Οικονομία, Ρήξη φ. 80

Η κυρία Μέρκελ, ο Βίσμαρκ, το ευρώ κι εμείς, οι υπόλοιποι Ευρωπαίοι…

Του Αρνώ Μοντεμπούρ*

από την εφημερίδα Ρήξη, φ. 80

Χθες, στη διάρκεια μιας τηλεοπτικής συζήτησης, ανέφερα το όνομα του Βίσμαρκ προκειμένου να αποδώσω ανάγλυφα την άποψή μου για την ευρωπαϊκή πολιτική της κυρίας Μέρκελ.

Η σύγκριση με τον Όττο φον Μπίσμαρκ, πρώτο καγκελάριο της Γερμανικής Ομοσπονδίας, που πραγματοποίησε την ενοποίηση της Γερμανίας, δημιούργησε τις κοινωνικές ασφαλίσεις και διεξήγαγε τον πόλεμο ενάντια στη Γαλλία, το 1870, δεν είναι δική μου: η πατρότητα ανήκει στον Σίγκμαρ Γκάμπριελ, Πρόεδρο του γερμανικού Σοσιαλιστικού Κόμματος (SPD). Είναι μια παρομοίωση που έγινε μπροστά στο Εθνικό Συμβούλιο του γαλλικού Σοσιαλιστικού Κόμματος, την περασμένη Άνοιξη. Νομίζω, επίσης, αν θυμάμαι καλά, ότι Η Επιστροφή του Βίσμαρκ είναι ο τίτλος ενός βιβλίου του Ζωρζ Βαλάνς, ο οποίος χρημάτισε διευθυντής σύνταξης στα περιοδικά Expension και Express, βιβλίο που εκδόθηκε το 1990. Και δεν αναφέρω τους κ.κ. Γκαμπριέλ και Βαλάνς για να τους χρησιμοποιήσω ως άλλοθι αλλά για να υπογραμμίσω ότι, εδώ και είκοσι χρόνια περίπου, ζούμε μια «επιστροφή του πραγματικού» στις σχέσεις μας με τη Γερμανία και την οποία πρέπει να κατανοήσουμε ώστε να δράσουμε διαφορετικά.

Άλλωστε, πρέπει να προσθέσω ότι, πριν δεκαπέντε χρόνια, το πορτραίτο του Βίσμαρκ κοσμούσε το γραφείο του κ. Κίνκελ, υπουργού Εξωτερικών του Χέλμουτ Κολ και ηγέτη του Κόμματος των Φιλελευθέρων Δημοκρατών (FDP). Και, σίγουρα, δεν το κρέμασα εγώ!

Το γεγονός ότι, ωθούμενη από τη συνειδητοποίηση της γήρανσής της, η Γερμανία επιθυμεί ένα ισχυρό νόμισμα, σχετικοποιεί τη σημασία της σχέσης της με τη χώρα μας και σκέφτεται να ασκήσει μια «ήπια ηγεμονία», σύμφωνα με τα λόγια του Γιόσκα Φίσερ, δεν αποτελεί παρά ένα στοιχείο ανάλυσης, στοιχείο που δεν έχει κανένα χαρακτήρα «γερμανοφοβίας» ή «λαϊκισμού». Πρόκειται για μια διαπίστωση που θα πρέπει να εντάξουμε στο σύστημα πλοήγησής μας.

Ο Βίσμαρκ έκανε την πολιτική επιλογή να ενώσει τα γερμανικά πριγκιπάτα προσπαθώντας να κυριαρχήσει στις ευρωπαϊκές χώρες, και ιδιαίτερα στη Γαλλία. Με μια εκπληκτική αντιστοιχία, η καγκελάριος Άνγκελα Μέρκελ προσπαθεί να λύσει τα εσωτερικά της προβλήματα επιβάλλοντας την οικονομική και χρηματο-πιστωτική πολιτική των Γερμανών συντηρητικών σε όλη την υπόλοιπη Ευρώπη. Η παλαιά πολιτική επέκτασης και εδαφικής ισχύος μετατίθεται σήμερα στο πεδίο της οικονομικής κυριαρχίας.

Είναι αλήθεια ότι οι Γερμανοί διαπνέονται από ένα έντονο ειρηνιστικό συναίσθημα και ήταν οι περισσότεροι που διαδήλωσαν ενάντια στην επέμβαση στο Ιράκ. Για παράδειγμα, οι Γερμανοί δεν έχουν πλέον τη διάθεση να ευθυγραμμίζονται με την Ουάσινγκτον. Σημαίνει όμως αυτό, άραγε, ότι έχουν εγκαταλείψει κάθε εθνική φιλοδοξία; Σημαίνει, άραγε, ότι έχουν παραιτηθεί ρητά από κάθε επιθυμία να επιβάλουν τα εθνικά τους συμφέροντα; Σίγουρα όχι.

Θεωρώ ότι είναι προφανές πως, για τον γερμανικό πληθυσμό, μέσα από το ζήτημα του ευρώ, παίζεται το ζήτημα της συσσώρευσης των πλεονασμάτων που θα του επιτρέψουν να αντιμετωπίσει τη γήρανσή του. Εδώ βρίσκεται το κλειδί του εγωισμού, ακόμα και του ρίσκου που παίρνει, και μας υποχρεώνει να πάρουμε, σε σχέση με το ευρώ, με την επικίνδυνη και αυτοκτονική, για τον ίδιο, αδιαλλαξία του, σε αυτή την κρίση χρέους των κρατών.

Στο ζήτημα του ευρώ, λοιπόν, οι Γερμανοί ακολουθούν μια εθνική πολιτική, μια πολιτική που εξυπηρετεί αποκλειστικά τα δικά τους συμφέροντα: ακολουθώντας την πολιτική των αγορών και όχι των λαών, επιβάλλοντας σχέδια λιτότητας σε όλη την Ευρώπη, αρνούμενοι τα ευρω-ομόλογα και την επέμβαση της κεντρικής ευρωπαϊκής τράπεζας, ώστε να επαναγοραστούν τα κρατικά χρέη. Νομίζω, μάλιστα, ότι οι γερμανικές ελίτ δεν φοβούνται να διακηρύξουν ότι σκέφτονται κατ’ αρχάς με όρους εθνικού συμφέροντος. Χωρίς αμφιβολία, είχαμε συνηθίσει να βλέπουμε μια Γερμανία, διχασμένη ανάμεσα στη Βόννη και το ανατολικό Βερολίνο, να χάνεται από το ιστορικό προσκήνιο και να ακολουθεί δύο παράλληλους δρόμους, εξ αιτίας της αδυναμίας που προέκυψε μετά το 1945. Πιθανόν να είχαμε συνηθίσει στην ιδέα ότι, από τότε και μετά, οι Γερμανοί δεν μπορούσαν να ακολουθήσουν άλλο δρόμο από εκείνον της υποταγής στους απο-πολιτικοποιημένους κανόνες της ευρωπαϊκής κοινοτικής ολοκλήρωσης. Αυτή η εποχή πέρασε ανεπιστρεπτί. Είκοσι χρόνια μετά την επανένωση, θα πρέπει απλώς να το συνειδητοποιήσουμε.

Ο διάλογος που οφείλουμε να διατηρήσουμε με τους Γερμανούς ιθύνοντες θα πρέπει να αποσκοπεί στο να συνειδητοποιήσει το Βερολίνο το συμφέρον που έχει στη διάσωση του ευρώ και να εγκαταλείψει τα επαναλαμβανόμενα σχέδια αυστηρής λιτότητας. Η επιστράτευση των Ευρωπαίων ηγετών από το ζεύγος Μέρκελ-Σαρκοζί, οι συστάσεις για όλο και πιο αυστηρά προγράμματα λιτότητας προκαλούν στον πληθυσμό των εταίρων μας επικίνδυνα συναισθήματα πικρίας, που εξυπηρετούν μεν τα συμφέροντα της Γερμανίας, αλλά καταστρέφουν σταδιακά την Ευρώπη και το ευρώ.

Η ευρωπαϊκή πολιτική του Νικολά Σαρκοζί, που έχει πια εγκατασταθεί στον χώρο αποσκευών της γερμανικής δεξιάς, είναι μια πολιτική αδυναμίας απέναντι στη Γερμανία, που παρασύρει την Ευρώπη σε μια σπειροειδή ύφεση. Έχει έρθει η στιγμή να πολεμήσουμε αυτό το διευθυντήριο της γερμανο-γαλλικής δεξιάς, με γερμανική κυριαρχία, που υποβάλλει τις ευρωπαϊκές χώρες σε επιλογές οι οποίες μας οδηγούν στο πολιτικό, οικονομικό και κοινωνικό χάος.

Σε ό,τι με αφορά, επιθυμώ έναν διάλογο με τη Γερμανία, απαλλαγμένο από αφέλειες. Αλλά θα πρέπει να υπενθυμίσουμε στους Γερμανούς φίλους μας γιατί και πως δεν μπορεί να επιστρέψει ο Βίσμαρκ. Ας επιστρέψουμε στην πραγματικότητα των γεγονότων: αυτή είναι η καλύτερη υπηρεσία που θα προσφέρουμε στην Ευρώπη, τη Γερμανία και τη Γαλλία.

*Γάλλος βουλευτής, στέλεχος του γαλλικού Σοσιαλιστικού Κόμματος και ο τρίτος υποψήφιος στις εσωτερικές εκλογές του Σ.Κ., το 2011, για την επιλογή του προεδρικού υποψηφίου.

 

Ένα Σχόλιο

  1. Το πόσο ειρηνιστές είναι οι Γερμανοί θα το δείξουν όταν έρθει η ώρα. Για πολέμους που γίνονται αλλού ο καθένας μπορεί να είναι ειρηνιστής.

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*