Εθνικά θέματα, Νεο-οθωμανισμός, Ρήξη φ. 81

Το τέλος της αθωότητας

Του Θανάση Τζιούμπα

από την εφημερίδα Ρήξη, φ.81

Όταν τον Μάιο του 2010 ο «Στολίσκος της Ελευθερίας» δεχόταν της επίθεση των φονιάδων της ισραηλινής SHAYETTET 13, τα πράγματα έμοιαζαν να έχουν μια κρυστάλλινη καθαρότητα: Η πολιορκημένη Γάζα ως σύμβολο του αγώνα για δικαιοσύνη, το επιθετικό Ισραήλ, ο προσκυνημένος Μουμπάρακ, οι κυβερνήσεις σε Ελλάδα και Κύπρο που ξεκινούσαν την διαδρομή που θα τους έφερνε στο πλευρό των ισραηλινών, η Τουρκία που εξέπεμπε μηνύματα αντιιμπεριαλισμού.

Βέβαια και τότε μπορούσε κανείς να διακρίνει τις γεωπολιτικές σκοπιμότητες που παραμόνευαν στην αθέατη πλευρά της σελήνης, τον ηγεμονισμό του τουρκικού ΙΗΗ και την μέχρι αφέλειας εμμονή πολλών από τους ακτιβιστές σε μια μονοδιάστατη ανάγνωση του παλαιστινιακού, ως να εξελισσόταν σε κενό χωροχρόνου, μακριά από τα θολά νερά των διεθνών σχέσεων. Τότε πολλοί φίλοι είχαν εκφράσει επιφυλάξεις και κριτικές που έφτασαν μέχρι την πολεμική στην επιλογή μας να υποστηρίξουμε ενεργά την πρωτοβουλία «Ένα καράβι για την Γάζα», υιοθετώντας μια εξίσου μονοσήμαντη οπτική που αναγόρευε τον εχθρό της Τουρκίας σε φίλο της Ελλάδας. Ήταν η «κινηματική» διάσταση αυτού που αποτέλεσε κεντρική πολιτική επιλογή των κυβερνήσεων Παπανδρέου και Χριστόφια, την ανατροπή μιας πραγματικότητας αιώνων σχέσεων με τους λαούς της περιοχής και την άνευ όρων συμπαράταξη με το Ισραήλ. Αυτό που δεν μπορούσαν να εκτιμήσουν ήταν η ανάγκη να υπάρχει ενεργή ελληνική παρουσία σε μια περιοχή με την οποία μας συνδέουν ζώσες μνήμες και που στο κάτω-κάτω αποτελούν την γειτονιά του ελληνισμού στο νότιο μέρος του, σπάζοντας το τουρκικό μονοπώλιο. Η επανάληψη της ιστορίας όπου ο Οθωμανός αναγορεύεται σε σπαθί του Ισλάμ και ηγεμονεύει σε έναν σπαρασσόμενο αραβικό κόσμο, ήταν κάτι που έπρεπε να αποτραπεί κι όχι να αποτελέσει αυτοεπιβεβαιούμενη προφητεία, με «έπαθλο» την πρόσδεση της Ελλάδας σε μια ηγεμονία (ΗΠΑ – Ισραήλ) που ιστορικά βρίσκεται σε αποδρομή. Άλλωστε η εμπειρία διδάσκει ότι οι συσχετισμοί που δεν εδράζονται στην πραγματική ισχύ είναι εφήμεροι, και μια επαναπροσέγγιση Τουρκίας και Ισραήλ με βάση τις γεωστρατηγικές αναγκαιότητες μπορεί αύριο να εξυπηρετεί καλύτερα τα συμφέροντα της Δύσης, όπως προτείνει ο αειθαλής Κίσινγκερ.

Σήμερα η κατάσταση του ματωμένου εκείνου Μάη δείχνει να έχει ανατραπεί ριζικά. Η αραβική άνοιξη γκρέμισε την σταθερότητα των δικτατόρων στην Β. Αφρική, δημιουργώντας ένα κενό που επιχειρούν να καλύψουν οι δυνάμεις του (μετριοπαθούς ή φανατικού) Ισλάμ. Το Ισραήλ θορυβημένο υπολογίζει τις επιπτώσεις της αντικατάστασης του καθεστώτος του άσπονδου εχθρού του Άσαντ από μια ομάδα που υποθάλπεται από την Τουρκία, ενώ αφήνει πλέον στους Αμερικάνους το χτύπημα του Ιράν.

Η απόπειρα της Άγκυρας να αποκτήσει προνομιακό μερίδιο στην εκμετάλλευση των υδρογονανθράκων της Αν. Μεσογείου έχει οδηγήσει την κυβέρνηση Χριστόφια στο να αντικαταστήσει πρακτικά την Ελλάδα με το …Ισραήλ στον ρόλο της εγγυήτριας δύναμης της Κυπριακής Δημοκρατίας. Η Αθήνα με την σειρά της δένεται όλο και πιο πολύ με το Τελ Αβίβ σε διπλωματικό, οικονομικό και στρατιωτικό επίπεδο, απεμπολώντας την σχέση με τους Άραβες και μάλιστα άνευ ανταλλάγματος, ως υποτελής γραικύλος. Και βέβαια από μια εξωνημένη κυβέρνηση που δεν μπορεί να υπερασπιστεί την πατρίδα της απέναντι σε μια οικονομική κατοχή θα ήταν μάταιο να περιμένει κανείς κάτι διαφορετικό από την οσφυοκαμψία στον ισχυρό της ημέρας.

Η Τουρκία από την μεριά της εξαργυρώνει στο χρηματιστήριο της νεοοθωμανικής στρατηγικής το αίμα του Μαβί Μαρμαρά, όπως επιδίωξε (και πέτυχε) με την επίσκεψη του ηγέτη της Χαμάς, Χανίγιε. Κι όλα αυτά βέβαια την στιγμή που η στήριξη των δυνάμεων που επιχειρούν να ανατρέψουν τον Άσαντ στη Συρία (αναπτύσσοντας παράλληλα και τις σχέσεις με το βασικό στήριγμα του, το Ιράν), δίνει δείγματα γραφής τόσο των προθέσεων όσο και της δυνατότητας να αποκαθηλώνει τους φίλους της εν μια νυκτί, όταν έτσι επιτάσσει ο τρόπος που αντιλαμβάνεται το συμφέρον της. Ή ακόμη όταν η ρητορική για την υπεράσπιση των δικαιωμάτων των παλαιστίνιων δεν βρίσκει πεδίο εφαρμογής στο εσωτερικό της, όπως στο Σιρνάκ που γέμισε πτώματα κούρδων αμάχων από τα τουρκικά F-16.

Αυτή την στιγμή δεν είναι τα καράβια για την Γάζα που πλέουν στη Αν. Μεσόγειο. Είναι ο 6ος Αμερικάνικος Στόλος, η ομάδα μάχης του ρώσικου αεροπλανοφόρου Admiral Kuznetsov, τα πολεμικά του Ισραήλ και της Τουρκίας που συνωστίζονται γύρω και μέσα στο κυπριακό «οικόπεδο 12», τα πλοία στα ανοιχτά της Λιβύης. Οι άνεμοι των καιρών προμηνύουν νέες θύελλες.

Στις συνθήκες αυτές το καθήκον της διεθνιστικής αλληλεγγύης καθίσταται περίπλοκο. Υποστηρίζουμε την Χαμάς και τους Παλαιστίνους που διεξάγουν έναν δίκαιο αγώνα. Την ίδια στιγμή όμως αυτοί προστρέχουν για βοήθεια σε αυτόν που της παρουσιάζεται ως σύμμαχος, την Τουρκία, την ίδια Τουρκία που δολοφονεί πολίτες της ή «αποκαλύπτει» ότι χρησιμοποιούσε την ΜΙΤ για εμπρησμούς ελληνικών δασών. Υποστηρίζουμε το κουρδικό αντάρτικο που διεξάγει έναν εξίσου δίκαιο αγώνα , την στιγμή που προστρέχει στους αμερικάνους και τους ισραηλινούς για βοήθεια κι αυτοί το χρησιμοποιούν ως κυματοθραύστη στις υπερβολές του Ερντογάν; Το Ισραήλ αποτελεί επιθετική και αποσταθεροποιητική δύναμη στην περιοχή, όμως στον ρόλο αυτό διαγκωνίζεται και με την νεοοθωμανική Τουρκία. Συνεχίζοντας, ποιο είναι το αύριο που εκκολάπτεται στο Κάιρο, την Τύνιδα, την Τρίπολη, τη Δαμασκό; Είναι κάποια ερωτήματα που θέλουν απάντηση και η απλή επίκληση του διεθνισμού, του ανθρωπισμού και του Δικαίου δεν μοιάζουν να είναι τα ακαταμάχητα ασφαλή κριτήρια. Ο διεθνισμός, όπως τον αντιλαμβανόμασταν άλλοτε, η ανεπιφύλακτη υποστήριξη σε επαναστατικά κινήματα που λίγο πολύ αναφερόταν, φραστικά έστω, σε κοινές αξίες, συναντά προβλήματα εφαρμογής σε ένα τέτοιο πολύπλοκο τοπίο. Δεν μπορούμε να συγχέουμε τον Χό Τσι Μινχ με τον Αχμαντινετζάμπ ούτε τον Τσε με τον Χανίγιε. Όταν όλοι οι τροχοί κινούνται με κινητήρια δύναμη το εθνικό συμφέρον, όταν το δίκαιο και το άδικο διαπλέκονται σε μια πραγματικότητα στην οποία εγκολπώνονται παράλληλα από τον «νέο αμερικάνικο αιώνα» και τον «πόλεμο των πολιτισμών» ως την «τζιχάντ για την επικράτηση της σαρία» χρειάζεται να γίνουμε λίγο πιο υποψιασμένοι.

Το ελληνικό κίνημα πρέπει να επιχειρήσει να απαντήσει σ’ όλα αυτά, χωρίς να ξεχνάει ότι στόχος είναι να κερδηθεί η καρδιά του Ελληνικού λαού, ώστε να νοιώσει ότι η υπόθεση των Παλαιστίνιων τον αφορά. Κι αυτό σε συνθήκες όπου η εσωτερική κατάσταση, όπως εξελίσσεται δεν θα αφήνει πολλά περιθώρια για αλληλεγγύη σε άλλους λαούς, καθώς ο ελληνικός λαός θα χρειάζεται όλο και πιο πολύ την αλληλεγγύη των άλλων. Το περασμένο καλοκαίρι όλα αυτά τα κενά ήρθαν στην επιφάνεια με τα γνωστά αποτελέσματα της Φλοτίλα 2. Οι αλήθειες του χτες μεταβάλλονται σε δόγματα αν μεταφερθούν σε ένα ριζικά αλλοιωμένο πλαίσιο. Η αθωότητα έχει πλέον απολεσθεί, η επίκληση της μάλλον ως αφέλεια μοιάζει, αυτή του ελαφρυντικού για τον απολογούμενο. Η κεκτημένη ταχύτητα κάποιων από τους φίλους που μοιραστήκαμε την εμπειρία του πλου προς την Γάζα, τείνει να καταλήξει σε μια μονοθεματική και εκτός πραγματικότητας καρικατούρα, που επιχειρεί μάταια να συνεχίσει το ταξίδι που διακόπηκε τόσο βίαια. Όμως το ταξίδι, αν θα ξαναγίνει, δεν μπορεί παρά να είναι τόσο διαφορετικό όσο κι οι καιροί. Πρέπει να θυμόμαστε πως αυτό που μετέβαλε τόσες και τόσες οργανώσεις αλληλεγγύης σε προσαρτήματα γεωπολιτικών σκοπιμοτήτων δεν ήταν τα άρθρα του καταστατικού τους ούτε οι προθέσεις των ανθρώπων που τις στελέχωσαν, αλλά οι πολιτικές τους αδυναμίες, αποτέλεσμα του «μονοθεματικού» εν πολλοίς ρεπερτορίου τους. Και αντίστροφα, ο πιο αποτελεσματική άμυνα είναι η κατανόηση του πολύπλοκου της πραγματικότητας, και η χάραξη μιας γραμμής που θα σέβεται τις διαφορές αλλά δεν θα διστάζει να κάνει και τομές. Η συμπαράσταση στους Παλαιστίνιους πρέπει να γίνει με όρους ελληνικού κινήματος κι όχι φιλέλληνα Παλαιστίνιου. Η συμπόρευση να γίνεται στα σημεία που συγκλίνουμε κι όχι βέβαια σε κάθε συμμαχία που οι παλαιστίνιοι (έχοντας βέβαια κάθε δικαίωμα στην απομόνωση τους αλλά όχι την δέουσα οξυδέρκεια στην επιλογή των φίλων), αποφασίζουν. Είναι έργο σισύφειο, όπως αποδείχτηκε κάποτε στην περίπτωση της Γιουγκοσλαβίας, όπως αποδεικνύεται και πάλι με το παλαιστινιακό.

Αν δεν το κατορθώσουμε πάντως, η ανελέητη θάλασσα θα συνεχίσει να τρώει τα σωθικά του «Ελεύθερη Μεσόγειος», του «Σφενδόνη» και των άλλων πλοίων μας που σαπίζουν στις ισραηλινές προβλήτες, την ίδια ώρα που οι τούρκοι συνταξιδιώτες θα γυρίζουν ταινίες εξολοθρευτών, (όπως η «Κοιλάδα των Λύκων – Παλαιστίνη») στο, μουσειακό πλέον έκθεμα, Μαβί Μαρμαρά.

Ένα Σχόλιο

  1. Ο κύριος αρθρογράφος απ’ ότι φαίνεται είναι και με τον χωροφύλακα και με τον αστυφύλακα και μιας και τα προβλήματα νοοτροπίας εκτείνονται από το ατομικό στο συνολικό, αποδεικνύεται για μια ακόμη φορά πως αυτό που διαχωρίζει τους Έλληνες από όλους τους άλλους, είναι ότι οι «άλλοι» κάνουν επιλογές και ακολουθούν μονοπάτια. Οι Κύπριοι διαλέγουν προστάτες, οι Παλαιστίνιοι διαλέγουν συμμάχους και οι Άραβες θυσιάζονται για να αλλάξουν τις ζωές τους.

    Τι σημαίνει το «Η συμπόρευση να γίνεται στα σημεία που συγκλίνουμε κι όχι βέβαια σε κάθε συμμαχία που οι παλαιστίνιοι αποφασίζουν»; Όχι στην οθωμανική εξάπλωση, ναι στα όργανα τις εξάπλωσης αυτής (δεν αναφέρομαι φυσικά στο λαό της Παλαιστίνης που υποφέρει αλλά στις πολιτικές);

    Αν και τα πράγματα δεν είναι ασπρόμαυρα οι επιλογές πολλές φορές είναι. Αν επιλέξουμε την Παλαιστίνη, ουσιαστικά τασσόμαστε υπέρ ενός ισλαμικού τόξου μέσα στο οποίο μόνο ως υποτελείς ενός νεο-οθωμανισμού μπορούμε να έχουμε θέση. Αν επιλέξουμε το Ισραήλ τασσόμαστε αντίθετοι στην εξάπλωση μιας ισλαμικής (όπως πιθανώς να εξελιχθεί) ηγεμονίας της Τουρκίας.

    Και τα δύο δεν γίνεται να τα υπηρετήσουμε.

    Αν δεν το καταφέρουμε, έχουμε να χάσουμε πολύ περισσότερα από μερικά πλοία που σαπίζουν στις ισραηλινές προβλήτες.

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*