Κινήματα, Ρήξη φ. 83

Εδώ είναι Βαλκάνια

του Γιώργου Ρακκά από τη Ρήξη που κυκλοφορεί

Η ανάταξη της χώρας περνάει μέσα από τη βαλκανική συνεργασία

Ακόμα κι αν λάβουμε υπόψη τις πραγματικές προθέσεις της Τρόικας και της Γερμανίας έναντι της Ελλάδας, το πρόσταγμα της αποικιοποίησης, και της εκποίησης που αντιπροσωπεύει η νέα συμφωνία, θα δυσκολευτούμε πολύ να κατανοήσουμε το γιατί οι Γερμανοί επιμένουν να επιβάλουν έναν τόσο σκληρό υφεσιακό κύκλο πάνω στην Ελλάδα.
Η μανία τους δεν μπορεί να εξηγηθεί μόνον μέσα στα πλαίσια του στενού οικονομικού συμφέροντος. Στο κάτω-κάτω της γραφής, θα μπορούσαν να επιβάλουν τους αποικιακούς τους όρους, συνδυάζοντάς τους με μια αναπτυξιακή στρατηγική, χρυσώνοντας έτσι το χάπι για ένα κομμάτι της ελληνικής κοινωνίας –πράγμα που ήδη έχουν ζητήσει διάφορες φωνές του σκληρού πυρήνα της ΕΕ, μεταξύ των οποίων και ορισμένα γερμανικά συνδικάτα. Κι όμως! Οι Γερμανοί και η Τρόικα είναι ανένδοτοι, παρ’ όλο που γνωρίζουν και οι ίδιοι –ή εξαιτίας αυτού!– πως ο υφεσιακός κύκλος που επιβάλλουν στην Ελλάδα δυναμιτίζει κάθε πρόγραμμα διάσωσης, όσο σκληρό κι αν είναι αυτό με τα δημοσιονομικά της χώρας. Η υφεσιακή θηλειά, που σφίγγουν στον λαιμό μας μεθοδικά οι Γερμανοί και οι εντεταλμένοι της Τρόικας, μπορεί να ερμηνευθεί μόνον στα πλαίσια μιας γεωπολιτικής ανάλυσης της ευρύτερης στρατηγικής που έχει υιοθετήσει η νέα, υπό διαμόρωση, γερμανική ηγεμονία στην Ευρώπη.
Πριν από μερικούς μήνες, μια επιτροπή αγώνα Ελλήνων φοιτητών του Βερολίνου επισκέφθηκε τον Κ. Σημίτη σε εκδήλωση στην οποία μιλούσε, καταγγέλλοντας τον για τις εγκληματικές ευθύνες του ιδίου στην όξυνση της διαφθοράς στην Ελλάδα. Τότε, ο πολύς Κόν Μπεντίτ τους είχε απαντήσει ότι ναι μεν έχουν κάθε δικαίωμα να καταλογίζουν ευθύνες στην πολιτική ελίτ, αλλά ένα μεγάλο μερίδιο της ευθύνης φέρουν και οι ίδιοι, ο ελληνικός λαός, γιατί είχε τη θέση που είχε έναντι της διάλυσης της Γιουγκοσλαβίας και της δαιμονοποίησης των Σέρβων καθ’ όλη την διάρκεια της δεκαετίας του 1990.
Ο Κον Μπεντίτ εξέφρασε πολύ παραστατικά, όσο κανείς άλλος, την ουσία της γερμανικής εκδικητικότητας έναντι των Ελλήνων. Γιατί οι Γερμανοί αντιμετωπίζουν τους Έλληνες, στα πλαίσια της ευρύτερης στρατηγικής αποικιοποίησης των Βαλκανίων, που με συνέπεια υπηρετούν από τις αρχές της δεκαετίας του 1990. Όταν, και αφού μόλις είχαν ενωθεί, αξίωσαν τη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας και τη δορυφοροποίηση των παραδοσιακά φιλογερμανικών χωρών της Σλοβενίας και της Κροατίας.
Μέσα στην παγκόσμια οικονομική κρίση, τα Βαλκάνια αποκτούν ξανά ιδιαίτερο ρόλο για τη Γερμανία. Αυτή τη στιγμή, η Γερμανία είναι δεύτερη σε εξαγωγές χώρα του πλανήτη. Έχει ξεπεράσει την Ιαπωνία, και ακολουθεί τον κινέζικο κολοσσό. Εντούτοις, στα πλαίσια του ανταγωνισμού με την Κίνα, ασθμαίνει σκοντάφτοντας σε δύο τρία πολύ ουσιαστικά μειονεκτήματα. Το κυριότερο είναι ότι η Γερμανία διαθέτει γερασμένο πληθυσμό, και φθίνει δημογραφικά, ενώ η Κίνα διαθέτει ακόμα μεγάλα αποθέματα νεαρής, ανειδίκευτης εργατικής δύναμης στην κινεζική ύπαιθρο.
Γι’ αυτόν τον λόγο, η Γερμανία πρέπει να διατηρεί «ζωτικά αποθέματα» φθηνής εργατικής δύναμης, μέσω της δορυφοροποίησης των χωρών της Κεντρικής-Ανατολικής Ευρώπης, από την Τσεχία και την Πολωνία, μέχρι την Κροατία, τη Σλοβακία και τη Σλοβενία, και βέβαια, τα νότια Βαλκάνια. Δεύτερον, θα πρέπει να αποτρέψει κάθε δυνάμει αυτόνομη αντισυσπείρωση στο εσωτερικό της Ευρώπης, η οποία θα μπορούσε να απειλήσει την ευρωπαϊκή της ηγεμονία. Ο παράγοντας Βαλκάνια εμπλέκεται και στα δύο.
Τα Βαλκάνια, και ιδιαίτερα η Σερβία, η Βουλγαρία, η Ρουμανία και η Ελλάδα είναι συμπληρωματικές δυνάμεις, οικονομικά και γεωπολιτικά. Επίσης, έχουν πάνω-κάτω παρόμοια μεγέθη – γεγονός που θα επέτρεπε μια ισότιμη συνεργασία. Εάν υπήρχε η πολιτική βούληση, θα μπορούσαν να αποτελέσουν ένα δυνάμει περιφερειακό υποσύστημα στη Νοτιο-ανατολική Ευρώπη, που θα μπορούσε να εγγυηθεί την ανεξαρτησία στις μικρές δυνάμεις που θα το συναπαρτίζουν. Η προοπτική αυτή απετράπη μόνο από καταστάσεις εκτάκτου ανάγκης, όπως ήταν η διαίρεση της Ευρώπης σε Δύση και Ανατολή κατά τον Ψυχρό Πόλεμο. Γι’ αυτό και μόλις αυτή έπαψε να υφίσταται, αμέσως αναγεννήθηκαν οι δυναμικές της βαλκανικής συνεργασίας, την οποία μπόρεσε και απέτρεψε μόνον η γερμανική επιμονή για τη διάλυση της ευρύτερης περιοχής, και η συστηματική υποδαύλιση των ενδοβαλκανικών ανταγωνισμών από τις μυστικές ή τις φανερές υπηρεσίες της Δύσης. Ασφαλώς, εδώ οι ευθύνες των βαλκανικών αρχουσών τάξεων είναι τεράστιες, καθώς δεν αντιλήφθηκαν το πραγματικό διακύβευμα των ενδοβαλκανικών ανταγωνισμών, και έπεσαν στην παγίδα, βγάζοντας τα μάτια με τα ίδια τους τα χέρια. Τώρα, η περιοχή αναδιοργανώνεται ως ένα μωσαϊκό αποικιοποιημένων προτεκτοράτων.
Από την άλλη, η Ελλάδα στην Ευρώπη, δίχως τα Βαλκάνια, είναι καταδικασμένη να πάει άκλαυτη, σαν το σκυλί στο αμπέλι. Τα μεγέθη της δεν της επιτρέπουν μια αυτόνομη πορεία, και είναι μαθηματικά βέβαιη η δορυφοροποίησή της στην ισχυρή παραγωγική δύναμη της Ευρώπης, η παρασιτική προσκόλληση στο άρμα των ισχυρών. Όπως και έγινε, και η ευρωπαϊκή πορεία της Ελλάδας και η είσοδος στο ευρώ σφραγίστηκε από την κατάρρευση του παραγωγικού ιστού και του εμπορικού μας ισοζυγίου, δημιουργώντας την ελλειμματική τρύπα η οποία μας βύθισε στο θανατηφόρο σπιράλ που βιώνουμε σήμερα.
Αυτή τη σωτήρια, για τις μικρές βαλκανικές χώρες, έλξη και ροπή προς την συνεργασία θέλουν να αποτρέψουν οι Γερμανοί με την πολιτική τους. Το σχέδιο έχει δύο μεγάλες φάσεις. Πρώτον, ήταν η διάλυση της Γιουγκοσλαβίας και ο στραγγαλισμός της Σερβίας μέσω του εμφυλίου πολέμου και των νατοϊκών βομβαρδισμών. Το σχέδιο πέτυχε ολοκληρωτικά, και σήμερα η Σερβία ακόμα μετράει τις πληγές της επίθεσης που δέχτηκε. Το δε ζήτημα του Κοσσυφοπεδίου, είναι το βασικό εργαλείο εκβιασμού που ασκούν οι Δυτικοί, αποτελώντας έναν, οιονεί μοχλό αναζωπύρωσης της κρίσης.
Η δεύτερη πράξη του βαλκανικού δράματος έγκειται στον οικονομικό πόλεμο που δέχεται σήμερα η Ελλάδα. Έναν πόλεμο, για τον οποίον οι Γερμανοί φιλοδοξούν να έχει τις ίδιες συνέπειες με αυτόν της Γιουγκοσλαβίας, δίχως τις βόμβες και τις επεμβάσεις: την διάλυση της χώρας, την εκποίηση των υποδομών της, και εντέλει τον κατακερματισμό. Εξ ου και οι ειδικές οικονομικές ζώνες, στη Θράκη ή την Κρήτη, και οι νομοθετικές πράξεις λεηλασίας και υποδούλωσης, οι οποίες περνούν από τη Βουλή με ρυθμό πολυβόλου.
Και, βεβαίως, στο όλο σχέδιο, μαζί με τη Γερμανία, έχει κεντρικό ρόλο η Τουρκία. Ως τοπική δύναμη που εγγυάται ειρήνη, σταθερότητα και, αφού ολοκληρωθεί το ξεπούλημα και η οικονομική διάλυση της περιοχής, έναν νέο κύκλο οικονομικής ανάπτυξης, στον οποίον θα κάνουν παιχνίδι τα επιχειρηματικά μεγαθήρια και όχι οι ντόπιες δυνάμεις. Ήδη, οι δύο χώρες χορεύουν εδώ και χρόνια μαζί αυτό το βαλς – και αρκεί κανείς να μελετήσει το χρονικό αυτοανακήρυξης της Ανεξαρτησίας του Κοσόβου, για να δει τη συνέργεια του γερμανικού και του τουρκικού υπουργείου Εξωτερικών στην «εφεύρεση» αυτού του νέου κράτους, στην προσπάθεια που γίνεται για να αποκτήσει πολιτικά στηρίγματα και ενεργή οικονομική ζωή.
Ο ελληνικός λαός, όπως πολύ σωστά επισημαίνει και ο Κον Μπεντίτ, είχε διαγνώσει ορθώς τους κινδύνους που μας έζωσαν εκείνη την τρομερή άνοιξη του 1999, όταν διαδοχικά, παραδώσαμε τον Οτσαλάν στους Τούρκους, λες και ήμασταν τουρκική επαρχία, και αργότερα, όταν ζήσαμε τους εγκληματικούς βομβαρδισμούς της Σερβίας και τη μεταβολή της Θεσσαλονίκης σε στρατόπεδο του ΝΑΤΟ. Κι όμως, αρκούσε το φθινόπωρο του Χρηματιστηρίου, η «φιλία των σεισμών» με την Τουρκία, εμπνευστής της οποίας ήταν ο Γ. Παπανδρέου, και οι Ολυμπιακοί του 2004, για να παρασυρθούμε σε μια θανάσιμη ευρωπαϊκή αυταπάτη. Τόσο, ώστε σήμερα να απελπιζόμαστε από αυτήν την δραματική επιστροφή στις βαλκανικές μας πραγματικότητες που επιβάλλει η γεωγραφία και η γεωπολιτική.
Ωστόσο, δίχως τη βαλκανική μας γέφυρα, η Ευρώπη δεν πρόκειται επ’ ουδενί να μας αντιμετωπίσει διαφορετικά. Γι’ αυτό η επίγνωση της βαλκανικής μας πραγματικότητας αποτελεί πραγματικό θεμέλιο μιας στρατηγικής εξόδου της Ελλάδας από την κρίση, και είναι πραγματικό δυστύχημα που αυτή η διάσταση δεν έχει γίνει συνείδηση στον αντιμνημονιακό χώρο.
Ούτως ή άλλως, η βαλκανική συνεργασία θα γίνει πραγματικότητα. Το ζήτημα είναι αν θα γίνει υπό τα σκήπτρα του γερμανικού και του τουρκικού ιμπέριουμ, ή αν θα προλάβουν οι λαοί να την οικοδομήσουν προς το συμφέρον και την ελευθερία τους.

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*