Πολιτισμός - Βιβλία - Ιστορία - Θεωρία, Ρήξη φ. 80

Που είναι οι Γερμανοί διανοούμενοι;

Του Βασίλη Στοϊλόπουλου

από την εφημερίδα Ρήξη, φ.80

Μπορεί ο «θερμός πόλεμος» στη Γηραιά Ήπειρο να μοιάζει ακόμη απίθανος, όμως ένας ιδιόμορφος δημοσιογραφικός πόλεμος βρίσκεται ήδη σε πλήρη εξέλιξη. Έτσι, στα αγγλοσαξονικά ΜΜΕ, η καγκελάριος Μέρκελ και ο υπουργός της, Σόιμπλε, παρουσιάζονται σαν άτομα ιδιαιτέρως επικίνδυνα, που πραγματοποιούν μεθοδικά το 4ο Ράιχ και απεργάζονται το τέλος της ευρωπαϊκής ιδέας. Αντίθετα, πολλά γερμανικά ΜΜΕ βλέπουν τη Γερμανία στο στόχαστρο δόλιων και μοχθηρών εχθρών του παρελθόντος, που για μια ακόμη φορά επιβουλεύονται τη δημοσιονομική σταθερότητά της, σαμποτάρουν την εξαγωγική της δυναμική, φθονούν την τεχνολογική της ανωτερότητα και υποσκάπτουν την οικονομική της ισχύ.

Από τη στιγμή μάλιστα που έγινε φανερή η αδυναμία της Γερμανίας, για πρώτη φορά στην ιστορία της, να βρει αγοραστές των κρατικών ομολόγων της με εξαιρετικά χαμηλό επιτόκιο, η σύγκρουση αυτή τείνει να αποκτήσει ανεξέλεγκτες διαστάσεις. Κανείς δεν θέλει να σκέφτεται σήμερα τι θα επακολουθήσει στην Ευρώπη -αλλά και διεθνώς- αν η κραταιά Γερμανία βρεθεί στο στόχαστρο των χρηματοπιστωτικών οίκων αξιολόγησης, τους οποίους, ως γνωστόν, επηρεάζουν οι Αγγλοσάξονες.

Και ενώ πέρασαν δύο χρόνια επιταχυνόμενης διεθνούς οικονομικής κρίσης, που έφερε τη Γερμανία στο απόγειο της μεταπολεμικής της δύναμης, ενώ η κοινή γνώμη παρακολουθεί αποσβολωμένη στις εφημερίδες, στο διαδίκτυο και τα τοκ σόου αμέτρητους δημοσιογράφους, οικονομικούς αναλυτές και πολιτικούς πάσης φύσεως και ιδεολογίας να μιλούν για την καταρρέουσα Ευρώπη και την αναδυόμενη Γερμανία, αυτό που απουσιάζει είναι η φωνή των Γερμανών διανοούμενων. Όλων αυτών των ανθρώπων του πνεύματος που θα εναντιώνονταν σθεναρά στη σκληρή πολιτική που εκφράζουν η Μέρκελ, το μεγαλογερμανικό κεφάλαιο και οι μεγαλοτραπεζίτες της Φρανκφούρτης και που θα ενδιαφέρονταν για την κλυδωνιζόμενη Ευρώπη, το μέλλον της οποίας κρίνεται πλέον όχι τόσο στα εθνικά ευρωπαϊκά κοινοβούλια, αλλά στις αγορές, στους θολούς διαδρόμους των Βρυξελλών και στα κονκλάβια των κερδοσκόπων. Να πάρουν θέση σε καίρια ζητήματα όπως:

• Το ενδεχόμενο της κατάρρευσης της ευρωζώνης των 17 και την εκκολαπτόμενη Ευρώπη των δύο ή και των τριών ταχυτήτων υπό γερμανική ηγεμονία,

• Την αλλαγή του ρόλου της ΕΚΤ και τη συνεχιζόμενη σκανδαλώδη προσπάθεια σωτηρίας των τραπεζών των ισχυρών κρατών εις βάρος των φορολογουμένων πολιτών,

• τις δολοπλοκίες και τα ανεξέλεγκτα χτυπήματα της διεθνούς των κερδοσκόπων, ιδιαίτερα των Αγγλοσαξόνων, εις βάρος των λαών της Ευρώπης,

• την αβεβαιότητα σχετικά με την περιβόητη συμφωνία της 26ης Οκτωβρίου και την τύχη της Ελλάδας,

• την καχυποψία μεταξύ των ευρωπαϊκών λαών που βαθαίνει καθημερινά,

• την αποδυνάμωση της δημοκρατίας και την εκχώρηση εθνικής κυριαρχίας στο νέο διευθυντήριο των Βρυξελλών.

Μπορεί η σημερινή κατάσταση να μην έχει ομοιότητες με τη στάση των Γερμανών διανοούμενων πριν από τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, όταν το μιλιταριστικό και ρατσιστικό κύμα ενθουσιασμού που σκέπασε τη Γερμανία παρέσυρε και τους διανοούμενους, οι οποίοι, στην προσπάθειά τους να γίνουν ένα με τον λαό τους, μετατρέπονταν οι ίδιοι σε στυλοβάτες της μεγαλογερμανικής ελίτ . Όμως, με την εκκωφαντική σιωπή τους, οι Γερμανοί διανοούμενοι ουσιαστικά στηρίζουν και πάλι τη γερμανική κυβέρνηση. Τελικά, φαίνεται πως δικαιώνεται ο κοινωνιολόγος Ούλριχ Μπεκ, που ισχυριζόταν ότι, μετά τη πτώση του τείχους του Βερολίνου, η συντριπτική πλειοψηφία των Γερμανών διανοούμενων όχι μόνο ανακάλυψαν, με κάποια νοσταλγία, την εθνική κυριαρχία της Γερμανίας, τον Βάγκνερ και τον Νίτσε, αλλά και υποκλίνονται, όπως ο Άρνουλφ Μπάρινγκ, μπροστά στη σημαία της «Δημοκρατίας του Βερολίνου», ενώ κάποιοι άλλοι, όπως ο Μάρτιν Βάλσερ, δεν διστάζουν να απαιτήσουν το «απελευθερωτικό» τέλος στην καθολική ψύχωση με το Άουσβιτς και αφοσιώνονται, όπως ο Στέφαν Γκέοργκ, στο γερμανικό Geist ή στη γερμανική τραγωδία, όπως ο Μπότο Στράους. Και, βεβαίως, δεν πρέπει να ξεχνούμε και εκείνους τους διανοητές που κατηγορούν ανοιχτά τη Μέρκελ για παραχώρηση γερμανικής εθνικής κυριαρχίας στις Βρυξέλλες, κάνοντας ακόμη και τον Χέλμουτ Κολ, που έλεγε: «Η Γερμανία είναι η πατρίδα μας και η Ευρώπη το μέλλον μας», να φαίνεται σαν αφοσιωμένος οπαδός του ευρωπαϊκού διαφωτισμού και της διαλεκτικής.

Ένας από τους ελάχιστους Γερμανούς διανοούμενους που μιλούν ακόμα δημοσίως είναι ο Γιούργκεν Χάμπερμας , που οργισμένος επειδή η «Ευρώπη γύρισε πια ανάποδα» και οι πολιτικοί «έστρεψαν τις πλάτες τους στα ευρωπαϊκά ιδανικά», βλέπει στη «μετα-δημοκρατία» της Μέρκελ και του Σαρκοζί να γκρεμίζεται η μεταεθνική ευρωπαϊκή ταυτότητα που επεξεργαζόταν -με ιδεαλιστικό τρόπο- τις τελευταίες δεκαετίες. Τώρα ζητά να υποστηρίξουμε και πάλι το έθνος-κράτος, ως τον μόνο θεσμό που μπορεί να προστατεύσει τα δικαιώματα των πολιτών, και μας προτρέπει να πολεμήσουμε την «πολιτική ηττοπάθεια».

Ποιο θα ήταν όμως σήμερα εκείνο για το οποίο θα έπρεπε γενικά οι διανοούμενοι να σηκώσουν ανάστημα και φωνή; Για την Ευρωπαϊκή Ένωση του Μπαρόζο, του Ρεν και του Ρομπάι, που δικαιολογημένα προκαλεί αγανάκτηση και φόβο στους Ευρωπαίους πολίτες επειδή παρουσιάζει όλο και περισσότερο δικτατορικά χαρακτηριστικά και οργανωμένη έλλειψη υπευθυνότητας; Να υπερασπιστούν τις Βρυξέλλες, που ακόμη και οι οπαδοί της ευρωπαϊκής ιδέας τη θεωρούν «Realfiktion, ένα γιγαντιαίο μαύρο κουτί, έναν θάλαμο κενό χωρίς ήχους, μια νησιωτική δύναμη της απορρόφησης χωρίς την παραμικρή χάρη, ένα μοναχικό σκυρόδεμα που αποθαρρύνει» ; Για ποια ευρωπαϊκά ιδανικά μπορεί να γίνεται λόγος, όταν ο συνεκτικός κρίκος των λαών της Ευρώπης δεν είναι πλέον ούτε καν οικονομικός και είναι οι απρόσωπες αγορές, που μαζί με τις παγκοσμιοποιημένες ελίτ, προχωρούν σε «πραξικοπήματα τεχνοκρατών», επιβάλλουν δοτές κυβερνήσεις σε προτεκτοράτα όπως η Ελλάδα και ορέγονται ζωτικούς χώρους στην ευρωπαϊκή περιφέρεια του Νότου;

Σε εποχές «αποσυναρμολόγησης της δημοκρατίας», ίσως και να μην υπάρχει νόημα να εκφράζονται οι διανοούμενοι, αφού έτσι κι αλλιώς δεν εισακούονται. Αντί γι’ αυτούς μιλούν τώρα οι οργανικοί διανοούμενοι που συγκροτούν τα λόμπι και στελεχώνουν τα ακριβοπληρωμένα θινκ τανκ των Βρυξελλών. Ίσως το μόνο που μπορούν είναι να προειδοποιούν, όπως κάνει και ο γηραιός Χάμπερμας: «Αν αποτύχει η Ευρώπη, τότε θα μας πάρει χρόνια για να επανέλθουμε. Θυμόσαστε τη γερμανική επανάσταση του 1848; Όταν απέτυχε, χρειάστηκε να περάσουν εκατό χρόνια για να επανέλθουμε στο ίδιο επίπεδο δημοκρατίας». Ως γνωστόν, εκείνη την εκατονταετία υπήρξαν και δύο παγκόσμιοι πόλεμοι, που οδήγησαν την Ευρώπη στον όλεθρο.

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*