Κοινωνία

Η ζωή στη Σάμο

του Νίκου Ντάσιου από τη Ρήξη που κυκλοφορεί

Τα αδιέξοδα της κρίσης στις πλάτες 25.000 κατοίκων του νησιού

Τα στοιχεία της κρίσης, η έλλειψη θέσεων εργασίας, η έλλειψη των χρημάτων στις τσέπες των ανθρώπων, είναι εμφανή παντού για τους 25.000 μόνιμους κατοίκους του νησιού. Σε δύο μεγάλες πόλεις, το Βαθύ και το Καρλόβασι, περίπου το ένα τέταρτο των καταστημάτων σήμερα είναι κλειστά. Οι περισσότεροι από εκείνους που παραμένουν ανοιχτοί προσφέρουν τέτοιες εκπτώσεις, που είναι θέμα χρόνου να κλείσουν. Οι συχνές απεργίες των λιμενεργατών έχουν σαν αποτέλεσμα να αδειάζουν τα ράφια των σούπερ μάρκετ κάθε τόσο και να υπάρχει έλλειψη ακόμα και του γάλακτος για τα παιδιά.
Σημείο των καιρών, ο πολλαπλασιασμός των «προς πώληση» για  αυτοκίνητα, σπίτια, οικόπεδα, τιμαλφή και ό,τι άλλο έχει αξία. Οι άνθρωποι προσπαθούν ν’ αυξήσουν τα εισοδήματά  τους με κάθε τρόπο,  ξεπουλώντας ό,τι περιουσιακό στοιχείο τους απέμεινε από παλιά κληροδοτήματα, προς όφελος κάθε λογής μαυραγοριτών.
Ο τουρισμός, ο οποίος απασχολεί έναν στους πέντε Έλληνες –και θεωρείται από πολλούς ένας από τους τομείς ζωτικής σημασίας για το μέλλον της χώρας– βρίσκεται επίσης σε σοβαρή υποβάθμιση. Τουλάχιστον τριάντα σημαντικά ξενοδοχεία έχουν κλείσει στη Σάμο τους τελευταίους δώδεκα μήνες.
Η συζήτηση στα καφενεία είναι μόνιμα επικεντρωμένη στο οικονομικό, την απώλεια μισθών και την ανεργία. Οι περισσότεροι που αντιμετωπίζουν χρέη και οικονομικά αδιέξοδα έχουν σταματήσει να πηγαίνουν, παρ’ όλα αυτά, ακόμα και στο καφενείο, λόγω αισθήματος μειονεξίας. Οι υπάλληλοι των υπηρεσιών είδαν τις αποδοχές τους να μειώνονται πάνω από 50% σε μόλις 18 μήνες ενώ οι ελεύθεροι επαγγελματίες αντιμετωπίζουν μονίμως μεγάλες καθυστερήσεις στις πληρωμές για τη δουλειά τους. Οι εργαζόμενοι στην οικοδομή γράφτηκαν στον ΟΑΕΔ και δεν θεωρούν πως θα ξανακάνουν κανονικό μεροκάματο. Αυτό που τους εξοργίζει όμως όλους –δημόσιους, ιδιωτικούς και συνταξιούχους– είναι οι έκτακτες εισφορές για τον φόρο αλληλεγγύης και τους λογαριασμούς της ΔΕΗ, για τους οποίους πολλοί δηλώνουν αδυναμία να πληρώσουν, καταφεύγοντας στον Δήμο.
Η έκρηξη της τιμής της βενζίνης, που φτάνει και το 1,75€/ λίτρο, καθιστά δυσχερείς και τις πιο στοιχειώδεις μετακινήσεις, αφού και τα δρομολόγια των αστικών συγκοινωνιών έχουν ελαχιστοποιηθεί. Ένα ζευγάρι συνταξιούχων, για τη μηνιαία επίσκεψή τους στο Βαθύ για να πάρουν τις συντάξεις τους, χρειάζεται 55€ για το ταξί, όταν η σύνταξη δεν ξεπερνάει τα 400€!
Αυτό που δίνει δυνατότητα επιβίωσης, όμως, είναι η εκμετάλλευση της γης, είτε σ’ ένα μικρό χωράφι, ή ακόμα και στην αυλή του σπιτιού. Στην περίοδο της κρίσης έχουν πολλαπλασιαστεί οι κήποι με εποχικά λαχανικά, ενώ οι σπόροι   γίνονται ανάρπαστοι. Γωνίες των χωριών, που για χρόνια είχαν εγκαταλειφθεί, σήμερα φυτεύονται. Πολλές οικογένειες πήραν τις λίγες καταθέσεις τους από τις τράπεζες για ν’ αγοράσουν κοτόπουλα, κουνέλια, κάποια κατσίκα, ή για να εγκαταστήσουν ένα μελίσσι στο περιβόλι τους. Τα παλιά λιόδεντρα αρχίζουν πάλι να γίνονται εκμεταλλεύσιμα, ενώ πολλοί ανακαλύπτουν το δάσος για να κόψουν ξύλα για τη σόμπα, να μαζέψουν χόρτα, μανιτάρια, καρύδια κ.λπ. Το ζήτημα της θέρμανσης αποτελεί τον μεγαλύτερο εφιάλτη για πολλούς αυτόν το χειμώνα, αφού η τιμή του πετρελαίου θέρμανσης ξεπερνάει το 1€ το λίτρο.
Οι πιο ηλικιωμένες γυναίκες επιδίδονται σε πρακτικές ξήρανσης, εμφιάλωσης και διατήρησης των φρούτων και των λαχανικών, για να υπάρχει περίσσεια για τον χειμώνα. Τα δίκτυα ανταλλαγής χωρίς χρήματα είναι καθημερινή πρακτική. Είναι σύνηθες π.χ. ν’ ανταλλάξει κάποιος μια γαλοπούλα, για να πάρει ξύλα ή λάδι. Μόλις πρόσφατα ξεκίνησε μια ανάλογη πρωτοβουλία ανταλλαγής ρούχων. Είναι ίσως μια άλλη –θετική- πλευρά της κρίσης, τα πρώτα βήματα σ’ ένα μοντέλο αυτάρκειας και υπέρβασης του αδιέξοδου και ψυχοφθόρου καταναλωτικού προτύπου των πόλεων.
Πολλοί άνθρωποι κάνουν αναφορά στα άτυπα δίκτυα και στην ενορία τους, που έχει αυξήσει τον αριθμό των εθελοντών τους, για να προσφέρουν ανθρωπιστική βοήθεια σ’ όσους έχουν μεγάλη  ανάγκη (άπορους, ηλικιωμένους, κατάκοιτους κ.λπ.).
Η έλλειψη χρημάτων και προοπτικής έχει οδηγήσει πολλούς –νέους ή και μισθωτούς- από τα αστικά κέντρα, πίσω στην οικογένειά τους. Αυτός είναι ο μόνος τρόπος, λένε πολλοί νέοι, για να επιβιώσουν, αφού το μόνο εισόδημα για πολύ καιρό είναι αυτό της σύνταξης ή κάποιος μισθός των γονιών τους.
Η αύξηση των αγροτικών χεριών έχει δημιουργήσει όμως μεγάλο πρόβλημα στους αλλοδαπούς εργάτες γης, αφού τα μεροκάματα των 40€ αποτελούν πλέον παρελθόν. Πολλοί αναγκάζονται να φύγουν ελλείψει εισοδήματος –κυρίως Αλβανοί– ή στοιβάζονται σε εγκαταλειμμένα σπίτια επιδιδόμενοι σε παράνομες μορφές εργασίας (ναρκωτικά κλπ) ή μικροληστείες. Τα δεδομένα αυτά οξύνουν συχνά την αντιπαράθεση με το ντόπιο στοιχείο, που ζει την ανασφάλεια και επιζητά μεγαλύτερη αστυνόμευση.
Ο κόσμος εδώ, ενώ έρχεται πιο κοντά, νιώθει μεγάλη ανασφάλεια για τις τρέχουσες εξελίξεις, καθώς και πλήρη εγκατάλειψη από το αθηναϊκό κέντρο. Η απέχθεια και η οργή του λαού για το πολιτικό σύστημα και τους ξένους επικυρίαρχους (Γερμανούς) συνυφαίνεται με το άγχος και τον φόβο για την επόμενη μέρα, που επιτείνονται από τη συνεχή τουρκική επιθετικότητα. Όπως λένε οι περισσότεροι, βασική προτεραιότητα είναι να καταφέρουν να επιβιώσουν αυτόν το χειμώνα. Όσο βαθαίνει η κρίση, καταλαβαίνουν ότι η μόνη  δυνατότητα για να γίνει αυτό είναι η αλληλεγγύη, είναι το αίσθημα πως ανήκεις σε μια ομάδα και πως όλοι μαζί θα τα καταφέρουν!
Οι μεγαλύτεροι κάνουν συχνά λόγο για αναγκαιότητα ισχυρής και αποφασιστικής ηγεσίας, αφού πιστεύουν πως το υπάρχον πολιτικό σύστημα έχει κλείσει οριστικά τον κύκλο του.

 

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*