Uncategorized

Βάσω Ψιμούλη, «Το Ζάλογγο της πατριδογνωσίας»

 Βάσω Ψιμούλη, «Το Ζάλογγο της πατριδογνωσίας», δημοσιεύτηκε στο περιοδικό The Books’ Journal, (τχ. 17, σσ. 70-73) τον Μάρτιο του 2012.

 Δεκατέσσερα (14) ολόκληρα χρόνια μετά την κυκλοφορία τον βιβλίου Σούλι και Σουλιώτες, ο γνωστός από τις εμφανίσεις του σε περιθωριακά τηλεοπτικά κανάλια, Γιώργος Καραμπελιάς, ανακαλύπτει τον «εθνοαποδομητικό» λόγο της συγγραφέως και τον «συνωστισμό» στο Ζάλογγο. Για ποιον λόγο, άραγε, μένουμε τόσον καιρό «συνωστισμένοι» στην εθνική ιστορία;

Πρόσφατα κυκλοφόρησε το βιβλίο του κ. Γιώργου Καραμπελιά (ΓΚ) με τίτλο Συνω­στισμένες στο Ζάλογγο, Οι Σουλιώτες, ο Αλή πασάς και η αποδόμηση της ιστορίας, Εναλλακτι­κές εκδόσεις, 2011, σ. 198. Όπως διευκρινίζει ο συγγραφέας στο ει­σαγωγικό του σημείωμα, ορισμένα πρόσφατα ιστορικά βιβλία, όπως το Σούλι και Σουλιώτες της Βάσως Ψιμούλη (ΒΨ), τον παρακίνησαν να προχωρήσει στη συγγραφή της σύντομης αυτής μελέτης του, η οποία εντάσσεται στο ευρύτερο πλαίσιο της διερεύνησης εκ μέρους του των ιστορικών στρεβλώσεων και παρασιωπήσεων που έχει πραγματοποιήσει η «αποδομητική νέα ιστορία», το «εθνοαποδομητικό ρεύμα». Ένα ρεύμα που, με αφετηρία, κατά τον συγγραφέα, την εκσυγχρονιστική Αριστερά, αρθρώνει ένα λόγο αντιεθνικιστικό, με στόχο την αποδόμηση των εθνικών μύθων και ταυτοτήτων, υπακούοντας στα κελεύσματα της «τρέχουσας παγκοσμιοποιητικής/αυτοκρατορικής ιδεολογίας». Έτσι, η «διανόηση της παγκοσμιοποίησης», η οποία, πάντα κατά τον συγγραφέα, έχει στρατολογηθεί στην Ελλάδα αποκλειστικά από τον χώρο της Αριστεράς, προχωρά ακάθεκτη, ως «σκεύος εκλογής αυτού του ιδεολογικού aggiornamento» στην αποσύνθεση των εθνικών αφηγήσεων, στην «πλήρη αποδόμηση του ίδιου του εθνικού, το “μίσος του έθνους”». Και προσθέτει ο ΓΚ: «Στα πλαίσια της αποδόμησης των “εθνικών μύθων”, προνομιακή θέση κατέχει προφανώς και η κατάρριψη του “μύθου” των Σουλιωτών, μιας από τις ισχυρότερες καταγωγικές αφηγήσεις του νεώτερου ελληνισμού […] Τέλος, μέσα από ορισμένες ιστορικές πραγματείες –όπως αυτής της Βάσως Ψιμούλη– επιχειρείται ένα βήμα πιο πέρα, δηλαδή η ανοικτή αμφισβήτηση του ίδιου του “εθνικού μύθου” του Σουλίου και των Σουλιωτών […] Η αποδομητική σχολή θα πρέπει λοιπόν να καταδείξει, έστω και διά της χειραγώγησης/αποσιώπησης, ή, αν χρειαστεί, και του βιασμού των ιστορικών στοιχείων, πως οι Σουλιώτες δεν ήταν τίποτε άλλο παρά μια συνένωση από μάλλον πρωτόγονες φάρες, αλβανικής καταγωγής και γλώσσας, οι οποίες δεν διέθεταν κάποια εθνική ή έστω πρωτοεθνική συνείδηση, αλλά μόνο μια χριστιανική ταυτότητα, ανταγωνιστική προς τη μουσουλμανική του Αλή Τεπελενλή και των Τουρκαλβανών του».

Και τώρα, για το Σούλι και τους Σουλιώτες. Ως ιστορικός και συγγραφέας του βιβλίου Σούλι και Σουλιώτες αλλά και του Μάρκου Μπότσαρη (σειρά, Ιδρυτές της Νεότερης Ελλάδας, Ιστορική Βιβλιοθήκη εφ. Τα Νέα, Αθήνα 2010), το οποίο διέλαθε της κριτικής του ΓΚ, είναι αυτονόητο ότι φέρω ακέραια την ευθύνη του έργου μου. Όμως πέραν αυτού θέλω να καταθέσω ότι αισθάνομαι ιδιαίτερα προνομιούχος επειδή στην πορεία μου, ως ιστορικός, είχα τη μεγάλη τιμή και ικανοποίηση να συναναστραφώ και να συνεργαστώ με ορισμένους από τους πιο έγκριτους και γνωστούς για το έργο τους, ιστορικούς της σύγχρονης Ελλάδας. Ήταν και είναι πνευματικοί άνθρωποι που αφιέρωσαν τη ζωή τους –πάνω από μισό αιώνα– στην υπηρεσία της επιστημονικής διερεύνησης πολλών και άγνωστων πτυχών του οικονομικοκοινωνικού γίγνεσθαι της νεότερης Ελλάδας, από το ύστερο Βυζάντιο μέχρι σήμερα. Υπό το φως νέων αντιλήψεων και προβληματισμών που αφομοίωσαν δημιουργικά κατά τη μακρόχρονη παραμονή τους σε μεγάλα εκπαιδευτικά και ερευνητικά ιδρύματα του εξωτερικού. Χάρις στη δική τους γενναιόδωρη προσφορά συγκροτήθηκε ένα corpus επιστημονικής ιστορικής παραγωγής που έμελλε να ανανεώσει ή και να αλλάξει ριζικά τον τρόπο με τον οποίο η ιστορική επιστήμη αντιμετώπιζε, μέχρι τότε, τα ερωτήματα των νοοτροπιών, της οικονομικής και κοινωνικής ζωής της νεότερης Ελλάδας. Σημαντικές εκδόσεις και περιοδικά (να θυ­μίσω μόνον τα Ιστορικά;), δεκάδες διδακτορικών διατριβών, εκατοντάδες πρωτότυπων άρθρων και δημοσιεύσεων υψηλής εκλαΐκευσης συνιστούν τη δική τους συνεισφορά, μέσω της ιστορικής επιστήμης, στην αυτογνωσία του έθνους. Αυτογνωσία, η οποία, απο-στρεφόμενη δαιμονοποιήσεις ή ηρωοποιήσεις του παρελθόντος, επέλεξε να εστιάζεται στην αποστασιοποιημένη προσέγγιση των αναπόφευκτων αντιφάσεων της ανθρώπινης κατάστασης, η οποία εμπλέκεται ή πρωταγωνιστεί σε ιστορικά συμβάντα εγγεγραμμένα σε συγκεκριμένες κοινωνικές δομές και ιδεολογικοπολιτικά συμφραζόμενα. Αν όλη αυτή η πνευματική παραγωγή, εντυπωσιακή σε ποιότητα και όγκο, των εν λόγω επαγγελματιών ιστορικών, φέρει κατά τον ΓΚ τη σφραγίδα του «αντιπατριωτισμού» και του «μίσους προς το έθνος», τότε ο ΓΚ δικαιούται να διεκδικεί, χωρίς μάλιστα συναγωνισμό, τον τίτλο του επαγγελματία πατριώτη.

ΠΑΡΙΣΤΑΝΟΝΤΑΣ ΤΟΝ ΕΙΔΙΚΟ

Στην εισαγωγή του βιβλίου του, ο συγγραφέας επισημαίνει: «Δεν διεκδικώ τον τίτλο του ειδικού για τα σχετικά ζητήματα». Πράγματι, δεν είναι ειδικός ο ΓΚ αλλά τον παριστάνει, και μάλιστα με δυσανάλογη της εντρύφησής του σε ειδικά θέματα αυτοπεποίθηση. Διότι ένας «ειδικός», δηλαδή ένας σύγχρονος ιστορικός, υπακούοντας σε μια δεδομένη επιστημονική δεοντολογία και στο ήθος που της αντιστοιχεί, θα προσπαθούσε κατ’ αρχήν να εκτιμήσει εάν ο συγγραφέας του υπό κριτική βιβλίου προσεγγίζει το θέμα του με βάση αυτές τις παραδεδεγμένες προϋποθέσεις. Εάν δηλαδή αποφεύγει τη μονομέρεια στην προσέγγισή του, ενώ αντιθέτως τείνει, μέσα από διαδοχικές απόπειρες, να ανασυνθέσει το μωσαϊκό του παρελθόντος, ακριβέστερα του ιστορικού γεγονότος, προτείνοντας ερμηνείες, πάντοτε υπό το φως των πραγματολογικών δεδομένων της εποχής που το δημιούργησε και αποφεύγοντας, κατά το δυνατόν, τις ιδεολογικές φορτίσεις του παρόντος. Αντίθετα, ο ΓΚ προσέρχεται στον «διάλογο» με εκ προοιμίου ειλημμένες θέσεις και έκδηλο parti pris στην επεξεργασία των απόψεών του περί του εθνικού μύθου των Σουλιωτών. Και μάλιστα, με αξιομνημόνευτη εμπάθεια, να αποκαλύψει σε κάθε προσέγγιση και ερμηνεία της ΒΨ μία ακόμη εκπρόσωπο του επάρατου εθνοαποδομητικού ρεύματος, η οποία προσπαθεί συστηματικά, από τις πρώτες κιόλας σελίδες του έργου της, μέσα από «καταχθόνια» σχέδια που εξυφαίνει, δαιμονικά τεχνάσματα, σκόπιμες αποσιωπήσεις, παραποιήσεις και βιασμό των ιστορικών γεγονότων, να πλήξει «την αγωνιστική διάσταση όχι μόνον του Σουλίου αλλά και της νεότερης ελληνικής ταυτότητας γενικά, την αληθοφάνεια των γεγονότων και τον ηρωικό χαρακτήρα ατόμων και πράξεων». Για να καταλήξει ο ΓΚ στη συνολική αποτίμηση: «Επί πλέον, εξ αιτίας των εθνοαποδομητικών αντιλήψεων και των συναφών ιδεολογικών παρωπίδων, το έργου τους –κατ’ εξοχήν εκείνο της Ψιμούλη, με τις σχετικές αναλήθειες, παρασιωπήσεις και διαστρεβλώσεις– σκιάζεται στο σύνολο του από την υποψία της αναξιοπιστίας» (σελ. 161).

Ένας ειδικός, της κατηγορίας που ήδη περιέγραψα, βεβαιώνω τον ΓΚ ότι θα εργαζόταν διαφορετικά. Θα επιχειρούσε, πριν από κάθε ιδεολογική εμμονή, για να ακριβολογήσω, και εναντίον αυτής, να εκτιμήσει εάν ο συγγραφέας του κρινόμενου βιβλίου είχε προβεί στην επεξεργασία του θέματος με τα στέρεα εργαλεία που απαιτεί η επιστημονική προσέγγιση του ιστορικού γίγνεσθαι: την αναζήτηση, την ανάδειξη και τον σεβασμό των αρχειακών πηγών, την εξονυχιστική αξιολόγησή τους, την κριτική διευκρίνιση και τη διασταύρωση τους με άλλες γραπτές και προφο­ρικές πηγές τής υπό μελέτη εποχής και της μεταγενέστερης βιβλιογραφίας. Αλλά ο ΓΚ, οχυρωμένος πίσω από το πρόσχημα της ελάχιστης ευθύνης του μη ειδικού, επιλέγει άλλο τρόπο εργασίας. Τον κουράζουν το πλήθος των τεκμηρίων, οι δυσεύρετες πηγές, οι αντιφατικές και συχνά αλληλοαναιρούμενες πληροφορίες. Τον ενοχλεί ο όγκος και ο «θόρυβος» των πληροφοριών καθώς και η βάσανος της ένταξής τους σε λογικά αφηγηματικά και όχι αλληλογρονθοκοπούμενα σχήματα ερμηνείας, αποδίδοντας όλα αυτά, αδιακρίτως, στην καταχθόνια πρόθεση του συγγραφέα να παραπλανήσει σκοπίμως τον αναγνώστη, προκαλώντας του σύγχυση και συσκότιση της αλήθειας με τον όγκο των παραπομπών που παρέχει! Έτσι, λοιπόν, δηλώνει ρητά στη σ. 161 της μελέτης του:

«Για να αναγνωστεί [το βιβλίο της Β. Ψιμούλη], από τον οποιονδήποτε επιμελή ανα­γνώστη, θα πρέπει να συνοδεύεται από έναν όγκο παραπεμπόμενων βιβλίων και εγγράφων, μια και δεν έχουμε να κάνουμε με περιστασιακά λάθη και παρασιωπήσεις, αλλά με ένα συστηματικό εγχείρημα αποδόμησης των Σουλιωτών, και της ιστορικής αλήθειας παρεμπιπτόντως».

Κατόπιν αυτής της βαρυσήμαντης παρατήρησης του ΓΚ, προτείνω εφεξής η ιστορία να γράφεται με γνώμονα την κούραση του αναγνώστη, έτσι ώστε και οι αμελείς εξ αυτών να ικανοποιούν ακόπως το πάθος τους για μύθους και οι επιμελείς να ικανοποιούν μόνοι τους, ανατρέχοντας στις διαθέσιμες πηγές τις όποιες απορίες επιφυλάσσει η φιλομάθειά τους. Ένα είδος  interactive  ιστορίας, για να εναρμονιστούμε με την εποχή της ψηφιακής σύγκλισης. Ενδιαφέρον.

Αλλά ας έλθουμε και στην κριτική του ΓΚ. Να παρατηρήσω εκ προοιμίου ότι αγνοεί το σύνολο του έργου μου και της όποιας λογικής ελπίζω ότι το συνέχει. Αντ’ αυτού, επικεντρώνεται στις περιγραφές και τις ερμηνείες τριών ιστορικών συμβά­ντων – της πυρπόλησης του Σαμουήλ στο Κοΰγκι, του χορού του Ζαλόγγου και της ανατίναξης του πύργου του Δημουλά από τη Δέσπω Μπότση. Αυτό απλά σημαίνει ότι, με συνοπτικές διαδικασίες και επιλεκτική χρήση των πηγών, παραβλέπονται ουσιαστικά και κρίσιμα θέματα για την αντιμετώπιση των οποίων αυτό το βιβλίο έχει, αν έχει, κάποια αξία. Μοιάζει απίστευτο, αλλά ο ΓΚ απαξιοί να ασχοληθεί διεξοδικά με σειρά ζωτικής σημασίας ερωτημάτων, όπως αυτό της καταγωγής των Σουλιωτών, του εποικισμού του με όρους από την αρβανίτικη, σουλιωτική ποιμενική πατριά, του χαρακτήρα και της οργάνωσης της γεναρχικής, ποιμενικής κοινωνίας, της διαμόρφωσής της σε ορεινή κοινωνία ενόπλων, ωστόσο χριστιανών ενόπλων, και του χαρακτήρα της επέκτασής τους στον όμορο χώρο. Τέλος, αλλά όχι τελευταίο, με τη φύση των σχέσεών τους με τους περίοικους πληθυσμούς και, ως εκ τούτου, με τους πραγματικούς λόγους της πολεμικής τους σύγκρουσης με τους Τουρκαλβανούς αγάδες και μπέηδες καθώς και με τον Αλή πασά των Ιωαννίνων. Τη συστηματική, αν όχι σχολαστική, πραγμάτευση των εν λόγω θεμάτων έκρινα ως απαραίτητη, προκειμένου τα τρία προαναφερθέντα συμβάντα να ερμηνευθούν με τους όρους της εποχής και της κοινωνίας που τα παρήγαγε. Αλλά, ο ΓΚ, ως μη ειδικός αλλά γοητευμένος από τον εθνικό «μύθο» των Σουλιωτών, δεν φαίνεται να ενδιαφέρεται και πολύ για την πραγματική ιστορία τους, στην οποία «συνοπτικά» αναφέρεται, όπως δηλώνει στην αρχή της εισαγωγής του. Ωστόσο, αυτή η συνοπτική διατυπωση, αποφεύγοντας την προσέγγιση σε όλες αυτές τις πτυχές της σουλιωτικής ιστορίας, αναπαράγοντας απλώς, και λίγο άτσαλα θα υποστήριζα, την αφήγηση των πα­ραδοσιακών πηγών, βεβαιώνω τον ΓΚ, ως ειδικός, ότι δεν τον βοηθάει αποτελεσματικά στην πειστική ερμηνεία των συμβάντων που κυρίως τον ενδιαφέρουν. Έτσι, την πολεμική δεινότητα της ένοπλης σουλιωτικής πατριάς, η οποία κατέληξε μέσα στα χρόνια να αποτελεί τρόπο επιβίωσης του σουλιωτικού πληθυσμού, την ερμηνεύει ως φυλογενετικό γνώρισμα του ηρωικού σουλιωτικού λαού, ενώ τη συνείδηση της αυτονομίας του γένους και των συμφερόντων του που οδήγησε στην αποχώρηση του γένους Μπότσαρη, το 1800, από το Σούλι, όταν ο Μπότσαρης ανέλαβε από τον Αλή πασά το αρματολίκι των Τζουμέρκων, την αποδίδει σε κάποιες αόριστες «αρνητικές πλευρές της φυλετικής οργάνωσης μια και, πολύ συχνά, οι φάρες συνάπτουν χωριστές συνθήκες με τον Αλή» (σ. 81). Επιπρόσθετα, τις εγγενείς αντιπαλότητες των σουλιωτικών γενιών που υπήρξαν το ευάλωτο σημείο της κοινωνικής τους οργάνωσης και μια από τις κύριες αιτίες που οδήγησαν τελικά στην πτώση του Σουλίου, την αποδίδει σε δική μου «ιδεοληπτική», εθνοαποδομητική πρόθεση και εμμονή, προκειμένου να υποστηρίξω, «βιάζοντας τα ιστορικά γεγονότα», πως ο Φώτος Τζαβέλας για παράδειγμα, ήταν τελικά «προδότης». Λέξη, η οποία δεν εμφανίζεται βέβαια πουθενά στο επιστημονικό μου λεξιλόγιο, περιέχεται όμως στο δημοτικό τραγούδι και στην αυστηρή συλλογική μνήμη: «Τί χάλεβες Φώτο μ’ς τα Γιάννινα’ς την Πόρτα του Βεζύρη; / και επρόδωκες τον τόπον σου και το καϋμένο Σούλη». Αλλά και στο αλβανόφωνο δημοτικό τραγούδι, όπου αποδίδονται ευθύνες στο ίδιο πρόσωπο για τον εκπατρισμό των Σουλιωτών: «Τi more Foto Xhavella / sec na here me

Kapella / Sec u prem e sec u vrame / Sulin e shkrete ku e lame; /Ali Pashait ja dhame / Nate e dite vrim e quajme (Σύ μωρέ Φώτο Τζαβέλλα / τι μας έκαμες με καπέλλα, /Τι κο­πήκαμε και σκοτωθήκαμε / το Σοΰλι το έρημο που τ’ αφήκαμε; / Του Αλή πασά το δώσαμε / μέρα νύχτα καθόμαστε και κλαίμε). Παρεμπιπτόντως, φαίνεται πως οι Σουλιώτες θρηνούσαν μάλλον στα αρβανίτικα, κάτι που διέφυγε του επιλεκτικά εξονυχιστικού κριτικού ελέγχου του ΓΚ.

Και τα δύο αυτά δημοτικά τραγούδια, που απηχούν βέβαια τη συλλογική μνήμη, ο ΓΚ δεν τα θυ­μάται ή φροντίζει να τα αποσιωπήσει, αν και περιέχονται στο βιβλίο της ΒΨ (σσ. 406 και 451). Επίσης, φαίνεται πως μάλλον δεν έχει κάνει ορθή ανάγνωση της ενθύμησης στο χωριό Σέλιανη της Σωπικής, στην οποία γίνεται ανα­φορά της ημερομηνίας κατάληψης του Σουλίου από τον Αλή πασά, που είχε σαν συνέπεια τη μετέπειτα ανατίναξη στο Κούγκι: «1803: δεκεμβρίου: 3: θύμησι όντας επήρε το σούλη ο βεζήρ αλή πασας τότες (υπ. δική μου) είχε στηλμένον και τον ζήσου τον υιόν του κυρ πα’ ιωάννου οικονόμου..». Τέλος, και όχι τελευταίο, ο ΓΚ, αντί να καταγγέλει τη ΒΨ για αποσιωπήσεις και διαστρεβλώσεις της ιστορικής αλήθειας, θα έπρεπε μάλλον να επαινέσει τον ζήλο της για παράθεση όλων των αντιτιθέμενων απόψεων, στην περίπτωση της ανατίναξης στο Κούγκι, για παρά­δειγμα, όπου στη σ. 433 του βιβλίου της, σημ. 369, αναφέρει και την άποψη ενός παραδοσιακού και όχι «εθνοαποδομητικού» ιστορικού: «Ο Σπ. Π. Αραβαντινός, 1895, τ. k\ α. 163-164 δεν αποδέχεται την εκδοχή του Χατζή Σεχρέτη, με το σκεπτικό ότι εάν ο Αλή πασάς εγνώριζε ότι ο Τζαβέλας επρόκειτο να ανατινάξει τον Σαμουήλ δεν θα έστελνε ως εγγυητή τον γιο του στενού του φίλου, παπά Οικονόμου, αλλά κάποιον άλλον απεσταλμένο. Ούτε αποδέχεται, όμως, επίσης και την εκδοχή της ιυτοπυρπόλησης του Σαμουήλ, χαρακτηρίζοντας ως τυχαίο το όλο συμβάν». Φαίνεται ότι υπήρχαν «εθνοαποδομητές» ιστορικοί που υποστήριζαν ότι η αυτοπυρπόληση του Σαμουήλ ήταν μάλλον ένα τυχαίο συμβάν ακόμη και εν έτει 1895, εποχή που η ελληνική Αριστερά, και μάλιστα η εκσυγχρονιστική, υποθέτω βασίμως ότι δεν υπήρχε ούτε καν ως έμβρυο στην κοιλιά της μάνας της…

Ένας ειδικός δεν θα παρασιωπούσε, επίσης, μαρτυρίες, όταν αυτές δεν συμφωνούν με το ερμηνευτικό του σχήμα. Αλλά ο επικριτής μου, ως μη ειδικός, μπορεί να προβαίνει χωρίς δισταγμό σε πλήθος παρασιωπήσεων, καταγγέλλοντας ταυτόχρονα εμένα για μια τακτική που μόνον ο ίδιος ακολουθεί. Έτσι, για παράδειγμα, στο θέμα της καταγωγής και της συνείδησης των Σουλιωτών, δίπλα στην απόφανση του ΓΚ «το βέβαιο είναι η ελληνική «ρωμαίικη» συνείδηση των Σουλιωτών» (σ. 29), θα μπορούσε ο ίδιος να προσθέσει, ή έστω να κάνει νύξη, μιας επιστολής, την οποία παραθέτω, στη σ. 471, του βιβλίου μου. Πρόκειται για την απάντηση, στις 8 Σεπτεμβρίου 1828, του δερβέναγα Κραβάρων Αχμέτ Νεπρεβίστα στον Κίτσο Τζαβέλα, χιλίαρχο και αρχηγό της κατά Λιδορικίου και Μαλανδρίνου εκστρατείας, όταν ο τελευταίος τον καλεί να παραδοθεί και να εγκαταλείψει τον τόπο:

πολλά λόγια δεν σου λέγω

σύρε από εκεί όπου ήλθες, ορ’

φανέ, ότι σας λυπούμαι όπου

εμείνατε τρεις Σουλιώται και θα χαθήτε όλοι. Και διά τόπον ελληνικόν οπού τον λέγεις, εδώ τόπος είμαι εγώ και νισαλά θέλεις με γνωρίσεις ογλίγωρα. Μωρέ Κίτζο εγώ σε ηξεύρω Αρβανίτην ωσάν εμένα, εσύ πού στο διάβολο τα έμαθες αυτά τα ελληνικά και εγώ δεν το ξέρω.

Στην ίδια απορία, την οποία εκφράζει ο δερβέναγας Κραβάρων, θέλησε να απαντήσει, σαν πρόθεση τουλάχιστον, γιατί το αποτέλεσμα θα το κρίνουν οι «επιμελείς αναγνώστες», το βιβλίο μου για το Σούλι και τους Σουλιώτες. Παρα­κολουθώντας την πορεία της σουλιωτικής κοινωνίας από την εποχή της εγκατάστασης της αρβανίτικης ποιμενικής πατριός στο βουνό, που πήρε έκτοτε το όνομά της, μέχρι την ένταξη και ενσωμάτωση των Σουλιωτών στην υπόθεση της ελ­ληνικής επανάστασης και τα οράματά της. Μέσα από αυτή τη μακρά διαδρομή, στη μεγάλη διάρκεια της παραμονής των Σουλιωτών στα βουνά τους αλλά και στη μικρή διάρκεια του 18ου και των αρχών του 19ου αιώνα, όταν διεξάγονται οι πολεμικές συγκροΰσεις τους με τους Τουρκαλβανούς αγάδες της περιφέρειας του σουλιωτικου βουνού και με τον Αλή πασά των Ιωαννίνων, επιχείρησα να αποτυπώσω την ιδιομορφία αυτής της ορεινής πολεμικής κοινωνίας και να ιχνηλατήσω τις, όντως σύνθετες διεργασίες διαμόρφωσης της συνείδησης τους. Προκειμένου να γίνει κατανοητό, εν τέλει, μιλώντας λίγο σχηματικά για την οικονομία του παρόντος κειμένου, «γεννήθηκαν Αρβανίτες, έζησαν Σουλιώτες, πέθαναν Έλληνες .

ΕΘΝΟΛΑΪΚΙΣΜΟΣ

Η ιστορική διερεύνηση των διαδρομών που ακολούθησε η σουλιωτική κοινωνία μέχρι την ένταξή της στην υπόθεση της ελληνικής επανάστασης, το 1821, υπήρξε μακρά και επίπονη. Η σουλιωτική κοινωνία συγκροτούμενη από ποιμένες, φορείς προφορικού πολιτισμού, άφησε πίσω της ελάχιστα γραπτά τεκμήρια για τη ζωή και τη δράση της, τα οποία ωστόσο, ας το γνωρίζουν οι μη ειδικοί, έπρεπε να αναζητηθούν, να διαβαστούν, πράγμα όχι πάντα εύκολο, και να ερμηνευθούν. Το πραγματολογικό υλικό της εργασίας μου συγκεντρώθηκε από ανέκδοτες πρωτογενείς πηγές, σε συνδυασμό με τη συστηματική μελέτη της διαθέσιμης βιβλιογραφίας για την ιστορία του Σουλίου και της ευρύτερης περιοχής της Ηπείρου, με κυρίαρχη θέση να κατέχει μέσα σε αυτήν το έργο του πρώτου ιστορικού του Σουλίου, Χριστόφορου Περραιβού. Η προσπάθεια για τη συλλογή του πραγματολογικού υλικού, της επεξεργασία του, συγγραφής της διατριβής και της πρώτης έκδοσης σε βιβλίο, το 1998, από το Κέντρο Νεοελληνικών Ερευνών του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών (ακολούθησαν άλλες τρεις εκδόσεις από το Βιβλιοπωλείο της Εστίας), υπήρξε επίμοχθη και μακρόχρονη, αφού κράτησε δέκα χρόνια. Στη διάρκειά της, φυσικό ήταν να προκύψουν κάποιες αβλεψίες. Όπως για παράδειγμα, η αναφορά στην επιστολή που παραθέτω στις σσ. 406-408, του Φώτου Τζαβέλα, ως του πιθανού καπετάνιου συνομιλητή με τις αρχές της Επτανήσου Πολιτείας «δια να πουλιση τον τοπον μας και ναρθι αφτου». Βέβαια, η επιστολή παρατίθεται για να δηλώσει κυρίως τις σχέσεις των Σουλιωτών με τους Παργίους, στις αρχές του 1803, και την απελπιστική κατάσταση στην οποία είχαν  περιέλθει οι αποκλεισμένοι στο βουνό τους Σουλιώτες την ίδια εποχή. Η αναφορά στον Φώτο Τζαβέλα, ως πιθανού καπετάνιου που διαπραγματεύεται την αποχώρηση του από το Σούλι για να μεταβεί στα Επτάνησα, αναφέρεται ήδη από τη ΒΨ με ερωτηματικό, αλλά οπωσδήποτε πρόκειται για μια αβλεψία που έπρεπε να είχε αποφευχθεί, αφού την επιστολή την υπογράφει, μεταξύ άλλων, και ο Φώτος Τζαβέλας. Ωστόσο, με δεδομένο τον όγκο του πραγματολογικού υλικού, ένας καλοπροαίρετος και, το κυριότερο, αντικειμενικός αναγνώστης ενδεχομένως να την κατέτασσε στην εύλογη κατηγορία της αβλεψίας και όχι του «καταχθόνιου σχεδίου». Αβλεψίες ή περιστασιακά λάθη μπορεί να προκύψουν στο έργο κάθε δημιουργού, αρκεί βέβαια να μη διαταράσσουν και να μην ανατρέπουν τη λογική συνοχή και τα συμπεράσματα του έργου. Το κάθε επιστημονικό έργο, άλλωστε, εντάσσεται σε διαδικασία εν προόδω, παραμένοντας ανοικτό στη συμπλήρωση και στη βελτίωση, με την προσκόμιση και αξιολόγηση νέων τεκμηρίων, όπως επίσης και στην κριτική. Αλλά κριτική από κριτική διαφέρει. Στο επιστημονικό έργο αντιστοιχεί η ανάλογη κριτική. Ο ΓΚ ασκεί κριτική άλλων, όπως έδειξα παραπάνω, σκοπιμοτήτων, καθώς, με σημείο εκκίνησης την απροκάλυπτα ιδεολογική χρήση της ιστορίας, επιλέγει την ανερμάτιστη καταγγελία, επινοώντας ανύπαρκτα και καταχθόνια σχέδια αποδόμησης, μίσους και «θανάτου του έθνους». Αν δεν ζούσαμε ό,τι ζούμε στην Ελλάδα την τελευταία διετία θα έλεγα ότι τα έχω δει και ακούσει όλα. Όμως, φαίνεται πώς όχι. Η απρόκλητη, αναίτια και εμπαθέ­στατη επιθετικότητα του ΓΚ είναι ακόμη ένα δείγμα αυτών των μηντιακών καιρών, τη σε πλήρη σύγχυση αθώων (…λέμε τώρα).

Παρ’ όλα αυτά, επιμένω και θα επιμείνω να είμαι και να καλούμαι ιστορικός και όχι «μυθιστοριογράφος», ιδιότητα την οποία με τόσο κομψό τρόπο μου αποδίδει, αμετροεπώς, ο «μη ειδικός» όψιμος κριτικός του έργου μου, εξαπολύοντας εναντίον μου καταγγελίες για ύποπτες σκοπιμότητες, «καταχθόνια σχέδια», «χονδροειδή απόπειρα παραπλάνησης», «συστηματικές αποσιωπήσεις και παραποιήσεις στοι­χείων». Ένα ακόμη παράδειγμα αρκεί, πέραν των προαναφερθέ­ντων στις παραγράφους πέντε και έξι του παρόντος άρθρου, ως απάντηση στις εμπαθείς καταγγελίες του. Αν έψαχνε συστηματικά τη βιβλιογραφία, θα ανακάλυπτε στην α έκδοση του βιβλίου του Γκριγκόρι Λ. Ἄρς, Ἡ Ἀλβανία καί ή Ἥπειρος κατά τά τέλη τοῦ 18ου – ἀρχάς τοῦ 19ου αιώνος, μετάφραση εκ του ρωσικού, Μόσχα 1963 –με την οποία κυρίως δούλεψα και αναφέρω και στη βιβλιογραφία– τη λέξη «μηνιαίος» φόρος στη σ. 165, σημείωση 25 της εν λόγω μετάφρασης. Πράγματι, στην οριστική έκδοση του βιβλίου του Γκριγκόρι Λ. Αρς –εκδόσεις Gutenberg, 1994– δεν υπάρχει η λέξη «μηνιαίος», αλλά εγώ είχα ήδη δουλέψει με τη δακτυλόγραφη πρώτη μετάφραση. Κατά συνέπεια, τη λέξη «μηνιαίος» δεν την επι­νόησα αυθαιρέτως, όπως περιχα­ρής σπεύδει να καταγγείλει ο ΓΚ.

Ωστόσο, επιστρέφοντας, κατ’ ελάχιστο, τον χείμαρρο των επικρίσεών του, να του αποδώσω με τη σειρά μου χονδροειδή απόπειρα διαστρέβλωσης της αλήθειας και παραπλάνησης του αναγνώστη, η οποία μάλιστα εμπεριέχει, πάλι κατά τη δική του λογική, και πρό­θεση δόλου. Διότι ο ΓΚ, τόσο στο εισαγωγικό του σημείωμα όσο και στο οπισθόφυλλο της έκδοσης του βιβλίου του, παραθέτει μία δική μου διαζευκτική πρόταση μόνον κατά το ήμισυ, αποσιωπώντας το δεύτερο ήμισυ της πρότασης. Συ­γκεκριμένα, στη σ. 439 του βιβλίου μου περιέχεται η φράση: «Στη διάρκεια της διεξαγόμενης σε στενωπούς και μονοπάτια του όρους μάχης, μέρος των γυναικόπαιδων κατακρημνίστηκε είτε απωθούμενο στην άκρη του γκρεμού από τους οπισθοχωρούντες μαχητές είτε με απόφαση των γυναικών να προτιμήσουν για αυτές και τα παιδιά τους τον εκούσιο θάνατο παρά μια οδυνηρή αιματοχυσία και αιχμα­λωσία». Τι επινοεί ο ΓΚ προκειμένου να καθοδηγήσει τον «αμελή» ή «επιμελή», αλλά πάντως ανύποπτο αναγνώστη του, στην υπόδειξη των «εχθρών του έθνους» με αφορμή το κρινόμενο βιβλίο; Αφ’ ενός, στη σ. 20 της εισαγωγής του διακόπτει τη διαζευκτική πρόταση στη μέση, αποσιωπώντας το δεύτερο διαζευκτικό. Αφετέρου, στο οπισθόφυλλο του βιβλίου του αναφέρει σαρκαστικά: «..είναι πιθανό οι Σουλιώτισσες να έπεσαν στο βάραθρο σπρωγμένες από τους ίδιους τους Σουλιώτες πολεμιστές! Συνωστισμένες στη Σμύρνη, συνωστισμένες στο Ζάλογγο!».

Το βιβλίο μου ασφαλώς δεν είναι ένας ύμνος στο Ζάλογγο· άλλωστε δεν ήταν αυτό το επιστημονικό ερώτημα στο οποίο δοκίμασα να απαντήσω. Δεν συνιστά όμως ούτε διάψευση ούτε απαξίωση της εθνικής αυτής εικόνας, όπως ο ΓΚ μου καταλογίζει. Το ενδεχόμενο της κατακρήμνισης των γυναικών μέσα σε συνθήκες καταδίωξης και προφανώς συμμετοχής στις εκ του συστάδην μάχες δεν διατυπώνεται ως άρνηση του πατριωτικού «θανάτου της απόγνωσης», αλλά ως μια διε­ρεύνηση και διεύρυνση των συνθηκών εξόντωσης της σουλιώτικης ομάδας από τις δυνάμεις του επίορκου πασά.

Ο αντικειμενικός και, κυρίως, νηφάλιος αναγνώστης δεν θα δυσκολευθεί να αντιληφθεί ότι η ακραία δημαγωγία και το κυνήγι μαγισσών –μια ολιγόλεπτη περιήγηση στο Διαδίκτυο, στους ιστότοπους αυτοπροβολής και φιλοξενίας του, πείθει για του λόγου το αληθές– αποτελούν το κύριο μέλημα ενός «ιστορικού» σαν τον ΓΚ, για τον οποίον είναι σαφές ότι ο σκοπός αγιάζει τα μέσα. Όμως, σε άλλον αναγνώστη απευθύνεται ο ΓΚ και περί άλλα ο ίδιος τυρβάζει με πρόσχημα την ιστορία. Περί αυτού, άλλωστε, αδιάψευστα συνηγορεί ο τίτλος του βιβλίου του.

Και για να τελειώνουμε, ας υπενθυμίσω ότι το δικό μου βιβλίο εκδόθηκε για πρώτη φορά, όπως προανέφερα, το έτος 1998 από το Κέντρο Νεοελληνικών Ερευνών του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών. Αναρωτιέμαι γιατί ο ΓΚ ανακάλυψε μετά από δεκατέσσερα (14) ολόκληρα χρόνια τον «εθνοαποδομητικό» λόγο της συγγραφέως και τον «συνωστισμό» στο Ζάλογγο; Όλα αυτά τα χρόνια, ο αριστερός(;), ο δεξιός(;) πατριω­τισμός του, εν τέλει ο ακραιφνής και άδολος εθνικισμός του βρισκόταν εν υπνώσει; Ή μήπως τον ξύπνησε η συγκυρία του «συνωστισμού» στη Σμύρνη και αποφά­σισε, εκ του μη όντως, να κατασκευάσει άλλον έναν «συνωστισμό στο Ζάλογγο» προς άγραν ιδεολογικοπολιτικού ακροατηρίου, το οποίο προσωρινώς εξοικονομεί σε τηλεκανάλια του πρόθυμου περί τα τοιαύτα εθνολαϊκιστικού περιθωρίου;

2 Σχόλια

  1. ΧΡΗΣΤΟΣ Β. ΚΑΠΕΡΩΝΗΣ

    ΤΟ ΠΑΡΑΚΑΤΩ ΚΕΙΜΕΝΟ ΑΦΙΕΡΩΝΕΤΑΙ ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΑ ΣΤΟΥΣ -ΣΤΙΣ ΚΑΤΑ ΚΑΤΑ ΚΑΙΡΟΥΣ ΕΠΙΒΗΤΟΡΕΣ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΠΟΥ ΘΕΛΟΝΤΑΣ ΜΙΑ ΥΣΤΕΡΟΦΗΜΗ -ΕΣΤΩ ΚΑΙ ΑΝΑΤΡΕΠΤΙΚΑ- ΘΕΣΗ ΣΤΟΥΣ ΑΚΟΠΟΥΣ ΑΝΤΙΡΗΣΙΕΣ ΤΗΣ, ΠΑΡΑΘΕΤΟΥΝ ΕΣΚΕΜΕΝΑ ΕΠΙΛΕΚΤΙΚΑ ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΕΠΕΙΣΟΔΙΑ ΑΓΝΩΟΝΤΑΣ ΤΟ ΣΥΝΟΛΟ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΚΗΣ ΔΙΗΓΗΣΗΣ.ΕΚΤΟΣ ΑΝ ΕΙΝΑΙ ΚΑΙ ΑΝΙΣΤΟΡΗΤΟΙ ΟΠΟΤΕ ΑΛΑΖΕΙ ΤΟ ΘΕΜΑ.ΚΑΙ ΚΑΤΙ ΑΛΛΟ . ΤΙ ΔΟΥΛΕΙΑ ΕΧΕΙ Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΟΥ Γ. ΚΑΠΑΜΠΕΛΙΑ ΜΕ ΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΣΟΥΛΙΟΥ ?ΕΙΝΑΙ ΑΝΑΛΟΓΟ ΤΗΣ ΑΥΘΕΝΤΙΚΟΤΗΤΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΑΞΙΟΠΙΣΤΙΑΣ ΣΤΑ ΛΕΓΟΜΕΝΑ ΕΝΟΣ ΑΤΟΜΟΥ ?ΓΙΑΤΙ ΤΑ ΜΠΕΡΔΕΥΟΥΝ ΑΥΤΑ ? ΚΑΙ ΓΙΑ ΝΑ ΜΗΝ ΚΑΤΗΓΟΡΗΘΩ ΩΣ ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΤΗΣ ΤΟΥ ΔΗΛΩΝΩ ΕΚ ΤΩΝ ΠΡΟΤΕΡΩΝ ΙΔΕΟΛΟΓΙΑΚΑ ΑΝΤΙΘΕΤΟΣ,ΑΛΛΑ ΤΑΥΤΟΣΗΜΟΣ ΜΕ ΤΙΣ ΑΠΟΨΕΙΣ ΤΟΥ ΕΠΙ ΤΟΥ ΘΕΜΑΤΟΣ,ΚΑΙ ΔΕΝ ΔΙΑΘΕΤΩ ΚΑΜΙΑ ΙΔΙΟΤΗΤΑ »ΕΙΔΗΜΟΝΟΣ»

    ΠΕΡΙΤΡΑΝΗ ΑΠΟΔΕΙΞΗ -ΧΩΡΙΣ ΕΝΔΕΧΟΜΕΝΑ- ΤΟ ΑΓΝΩΣΤΟ ΟΛΟΚΑΥΤΩΜΑ ΤΩΝ ΣΟΥΛΙΩΤΩΝ ΣΤΟ ΣΕΛΤΣΟ ΣΤΙΣ ΠΗΓΕΣ ΑΡΤΑΣ- ΄΄ΒΡΕΣΤΕΝΙΤΣΑΣ» ΤΟΤΕ ΣΤΙΣ 23 ΑΠΡΙΛΙΟΥ-ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ ΤΟ 1804 ΟΠΟΥ ΟΙ ΚΑΤΑ ΠΟΛΛΟΥΣ ΄΄ΠΡΟΔΟΤΕΣ΄΄ ΜΠΟΤΣΑΡΑΙΟΙ ΕΓΡΑΨΑΝ ΤΟ ΠΙΟ ΕΝΔΟΞΟ ΑΙΜΑΤΗΡΟ ΕΠΙΛΟΓΟ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΤΟΥ ΣΟΥΛΙΟΥ. ΑΣ ΚΑΝΟΥΝ ΤΟΝ ΚΟΠΟ ΝΕΟΚΟΠΟΙ ΙΣΤΟΡΙΚΟΙ ΝΑ ΠΑΝΕ ΕΣΤΩ ΚΑΙ ΝΑ ΤΟΛΜΗΣΟΥΝ ΚΟΙΤΑΞΟΥΝ ΤΟ »ΧΑΝΟΝ ΒΑΡΑΘΡΟ» ΤΟΥ ΣΕΛΤΣΟΥ ΤΟΝ »ΠΕΤΑΚΑ» ΟΠΟΥ 280 ΝΑΙ 280 ΓΥΝΑΙΚΟΠΑΙΔΑ ΚΑΤΑΔΙΩΚΟΜΕΝΑ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΤΟΥΡΚΑΛΒΑΝΟΥΣ ΤΟΥ ΑΛΗ ΔΕΝ ΕΙΧΑΝ ΤΗ ΠΟΛΥΤΕΛΕΙΑ ΚΑΙ ΤΟΝ ΧΡΟΝΟ -ΟΠΩΣ ΓΡΑΦΕΙ Ο ΠΟΥΚΕΒΙΛ- ΝΑ ΧΟΡΕΨΟΥΝ ΤΟ ΧΟΡΟ ΤΟΥ ΖΑΛΟΓΓΟΥ,ΑΛΛΑ ΡΙΘΗΚΑΝ ΣΤΟ ΒΑΡΑΘΡΟ ΓΙΑ ΝΑ ΜΗΝ ΜΕΙΝΟΥΝ ΣΚΛΑΒΟΙ. ΝΑ ΑΙΣΘΑΝΘΟΥΝ ΤΟ ΑΝΕΙΠΩΤΟ ΔΕΟΣ ΤΟΥ,ΝΑ ΑΦΟΥΓΚΡΑΣΤΟΥΝ ΤΙΣ ΨΥΧΕΣ ΤΩΝ, ΝΑ ΑΚΟΥΣΟΥΝ ΤΟ ΓΟΕΡΟ ΚΛΑΜΑ ΤΟΥΣ ΝΑ ΑΦΗΣΟΥΝ ΚΡΥΦΑ ΕΝΑ ΔΑΚΡΥ ΣΥΓΝΩΜΗΣ ΝΑ ΚΥΛΙΣΕΙ ΣΤΟ ΧΑΟΣ ΤΟΥ, ΚΑΙ ΤΟΤΕ ΘΑ ΣΥΝΕΙΔΗΤΟΠΟΙΗΣΟΥΝ ΤΗΝ ΑΝΙΣΤΟΡΙΚΟΤΗΤΑ ΤΟΥΣ ΚΑΙ ΤΟ ΜΑΤΑΙΟΔΟΞΟ ΤΩΝ ΙΣΤΟΡΗΜΑΤΩΝ ΤΟΥΣ . ΟΦΕΙΛΟΥΝ ΕΝΑΝ ΣΕΒΑΣΜΟ ΣΤΗ ΘΥΣΙΑ ΤΟΥΣ ΚΑΙ ΑΝ ΟΧΙ ΤΗΝ ΣΥΓΝΩΜΗ ΤΟΥΣ, ΤΟΥΛΑΧΙΣΤΟΝ, ΤΗ ΣΙΩΠΗ ΤΟΥΣ .ΑΡΚΕΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΕΜΕΙΝΑΝ »ΑΓΝΟΟΥΜΕΝΟΙ» ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ

    22/23-4-1804 ΤΟ ΟΛΟΚΑΥΤΩΜΑ ΤΩΝ ΣΟΥΛΙΩΤΩΝ ΣΤΟ ΣΕΛΤΣΟ

    ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ ΠΡΙΝ ΑΠΟ 207 ΧΡΟΝΙΑ ΣΤΙΣ 23 ΑΠΡΙΛΙΟΥ ΤΟΥ 1804 ΕΠΕΣΕ ΤΟ ΤΟ ΣΕΛΤΣΟ ΜΕΤΑ ΑΠΟ 4ΜΗΝΗ ΠΟΛΙΟΡΚΙΑ ΑΠΟ ΤΟΝ ΑΛΗ ΠΑΣΣΑ.ΣΤΗΝ ΜΝΗΜΗ ΑΥΤΩΝ ΤΩΝ ΗΡΩΩΝ ΩΣ ΕΛΑΧΙΣΤΟ ΦΟΡΟ ΤΙΜΗ ΣΗΜΕΡΑ ΚΛΕΙΝΟΥΜΕ ΕΥΛΑΒΙΚΑ ΤΟ ΓΟΝΥ ΑΠΟΤΙΟΝΤΑΣ ΦΟΡΟ ΤΙΜΗΣ ΚΑΙ ΕΥΓΝΩΜΟΣΥΝΗΣ Σ΄ΑΥΤΟΥΣ ΠΟΥ ΠΡΟΤΙΜΗΣΑΝ ΝΑ ΠΕΘΑΝΟΥΝ ΕΛΕΥΘΕΡΟΙ ΠΑΡΑ ΝΑ ΜΕΙΝΟΥΝ ΣΚΛΑΒΟΙ.ΔΕΝ ΛΙΠΟΨΥΧΗΣΑΝ, ΔΕΝ ΛΙΠΟΤΑΚΤΗΣΑΝ ΔΕΝ ΣΥΜΒΙΒΑΣΤΗΚΑΝ. ΟΦΕΙΛΟΥΜΕ ΝΑ ΜΗΝ ΞΕΧΑΣΟΥΜΕ ΠΟΤΕ ΑΥΤΗ ΤΗΝ ΑΝΕΙΠΩΤΗ ΘΥΣΙΑ ΤΟΥΣ.

    ΤΟ ΧΡΟΝΙΚΟ ΤΗΣ ΜΑΧΗΣ ΤΟΥ ΣΕΛΤΣΟΥ –
    Ο ΧΑΛΑΣΜΟΣ ΤΩΝ ΜΠΟΤΣΑΡΑΙΩΝ

    Η ΜΟΝΗ ΣΕΛΤΣΟΥ [1697] Άγνωστη μέχρι πριν λίγα χρόνια που βρίσκεται στις ΠΗΓΕΣ ΑΡΤΑΣ [παλαιά ονομασία
    ΒΡΕΣΤΕΝΙΤΣΑ]- ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΕΔΡΑ – σήμερα- ΤΟΥ ΔΗΜΟΥ Γ. ΚΑΡΑΙΣΚΑΚΗΣ οφείλει τη φήμη της κυρίως στην ιστορική μάχη
    και τον χαλασμό που έγινε στην περιοχή της τον Απρίλιο του 1804 των Σουλιωτών[ Μποτσαραίων]
    Όπως είναι γνωστό, μετά την παράδοση του Σουλίου στον Αλη Πασά με τη συνθήκη της 12ης Δεκεμβρίου τον 1803 ένα
    τμήμα υπό την αρχηγία του Κίτσου και Νότη Μπότσαρη με 1148 Σουλιώτες άνδρες και γυναίκες περί τα τέλη Δεκέμβρη
    1803, έφθασε στην περιοχή της Ιεράς Μονής Σέλτσου όπου αποφάσισαν να εγκατασταθούν επειδή είδαν ότι ήταν φυσικά οχυρή και απρόσιτη γύρωθεν. Μαζί τους πήγαν και αρκετοί κάτοικοι της ΒΡΕΣΤΕΝΙΤΣΑΣ και της γύρω περιοχής που στάθηκαν στο πλάι τους πολεμώντας μέχρι τέλους.
    Στις 12 Γενάρη του 1804 οι οχυρωμένοι στη Μονή Σουλιώτες περικυκλώθηκαν από 800 Τουρκαλβανούς. Στις 15 Γενάρη έγινε η πρώτη επίθεση η οποία αποκρούσθηκε από τους οχυρωμένους Σουλιώτες με σοβαρές απώλειες των εχθρών. .Ολόκληρο το χειμώνα οι Σουλιώτες έμειναν στενά αποκλεισμένοι στο Μοναστήρι διαθέτοντας λιγοστά εφόδια που τους προμήθευαν κρυφά κυρίως Βρεστενιτσιώτες και Λιασκοβίτες.
    Στις 20 Απριλίου του 1804 ο Αλή Πασάς στέλνει νέες ενισχύσεις περίπου 7εως 8.000 Τουρκαλβανούς και παραγγέλλει
    οργισμένος στους στρατηγούς του να ξεπαστρέψουν μια «φούχτα κατσικοκλέφτες» όπως τους αποκαλούσε. Το μέλλον τους
    πλέον είχε κριθεί. Όμως παρέμειναν εκεί ,Στις 23 Απριλίου 1804 και μετά από τρίμηνη πολιορκία άσιτοι , καταπονημένοι, υπέκυψαν. Οι Τουρκαλβανοί με προδοσία, εξουδετέρωσαν την αντίσταση των φυλακίων «Προφήτης Ηλίας»
    και « Φράξος» εισβάλοντας στο χώρο τον Μοναστηρίου. Στη φονική και άνιση μάχη που επακολούθησε και γενικεύτηκε ,
    άλλοι Σουλιώτες σκοτώθηκαν και άλλοι αιχμαλωτίστηκαν , όπως ο τραυματισμένος Νότης Μπότσαρης, . Άλλοι, κυρίως
    γυναικόπαιδα , -250- κατά τον ιστορικό, για να μην πέσουν στα χέρια των εχθρών έστησαν το νέο ΖΑΛΟΓΓΟ και
    γκρεμίσθηκαν σε βάραθρο 300 μέτρων, αφήνοντας τα κορμιά τους στον Αχελώο Σ’ αυτούς που προτίμησαν να πνιγούν
    παρά να αιχμαλωτιστούν ήταν και η όμορφη 19χρονη Λένω ΜΠΟΤΣΑΡΗ, Για τον ηρωισμό και την αυτοθυσία της οποίας,
    γράφτηκαν πολλά δημοτικά τραγούδια.
    Ο ΚΙΤΣΟΣ ΜΠΟΤΣΑΡΗΣ και 10 Σουλιώτες [40 κατά άλλους] μαζί με το 13χρονο-τότε- γιο του ΜΑΡΚΟ , γλίτωσαν σε μια σπηλιά γνωστή στην περιοχή ως «Η ΣΠΗΛΙΑ ΤΟΥ ΚΙΤΣΟΥ ΜΠΟΤΣΑΡΗ» και μετά πολλές περιπέτειες έφθασαν στην Πάργα .
    ΜΙΑ ΘΥΣΙΑ- ΟΛΟΚΑΥΤΩΜΑ που δεν μπόρεσε να χωρέσει ιστορικού νους και να κατανοήσει το μέγεθος της., αλλά και
    άγνωστη για πολλούς μέχρι σήμερα. Αρκεί μόνο να αναλογιστεί κανείς ότι σε μια μέρα χάθηκαν τρεις γενιές
    ΜΠΟΤΣΑΡΑΙΩΝ. Μια θυσία που η Τιμή και η Δόξα μένουν « άφωνες» μπροστά της και βαθιά υποκλίνονται. .
    ΕΤΣΙ ΤΟ ΜΟΝΑΣΤΗΡΙ ΤΟΥ ΣΕΛΤΣΟΥ ΕΜΕΛΕ ΝΑ ΓΙΝΕΙ ΤΟΠΟΣ ΘΥΣΙΑΣ ΚΑΙ ΜΑΡΤΥΡΙΟΥ ΤΩΝ ΑΔΟΥΛΩΤΩΝ ΣΟΥΛΙΩΤΩΝ.

    ΕΠΙΓΡΑΦΗ ΑΠΟ ΤΟ ΗΡΩΟ ΣΟΥΛΙΩΤΩΝ ΣΤΙΣ ΠΗΓΕΣ ΑΡΤΑΣ
    « Η ΦΑΛΑΓΞ [1148] ΤΩΝ ΑΡΧΗΓΩΝ ΚΙΤΣΟΥ ΚΑΙ ΝΟΤΗ ΜΠΟΤΣΑΡΗ -ΠΟΥ ΓΝΩΡΙΖΩ- ΒΑΔΙΖΕΙ ΠΡΟΣ ΣΕΛΤΣΟ. ΑΠΙΣΤΙΑΝ ΑΛΗ ΤΡΙΜΗΝΟΝ ΑΝΙΣΟΝ ΑΓΩΝΑ ΚΑΙ ΠΡΟΔΟΣΙΑΝ ΑΚΟΛΟΥΘΕΙ Η ΘΥΣΙΑ. ΟΙ ΣΟΥΛΙΩΤΑΙ ΧΩΡΙΣ ΕΦΟΔΙΑ ΑΣΙΤΟΙ ΚΥΚΛΩΜΕΝΟΙ ΘΕΛΟΥΝ ΕΞΟΔΟΝ Η ΘΑΝΑΤΟΝ ΗΡΩΟΣ. ΞΙΦΗΡΕΙΣ 300 ΑΚΑΛΥΠΤΟΙ ΣΑΡΩΝΟΥΝ ΤΟ ΠΑΝ ΠΛΗΝ ΓΕΦΥΡΑΣ ΚΟΡΑΚΟΥ. Ο ΝΟΤΗΣ ΠΙΠΤΕΙ ΜΕ 5 ΠΛΗΓΑΣ ΣΧΕΔΟΝ ΟΛΟΙ ΟΙ ΑΝΔΡΕΣ ΦΟΝΕΥΟΝΤΑΙ. ΑΙ ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΜΑΧΟΜΕΝΑΙ ΦΩΝΑΖΟΥΝ ΘΑΝΑΤΟΣ. ΥΠΕΡΔΙΑΚΟΣΙΟΙ ΚΑΙ ΠΑΙΔΙΑ ΠΗΔΟΥΝ ΚΑΙ ΠΝΙΓΟΝΤΑΙ ΣΤΟΝ ΑΧΕΛΩΟ. ΧΑΛΑΣΜΟΣ ΜΟΝΟ 10 ΚΑΙ Ο ΚΙΤΣΟΣ ΣΩΖΟΝΤΑΙ» [ΠΟΥΚΕΒΙΛ 1824 Τ. Ι. ΣΕΛ. 207-212]

    <>
    <>

    ΧΡΗΣΤΟΣ ΒΑΣ. ΚΑΠΕΡΩΝΗΣ
    ΠΗΓΕΣ ΑΡΤΑΣ 23- 4- 2012

  2. ΖΟΡΜΠΑΣ ΛΕΥΤΕΡΗΣ

    Θέλω να κάνω μια ερώτηση στην ιστορικό κ Ψιμούλη.

    Γιατί και καλά οι Σουλιώτες να είναι Αλβανικής καταγωγής;
    Δηλαδή στην σημερινή Νότιο Αλβανία και σήμερα Βόρειο Ήπειρο κατά το 16ο και 17ο αιώνα δεν υπήρχαν Έλληνες;
    Από αρχαιοτάτων χρόνων υπήρχαν και υπάρχουν Έλληνες Ηπειρώτες δωρικής καταγωγής ,με πόλης αμιγώς Ελληνικές (Φοινίκη, Εφύρα, Αργυρόκαστρο, Κοριτσά κ.τ.λ )και πληθυσμούς Ελληνικούς που σε ανάμιξη με τους ντόπιους κάτοικους μιλούσαν και τα αρβανίτικα που μοιάζουν με τα Αλβανικά αλλά δεν είναι.(τοσκικό ιδίωμα) και αυτό για χάρη τις επικοινωνίας για εμπορικούς, στρατιωτικούς και όχι μόνο λόγους. πχ Γεώργιος Καστριώτης Ελληνικής καταγωγής (σκεντέρμπεης) που σήμερα τον έχουν Εθνικό ήρωα οι Αλβανοί που κλέβουν την Ιστορία μας.
    Αν σήμερα η Αλβανία προσαρτηθεί στην Ελλάδα οι Αλβανοί θα πάψουν να είναι Αλβανοί;
    Στον Μακεδονικό αγώνα οι καπεταναίοι στην πλειάδα τους δεν μιλούσαν γρί Ελληνικά αλλά Βουλγάρικα και
    όμως ήταν Ελληνάρες Πατριώτες .(Μητροπολίτης Καραβαγγέλης Γερμανός,Καπετάν Κόκκας,Τέλλος Αγρας,Λουκάς Κόκκινος,Αρμέν Κούπτσιος κτλ)
    Άλλο παράδειγμα
    Τα παιδιά των Ελλήνων της διασποράς (Οδησσό, καζακστάν, που ήρθαν σαν παλιννοστούντες στην Ελλάδα και δεν μιλούσαν καθόλου την μητρική γλώσσα η την μιλούσαν πολύ λίγο δεν είναι Ελληνικής καταγωγής;
    Σαν γόνος Σουλιώτικης καταγωγής από την Φάρα των Ζορμπαίων αισθάνομαι
    οργή και θυμό να μας αποκαλούν ΕΜΑΣ τους ΣΟΥΛΙΩΤΕΣ αλβανούς ,εμάς που ήμασταν το προπύργιο
    της Ελευθερίας και το φωτεινό παράδειγμα ανά τους αιώνες .
    Αυτά προς αποκατάστασή για χάρη αληθείας

    Μετά τιμής

    Ζορμπάς Λευτέρης
    Γόνος Σουλιωτών.

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*