπαϊκών χωρών, σύμφωνα με τους υπολογισμούς του Γερμανού οικονομολόγου B.Raffelhueschen:

ΠΙΝΑΚΑΣ IΙΙ: Εμφανή και κρυφά δημόσια χρέη το 2010, ως ποσοστά επί του ΑΕΠ

Κράτος

Εμφανές χρέος

Κρυφό χρέος

Σύνολο

Ιταλία

118,4

*27,6

146,0

Γερμανία

83,2

109,4

192,6

Φιλανδία

48,3

146,9

195,2

Αυστρία

71,8

225,9

297,7

Γαλλία

82,3

255,2

337,5

Πορτογαλία

93,3

265,5

358,8

Βέλγιο

96,2

329,3

426,0

Ολλανδία

62,9

431,8

494,6

Ισπανία

61,0

487,5

548,5

Ελλάδα

144,9

872,0

1016,9

Λουξεμβούργο

19,1

1096,5

1115,6

Ιρλανδία

92,5

1404,7

1497,2

* Έχουμε την άποψη ότι, τοποθετείται σκόπιμα τόσο χαμηλά, στα πλαίσια των προσπαθειών της Ευρωζώνης να αποφευχθεί η χρεοκοπία της Ιταλίας – η οποία θα σήμαινε το τέλος του ευρώ.

Πηγή: Ameco database, EU, Eurostat, Welt

Πίνακας: Β. Βιλιάρδος

Χωρίς να μπορούμε να εκτιμήσουμε την ορθότητα ή την ενδεχόμενη σκοπιμότητα των στοιχείων του Πίνακα IΙΙ, το ύψος του κρυφού χρέους είναι ανάλογο των κοινωνικών παροχών μίας χώρας προς τους Πολίτες της. Για παράδειγμα, οι Πολίτες του Λουξεμβούργου συνταξιοδοτούνται ακόμη στο 60ο έτος της ηλικίας τους – λαμβάνοντας ολόκληρο το μισθό τους ως σύνταξη. Αντίθετα, το περιορισμένο κρυφό χρέος της Γερμανίας οφείλεται στην «αναμόρφωση» του κοινωνικού κράτους, η οποία ξεκίνησε από τις αρχές του 2000 (μειωμένες συντάξεις, αύξηση του χρόνου στα 67, περιορισμένες παροχές κλπ.).

Εάν κάποιο κράτος αλλάξει το ασφαλιστικό κλπ. πρόγραμμα του, το κρυφό χρέος του μειώνεται αυτόματα – κάτι που προωθείται πλέον τόσο από την ΕΕ, όσο και από το ΔΝΤ, σε όποιες χώρες δραστηριοποιείται. Από το μεγάλο ύψος δε του κρυφού χρέους της Ελλάδας, συμπεραίνουμε πόσο θα περιορισθεί το κοινωνικό κράτος – ιδιαίτερα επειδή μειώνεται διαρκώς το ΑΕΠ, λόγω της πολιτικής λιτότητας που ακολουθείται (για την Ιρλανδία η κατάσταση θα γίνει αφόρητη)

(β) Εσωτερικά και εξωτερικά: Πρόκειται για τα χρέη, τα οποία ένα κράτος οφείλει σε δανειστές του εσωτερικού (τράπεζες, επιχειρήσεις, νοικοκυριά), ή του εξωτερικού. Η κατηγοριοποίηση αυτή οφείλεται κυρίως στη θεωρητική σκέψη ότι, το κράτος θα μπορούσε, σε περίπτωση ανάγκης, να συμψηφίσει το χρέος προς τους πολίτες του, με την επιβολή αντίστοιχων φόρων – κάτι που δεν έχει τη δυνατότητα να το κάνει, όταν οι δανειστές του είναι ξένοι.

Επομένως, όταν ένα κράτος έχει υψηλότερο εσωτερικό δανεισμό από εξωτερικό (όπως στο παράδειγμα της Ιαπωνίας), αντιμετωπίζεται θετικότερα από τις εταιρείες αξιολόγησης. Στον Πίνακα ΙV εμφανίζονται τα εξωτερικά χρέη ορισμένων χωρών, δημόσια και ιδιωτικά, ως ποσοστό επί του ΑΕΠ τους:

ΠΙΚΑΚΑΣ ΙV: Δείκτες χρέους με ημερομηνία τον Ιούνιο του 2011 – το εξωτερικό χρέος στον Πίνακα αφορά τόσο το δημόσιο, όσο και τον ιδιωτικό τομέα, οπότε είναι συχνά υψηλότερο από το δημόσιο.

Χώρα

ΑΕΠ

Εξ. δαν.

Εξ.δ./ΑΕΠ

Χρέος/ΑΕΠ

Εξ. Δ./Κάτ.

Η.Π.Α.

10,8

10,9

101%

100%

35.156

Ιαπωνία

4,1

2,0

50%

233%

15.934

Γερμανία

2,4

4,2

176%

83%

50.659

Γαλλία

1,8

4,2

235%

87%

66.508

Βρετανία

1,7

7,3

436%

81%

117.580

Ιταλία

1,2

2,0

163%

121%

32.875

Ισπανία

0,7

1,9

284%

67%

41.366

Ιρλανδία

0,2

1,7

1.093%

109%

390.969

Πορτογαλία

0,2

0,4

251%

106%

38.081

Ελλάδα

0,2

0,4

253%

166%

38.073

Σημείωση: ΑΕΠ σε τρις €, Εξωτερικός δανεισμός σε τρις €, Εξωτερικός δανεισμός προς ΑΕΠ, Δημόσιο χρέος προς ΑΕΠ, Εξωτερικός δανεισμός ανά κάτοικο.

Πηγή: BIS, IMF, WB, BBC

Πίνακας: Β. Βιλιάρδος

Από τον Πίνακα ΙV φαίνονται καθαρά τα προβλήματα της Μ. Βρετανίας και της Ιρλανδίας, το εξωτερικό χρέος των οποίων, δημόσιο και ιδιωτικό μαζί, είναι σε υπερβολικά υψηλά επίπεδα – επίσης το μεγάλο πλεονέκτημα της Ιαπωνίας η οποία, παρά το μεγάλο δημόσιο χρέος της, είναι πολύ λίγο εξαρτημένη από τους πιστωτές της στο εξωτερικό.

(γ)  Σε ξένο ή εθνικό συνάλλαγμα: Η κατηγοριοποίηση αυτή έχει σχέση με το εάν ένα κράτος μπορεί να επηρεάσει την ισοτιμία του νομίσματος του, έτσι ώστε να εξοφλεί ευκολότερα τα τοκοχρεολύσια του. Όταν ένα κράτος οφείλει στο δικό του συνάλλαγμα, μπορεί να εξοφλήσει εύκολα το χρέος του, επιτρέποντας στην κεντρική του τράπεζα, όταν δεν εξασφαλίζεται η ανεξαρτησία της, να «τυπώσει» νέο, «πληθωριστικό» χρήμα. Όταν όμως τα χρέη του είναι σε ξένα νομίσματα, τότε αδυνατεί να εφαρμόσει τη συγκεκριμένη μέθοδο. Ακριβώς για το λόγο αυτό πολλά κράτη έχουν χρεοκοπήσει, ακόμη και με δημόσιο χρέος της τάξης του 50% του ΑΕΠ τους (Αργεντινή), επειδή το χρέος τους ήταν σε ξένο συνάλλαγμα.

Σε μία νομισματική ένωση, όπως η Ευρωζώνη, η επιρροή προς την κεντρική τράπεζα (ΕΚΤ) είναι περιορισμένη – οπότε πρόκειται σχεδόν για χρέη σε συνάλλαγμα, με μεγάλους κινδύνους (γεγονός που φαίνεται σήμερα). Σημαντικό είναι εδώ το Δίκαιο, στο οποίο υπάγονται τα ομόλογα δανεισμού ενός κράτους – αφού, εάν είναι το εθνικό, όπως συμβαίνει στην περίπτωση της Ελλάδας (κατά 94%) και της Γερμανίας (κατά 99%), τότε επιτρέπεται η μετατροπή του στο νέο εθνικό νόμισμα, εάν αποφασισθεί η έξοδος από την Ευρωζώνη.

(δ)  Σε δημόσιο και ιδιωτικό χρέος: Πρόκειται για μία γενικότερη κατηγοριοποίηση, όπου το ιδιωτικό χρέος είναι το σύνολο των χρεών των τραπεζών, των επιχειρήσεων και των νοικοκυριών. Ο Πίνακας V που ακολουθεί είναι χαρακτηριστικός:

ΠΙΝΑΚΑΣ V: Συνολικά χρέη 2011, δημόσια και ιδιωτικά, ως ποσοστό επί του ΑΕΠ

Χώρα

Σύνολο

Τράπεζες

Επιχειρήσεις

Νοικοκυριά

Δημόσιο

Ιρλανδία

1.166

689

245

123

109

Μ. Βρετανία*

847

547

118

101

81

Ιαπωνία

641

188

143

77

233

Ισπανία

457

111

192

87

67

Γαλλία

449

151

150

61

87

Βέλγιο

435

112

175

53

95

Πορτογαλία

422

61

149

106

106

Ιταλία

377

96

110

50

121

Η.Π.Α.

376

94

90

92

100

Ελλάδα

333

22

74

71

166

Γερμανία**

321

98

80

60

83

Πηγή: MM (IMF)

Πίνακας: Β. Βιλιάρδος

Σημείωση: Τα γερμανικά νοικοκυριά είναι χρεωμένα κατά μέσον όρο με 13.800 €, τα ελληνικά με 10.200 € και τα ιρλανδικά με 30.200 € (πηγή: Creditreform Γερμανίας).  Πρόκειται λοιπόν για ένα τεράστιο πλεονέκτημα της Ελλάδας, το οποίο δεν μπορεί δυστυχώς να χειριστεί σωστά η κυβέρνηση. Το γεγονός αυτό τεκμηριώνει πόσο ικανοί είναι οι Έλληνες, μοναδικό πρόβλημα των οποίων είναι η διεφθαρμένη, ανίκανη και ανεπαρκής Πολιτική τους.

Το πλεονέκτημα εδώ των χωρών με χαμηλό ιδιωτικό χρέος, όπως η Ελλάδα και η Γερμανία, είναι η δυνατότητα του ιδιωτικού τομέα να χρεωθεί – μεταξύ άλλων για να δανείσει (τράπεζες), για να επενδύσει (επιχειρήσεις) και για να καταναλώσει (νοικοκυριά). Στα πλαίσια αυτά, εάν για παράδειγμα χρεωνόταν (δανειζόταν) ο ιδιωτικός τομέας της Ελλάδας (167% του ΑΕΠ χρέος), κατά 100%, φτάνοντας στο ύψος του ιταλικού ιδιωτικού χρέους (257%), τότε θα μειωνόταν μακροπρόθεσμα, με τις κατάλληλες κινήσεις (επενδύοντας στις επιχειρήσεις και τα ακίνητα του δημοσίου, για παράδειγμα), το δημόσιο χρέος στα 66%με το συνολικό να παραμένει ως έχει.

Είναι λοιπόν ένα μεγάλο πλεονέκτημα της χώρας μας, το οποίο δεν πρέπει να χαθεί από την εγκληματική πολιτική του ΔΝΤ και της Γερμανίας – στόχος των οποίων είναι η λεηλασία τόσο του δημόσιου, όσο και του ιδιωτικού τομέα.

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

 

Ο πρώτος παγκόσμιος οικονομικός πόλεμος εξελίσσεται ραγδαία, αφού τα τρία μέτωπα έχουν πάρει πλέον θέσεις τελικής μάχης – με το συμβατικό να μην αποκλείεται, τόσο από την πλευρά των Η.Π.Α., οι οποίες ευρίσκονται σε πορεία παρακμής, όσο και από τη Ρωσία, ενδεχομένως με αφορμή το Ιράν. Η Ελλάδα, ερήμην των Πολιτών της, είναι με την πλευρά της Γερμανίας, αντιμετωπίζοντας όμως μεγάλους κινδύνους – τόσο επειδή θεωρείται ότι «πρόδωσε» την Ευρωζώνη, αποτελώντας το Δούρειο Ίππο του ΔΝΤ (αν και υποθέτουμε ότι, χρησιμοποιήθηκε τόσο αυτή, όσο και το ΔΝΤ από τη Γερμανία, με στόχο την ηγεσία της Ευρώπης), όσο και λόγω της ιδιάζουσας «εκμετάλλευσης» της από την μερκαντιλίστρια Γερμανίδα καγκελάριο (παραδειγματισμός των υπολοίπων χωρών).

Η πολιτική λιτότητας, η οποία επιβλήθηκε στην Ευρώπη, συμβάλλει τα μέγιστα στην κυριαρχία της Γερμανίας – ενώ οδηγεί σε μία δεκαετία καταστροφικής ύφεσης, η οποία θα πλήξει σε μεγάλο βαθμό τις Η.Π.Α. και το χρηματοπιστωτικό θηρίο. Επομένως, η αντεπίθεση των αγορών θεωρείται δεδομένη, ενώ φαίνεται πως έχει προβλεφθεί, εάν όχι υποκινηθεί από τη Γερμανία – η οποία, αφενός μεν θα διευκολυνθεί στις προσπάθειες απεξάρτησης της από τις αγορές, αφετέρου θα αναγκάσει τους «εταίρους» της να προσδεθούν στο δικό της άρμα, χωρίς καμία δυνατότητα αλλαγής πορείας εκ μέρους τους. Έτσι θα εξασφαλισθεί η δημιουργία οικονομικών ζωνών χαμηλού εργατικού κόστους και φορολογίας εντός της ΕΕ, με απολυταρχική δομή ανάλογη της Κίνας και με τις εθνικές κυβερνήσεις «ύπατους αρμοστές», οι οποίοι θα ενδυναμώνουν συνεχώς τη Γερμανία.

Η Ελλάδα, με κριτήριο τα διάφορα είδη χρέους, θα είχε τη δυνατότητα να ανταπεξέλθει οικονομικά, με μία ικανή κυβέρνηση – αν και θα ήταν υποχρεωμένη να μειώσει τις κοινωνικές της δαπάνες, τις στρατιωτικές επίσης (θεωρείται ότι χωρίς αυτές, το χρέος μας δεν θα υπερέβαινε το 60% του ΑΕΠ), παράλληλα με την αναδιάρθρωση του δημοσίου τομέα της, έτσι ώστε να διευκολυνθούν οι ιδιωτικές επενδύσεις. Απέναντι στα χρέη της διαθέτει μία σημαντικότατη δημόσια περιουσία (σε αντίθεση με όλες σχεδόν τις άλλες χώρες), έναν ανεκμετάλλευτο υπόγειο πλούτο τεράστιας αξίας, καθώς επίσης μεγάλες απαιτήσεις απέναντι στη Γερμανία (πολεμικές επανορθώσεις).

Εν τούτοις, απαιτείται σημαντικός χρόνος για να αποδώσουν τα στοιχεία του Ενεργητικού της – επίσης, βοήθεια (οικονομική, Know How) για να τα καταφέρει (αν και υπό προϋποθέσεις, θα μπορούσαν να τιτλοποιηθούν αρκετά περιουσιακά στοιχεία της – να εκχωρηθούν δηλαδή μελλοντικά έσοδα, έναντι χρημάτων). Στα πλαίσια αυτά έχουμε την άποψη ότι, οφείλουν να αναζητηθούν νέες συμμαχίες – είτε στο χώρο του Ευρώ, με στόχο την «απομόνωση» της Γερμανίας, είτε εκτός του Ευρώ (άρθρο μας). Χωρίς τους κατάλληλους συμμάχους, είναι αδύνατον να τα καταφέρει σήμερα – ενώ θα ήταν πολύ πιο εύκολο, δύο χρόνια πριν.

Εάν δεν το κάνει, αφήνοντας τα πράγματα να εξελιχθούν ως έχουν, θα υποδουλωθεί, θα αντιμετωπίσει μεγάλα διλήμματα και τρομακτικές καταστάσεις – ειδικά επειδή η σκόπιμη πολιτική λιτότητας θα την οδηγήσει στον εξευτελισμό, στη φτώχεια, στην ολοκληρωτική απώλεια της Εθνικής της κυριαρχίας και στην απόλυτη χρεοκοπία, χωρίς κανένα αντάλλαγμα.

Η δημόσια περιουσία της θα λεηλατηθεί, η ιδιωτική επίσης, ο υπόγειος πλούτος της θα «υπεξαιρεθεί», ενώ δεν θα εισπράξει ποτέ αυτά που της οφείλει η Γερμανία. Παράλληλα, η αποβολή της από την Ευρωζώνη ή/και η «μετάλλαξη» της σε Γερμανική επαρχία, χωρίς δικαιώματα αλλά μόνο υποχρεώσεις, πόσο μάλλον εάν ψηφιστεί τελικά η νέα συμφωνία του Μάαστριχτ ερήμην των Ευρωπαίων Πολιτών, είναι κάτι περισσότερο από πιθανή.

Τέλος, διαπιστώνοντας ότι, η Δημοκρατία είναι εντελώς ασύμβατη με το διεθνισμό (Ευρωζώνη), πόσο μάλλον με την παγκοσμιοποίηση (πως είναι δυνατόν να ελέγξουν οι Πολίτες μία πιο απομακρυσμένη, μεγαλύτερης ισχύος εξουσία, όταν δεν μπορούν να ελέγξουν το δικό τους κοινοβούλιο;), ενώ η νέα μορφή του καπιταλισμού «μιμείται» τον κινεζικό απολυταρχισμό, έχουμε την ελπίδα ότι, οι Έλληνες θα αντιδράσουν ενεργητικά πριν ακόμη εξαθλιωθούν ή/και υποδουλωθούν – όχι όπως συνέβη δηλαδή στη Γαλλική επανάσταση, στην Αργεντινή κλπ., στις οποίες προηγήθηκε η απόλυτη καταστροφή.

Βασίλης Βιλιάρδος  (copyright)

Αθήνα, 11. Δεκεμβρίου 2011

viliardos@kbanalysis.com

Casss  Group     Twitter     You Toube

    Ο κ. Β. Βιλιάρδος είναι οικονομολόγος και συγγραφέας, πτυχιούχος της ΑΣΟΕΕ Αθηνών, με μεταπτυχιακές σπουδές στο Πανεπιστήμιο του Αμβούργου

ΥΓ. Κυκλοφορεί το τέταρτο βιβλίο μας, με τον τίτλο «Σκάκι με το Διάβολο», περί τις 300 σελίδες, από τις ONEeditions (μπορείτε να το παραγγείλετε με την αποστολή μηνύματος στο kb@kbanalysis.com, στην τιμή των 11,90 € συν τα έξοδα αποστολής. Κυκλοφορεί επίσης το βιβλίο «Υπέρβαση εξουσίας» (τιμή 25,00 € συν έξοδα αποστολής – 400 μεγάλες σελίδες), στο οποίο αποκαλύπτονται οι σκοτεινοί μέθοδοι της Γερμανικής Οικονομικής Αστυνομίας.

Ένα Σχόλιο

  1. κοίτα σύμπτωση! Και γω το ίδιο Αρθρο έχω αναρτήσει

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*