Άρδην τ. 10-19, Άρδην τ. 18, Περιοδικό Άρδην, Πολιτική

Το ΠΑΣΟΚ και ο νεοελληνικός ατομισμός

του Θεόδωρου Ζιάκα
Άρδην τ. 18 (1999)
Το ΠΑ­ΣΟΚ δια­χει­ρί­στη­κε μια κρί­σι­μη «φά­ση με­τά­βα­σης». Εί­χε στη διά­θε­σή του κά­ποια δε­δο­μέ­να μέ­σα και η δια­χεί­ρι­σή του ο­δή­γη­σε σε ο­ρι­σμέ­να α­πο­τε­λέ­σμα­τα. Ο α­πο­λο­γι­σμός της πα­ρου­σί­ας του στη ζω­ή της χώ­ρας εί­ναι χρή­σι­μος στο μέ­τρο που α­πα­ντά στα τρί­α αυ­τά ζη­τή­μα­τα: Ποιο ή­ταν το πε­ριε­χό­με­νο της «με­τά­βα­σης» που δια­χει­ρί­στη­κε (με­τά­βα­ση α­πό τι και σε τι), ποια ή­ταν τα μέ­σα που εί­χε στη διά­θε­σή του και τέ­λος πώς α­ξιο­λο­γού­νται τα α­πο­τε­λέ­σμα­τα της δια­χεί­ρι­σής του.

Στο κεί­με­νο που α­κο­λου­θεί θα α­να­φερ­θώ στα τρί­α αυ­τά ζη­τή­μα­τα και θα κλεί­σω με το φαι­νό­με­νο του γε­νι­κού εκ­πα­σο­κι­σμού. Το ΠΑ­ΣΟΚ πέ­τυ­χε, σ’ αυ­τό το διά­στη­μα, να εκ­πα­σο­κί­σει α­κό­μα και τους φα­να­τι­κό­τε­ρους α­ντι­πά­λους του. Ο Κ. Κα­ρα­μαν­λής (ο α­νη­ψιός), για πα­ρά­δειγ­μα εί­ναι ο­φθαλ­μο­φα­νώς «πα­σο­κι­κό­τε­ρος» του Ση­μί­τη. Φαί­νε­ται, λοι­πόν, να υ­πάρ­χει μια κοι­νή «πα­σο­κι­κή ου­σί­α», στην ο­ποί­α με­τέ­χουν οι πά­ντες. Θα κοι­τά­ξω να δω πώς α­πο­κρυ­σταλ­λώ­νε­ται κοι­νω­νι­κά η «ου­σί­α» αυ­τή.


Ο χα­ρα­κτή­ρας της με­τά­βα­σης

Στο διά­στη­μα που συ­ζη­τά­με τε­λειώ­νουν τρεις «ε­πο­χές»: μια στην κλί­μα­κα της σύγ­χρο­νης ελ­λη­νι­κής ι­στο­ρί­ας και δυο στην κλί­μα­κα της πα­γκό­σμιας ι­στο­ρί­ας. Στη δι­κή μας κλί­μα­κα εί­ναι η κα­τάρ­ρευ­ση της πα­ρα­δο­σια­κής εμ­φυ­λιο­πο­λε­μι­κής πό­λω­σης. Στη διε­θνή κλί­μα­κα εί­ναι η κα­τάρ­ρευ­ση του υ­παρ­κτού σο­σια­λι­σμού και η με­τά­βα­ση του δυ­τι­κού (νε­ω­τε­ρι­κού) πο­λι­τι­σμού στο στά­διο του «με­τα­μο­ντερ­νι­σμού».

Η δια­χεί­ρι­ση των τριών αυ­τών «με­τα­βά­σε­ων», ό­που η πρώ­τη ε­ντάσ­σε­ται στη δεύ­τε­ρη και η δεύ­τε­ρη στην τρί­τη, α­παι­τού­σε και το α­ντί­στοι­χο «τρι­πλό πρό­γραμ­μα» (που να βγά­ζει τη χώ­ρα α­πό την εμ­φυ­λιο­πο­λε­μι­κή πό­λω­ση, να α­πα­ντά στις προ­κλή­σεις της με­τα­δι­πο­λι­κής διε­θνούς κα­τά­στα­σης και να προ­ε­τοι­μά­ζει τον Ελ­λη­νι­σμό για τη με­τα­νε­ω­τε­ρι­κή ε­πο­χή). Προ­φα­νώς το ΠΑ­ΣΟΚ εί­χε σχέ­διο για τον πρώ­το με­τα­σχη­μα­τι­σμό. Ας το ο­νο­μά­σου­με «πρό­γραμ­μα της Με­τα­πο­λί­τευ­σης». Για τον δεύ­τε­ρο ό­μως με­τα­σχη­μα­τι­σμό δεν εί­χε τί­πο­τα. Νό­μι­ζε ό­τι ο δι­πο­λι­σμός εί­ναι μό­νι­μη στα­θε­ρά του πα­γκό­σμιου συ­στή­μα­τος. Κι ο σο­σια­λι­σμός η μο­να­δι­κή και α­ξε­πέ­ρα­στη α­πά­ντη­ση στο κοι­νω­νι­κό πρό­βλη­μα. Για τον τρί­το με­τα­σχη­μα­τι­σμό, που α­πο­τε­λεί και τη βα­θύ­τε­ρη ου­σί­α του δεύ­τε­ρου, ού­τε λό­γος. Το ΠΑ­ΣΟΚ, ό­πως και ο­λό­κλη­ρο το πο­λι­τι­κό σύ­στη­μα, τον α­γνο­εί.

Έ­τσι, ε­νώ πε­τύ­χαι­νε τους βρα­χυ­πρό­θε­σμους στό­χους του, το ΠΑ­ΣΟΚ προ­ε­τοί­μα­ζε τη χώ­ρα για έ­να μέλ­λον τε­λεί­ως δια­φο­ρε­τι­κό απ’ αυ­τό που πράγ­μα­τι ερ­χό­ταν.

Το πρό­γραμ­μα της Με­τα­πο­λί­τευ­σης
Ε­μπνευ­στής του προ­γράμ­μα­τος της Με­τα­πο­λί­τευ­σης ή­ταν ο Κ. Κα­ρα­μαν­λής και ε­κτε­λε­στής του ο Α. Πα­παν­δρέ­ου. Οι στό­χοι του θα μπο­ρού­σαν να συ­νο­ψι­στούν σε τρί­α ση­μεί­α: Άρ­ση του εμ­φυ­λιο­πο­λε­μι­κού δι­χα­σμού, α­πο­κα­τά­στα­ση της δη­μο­κρα­τί­ας, έ­ντα­ξη στην Ε­ΟΚ (Ευ­ρω­πα­ϊ­κή Έ­νω­ση σή­με­ρα). Ει­δι­κό­τε­ρα:

–    Άρ­ση της εμ­φυ­λιο­πο­λε­μι­κής πό­λω­σης: Ά­νοιγ­μα του κρά­τους στην α­πο­κλει­σμέ­νη πλειο­νό­τη­τα του πλη­θυ­σμού. Κοι­νω­νι­κές πα­ρο­χές, για την α­να­κού­φι­ση των κα­τώ­τε­ρων στρω­μά­των. Δια­χεί­ρι­ση της α­πο­βιο­μη­χά­νι­σης (κρα­τι­κο­ποί­η­ση των προ­βλη­μα­τι­κών). Α­ντι­με­τώ­πι­ση της α­πα­σχό­λη­σης με προ­σφυ­γή στον κρα­τι­σμό.1
–    Α­πο­κα­τά­στα­ση της δη­μο­κρα­τί­ας: Α­να­γνώ­ρι­ση της Ε­θνι­κής Α­ντί­στα­σης. Ε­γκα­θί­δρυ­ση πο­λι­τι­κού συ­στή­μα­τος, βα­σι­σμέ­νου στην πε­λα­τεια­κή δια­χεί­ρι­ση των πο­λι­τι­κών σχέ­σε­ων. Το κοι­νο­βού­λιο, τα συν­δι­κά­τα και οι συ­νε­ται­ρι­σμοί, θε­ω­ρού­νται τα «τρί­α βά­θρα» του. Σύ­στη­μα α­ξιο­ση­μεί­ω­τα στα­θε­ρό: ξε­πέ­ρα­σε με ε­πι­τυ­χί­α την κρί­ση του ’89 και ε­πι­βιώ­νει των δύ­ο ι­δρυ­τών της. Για πρώ­τη φο­ρά η νε­ώ­τε­ρη Ελ­λά­δα γνω­ρί­ζει, ε­πί τό­σα συ­να­πτά έ­τη, συν­θή­κες πο­λι­τι­κής ε­λευ­θε­ρί­ας.
–    Έ­ντα­ξη στην Ε­ΟΚ: Με­τά­θε­ση της Προ­στα­σί­ας α­πό τις Η­ΠΑ στην Ευ­ρω­πα­ϊ­κή Έ­νω­ση. Ε­πι­τυ­χής δια­χεί­ρι­ση-ε­κτό­νω­ση του α­ντι­δυ­τι­κι­σμού και ει­δι­κό­τε­ρα του α­ντια­με­ρι­κα­νι­σμού. Με­τά­θε­ση των προ­βλη­μά­των Ελ­λά­δας-Τουρ­κί­ας στο πε­δί­ο των ευ­ρω-τουρ­κι­κών σχέ­σε­ων. Κα­ρα­μαν­λής: μπή­κα­με στην Ε.Ο.Κ. ό­χι για οι­κο­νο­μι­κούς αλ­λά για ε­θνι­κούς λό­γους. Η «α­πο­τρε­πτι­κή στρα­τη­γι­κή» ε­πα­φί­ε­ται στα «διε­θνή ε­ρεί­σμα­τα» της χώ­ρας και πριν απ’ ό­λα τα ευ­ρω­πα­ϊ­κά. Ο στρα­τιω­τι­κός συ­σχε­τι­σμός δυ­νά­με­ων α­φή­νε­ται να αλ­λά­ξει υ­πέρ της Τουρ­κί­ας.

Τα δια­θέ­σι­μα μέ­σα αυ­τού του προ­γράμ­μα­τος ή­ταν: α) ο χα­ρι­σμα­τι­κός η­γέ­της, β) μια θε­ω­ρί­α-κρά­μα νε­ο­μαρ­ξι­σμού και στα­λι­νι­σμού και γ) η μα­ζι­κή κι­νη­το­ποί­η­ση των «μη προ­νο­μιού­χων», στη βά­ση μιας α­λυ­τρω­τι­κής ι­δε­ο­λο­γί­ας με έ­ντο­να α­ντι­μπε­ρια­λι­στι­κά και λα­ϊ­κι­στι­κά χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά.

Η υ­πέρ­βα­ση του δι­πο­λι­σμού

Το πρό­γραμ­μα της Με­τα­πο­λί­τευ­σης ή­ταν ε­πι­φα­νεια­κό, ε­πει­δή δεν συ­νέ­δε­ε τον ελ­λη­νι­κό δι­χα­σμό με την ει­δι­κή θέ­ση της χώ­ρας στα πλαί­σια του δι­πο­λι­σμού.2 Έ­τσι ό­ταν ήρ­θε η κα­τάρ­ρευ­ση του α­να­το­λι­κού μπλοκ και α­κυ­ρώ­θη­καν οι γε­ω­πο­λι­τι­κές προ­ϋ­πο­θέ­σεις του μα­κρό­χρο­νου μα­ρα­σμού της, κα­μιά ι­δε­ο­λο­γι­κή και πο­λι­τι­κή  προ­ε­τοι­μα­σί­α δεν εί­χε γί­νει, ώ­στε να α­ξιο­ποι­η­θούν οι και­νούρ­γιες ευ­νο­ϊ­κές συν­θή­κες. Α­πε­να­ντί­ας νιώ­σα­με ό­τι χά­νου­με το έ­δα­φος κά­τω α­πό τα πό­δια μας. Η πο­λι­τι­κή σκέ­ψη του ΠΑ­ΣΟΚ, και των άλ­λων κομ­μά­των, πα­ρέ­μει­νε ε­γκλω­βι­σμέ­νη στους νάρ­θη­κες του δι­πο­λι­σμού. Η πτώ­ση του υ­παρ­κτού σο­σια­λι­σμού ερ­μη­νεύ­τη­κε ως «ήτ­τα των λα­ών» και η πα­γκο­σμιο­ποί­η­ση σαν μο­νό­δρο­μος προς τον γκρε­μό. Α­πο­τέ­λε­σμα: σύγ­χυ­ση και α­δυ­να­μί­α προ­σα­να­το­λι­σμού. Α­παι­σιο­δο­ξί­α και α­τε­λεύ­τη­τη θρη­νω­δί­α, μη­δε­νι­σμός και ρα­για­δι­σμός.

Η α­γκύ­λω­ση στη δι­πο­λι­κή σκέ­ψη δεν μας ε­πι­τρέ­πει ει­δι­κό­τε­ρα να κα­τα­νο­ή­σου­με τη νέ­α δο­μή του πα­γκό­σμιου συ­στή­μα­τος και τον ρό­λο των Η­ΠΑ σ’ αυ­τήν. Ού­τε τον νέ­ο ρό­λο των ε­θνών στα πλαί­σια της πα­γκο­σμιο­ποί­η­σης. Δεν α­ντι­λαμ­βα­νό­μα­στε ό­τι ο α­ντα­γω­νι­σμός με­τα­ξύ των ε­θνών για τη βελ­τί­ω­ση της θέ­σης τους στη διε­θνή πυ­ρα­μί­δα της ι­σχύ­ος εί­ναι η μό­νη πραγ­μα­τι­κό­τη­τα. Ού­τε τον πο­λυώ­νυ­μο χα­ρα­κτή­ρα της ι­σχύ­ος (στρα­τιω­τι­κό, οι­κο­νο­μι­κό, πο­λι­τι­κό, τε­χνο­λο­γι­κό, πο­λι­τι­στι­κό, δη­μο­γρα­φι­κό) κα­τα­λα­βαί­νου­με. Δυ­στρο­πού­με στη δια­πί­στω­ση ό­τι, για το προ­βλε­πτό μέλ­λον, προ­ο­πτι­κή έ­χουν μό­νο οι ε­θνι­κές στρα­τη­γι­κές που α­ξιο­ποιούν τις γε­νι­κές α­παι­τή­σεις του πα­γκό­σμιου συ­στή­μα­τος (την α­ντα­γω­νι­στι­κό­τη­τα, τη συ­μπλη­ρω­μα­τι­κό­τη­τα, την α­να­ζή­τη­ση της στα­θε­ρό­τη­τας). Δεν η­χεί κα­θό­λου ευ­χά­ρι­στα στ’ αυ­τιά μας η ι­δέ­α ό­τι προ­ϋ­πό­θε­ση της ε­θνι­κής ε­πι­βί­ω­σης, στο νέ­ο διε­θνές πε­ρι­βάλ­λον, εί­ναι η ι­κα­νό­τη­τα να προ­σφέ­ρεις λύ­σεις στα προ­βλή­μα­τα των γύ­ρω σου. Ό­τι αν μέ­νεις στά­σι­μος και δεν α­νοί­γεις δρό­μο, σ’ αυ­τούς που τρέ­χουν πί­σω σου, τό­τε α­πλώς θα σε πο­δο­πα­τή­σουν.

Τα με­γά­λα προ­βλή­μα­τα του δι­πο­λι­κού κό­σμου -η κοι­νω­νι­κή και η ε­θνι­κή α­νι­σό­τη­τα, το οι­κο­λο­γι­κό πρό­βλη­μα, η α­πο­σύν­θε­ση της κοι­νω­νι­κής συ­νο­χής- με­τα­φέρ­θη­καν στο με­τα­δι­πο­λι­κό σύ­στη­μα και ε­πι­δει­νώ­νο­νται. Η α­ντι­με­τώ­πι­σή τους α­πο­τε­λεί τώ­ρα βα­σι­κή α­νά­γκη των ε­θνών-κρα­τών και των ό­ποιων συλ­λο­γι­κών συσ­σω­μα­τώ­σε­ών τους. Η ε­θνι­κή και η συλ­λο­γι­κή ι­σχύς βρί­σκο­νται σε συ­νάρ­τη­ση με την ι­κα­νό­τη­τα α­ντι­με­τώ­πι­σης των με­γά­λων αυ­τών προ­βλη­μά­των. Αν στον δι­πο­λι­κό κό­σμο μπο­ρού­σε να έ­χει α­πή­χη­ση η ά­πο­ψη ό­τι, για να λύ­σου­με το κοι­νω­νι­κό πρό­βλη­μα, πρέ­πει να δια­σπά­σου­με και να δια­λύ­σου­με το έ­θνος, μέ­σω της με­τα­τρο­πής της πά­λης των τά­ξε­ων σε εμ­φύ­λιο πό­λε­μο, τώ­ρα ό­λοι έ­χουν συ­νει­δη­το­ποι­ή­σει ό­τι κά­τι τέ­τοιο εί­ναι σκέ­τη πα­ρα­φρο­σύ­νη. Κο­ντο­λο­γίς: Χω­ρίς ε­θνι­κή συ­σπεί­ρω­ση και χω­ρίς κοι­νω­νι­κή συ­νο­χή, εί­ναι α­δύ­να­τη η ε­θνι­κή ε­πι­βί­ω­ση σ’ έ­ναν ει­ρη­νι­κό, αλ­λά πο­λύ σκλη­ρά α­ντα­γω­νι­στι­κό κό­σμο.

Το πρό­γραμ­μα της Με­τα­πο­λί­τευ­σης α­πο­κα­τέ­στη­σε την ε­θνι­κή ε­νό­τη­τα, αλ­λά δεν προ­ε­τοί­μα­σε τον λα­ό και τη χώ­ρα να στη­ρι­χθούν στα δι­κά τους πό­δια. Τα δε­κα­νί­κια του κρα­τι­σμού και της προ­στα­σί­ας κρί­θη­καν α­πο­λύ­τως α­πα­ραί­τη­τα.

 

Α­πό τον μο­ντερ­νι­σμό στον με­τα­μο­ντερ­νι­σμό

Πί­σω α­πό την κα­τάρ­ρευ­ση του δι­πο­λι­σμού βρί­σκε­ται η με­τά­βα­ση του νε­ω­τε­ρι­κού πο­λι­τι­σμού α­πό τον μο­ντερ­νι­σμό στον με­τα­μο­ντερ­νι­σμό. Στο κέ­ντρο της βρί­σκε­ται η κρί­ση της νε­ω­τε­ρι­κής ε­ξα­το­μί­κευ­σης, η α­πο­σά­θρω­ση του μο­ντέρ­νου α­τό­μου και η α­νά­πτυ­ξη του αν­θρω­πο­λο­γι­κού μη­δε­νι­σμού.

Η ι­διά­ζου­σα στην ε­πο­χή του μο­ντερ­νι­σμού «α­πο­μυ­θο­ποί­η­ση» των συλ­λο­γι­κών ταυ­το­τή­των και η α­να­κή­ρυ­ξή τους σε «συμ­βα­τι­κές» και «νο­ε­ρές», ε­πε­κτεί­νε­ται τώ­ρα σε μη­δε­νι­σμό και της ί­διας της α­το­μι­κής ταυ­τό­τη­τας. Οι α­ξί­ες της προ­σω­πι­κό­τη­τας χά­νουν τη ση­μα­σί­α που εί­χαν πριν, κα­θώς ο η­δο­νι­σμός και ο κα­τα­να­λω­τι­σμός α­να­βαθ­μί­ζο­νται σε υ­πέρ­τα­τη υ­παρ­ξια­κή ε­πι­δί­ω­ξη. Η κοι­νω­νι­κή συ­νο­χή α­πο­σα­θρώ­νε­ται ό­χι μό­νο α­πό τα οι­κο­νο­μι­κά προ­βλή­μα­τα, αλ­λά κυ­ρί­ως α­πό την κυ­ριαρ­χί­α των μη­δε­νι­στι­κών προ­τύ­πων που ει­σά­γει ο με­τα­μο­ντερ­νι­σμός. Η α­πο­σά­θρω­ση του υ­πο­κει­μέ­νου κα­θι­στά και τις ό­ποιες πο­λι­τι­κές α­πο­βλέ­πουν στη λύ­ση των προ­βλη­μά­των, α­νε­φάρ­μο­στες και α­τε­λέ­σφο­ρες.

Το ζή­τη­μα εί­ναι γε­νι­κό και α­φο­ρά το Σύ­στη­μα στο σύ­νο­λό του. Μό­νο οι τρό­ποι με­το­χής σ’ αυ­τό δια­φέ­ρουν. Σε μας το πρό­βλη­μα σκια­γρα­φεί­ται πο­λύ κα­θα­ρά στο πε­δί­ο της ε­θνι­κής ταυ­τό­τη­τας, κα­θώς α­πό τις θε­τι­κές νε­ω­τε­ρι­κές νο­η­μα­το­δο­τή­σεις της πε­ρά­σα­με, πλη­σί­στιοι, στον ε­θνο­μη­δε­νι­σμό.3 Ο ε­θνο­μη­δε­νι­σμός, ο γραι­κυ­λι­σμός στα καθ’ η­μάς, εί­ναι το οι­κο­σύ­στη­μα του αν­θρω­πο­λο­γι­κού μη­δε­νι­σμού. Η α­ντι­με­τώ­πι­ση του μη­δε­νι­σμού, με τη δι­πλή αυ­τή έν­νοια, εί­ναι το μέ­γα πρό­βλη­μα της ι­στο­ρι­κής φά­σης που δια­νύ­ου­με. Το ζη­τού­με­νο εί­ναι ε­δώ η α­νά­δει­ξη του Προ­σώ­που, του αν­θρω­πο­λο­γι­κού τύ­που ό­που αί­ρε­ται η πό­λω­ση α­το­μι­κι­σμού–κο­λε­κτι­βι­σμού και πραγ­μα­τώ­νε­ται η α­το­μι­κό­τη­τα της αλ­λη­λεγ­γύ­ης, της αυ­το­νο­μί­ας αλ­λά και της προ­σφο­ράς, της ε­λευ­θε­ρί­ας αλ­λά και της δι­καιο­σύ­νης.

Το ε­ξορ­γι­στι­κό εί­ναι ό­τι, ε­νώ το πρό­τυ­πο αυ­τό υ­πάρ­χει μό­νο στην ελ­λη­νο-ορ­θό­δο­ξη πα­ρά­δο­ση, ε­μείς κά­να­με, στο διά­στη­μα αυ­τό, ό,τι μπο­ρού­σα­με για να α­πο­κό­ψου­με την παι­δεί­α μας α­πό την πα­ρά­δο­ση αυ­τή. Οι αλ­λε­πάλ­λη­λες εκ­παι­δευ­τι­κές με­ταρ­ρυθ­μί­σεις (βα­σι­κή συ­νι­στώ­σα του προ­γράμ­μα­τος της Με­τα­πο­λί­τευ­σης) ι­σο­δυ­να­μούν με πο­λι­τι­στι­κή αυ­το­κτο­νί­α, ε­πει­δή κλεί­νουν τον δρό­μο προς τη με­τα­νε­ω­τε­ρι­κή ε­πο­χή. Ε­δώ ΠΑ­ΣΟΚ, ΝΔ και Α­ρι­στε­ρά, συ­μπί­πτουν πλή­ρως.

Αλ­λά ας δού­με τα α­πο­τε­λέ­σμα­τα της ει­κο­σι­πε­ντα­ε­τούς δια­χεί­ρι­σης, ό­πως έ­χουν α­πο­κρυ­σταλ­λω­θεί στο κοι­νω­νι­κό πε­δί­ο.

 Το ελ­λη­νι­κό βα­μπίρ

Κυ­ρί­αρ­χος αν­θρω­πο­λο­γι­κός τύ­πος εί­ναι στην Ελ­λά­δα σή­με­ρα το κα­τα­να­λω­τι­κό πα­ρά­σι­το.

Ο πα­ρα­σι­τι­κός κα­τα­να­λω­τι­σμός α­πο­τε­λεί ε­γκα­θι­δρυ­μέ­νο σύ­στη­μα. Στο κέ­ντρο του βρί­σκε­ται ο πε­λα­τεια­κός κοι­νο­βου­λευ­τι­σμός, η βα­σι­κή λει­τουρ­γί­α του ο­ποί­ου εί­ναι να εκ­ποιεί το κρά­τος στους ψη­φο­φό­ρους του και το έ­θνος στους δα­νει­στές του. Γύ­ρω του τα ποι­κί­λα «δια­πλε­κό­με­να» και οι «στρα­τοί κα­το­χής» (συ­ντε­χνί­ες, κομ­μα­τι­κές νο­μεν­κλα­τού­ρες, συν­δι­κα­λι­στι­κές μα­φί­ες). Ό­λοι μα­ζί συ­γκρο­τούν έ­ναν ι­διό­μορ­φο ορ­γα­νι­σμό, ο ο­ποί­ος χρη­σι­μο­ποιεί το κρά­τος σαν κέ­λυ­φός του και τρέ­φε­ται α­πό τα πα­ντο­ει­δή ελ­λείμ­μα­τα (στην ά­μυ­να, στην οι­κο­νο­μί­α, στην παι­δεί­α, πα­ντού) – ελ­λείμ­μα­τα που το ί­διο δη­μιουρ­γεί. Ο ορ­γα­νι­σμός αυ­τός δια­σω­λη­νώ­θη­κε μά­λι­στα τό­σο κα­λά με τα ευ­ρω­κοι­νο­τι­κά Τα­μεί­α που ελ­πί­ζει να βγει σώ­ος και α­βλα­βής α­πό τη «λαί­λα­πα της πα­γκο­σμιο­ποί­η­σης». Προ­έ­κυ­ψε α­πό τη συγ­χώ­νευ­ση κοι­νω­νι­κού πα­ρα­σι­τι­σμού, ε­θνι­κού γραι­κυ­λι­σμού και πε­λα­τεια­κού πο­λι­τι­κού συ­στή­μα­τος, αλ­λά η αν­θρω­πο­λο­γι­κή του βά­ση βρί­σκε­ται στον α­χα­λί­νω­το μη­δε­νι­στι­κό α­το­μι­κι­σμό, που χα­ρα­κτη­ρί­ζει το δια­χρο­νι­κό ελ­λη­νι­κό ά­το­μο στη φά­ση της ο­λο­κλή­ρω­σής του. Εί­ναι το ε­θνι­κό μας βα­μπίρ, το γνω­στό κι α­πό άλ­λες ε­πο­χές της ελ­λη­νι­κής ι­στο­ρί­ας. Οι­κο­σύ­στη­μά του: το «τέ­λος των ι­δε­ο­λο­γιών» (ε­θνι­κών και κοι­νω­νι­κών).

Η λέ­ξη «κρί­ση» εί­ναι πο­λύ φτω­χή, α­θώ­α και προ­πα­ντός πα­ρα­πλα­νη­τι­κή, για να α­πο­δώ­σει το φαι­νό­με­νο. Μι­λά­με για έ­να α­παί­σιο γλοιώ­δες ον, που τρέ­φε­ται α­πό το αί­μα του έ­θνους και του ο­ποί­ου το δό­ντι έ­χει την ι­διό­τη­τα να ε­ξου­δε­τε­ρώ­νει την α­ντί­στα­ση του ξε­νι­στή του, δη­μιουρ­γώ­ντας του αρ­χι­κά ροζ ψευ­δαι­σθή­σεις και στη συ­νέ­χεια κοι­νω­νι­κή α­πά­θεια. Το ον αυ­τό, αν και δια­μορ­φώ­θη­κε στα πλαί­σια του ΠΑ­ΣΟΚ, α­φο­μοί­ω­σε ό­λα τα κόμ­μα­τα, τα ΜΜΕ και α­πο­σά­θρω­σε και τα τρί­α βά­θρα της πα­παν­δρε­ϊ­κής δη­μο­κρα­τί­ας. Ας δού­με συ­νο­πτι­κά τη δια­δι­κα­σί­α σχη­μα­τι­σμού του.

Η α­να­γέν­νη­ση του ελ­λη­νι­κού α­το­μι­κι­σμού

Η κα­τάρ­ρευ­ση της εμ­φυ­λιο­πο­λε­μι­κής πό­λω­σης, η τό­σο α­να­γκαί­α και ζω­τι­κή για τον τό­πο, α­πε­λευ­θέ­ρω­σε έ­ναν α­χα­λί­νω­το α­το­μι­κι­σμό. Ο α­το­μι­κι­σμός αυ­τός δεν δέ­χε­ται κα­μιά κοι­νω­νι­κή υ­πο­χρέ­ω­ση. Το μό­νο που ξέ­ρει εί­ναι «τα δι­καιώ­μα­τά του». Δια­περ­νά δε ό­λα τα κοι­νω­νι­κά στρώ­μα­τα και ό­λες τις πο­λι­τι­κές πα­ρα­τά­ξεις. Μοιά­ζει να δια­μορ­φώ­νει έ­να νέ­ο εί­δος «ταυ­τό­τη­τας». Τα χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά της έ­χουν α­πο­σα­φη­νι­σθεί με ε­νάρ­γεια: Το πρω­τό­γο­νο ζορ­μπα­λί­κι (το «κα­μά­κι», το σου­βλά­κι, το συρ­τά­κι και τα παι­διά του Πει­ραιά, ται­ρια­στά με το δη­μό­σιο ρα­χά­τι, τον χυ­δαί­ο ι­δε­ο­λο­γι­κό με­τα­πρα­τι­σμό και τη θρη­σκειο­ποι­η­μέ­νη και φολ­κλο­ρι­κή «ε­πί­ση­μη» Ορ­θο­δο­ξί­α). Ζω­ώ­δεις προ­τε­ραιό­τη­τες χρή­μα­τος και ε­ξου­σί­ας, βο­λέ­μα­τος και αυ­τα­σφά­λι­σης,4 πά­νε μα­ζί με το «κού­φιο ντα­η­λί­κι» να καις τη δι­κή σου Νο­μαρ­χί­α5 υ­πό τα έ­ντρο­μα βλέμ­μα­τα του κρά­τους και να κά­νεις εκ­βια­στι­κό συν­δι­κα­λι­σμό εκ του α­σφα­λούς.

Ο τύ­πος αυ­τός ξε­πή­δη­σε ξαφ­νι­κά, α­πό τη μια μέ­ρα στην άλ­λη, υ­πε­ρώ­ρι­μος και σε πλή­ρη ε­ξάρ­τυ­ση, -σαν την Α­θη­νά α­πό το κε­φά­λι του Δί­α. Τα χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά του μας λέ­νε ό­τι έ­χου­με να κά­νου­με με το ελ­λη­νι­κό ά­το­μο, που μέ­τρο «πά­ντων χρη­μά­των» έ­χει τον ε­αυ­τό του. Μό­λις βρή­κε το οι­κεί­ο πε­ρι­βάλ­λον του, δη­λα­δή συν­θή­κες πο­λι­τι­κής ε­λευ­θε­ρί­ας και «τέ­λους ι­δε­ο­λο­γιών», το ά­το­μο αυ­τό α­να­γεν­νή­θη­κε εν ρι­πή ο­φθαλ­μού και μέ­σα α­πό τις στά­χτες αιώ­νων, ό­πως το πε­θα­μέ­νο του σύμ­βο­λο, ο Φοί­νι­κας. Πα­ρα­δό­ξως, λοι­πόν, η κα­τάρ­ρευ­ση του ελ­λη­νι­κού νε­ω­τε­ρι­κού α­τό­μου (κα­τάρ­ρευ­ση της «με­τα­κε­νω­τι­κής»-δια­φω­τι­στι­κής και της «ελ­λη­νο-χρι­στια­νι­κής» – ε­θνο­φυ­λε­τι­κής ταυ­τό­τη­τας) δεν ο­δη­γεί στην α­το­μι­κή πα­θη­τι­κό­τη­τα και α­προ­σω­πί­α, ό­πως συμ­βαί­νει στα κέ­ντρα της νε­ω­τε­ρι­κό­τη­τας, ού­τε στον φο­ντα­με­ντα­λι­στι­κό-κο­λε­κτι­βι­στι­κό πυ­ρε­τό, που πα­ρα­τη­ρού­με π.χ. στην ι­σλα­μι­κή πε­ρι­φέ­ρεια. Μας με­τα­φέ­ρει στην τε­λευ­ταί­α και «με­τα­μο­ντέρ­να» φά­ση του δι­κού μας προ­νε­ω­τε­ρι­κού τύ­που ε­ξα­το­μί­κευ­σης.

Η α­να­γέν­νη­ση του ελ­λη­νι­κού α­το­μι­κι­σμού αρ­χί­ζει με τη με­τα­τρο­πή του Δη­μο­σί­ου σε «βαλ­σα­μο­ποιεί­ο», για «τα δι­κά μας παι­διά», στη συ­νέ­χεια σε προ­κά­λυμ­μα ε­νός μα­φιό­ζι­κου κλε­πτο­κρα­τι­κού κα­θε­στώ­τος και ο­λο­κλη­ρώ­νε­ται με την προ­σπά­θεια ε­κλο­γί­κευ­σης και «εκ­συγ­χρο­νι­σμού» του συ­στή­μα­τος αυ­τού.

Πρώ­τη φά­ση: το «βαλ­σα­μο­ποιεί­ο»

«Βαλ­σα­μο­ποιεί­ο». / Για «τα δι­κά μας παι­διά». Εί­ναι διά­ση­μες φά­σεις-φρά­σεις του νε­ο­ελ­λη­νι­κού κοι­νο­βου­λευ­τι­κού βί­ου: – Ας τρα­βη­χτούν για λί­γο οι ε­τε­ρό­χθο­νες α­πό την ε­ξου­σί­α, για να μπο­ρέ­σου­με κι ε­μείς «να ρί­ψω­μεν βάλ­σα­μον εις τας πλη­γάς μας» (ψή­φι­σμα Πα­λα­μή­δη 1844). Να βο­λέ­ψου­με κι ε­μείς «τα δι­κά μας παι­διά» (Κ. Μη­τσο­τά­κης 1993).6

Τον πρώ­το και­ρό, ό­ταν ο Αν­δρέ­ας, ο τρο­παιο­φό­ρος ά­γιος των μη προ­νο­μιού­χων, ά­νοι­ξε τις πόρ­τες του κρά­τους στους α­πο­κλει­σμέ­νους α­πό τη Δε­ξιά, το Δη­μό­σιο λει­τούρ­γη­σε, κα­νο­νι­κό­τα­τα, σαν βαλ­σα­μο­ποιεί­ο. Το κό­στος το κά­λυ­ψε, ο σο­φός μας οι­κο­νο­μο­λό­γος, με ε­ξω­τε­ρι­κό δα­νει­σμό (α­ξιο­ποιώ­ντας την «υ­ψη­λή πι­στο­λη­πτι­κή ι­κα­νό­τη­τα της χώ­ρας», δη­λα­δή τη γε­ω­πο­λι­τι­κή υ­πε­ρα­ξί­α που εί­χε για τη Δύ­ση το «οι­κό­πε­δο Ελ­λάς», στα πλαί­σια του α­ντα­γω­νι­σμού των δύ­ο υ­περ­δυ­νά­με­ων).7 Το «κρά­τος της δε­ξιάς», με­τα­βαλ­λό­με­νο σε βαλ­σα­μο­ποιεί­ο, έ­γι­νε στη φά­ση αυ­τή «παλ­λα­ϊ­κό κρά­τος», προ­κα­τα­λαμ­βά­νο­ντας πλή­ρως ό­λα τα σχε­τι­κά ο­ρά­μα­τα της πα­ρα­δο­σια­κής α­ρι­στε­ράς. Για να τε­θεί ό­μως υ­πό τον έ­λεγ­χο του «λα­ού», ή­ταν α­νά­γκη να κα­τα­λυ­θούν οι ιε­ραρ­χι­κές δο­μές του και η συ­στα­τι­κή τους ερ­γα­σια­κή πει­θαρ­χί­α. Υ­πο­τί­θε­ται ό­τι στη θέ­ση τους θα έ­μπαι­ναν η σο­σια­λι­στι­κή αυ­το­πει­θαρ­χί­α και η υ­ψη­λή υ­πευ­θυ­νό­τη­τα, που α­πορ­ρέ­ουν α­πό τη σο­σια­λι­στι­κή συ­νει­δη­τό­τη­τα. Ό­μως τί­πο­τε απ’ αυ­τά δεν α­να­φά­νη­κε για να κα­λυ­φθεί το κε­νό. Α­πλώς ι­σο­πε­δώ­θη­καν και πα­ρέ­λυ­σαν τα πά­ντα και μό­νο το μι­σθο­λό­γιο των ΔΕ­ΚΟ δεν έ­πα­ψε να α­κο­λου­θεί την α­νιού­σα. Μά­ταια οι Κασ­σάν­δρες πε­ρί­με­ναν την κα­τάρ­ρευ­ση. Ό­λο αυ­τό το διά­στη­μα, το πα­παν­δρε­ϊ­κό κρά­τος, που δεν εί­ναι πλέ­ον κρά­τος στην κυ­ριο­λε­ξί­α, αλ­λά «μη-κρά­τος», α­να­πα­ρά­γε­ται κα­νο­νι­κό­τα­τα. Χω­ρίς κα­νέ­να α­ξιο­ση­μεί­ω­το πρό­βλη­μα.

 Δεύ­τε­ρη φά­ση: ο σχη­μα­τι­σμός του βα­μπίρ

Ποιο εί­ναι το μυ­στι­κό της α­πρό­σκο­πτης α­να­πα­ρα­γω­γής του; Εί­ναι προ­σε­κτι­κά κρυμ­μέ­νο αλ­λά α­πλού­στα­το: Με το να δια­τη­ρεί­ται σκό­πι­μα σε πα­ρά­λυ­τη κα­τά­στα­ση, το ελ­λη­νι­κό μη-κρά­τος λει­τουρ­γεί σαν ξε­νι­στής, κέ­λυ­φος, προ­πέ­τα­σμα και προ­στα­τευ­τι­κή «πα­ραλ­λα­γή», για το βα­μπίρ που έ­χει ε­γκα­τα­βιώ­σει μέ­σα του. Η ά­τυ­πη ε­ξω­θε­σμι­κή λει­τουρ­γί­α του πα­ρα­σι­τι­κού αυ­τού ορ­γα­νι­σμού εί­ναι τέ­λεια ορ­γα­νω­μέ­νη σε ε­πάλ­λη­λα και δια­πλε­κό­με­να α­δια­φα­νή δί­κτυα, που ξε­κι­νούν α­πό το α­θη­να­ϊ­κό λε­κα­νο­πέ­διο και έ­χουν τα πε­ρι­φε­ρεια­κά τους πα­ραρ­τή­μα­τα σε ό­λη τη χώ­ρα. Ως ε­νιαί­ο τώ­ρα δί­κτυο έ­χει διεισ­δύ­σει πα­ντού. Έ­χει δια­βρώ­σει και τις τέσ­σε­ρις «α­νε­ξάρ­τη­τες» ε­ξου­σί­ες: νο­μο­θε­τι­κή, ε­κτε­λε­στι­κή, δι­κα­στι­κή και τύ­πο (γρα­πτό και η­λε­κτρο­νι­κό). Ε­πι­πλέ­ον έ­χει α­πο­σα­θρώ­σει και τα «τρί­α πό­δια» της πα­παν­δρε­ϊ­κής δη­μο­κρα­τί­ας: τον κοι­νο­βου­λευ­τι­σμό, τα συν­δι­κά­τα και τους συ­νε­ται­ρι­σμούς. Κα­θώς α­πλώ­θη­κε σε ό­λη τη δια­θέ­σι­μη έ­κτα­ση έ­χει α­πο­κτή­σει την ι­κα­νό­τη­τα να εν­σω­μα­τώ­νει εύ­κο­λα ο­ποια­δή­πο­τε «συλ­λο­γι­κή εκ­προ­σώ­πη­ση». Μο­να­δι­κός σκο­πός του εί­ναι η συ­στη­μα­τι­κή α­πο­μύ­ζη­ση των πό­ρων του έ­θνους και η καλ­λιέρ­γεια του κα­τάλ­λη­λου κλί­μα­τος α­νο­χής στη δια­φθο­ρά, ώ­στε να μπο­ρεί να συ­νε­χί­ζει α­πε­ρί­σπα­στα το έρ­γο της α­πο­μύ­ζη­σης.

Ως κοι­νω­νι­κό φαι­νό­με­νο δεν υ­πα­κού­ει σε κα­μιά κλα­σι­κή εν­νοιο­λό­γη­ση (τα­ξι­κή α­νά­λυ­ση κ.λπ.). Εί­ναι ελ­λη­νι­κή ι­διο­τυ­πί­α και χρειά­ζε­ται ει­δι­κές (ελ­λη­νι­κές) έν­νοιες, για να κα­τα­στεί κα­τα­νο­ή­σι­μο. Η α­που­σί­α ει­δι­κών εν­νοιών μας ε­μπο­δί­ζει να το δού­με ως αυ­τό που πράγ­μα­τι εί­ναι: δη­λα­δή ως σύ­στη­μα με ε­σω­τε­ρι­κή νο­μι­μό­τη­τα, με νό­μο α­να­πα­ρα­γω­γής. Έ­τσι ό­μως δεν μπο­ρού­με να το α­ντι­με­τω­πί­σου­με ού­τε ι­δε­ο­λο­γι­κά ού­τε πο­λι­τι­κά. Γί­νε­ται α­ντι­λη­πτό, ό­ταν γί­νε­ται, ως α­θροι­στι­κό σύ­νο­λο η­θι­κών πα­ρε­κτρο­πών, ε­νός με­γά­λου ή μι­κρού α­ριθ­μού αν­θρώ­πων, ο­πό­τε και α­ντι­με­τω­πί­ζε­ται με ξορ­κι­σμούς, η­θι­κο­λο­γί­ες και ευ­χο­λό­για. Κα­τά κα­νό­να ο κό­σμος βλέ­πει α­πλώς τα ε­πι­φαι­νό­με­να: το «πα­ρά­λυ­το κρά­τος» ή τη «γρα­φειο­κρα­τί­α». Και έ­ντε­χνα πεί­θε­ται ό­τι «φταί­νε οι δη­μό­σιοι υ­πάλ­λη­λοι». Στη φαι­νο­με­νο­λο­γί­α αυ­τή, το α­φα­νές πα­ρα­σι­τι­κό μπλοκ προ­σπα­θεί να στη­ρί­ξει ευ­ρύ­τε­ρες συ­ναι­νέ­σεις. Ό­χι για να ά­ρει την «πα­ρα­λυ­σί­α του κρά­τους», αλ­λά για να μειώ­σει α­πλώς το κό­στος του. Η πα­ρα­λυ­σί­α του κρά­τους-ξε­νι­στή εί­ναι ό­ρος α­να­πα­ρα­γω­γής για το πο­λι­τι­κο-κοι­νω­νι­κό του πα­ρά­σι­το.

Το αρ­χι­κό βαλ­σα­μο­ποιεί­ο με­τε­ξε­λί­χθη, λοι­πόν, σε ά­τυ­πη αλ­λά ά­ρι­στα ορ­γα­νω­μέ­νη κλε­πτο­κρα­τί­α, η ο­ποί­α έ­χει τό­σο κα­λά ε­δραιω­θεί, ώ­στε ό­λη η πο­λι­τεια­κή ε­λίτ την α­πο­δέ­χε­ται σαν κά­τι το ε­ντε­λώς φυ­σι­κό και αυ­το­νό­η­το. Ό­ποιος δο­κι­μά­σει να την αμ­φι­σβη­τή­σει α­πλώς θα βρε­θεί ε­κτός νυμ­φώ­νος. Φυ­σι­κά ο λα­ός, το μέ­γα θύ­μα αυ­τής της ε­πι­χεί­ρη­σης, δεν τους α­πο­δέ­χε­ται. Γι’ αυ­τό και στις δη­μο­σκο­πή­σεις δεί­χνει ε­μπι­στο­σύ­νη σε θε­σμούς ό­πως ο Στρα­τός και η Εκ­κλη­σί­α, ε­νώ ξέ­ρει πο­λύ κα­λά πό­σο ξε­χαρ­βα­λω­μέ­νοι εί­ναι σ’ έ­να τέ­τοιο πε­ρι­βάλ­λον. Συγ­χρό­νως δη­λώ­νει κα­τη­γο­ρη­μα­τι­κά α­πό­λυ­τη έλ­λει­ψη ε­μπι­στο­σύ­νης στους πο­λι­τι­κούς και στα ΜΜΕ. Δεν α­ντι­λαμ­βά­νε­ται ό­μως, ό­τι ό­λο αυ­τό το δυ­σκα­τα­γώ­νι­στο σύ­στη­μα, δεν εί­ναι πα­ρά η κε­φα­λαιο­ποί­η­ση σε ε­θνι­κό ε­πί­πε­δο του δι­κού του κα­θη­με­ρι­νού α­το­μι­κι­σμού. Ό­τι εί­ναι η δι­κή του έλ­λει­ψη συλ­λο­γι­κού πνεύ­μα­τος αυ­τό που τρέ­φει το βα­μπίρ. Τους συ­γκε­κρι­μέ­νους πο­λι­τι­κούς αυ­τός τους ε­κλέ­γει, για εκ­προ­σώ­πους του και πά­τρω­νες, με πρω­ταρ­χι­κό κρι­τή­ριο τις προ­σω­πι­κές σχέ­σεις, τις εκ­μαυ­λι­στι­κές εκ­δου­λεύ­σεις και τις προσ­δό­κι­μες εξυ­πη­ρε­τή­σεις. Πε­πει­σμέ­νος α­πό τις αλ­λη­λο­κα­ταγ­γε­λί­ες των ί­διων των πο­λι­τι­κών, ό­τι ε­γκλη­μα­τούν εις βά­ρος των ε­θνι­κών συμ­φε­ρό­ντων, ό­τι χρη­μα­τί­ζο­νται, ό­τι προ­δί­δουν την πα­τρί­δα για ψύλ­λου πή­δη­μα κ.τ.τ., δι­καιο­λο­γεί στον ε­αυ­τό του την δι­κή του κα­θη­με­ρι­νή α­το­μι­κή μι­κρο-πα­ρα­νο­μί­α. Για πα­ρά­δειγ­μα: κλέ­βει τον Φ.Π.Α., κρύ­βει ει­σο­δή­μα­τα, ως ε­παγ­γελ­μα­τί­ας, λου­φά­ρει κα­νο­νι­κά, ή λα­δώ­νε­ται, ως δη­μό­σιος υ­πάλ­λη­λος.

Ο ελ­λη­νι­κός α­το­μι­κι­σμός, κα­θώς ύ­πα­το κρι­τή­ριο έ­χει τα α­προσ­διο­ρί­στως με­τα­βαλ­λό­με­να γού­στα του υ­περ­τρο­φι­κού Ε­γώ του, α­πο­νο­η­μα­το­δο­τεί τε­λεί­ως τους κα­νό­νες της συ­ντε­ταγ­μέ­νης συμ­βί­ω­σης, α­κό­μα κι αυ­τούς που το ί­διο έ­χει κα­θο­ρί­σει. Η λο­γι­κό­τη­τα του νε­ω­τε­ρι­κού α­τό­μου (ό­χι στην «τραυ­μα­τι­κή» εκ­δο­χή, την ε­θνι­κι­στι­κή-ευ­σε­βι­στι­κή και τη διε­θνι­στι­κή-τα­ξι­κή, που γνω­ρί­σα­με, αλ­λά στην «αυ­θε­ντι­κά» ευ­ρω­πα­ϊ­κή) δεν μπο­ρεί να α­πο­τε­λέ­σει αυ­το­ρυθ­μι­στι­κή αρ­χή για το ελ­λη­νι­κό ά­το­μο. Κι ε­δώ βρί­σκε­ται η αι­θε­ρο­βα­σί­α και το α­σύγ­γνω­στο λά­θος του νε­ο­ελ­λη­νι­κού Δια­φω­τι­σμού. Το ελ­λη­νι­κό ά­το­μο δεν εί­ναι «λο­γι­κό», για­τί έ­χει πί­σω του πολ­λα­πλές αν­θρω­πο­λο­γι­κές δια­δρο­μές. Ό­ταν οι άλ­λοι πή­γαι­ναν αυ­τό γύ­ρι­ζε, κα­τά το κοι­νώς λε­γό­με­νο. Γνω­ρί­ζει π.χ. ό­τι «η λο­γι­κή εί­ναι υ­πο­δε­έ­στε­ρη της ρη­το­ρι­κής». Ό­τι το Ε­γώ εί­ναι πά­νω και πί­σω α­πό τη λο­γι­κή. Ξέ­ρει πο­λύ κα­λά ό­τι τα κί­νη­τρα και οι σκο­ποί του προ­η­γού­νται της λο­γι­κής, την ο­ποί­α ε­πι­κα­λεί­ται. Δεν «πα­ρα­μυ­θιά­ζε­ται», λοι­πόν, με λο­γι­κά ε­πι­χει­ρή­μα­τα και «εκ­συγ­χρο­νι­στι­κά ο­ρά­μα­τα». Οι συλ­λο­γι­κοί κα­νό­νες εκ­πί­πτουν έ­τσι σε κα­τά συν­θή­κην ψεύ­δη, τα ο­ποί­α ο ξύ­πνιος Έλ­λη­νας δεν κα­τα­δέ­χε­ται καν να τα λά­βει υ­πό­ψη του, ό­ταν τον παίρ­νει.

«Ο ζη­μιών το έ­θνος ου­δέ­να ζη­μιοί». Ι­δού η κα­τευ­θυ­ντή­ρια αρ­χή της «χει­ρα­φε­τη­μέ­νης α­πό ι­δε­ο­λο­γί­ες» ελ­λη­νι­κής α­το­μι­κό­τη­τας. Η αρ­χή αυ­τή, που δια­τυ­πώ­θη­κε τό­σο πε­ριε­κτι­κά στην ελ­λα­δι­κή Βου­λή τον πε­ρα­σμέ­νο αιώ­να, α­πο­τε­λεί το ύ­πα­το δόγ­μα, τη θε­με­λια­κή νο­η­μα­το­δο­τι­κή πη­γή, του α­μο­ρα­λι­στι­κού-πα­ρα­σι­τι­κού εί­δους «συλ­λο­γι­κό­τη­τας», που συ­νε­πά­γε­ται η έ­ξαλ­λη ελ­λη­νι­κή ε­ξα­το­μί­κευ­ση. Βε­βαί­ως η α­νά­δυ­ση του ελ­λη­νι­κού α­το­μι­κι­σμού, στην ε­πο­χή του «τέ­λους των ι­δε­ο­λο­γιών» και του με­τα­μο­ντέρ­νου μη­δε­νι­σμού, δεν έ­χει μό­νο αρ­νη­τι­κές πλευ­ρές. Κρύ­βει κι έ­να ι­σχυ­ρό δυ­να­μι­σμό α­να­γκαί­ο για την ε­πι­βί­ω­ση. Πώς ό­μως, ο δυ­να­μι­σμός αυ­τός θα μπο­ρέ­σει να με­τα­μορ­φω­θεί, ώ­στε να α­ναι­ρε­θούν τα αρ­νη­τι­κά του α­πο­τε­λέ­σμα­τα, η συλ­λο­γι­κή μας πα­θο­λο­γί­α; Αυ­τό εί­ναι το μέ­γα ε­ρώ­τη­μα. Μέ­γα και προς το πα­ρόν πρα­κτι­κώς α­να­πά­ντη­το.

Τρί­τη φά­ση: ο «εκ­συγ­χρο­νι­σμός» του βα­μπίρ

Αν το ελ­λη­νι­κό «με­τα­μο­ντέρ­νο πα­ρά­δειγ­μα» μπο­ρού­σε να κρα­τη­θεί αιω­νί­ως στη φά­ση του βαλ­σα­μο­ποιεί­ου, θα εί­χε αγ­γί­ξει την τε­λειό­τη­τα, -για τη νο­ο­τρο­πί­α του ελ­λη­νι­κού α­τό­μου πά­ντα.

Το δυ­στύ­χη­μα ό­μως εί­ναι ό­τι δεν υ­πάρ­χει τρό­πος να κρα­τη­θεί ε­κεί. Το βαλ­σα­μο­ποιεί­ο λει­τουρ­γεί με δα­νει­κά και ε­πι­πλέ­ον με­τα­βάλ­λε­ται γρή­γο­ρα σε κλε­πτο­κρα­τί­α, που α­πο­μυ­ζά κά­θε ικ­μά­δα του. Αρ­χή της εί­ναι η πε­ρί­φη­μη «αρ­πα­χτή». «Να τα φά­με ό­λα ε­δώ και τώ­ρα». Και τα τρώ­ει ό­λα. Ε­πι­πλέ­ον το βαλ­σα­μο­ποιεί­ο δεν εί­ναι μό­νο του στον κό­σμο. Υ­πάρ­χουν πριν απ’ ό­λα οι κου­τό­φρα­γκοι των Βρυ­ξελ­λών, που θέ­λουν να ξέ­ρουν πού πη­γαί­νουν τα λε­φτά τους. Υ­πάρ­χει η πα­γκο­σμιο­ποί­η­ση, η ο­ποί­α δεν δεί­χνει κα­μιά συ­μπά­θεια για τα πα­ρα­σι­τι­κά κρα­τι­στι­κά κα­τε­στη­μέ­να ό­που γης, ό­πως έ­δει­ξε η σχε­τι­κή ε­μπει­ρί­α με τις πε­ρι­βό­η­τες «τί­γρεις» της Νο­τιο­α­να­το­λι­κής Α­σί­ας. Τέ­λος υ­πάρ­χουν και οι …Τούρ­κοι. Η Ο.Ν.Ε. εί­ναι βέ­βαια το υ­πή­νε­μο λι­μά­νι, στο ο­ποί­ο αν προ­λά­βου­με να μπού­με «σω­θή­κα­με». Αλ­λά η α­πει­λή εί­ναι ε­δώ και μας α­κο­λου­θεί κα­τά πό­δας: «τουρ­κι­κός ε­πε­κτα­τι­σμός» και «διε­θνής κερ­δο­σκο­πί­α». Τούρ­κοι και Α­γο­ρές α­ξιο­ποιούν τα ε­ξο­πλι­στι­κά και τα οι­κο­νο­μι­κά μας ελ­λείμ­μα­τα. Φυ­σι­κά, αν μπο­ρού­σα­με να τα κα­λύ­ψου­με, δεν θα υ­πήρ­χε πρό­βλη­μα. Αλ­λά δεν μπο­ρού­με και ο λό­γος εί­ναι σα­φής: α­πο­τε­λούν τους μα­στούς α­πό τους ο­ποί­ους τρέ­φε­ται το πα­ρα­σι­τι­κό – φαυ­λο­κρα­τι­κό – κλε­πτο­κρα­τι­κό μας βα­μπίρ. Οί­κο­θεν νο­εί­ται, λοι­πόν, ό­τι το δη­μιούρ­γη­μα αυ­τό του ελ­λη­νι­κού με­τα­μο­ντερ­νι­σμού δεν μπο­ρεί να πά­ει μα­κριά, ό­πως εί­ναι.

Αυ­τός εί­ναι και ο λό­γος που μπή­κα­με ή­δη στον «εκ­συγ­χρο­νι­σμό»: στην «ε­νά­ρε­τη» φά­ση της ελ­λη­νι­κής κλε­πτο­κρα­τί­ας. Στη φά­ση αυ­τή το βάλ­σα­μο πε­ριο­ρί­ζε­ται αυ­στη­ρά (μό­νο για «τα πο­λύ δι­κά μας παι­διά»). Στην α­πε­ριό­ρι­στη ρε­μού­λα μπαί­νει κά­ποιος φραγ­μός. Για πρώ­τη φο­ρά αρ­χί­ζουν να τί­θε­νται κα­νό­νες και να ε­πι­τυγ­χά­νε­ται μια α­συ­νή­θι­στη, για τα ελ­λη­νι­κά δε­δο­μέ­να, βελ­τί­ω­ση των οι­κο­νο­μι­κών δει­κτών. Προ­κει­μέ­νου να δια­σω­θεί το ελ­λη­νι­κό βα­μπίρ, α­να­γό­ρευ­σε το Μά­α­στριχτ σε νέ­α Με­γά­λη Ι­δέ­α και τη «Σύ­γκλι­ση» σε ύ­πα­το στό­χο της ό­λης «ε­θνι­κής» του «στρα­τη­γι­κής».

Κα­τά τρα­γι­κή ό­μως ει­ρω­νεί­α, α­πό την ε­πι­τυ­χί­α της «εκ­συγ­χρο­νι­στι­κής» διά­σω­σης του πα­ρα­σι­τι­κού αυ­τού ορ­γα­νι­σμού, ε­ξαρ­τά­ται και η ε­πι­βί­ω­ση του ί­διου του ελ­λη­νι­κού λα­ού. Ο δια­χω­ρι­σμός του λα­ού α­πό το βα­μπίρ εί­ναι α­δύ­να­τος, με τη δε­δο­μέ­νη αν­θρω­πο­λο­γι­κή μας κα­τά­στα­ση. Το βα­μπίρ εί­ναι σαρ­ξ εκ της σαρ­κός του ελ­λη­νι­κού α­τό­μου. Εί­ναι το δι­κό του έλ­λειμ­μα συλ­λο­γι­κό­τη­τας, αυ­το­νο­μού­με­νο σε πα­ρα­σι­τι­κή κοι­νω­νι­κή ο­ντό­τη­τα.

Αυ­τό που φαί­νε­ται ως γε­νι­κευ­μέ­νος εκ­πα­σο­κι­σμός εί­ναι, λοι­πόν, η ει­δι­κή μορ­φή που παίρ­νει, στην ε­πο­χή του με­τα­μο­ντερ­νι­σμού, ο α­να­γεν­νη­μέ­νος α­χα­λί­νω­τος ελ­λη­νι­κός α­το­μι­κι­σμός. Θα ή­ταν ά­δι­κο να τον «χρε­ώ­σου­με» στον Πα­παν­δρέ­ου. Α­πλώς στο πρό­σω­πο του μα­κα­ρί­τη βρή­κε το «χα­ρι­σμα­τι­κό» του πρό­τυ­πο.


Σημειώσεις
1. Τη «σο­σιαλ­μα­νί­α» την ε­γκαι­νί­α­σε ο Κα­ρα­μαν­λής. Ο Πα­παν­δρέ­ου α­πλώς την ο­λο­κλή­ρω­σε, με­τα­τρέ­πο­ντας τους πά­ντες σε κρα­τι­κο­δί­αι­τους. Την άρ­ση του εμ­φυ­λιο­πο­λε­μι­κού δι­πο­λι­σμού τη χρη­μα­το­δό­τη­σε με τη μη­χα­νή του δη­μο­σί­ου χρέ­ους.

2. Η συρ­ρί­κνω­ση του Ελ­λη­νι­σμού ή­ταν συ­νυ­φα­σμέ­νη με τον δι­πο­λι­σμό. Ή­δη α­πό τον πε­ρα­σμέ­νο αιώ­να, ο παν­σλα­βι­σμός α­γω­νι­ζό­ταν να ε­κτο­πί­σει την ελ­λη­νι­κή ε­πιρ­ρο­ή α­πό τα Βαλ­κά­νια και γε­νι­κό­τε­ρα α­πό τον ι­στο­ρι­κό χώ­ρο της ελ­λη­νο-ορ­θό­δο­ξης οι­κου­μέ­νης. Ο σο­βιε­τι­κός η­γε­μο­νι­σμός προ­σέ­δω­σε στην πο­λι­τι­κή αυ­τή διε­θνι­στι­κή ι­δε­ο­λο­γι­κή ε­πί­φα­ση. Στή­ρι­ξε ο­λό­πλευ­ρα τον κε­μα­λι­σμό. Η μι­κρα­σια­τι­κή κα­τα­στρο­φή μπο­ρεί να θε­ω­ρη­θεί ως μια α­πό τις συ­νέ­πειες της Ο­κτω­βρια­νής ε­πα­νά­στα­σης, ό­πως και η πλή­ρης, στη συ­νέ­χεια, α­πο­κο­πή μας  α­πό τα Βαλ­κά­νια και τον Εύ­ξει­νο. Η κα­θο­δι­κή πο­ρεί­α ο­λο­κλη­ρώ­νε­ται με τον εμ­φύ­λιο πό­λε­μο (1945-49), ό­που και κα­τα­στρέ­φο­νται οι ακ­μαιό­τε­ρες δυ­νά­μεις του Ελ­λη­νι­σμού. Έ­γι­ναν βε­βαί­ως προ­σπά­θειες α­νά­καμ­ψης αλ­λά με πε­νι­χρά α­πο­τε­λέ­σμα­τα. Η κα­τα­στρο­φή του Ελ­λη­νι­σμού της Πό­λης (1955), χω­ρίς κα­μιά δυ­να­τό­τη­τα α­πά­ντη­σης, η α­δυ­να­μί­α να υ­πάρ­ξει έ­να στα­θε­ρό στοι­χειω­δώς δη­μο­κρα­τι­κό σύ­στη­μα, με α­πο­κο­ρύ­φω­μα την ε­φτά­χρο­νη δι­κτα­το­ρί­α του 1967, η ήτ­τα α­πό τον Ατ­τί­λα στην Κύ­προ το 1974, εί­ναι γε­γο­νό­τα που δεί­χνουν το φο­βε­ρό α­διέ­ξο­δο της χώρας στη δι­πο­λι­κή ε­πο­χή.

3. Στα­θε­ρός ά­ξο­νας της νε­ο­ελ­λη­νι­κής ε­θνι­κής ταυ­τό­τη­τας ή­ταν ο ε­κνε­ω­τε­ρι­σμός. Εξ ου και «νε­ω­τε­ρι­κή». Η νο­η­μα­το­δό­τη­σή της προ­σέ­λα­βε δια­δο­χι­κά τρεις μορ­φές: Στην «η­ρω­ι­κή ε­πο­χή», εί­χα­με τη Με­γά­λη Ι­δέ­α. (: Α­πε­λευ­θέ­ρω­ση α­πό τον τουρ­κι­κό ζυ­γό. Η Ελ­λά­δα «πρό­τυ­πο βα­σί­λειο στην Α­να­το­λή». Φά­ρος ε­κνε­ω­τε­ρι­σμού.) Με­τά την κα­τα­στρο­φή του 1922 και ως την ει­σβο­λή του Ατ­τί­λα στην Κύ­προ (1974), κυ­ριαρ­χού­σε ο ε­θνο­φυ­λε­τι­σμός. (: Εί­μα­στε Έλ­λη­νες για­τί ρέ­ει αρ­χαιο-ελ­λη­νι­κό αί­μα στις φλέ­βες μας. Ό­χι για­τί με­τέ­χου­με ελ­λη­νι­κής παι­δεί­ας.) Α­πό το 1974 και έ­πει­τα κυ­ριαρ­χεί ο ε­θνο­μη­δε­νι­σμός. (: Η ε­θνι­κή ταυ­τό­τη­τα εί­ναι «φα­ντα­στι­κή») Η πρώ­τη φά­ση διέ­πε­ται α­πό το κο­ρα­ϊ­κό πρό­ταγ­μα της «με­τα­κέ­νω­σης» ή της ευ­ρω­πα­ϊ­κής α­ε­ρο­γέ­φυ­ρας προς την αρ­χαί­α Ελ­λά­δα. Εί­μα­στε παι­διά του παπ­πού. Ό­χι εγ­γό­νια του. Το Βυ­ζά­ντιο δεν θέ­λου­με να το ξέ­ρου­με. Στη συ­νέ­χεια έρ­χε­ται ο Φαλ­με­ρά­ϋ­ερ και αμ­φι­σβη­τεί την «αρ­χαιο­ελ­λη­νι­κή ελ­λη­νι­κό­τη­τά» μας, α­κρι­βώς με το ε­πι­χεί­ρη­μα ό­τι, α­φού το Βυ­ζά­ντιο δεν εί­ναι ελ­λη­νι­κό, δεν υ­πάρ­χει φυ­λε­τι­κή συ­νέ­χεια. Για να τον α­ντι­με­τω­πί­σου­με, τροπο­ποιού­με το κο­ρα­ϊ­κό πρό­ταγ­μα. Το κά­νου­με «ελ­λη­νο­χρι­στια­νι­κό». Δεν ε­νο­χλεί και πο­λύ, για­τί ο «χρι­στια­νι­σμός» μας εί­ναι ευ­σε­βι­στι­κός. Δη­λα­δή α­κραιφ­νώς νε­ω­τε­ρι­κός (προ­σαρ­μο­σμέ­νος στη νε­ω­τε­ρι­κό­τη­τα). Με την ά­νο­δο τέ­λος του ε­θνο­μη­δε­νι­σμού κυ­ριαρ­χεί το δι­κό του νο­η­μα­το­δο­τι­κό πρό­ταγ­μα: Η νέ­α Ελ­λά­δα εί­ναι έ­να «και­νούρ­γιο έ­θνος», ό­πως τα ευ­ρω­πα­ϊ­κά (αν εί­ναι καν έ­θνος, για­τί κι αυ­τό συ­ζη­τιέ­ται). Και βε­βαί­ως μια «νο­ε­ρή» ψευ­δο-κοι­νό­τη­τα, η λει­τουρ­γί­α της ο­ποί­ας ε­ξα­ντλεί­ται στο να κρύ­βει τον ξε­νό­δου­λο-κα­πι­τα­λι­στι­κό-α­ντι­λα­ϊ­κό χα­ρα­κτή­ρα του ελ­λα­δι­κού κρά­τους. Με­τά το 1989, ο σο­σια­λι­σμός κι ο διε­θνι­σμός, έ­χο­ντας χά­σει κά­θε αυ­θυ­περ­βα­τι­κή πνο­ή, εκ­φυ­λί­ζο­νται σε πρό­σχη­μα και προ­κά­λυμ­μα ε­θνι­κού και κοι­νω­νι­κού μη­δε­νι­σμού. Η ε­θνι­κή συ­νο­χή δεν έ­χει α­πό πού να α­ντλή­σει το συ­γκολ­λη­τι­κό της νό­η­μα. Τί­πο­τα δεν α­ντι­σταθ­μί­ζει πλέ­ον την κοι­νω­νι­κή ε­ντρο­πί­α.

4. Χρ. Γιαν­να­ράς, Ελ­λη­νό­τρο­πος Πο­λι­τι­κή. Ί­κα­ρος, Α­θή­να 1995.

5. Κ. Ζου­ρά­ρις, Ά­θλια, Ά­θλα, Θέ­με­θλα. Αρ­μός, Α­θή­να 1997.

6. Τις πα­ρα­πο­μπές τις πή­ρα α­πό τον Γερ. Κα­κλα­μά­νη (Η Ελ­λάς ως Κρά­τος Δι­καί­ου. Ει­κο­στός Πρώ­τος. Α­θή­να).

7. Κα­νο­νι­κά υ­πάρ­χουν δύ­ο τρό­ποι να χρη­μα­το­δο­τή­σει κα­νείς την αύ­ξη­ση της με­ρί­δας των «μη προ­νο­μιού­χων» στη συλ­λο­γι­κή πί­τα. Εί­τε κό­βο­ντας α­πό μέ­να, τον έ­χο­ντα και κα­τέ­χο­ντα, για να δώ­σεις σε σέ­να τον α­να­ξιο­πα­θού­ντα. Εί­τε αυ­ξά­νο­ντας το μέ­γε­θος της πί­τας και μοι­ρά­ζο­ντας το ε­πι­πλέ­ον. Η πρώ­τη συ­ντα­γή ο­δη­γεί σε εν­δο­κοι­νω­νι­κή σύ­γκρου­ση, που ή­ταν α­δια­νό­η­τη για μια Ελ­λά­δα που πά­σχι­ζε να ξε­φύ­γει α­πό το ά­με­σο εμ­φυ­λιο­πο­λε­μι­κό πα­ρελ­θόν της. Η δεύ­τε­ρη συ­ντα­γή ή­ταν βέ­βαια σα­φώς προ­τι­μό­τε­ρη, αλ­λά πρα­κτι­κώς α­νέ­φι­κτη, για την πε­ρί­ο­δο που συ­ζη­τά­με. Η λύ­ση που ε­φαρ­μό­στη­κε, -δα­νει­σμός, πα­ρο­χές και ά­νοιγ­μα του κρά­τους στους ως τό­τε α­πο­κλει­σμέ­νους-, εί­χε σο­βα­ρές «πα­ρε­νέρ­γειες». Ή­ταν ό­μως η μό­νη ε­ναλ­λα­κτι­κή ε­πι­λο­γή.

2 Σχόλια

  1. Αξίζει πράγματι να γυρίζει κανείς στο Θ. Ζιάκα για να καθαρίσει το μυαλό του. Ενα ερώτημα που αναδύεται από το κείμενο είναι αν ο ανθρωπολογικός τύπος του καταναλωτικού παράσιτου είναι μία παθογένεια ή το αποτέλεσμα οικονομικών συνθηκών. Στη δεύτερη περίπτωση τα περιθώρια δράσηες είναι περιορισμένα και αναμένουμε απλώς την αλλαγή ανθρωπολογικού τύπου με το τέλος της ευμάρειας;

  2. Εκπληκτικό άρθρο.

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*