Λόγιος Ερμής τ.1, νέος Λόγιος Ερμής

Λόγιος Ερμής – εισαγωγικό σημείωμα πρώτου τεύχους

Νέος Λόγιος Ερμής, βήμα το πρώτον

Διαβάστε το εισαγωγικό σημείωμα στον «Νέο Ερμή τον Λόγιο»

Ο Νέος Λόγιος Ερμής, επιτέλους, κυκλοφορεί μετά από μια μακρά και κάποτε επίπονη επώαση σχεδόν τριών χρόνων.
Σήμερα, μπορούμε πια να παραδώσουμε το πρώτο τεύχος στην κρίση του αναγνωστικού κοινού. Και το μόνο που μπορούμε να υποσχεθούμε είναι ότι κάθε τεύχος, στη συνέχεια, θα είναι καλύτερο από το προηγούμενο! Αυτή την πεποίθηση την στηρίζουμε στην υψηλή ποιότητα του ανά χείρας πρώτου τεύχους και στο γεγονός ότι είναι σχεδόν έτοιμη η ύλη του επομένου!
Σε αυτό το πρώτο τεύχος, δημοσιεύεται ένα μέρος του αφιερώματος στην ελληνική Αναγέννηση, που προηγείται της ελληνικής επανάστασης του 1821, ενώ το δεύτερο μέρος θα δημοσιευτεί σε ένα από τα τεύχη που θα ακολουθήσουν. Καταλήξαμε σε μια τέτοια επιλογή διότι κρίναμε πως, σε αυτό το πρώτο τεύχος, θα έπρεπε να υπάρχει μία ποικιλία κειμένων και θεματικών, ενδεικτικών των προθέσεων και των κατευθύνσεών μας. Και όμως, μόνο εν μέρει κατορθώσαμε να τηρήσουμε και αυτή την πρόθεσή μας. Έτσι, δεν μπορέσαμε να συμπεριλάβουμε στο πρώτο τεύχος μας κείμενα για τη διεθνή οικονομική κρίση, όπως την εξαίρετη μελέτη του Τζοβάνι Αρίγκι, «Δύση και Ανατολή, κράτος, αγορές και καπιταλισμός», ή αναλύσεις του Ν. Μπινιάρη ή του Θ. Μπατρακούλη για τη γεωπολιτική πραγματικότητα της περιοχής μας.
Επίσης, δεν μπορέσαμε να ανταποκριθούμε στην αρχική πρόθεσή μας να δημοσιεύσουμε μια πλειάδα εισηγήσεων από το πρόσφατο Ε΄ Συνέδριο της «Εταιρείας Ευρωπαϊκών Σπουδών», στη Γρανάδα της Ισπανίας. Από αυτό το Συνέδριο, δημοσιεύουμε μόνον το εισαγωγικό κείμενο του Γ. Κοντογιώργη, ενώ, στο επόμενο τεύχος, θα δημοσιευτούν οι ανακοινώσεις του Γ. Γκλαβίνα, του Γ. Παναγόπουλου, του Γ. Καραμπελιά κ.ά. Ομοίως και πολλά άλλα κείμενα, όπως του Γ. Ταχόπουλου, του Δ. Ευαγγελίδη, του Β. Ξυράφα, του Σπ. Κουτρούλη, υπέστησαν την αδυσώπητη κριτική της… θεματικής εξισορρόπησης και του πεπερασμένου αριθμού των σελίδων του περιοδικού.

Εργαλειακός διαφωτισμός, δυτικός ορθολογισμός, μεταμοντερνισμός
Δοθέντων λοιπόν αυτών, το τεύχος του νέου Λόγιου Ερμή ανοίγει με εισαγωγικό κείμενο της Εταιρείας Μελέτης Ελληνικού Πολιτισμού, που εξέδωσε το περιοδικό, όπου δηλώνονται οι ιδεολογικές κατευθύνσεις της και ο χαρακτήρας του περιοδικού.
Επειδή αποτελεί πλέον κοινή διαπίστωση πως ο παλιός διαφωτισμός εξαντλήθηκε, μετεξελίχθηκε σε εργαλειακό διαφωτισμό, σε μηχανισμό επιστημονικού τεχνοκρατικού σκοταδισμού, κοινωνικού ολοκληρωτισμού και ιδεολογικής χειραγώγησης, το περιοδικό μας δεν μπορεί παρά να στοχεύει σε έναν κυριολεκτικά νέο «διαφωτισμό», μία σύνθεση ορθολογισμού και ρομαντισμού, η οποία θα επιδιώκει παράλληλα την αναγκαία πνευματική αναγέννηση του ελληνισμού. Μια πνευματική αναγέννηση που ούτε θα εδράζεται την «μετακένωση» του –ούτως ή άλλως εξαντληθέντος πλέον– δυτικού «παραδείγματος» στην καθ’ ημάς πραγματικότητα, ούτε θα προσφεύγει απλώς στην αστείρευτη ελληνική παράδοση, από την αρχαιότητα και το Βυζάντιο έως την τουρκοκρατία και τη γενιά του ’30, αλλά θα επιχειρεί τον «εκσυγχρονισμό» αυτής της παράδοσης στη σημερινή πραγματικότητα.
Ο Μιχάλης Μερακλής, ιδρυτικό μέλος της Εταιρείας μας, σε ένα κείμενο υπό τον τίτλο «ανθρωπιστικές σπουδές: το πως και το γιατί», αφού υποβάλει σε κριτική την εξιδανίκευση των αρχαίων που πραγματοποίησε η δυτική Αναγέννηση και ο γερμανικός κλασικισμός, καταλήγει σε μια ισορροπημένη και ταυτόχρονα πρωτότυπη θέαση του αρχαίου κόσμου:
Λοιπόν; Υπήρξε μια φενάκη το αρχαίο μεγαλείο; Δεν είναι φενάκη. Απεναντίας, ο αρχαιοελληνικός κόσμος διδάσκει το πιο δύσκολο μάθημα μεγαλείου. Αυτό που κατορθώνεται μέσα από έναν αγώνα με τις δυνάμεις που ταπεινώνουν, χαμηλώνουν, ευτελίζουν τον άνθρωπο, δυνάμεις που έχουν βαθιές ρίζες μέσα του. Ο αρχαιοελληνικός κόσμος είναι μεγάλος γιατί κατάκτησε –κυριολεκτικά– το μεγαλείο του έχοντας και πλήρη συνείδηση των αδυναμιών του.[ ] Ο αρχαίος κόσμος είναι ένας δυναμικά συνθεμένος από αντιθέσεις κόσμος.[ ] Το μεγαλείο του δεν είναι ήρεμο, όπως το έβλεπε ο Winckelmann, είναι δραματικό: γι’ αυτό ακριβώς μεσουράνησε εκεί, τότε, το δράμα.
Ο Σπύρος Βρυώνης, επίσης ιδρυτικό μέλος της Εταιρείας, σε ένα βαρυσήμαντο κείμενο –«κοινωνικές επιστήμες, έθνος και εθνικισμός»–, αποκαλύπτει τον επαρχιωτικό μιμητισμό της μεταμοντέρνας αντίληψης και των αποδομητικών αντιλήψεων που θάλλουν σε πολλά επιστημονικά και ακαδημαϊκά κέντρα της χώρας μας. Σε μια κριτική αποτίμηση της σχετικής συζήτησης για το έθνος και τον εθνικισμό, επί τη βάσει των απόψεων των Γκέλνερ, Άντερσον, Χομπσμπάουμ και Άντονι Σμιθ, καταδεικνύει πως η αποδομητική αντίληψη για το έθνος και η ταύτισή του με το έθνος-κράτος και τη βιομηχανική επανάσταση, ως «μία φαντασιακή κοινότητα», είναι πλέον εντελώς ξεπερασμένη επιστημονικά, μια και, μετά την καταλυτική κριτική του Άντονι Σμιθ και της σχολής των «εθνοσυμβολιστών», πλέον, θεωρείται δεδομένο, στην πλειοψηφία των κοινωνικών επιστημόνων, πως το σύγχρονο έθνος-κράτος:
προέρχεται από τα «έθνη», δηλαδή από τη συλλογική μορφή της κοινότητας στις προ-νεωτερικές κοινωνίες, στις οποίες οι παραδόσεις ήσαν ακόμα ισχυρές, και διατηρείτο η συνοχή τους ως μιας συνειδητής κοινωνικής οντότητας, η οποία, κατά την διαδικασία του εκσυγχρονισμού της, προσέδωσε στο έθνος και τον εθνικισμό μεγάλο μέρος του πολιτισμού και ειδικότερα του «συναισθήματος» και των «αισθημάτων» της αρχαιότητας.
Τόσο ξεπερασμένη είναι πλέον η θεωρία της «φαντασιακής κοινότητας», ώστε ο ίδιος ο Μπένεντικτ Άντερσον, ο οποίος τη διετύπωσε στο ομώνυμο βιβλίο του, στη δεύτερη έκδοση του έργου του, έντεκα χρόνια αργότερα, το 1991, παραδέχεται πως «η προσαρμογή των Φαντασιακών Κοινοτήτων στις απαιτήσεις αυτών των τεράστιων αλλαγών που έχουν συμβεί στον κόσμο και στα κείμενα είναι ένα έργο που υπερβαίνει τις σημερινές δυνατότητές μου», και παρηγορείται μόνο από το γεγονός ότι «η ιδιότυπη μέθοδος και οι προβληματισμοί των Φαντασιακών Κοινοτήτων… δεν έχουν ολοκληρωτικά ξεπεραστεί.». Ίσως μόνο στην Ελλάδα θα συναντήσουμε πλέον οπαδούς του Γκέλνερ και του Άντερσον… της πρώτης περιόδου! Επιβεβαιώνεται έτσι η άποψη πως πολλοί από τους «μοντερνιστές» μας είναι στην πραγματικότητα καθυστερημένοι επαρχιώτες, που εξακολουθούν να αναμασούν τα πανεπιστημιακά βιβλία των νεανικών τους χρόνων, στα ιδρύματα της Εσπερίας, ή, ακόμα χειρότερο, να θεωρούν τις καθυστερημένες μεταφράσεις των αντίστοιχων έργων στα ελληνικά ως το must της νεωτερικότητας και του νεωτερισμού. (Τωόντι, ο Γκέλνερ [Έθνη και εθνικισμός] θα κυκλοφορήσει στην Ελλάδα το 1992 και ο Άντερσον το 1997, δηλαδή εικοσιπέντε χρόνια τουλάχιστον μετά την έκδοσή τους στα αγγλικά, όταν πλέον είχαν ήδη ξεπεραστεί στις χώρες τους!).
Ο Δημήτρης Μαυρίδης, στο εξαιρετικό και πυκνό κείμενο του, «Η ανέγερση της Αγια-Σοφιάς και η συνέχεια του ελληνισμού», επιχειρεί να καταδείξει πως:
Ο αρχιτεκτονικός σχεδιασμός της Αγίας Σοφίας μας συνδέει [ ] με τον αρχαίο κόσμο και τις κλασσικές αντιλήψεις. Αυτό είναι εμφανές στην αίσθηση του μέτρου που αποπνέει όλο το οικοδόμημα και στην ανθρωποκεντρική αντίληψη που χαρακτηρίζει τον σχεδιασμό του. [ ] Πρόκειται για κορυφαία δημιουργία που αναδύεται αιφνιδίως. [ ] Δεν υπάρχουν αρχιτεκτονικά μνημεία που θα αποτελούσαν προϋποθέσεις για την εξελικτική προετοιμασία και πορεία προς την Αγία Σοφία.
Ο Ερατοσθένης Καψωμένος, ιδρυτικό μέλος της Εταιρείας, στη μελέτη «Η νεοελληνική κουλτούρα και το Μεσογειακό πολιτισμικό πρότυπο», επιχειρεί να διατυπώσει μια θεωρία του μεσογειακού χώρου και πολιτισμού με αφετηρία την έρευνά του για την ελληνική πολιτισμική παράδοση. Αναρωτιέται: «Μπορούμε να μιλούμε για ένα Μεσογειακό πολιτισμικό πρότυπο, που συνδέει με μια στενότερη συγγένεια τους λαούς της Νότιας Ευρώπης ή της Μεσογειακής λεκάνης γενικότερα; Και αν ναι, ποια είναι τα ιδιαίτερα γνωρίσματά του, που το διακρίνουν από το κυρίαρχο διεθνώς Δυτικό μοντέλο;» Η ελληνική πολιτισμική παράδοση υπερβαίνει το δυϊστικό πρότυπο προς την κατεύθυνση ενός ενιστικού μοντέλου. Η έρευνά του αναπτύσσεται στις ακόλουθες φάσεις:
Η πρώτη καλύπτει τη δεκαετία του 1980 και επικεντρώνεται στη διερεύνηση των σχέσεων φύση vs πολιτισμός και άτομο vs κοινωνία ως τυπολογικών κριτηρίων για τη διάκριση των πολιτισμικών συστημάτων σε ευρύτερες πολιτισμικές ενότητες. [ ] Η δεύτερη φάση αντιστοιχεί περίπου στη δεκαετία του 1990, και συμπληρώνεται με μια σειρά νέα κριτήρια: κάλλος vs αγαθό, μυστικισμός vs ορθολογισμός, νόμιμο vs δίκαιο, αρχή της συνύπαρξης των αντιθέτων.[ ] Η τρίτη φάση αντιστοιχεί στη δεκαετία του 2000, όπου ανιχνεύονται, κατ’ αντιδιαστολή, τα τυπολογικά γνωρίσματα του αντίπαλου πολιτισμικού προτύπου, που είναι η κουλτούρα της παγκοσμιοποίησης και τα συμπτώματά της.

Η ελληνική Αναγέννηση
Ακολουθεί το αφιέρωμα στην ελληνική Αναγέννηση –ή μάλλον στην πρώτη φάση της (1700-1821)– το οποίο περιλαμβάνει έξι κείμενα. Στο πρώτο από αυτά, «Η ελληνική Αναγέννηση» του Γιώργου Καραμπελιά, εισάγεται μια νέα αντίληψη για την περίοδο που αποκλήθηκε ελληνικός διαφωτισμός και την οποία πολλοί δόκιμοι συγγραφείς –Ψημμένος, Μερακλής, Καρράς, Καραμπερόπουλος κ.ά.– ονοματοδοτούν ως Αναγέννηση. Διαβάζουμε:
Όντως, η Ελλάδα γνωρίζει μια Αναγέννηση, κατά την περίοδο 1700-1922, η οποία αποτελεί εν μέρει συνέχεια της ανακοπείσας υστεροβυζαντινής και εν μέρει, και κατ’ εξοχήν, ένα καινοφανές ιστορικό δημιούργημα, και η οποία μπορεί να διακριθεί σε δύο μέρη: το πρώτο, που χαρακτηρίζουμε ως «παλιγγενεσία και φωτισμό», διαρκεί έως το 1821 και έχει ως κύρια πλευρά την υλική και πνευματική ανασυγκρότηση των προϋποθέσεων της αυτόνομης ανάδειξης του ελληνισμού στις νέες ιστορικές συνθήκες και το δεύτερο, εκείνο της «Μεγάλης Ιδέας», από το 1821 έως το 1922, αποτελεί την επαναστατική-εθνικοαπελευθερωτική περίοδο, η οποία στοχεύει στην πολιτειακή ανασυγκρότηση του «ιστορικού χώρου» του υστεροβυζαντινού ελληνισμού ως αναγκαίας προϋπόθεσης για την ολοκλήρωση της ελληνικής Αναγέννησης.
Εν συνεχεία, ο συγγραφέας προβαίνει σε μια κριτική αποτίμηση των απόψεων που έχουν διατυπωθεί για τον χαρακτήρα της περιόδου του διαφωτισμού, από εκείνη, όπως του Κ.Θ. Δημαρά, που την αντιλαμβάνεται ως ένα κατ’ εξοχήν γηγενές φαινόμενο, μέχρι εκείνες τις ακραία δυτικόστροφες αντιλήψεις, που τον αντιλαμβάνονται αποκλειστικά ως εισαγόμενο και τον αποσυνδέουν εν τέλει από το συνολικό κίνημα της ελληνικής παλιγγενεσίας. Σύμφωνα με αυτή την αντίληψη, που κυριάρχησε στους ακαδημαϊκούς κύκλους στη μεταπολιτευτική περίοδο, οι λοιπές διαδικασίες που διαμορφώνουν το σύνολο φαινόμενο της παλιγγενεσίας, όπως τα επαναστατικά κινήματα των υποδούλων ‒ακόμα και η ίδια η επανάσταση του 1821‒, αποσυνδέονται και υποτιμούνται έναντι των εκπαιδευτικών/μορφωτικών διαδικασιών, που επί πλέον νοούνται ως αποκλειστικά εισαγόμενες.
Κατά τον συγγραφέα, ο φωτισμός του γένους έχει ως βασικό στόχο την απελευθέρωση, η οποία «θα επιχειρήσει να συν­δυάσει τον σταυ­ρό της ορ­θο­δο­ξί­ας, την κοι­νο­τι­κή πα­ρά­δο­ση του ελ­λη­νι­σμού και την α­νά-μνη­ση του αρ­χαί­ου ελ­λη­νι­σμού, με τα κη­ρύγ­μα­τα της γαλ­λι­κής ε­πα­νά­στα­σης σε μια πρω­τό­τυ­πη σύν­θε­ση».
Ο ιστορικός Απόστολος Διαμαντής ‒ιδρυτικό μέλος της Εταιρείας‒, συνεχίζοντας κατά κάποιον τρόπο τον προβληματισμό του Σπύρου Βρυώνη, τον εξειδικεύει στην περίπτωση της Ελλάδας. Πράγματι, ο Διαμαντής αμφισβητεί το κυρίαρχο σχήμα των μεταμοντέρνων και αποδομητών ιστορικών στην Ελλάδα, σύμφωνα με το οποίο οι ανάγκες της εμπορικής αστικής τάξης αποτέλεσαν το υπόβαθρο για τη διαμόρφωση του εθνικού κινήματος στην Ελλάδα.
Γνωρίζουμε σήμερα, πως, στην οθωμανική κοινωνία, οι Έλληνες έμποροι ήταν παράγοντες σταθερότητας περισσότερο παρά ανατροπής. Την ένταξή τους στην επαναστατική προοπτική δεν την υπαγόρευσε το επαγγελματικό συμφέρον ‒ αντίθετα αυτό υπεδείκνυε πολιτική σταθερότητα. Οι εμπορικές νοοτροπίες, λοιπόν, δεν οδηγούσαν αυτονόητα στην ιδέα της «σωτηρίας του γένους μας» ‒ άλλες νοοτροπίες, μονιμότερες, έπρεπε να συνδράμουν. Και σήμερα, που αναβιώνει παραδόξως η συζήτηση για τη γέννηση των ευρωπαϊκών εθνών, αυτή η συνδρομή ξανάρχεται στο επίκεντρο των ιστοριογραφικών αναζητήσεων.
Και πράγματι, εξ όσων γνωρίζουμε, οι Έλληνες έμποροι της διασποράς δεν συμμετείχαν στο εθνικό κίνημα και τη Φιλική Εταιρεία επί τη βάσει των οικονομικών συμφερόντων τους, αλλά –αντίστροφα– παρά και ενάντια στα άμεσα υλικά τους συμφέροντα. Συνεπώς, το στοιχείο που τους κινητοποιεί είναι μάλλον η αίσθηση του ανήκειν σε ένα σύνολο – το οποίο, η γλώσσα, η θρησκεία, γενικότερα η πολιτισμική παράδοση, ορίζουν ως αυτό που αποκαλούμε έθνος.
Ο Δημήτρης Καραμπερόπουλος ‒επίσης ιδρυτικό μέλος της Εταιρείας μας‒ πρόεδρος της «Επιστημονικής Εταιρείας Μελέτης Φερών-Βελεστίνου-Ρήγα» και ερευνητής της ελληνικής Αναγέννησης ‒κατ’ εξοχήν του Ρήγα Βελεστινλή και της ιστορίας της ιατρικής και των επιστημών‒ μελετά το γνωστικό επίπεδο των ιατρικών γνώσεων, τόσο από τις μεταφράσεις, όσο και από τα πρωτότυπα, εν πολλοίς άγνωστα, έργα των Ελλήνων ιατρών:
Συμπερασματικά, μπορεί να λεχθεί ότι υψηλό είναι το επίπεδο των ιατρικών γνώσεων, που περιέχονται στα ιατρικά βιβλία, στα διάφορα άλλα βιβλία και στο περιοδικό Ερμής ο Λόγιος. Οι συγγραφείς τους διαδραματίζουν ένα διαφωτιστικό ρόλο στην όλη αναγεννητική προσπάθεια της εποχής, συμβάλλοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο στη μόρφωση των κατοίκων του ελληνικού χώρου σε θέματα υγείας και, παράλληλα, στην προσπάθειά τους να αποδώσουν στα ελληνικά τα καινούργια ιατρικά δεδομένα, δημιουργούν τη βάση της ελληνικής ιατρικής ορολογίας.
Ο Στέφανος Μπεκατώρος, μια πολυσχιδής προσωπικότητα, δοκιμιογράφος, ποιητής και εραστής των βιβλιοθηκών –ως «βιβλιοθηκάριος»– εκτός των άλλων, συγγραφέας μιας σπουδαίας μελέτης για τον Ίωνα Δραγούμη [Ίων Δραγούμης, Το Ανθολόγιο του Νουμά, Εναλλακτικές Εκδόσεις], έφυγε πρόωρα από κοντά μας, στις 29 Ιουνίου 2006. Λίγο πριν τον αδόκητο θάνατό του, είχε παραδώσει προς δημοσίευση στον Γιώργο Καραμπελιά μια πρώτη μορφή της μελέτης του – «Ιωάννης Πρίγκος εραστής των βιβλίων»– γραμμένη το 1991. Δυστυχώς, αυτό δεν κατέστη δυνατό όσο ήταν εν ζωή και, σήμερα, δημοσιεύεται, σε επιμέλεια του Γ. Καραμπελιά, αποτίοντας έτσι και έναν οφειλόμενο φόρο τιμής σε έναν φίλο και σημαντικό ιστοριοδίφη και συγγραφέα. Ο Ιωάννης Πρίγκος, ο έμπορος του Άμστερνταμ ‒την ίδια εποχή που βρισκόταν εκεί και ο Αδαμάντιος Κοραής‒, υπήρξε ο δημιουργός της βιβλιοθήκης, ουσιαστικά και του σχολείου, της Ζαγοράς όπου φοίτησε ο Ρήγας Φεραίος.
Στα 1762, λοιπόν, ο Ιωάννης Πρίγκος, ο πρώτος ίσως συνειδητός βιβλιοθηκάριος του Νέου Ελληνισμού, οραματιζόταν μια σχολική βιβλιοθήκη προσαρτημένη στην υπηρεσία ενός ανώτερου σχολείου, του Ελληνομουσείου, που θα οικοδομούσε στα 1777. Μια βιβλιοθήκη που θα ήταν ταυτόχρονα και λαϊκή, στη διάθεση δηλαδή όλων των μελών της κοινότητας: «Όποιος θέλει και οπόταν θέλει […] όλα διά όλους», γράφει ο ίδιος. Ιδού η βασική αρχή μιας λαϊκής βιβλιοθήκης με ελεύθερη πρόσβαση για τον καθένα.
Ο Πρίγκος, ωστόσο, δεν ήταν μόνο ο δημιουργός της βιβλιοθήκης αλλά και ο αυτοδίδακτος συγγραφέας της περιόδου του φωτισμού, με ασίγαστη αγάπη για τον ελληνισμό, που αγάπησε τόσο πολύ τα γράμματα, που ο ίδιος δεν είχε διδαχτεί, τα οποία θεωρούσε ως αποφασιστικό όπλο για την απελευθέρωση του γένους. Και αν ίσως πολλοί αναγνώστες τον αγνοούν, πολλοί περισσότεροι γνωρίζουν μια φράση του, που έχει θέσει ο Κ.Θ. Δημαράς ως προμετωπίδα στην Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας του: «Ασήκωσε Θεέ μου, έναν άλλον Αλέξανδρον» (1768).
Ο Αλεξανδρος Παπαδερός είναι γνωστός, κυρίως, για το τεράστιο έργο του στην Ορθόδοξο Ακαδημία Κρήτης, της οποίας ήταν συνιδρυτής και Γενικός Διευθυντής από το 1962 έως το 2008. Για όσους είχαν πρόσβαση στη γερμανική βιβλιογραφία, ήταν επίσης γνωστός για το σημαντικό βιβλίο του Μετακένωσις, που είχε εκδώσει το 1962 όπου πραγματευόταν το περιβόητο σχήμα του Κοραή για τη «μετακένωση» του φωτισμού και του Διαφωτισμού από την Ευρώπη στην Ελλάδα, μέσα από την αντιστικτική μελέτη του Αδαμαντίου Κοραή και του Κωνσταντίνου Οικονόμου εξ Οικονόμων. Η πρόσβαση σε αυτό το σημαντικό κείμενο θα είχε συμβάλει ίσως στη διαύγαση του βαθύτερου κοραϊκού και παρεμπιπτόντως νεοελληνικού αδιεξόδου. Πράγματι, παρότι ο όψιμος Κοραής δεν τρέφει πλέον τον νεανικό ενθουσιασμό του για τη Δύση και επιχειρεί να ακολουθήσει μια «μέση οδό», ανάλογη με εκείνη που κηρύττει και στο γλωσσικό ζήτημα, οι περισσότεροι μαθητές του θα προσχωρήσουν σε μια ακραία δυτικότροπη εκδοχή της μετακενώσεως, όπως επίσης και σε μια καθαρολογική εκδοχή του γλωσσικού κοραϊσμού. Διότι, επισημαίνει ο Παπαδερός, εάν έχεις ως αφετηρία το δυτικό υπόδειγμα, που επιθυμείς να «μετακενώσεις» σε έναν άλλο πολιτισμό, και όχι την οργανική ανάπτυξη του εγχώριου παραδείγματος που, στην πορεία του, εισάγει και ενσωματώνει τα εξωγενή στοιχεία, τότε οδηγείσαι αναπόφευκτα στο αδιέξοδο του μιμητισμού. Και όπως γνωρίζουμε, αυτός ο μιμητισμός είχε καταστρεπτικές συνέπειες για τον νεώτερο ελληνισμό. Χωρίς να μας μεταβάλει σε «Δύση» ‒παραμείναμε πάντοτε μια παρασιτική της απόφυση‒ μας απέκοψε και από τη δυνατότητα της οργανικής μετεξέλιξης της παράδοσής μας σε μια σύγχρονη πρόταση πολιτισμού. Μια τέτοια εξέλιξη οδηγούσε στη «σκλήρυνση» και της άλλης πλευράς, των ελληνοκεντρικών ορθοδόξων, και στην άκριτη απόρριψη κάθε δυτικού στοιχείου, παρά της προσπάθειες του Κωνσταντίνου Οικονόμου για την ενσωμάτωση στοιχείων της δυτικής επιστήμης στο corpus του ελληνικού πολιτισμικού παραδείγματος. Διαβάζουμε στο κείμενο του Παπαδερού:
Ἡ πολιτισμικὴ ἀνταλλαγὴ ἀνάμεσα στὸν ἑλληνορθόδοξο καὶ τὸν δυτικοευρωπαϊκὸ κόσμο, ἐντατικοποιήθηκε ὡς μονομερὲς πολιτιστικὸ ἄνοιγμα τοῦ Ἑλληνισμοῦ πρὸς τὴ Δύση. [ ] Ὡστόσο, ἡ μακραίωνη δυσπιστία ἀπέναντι στὴ Δύση ἐκδηλώθηκε καὶ πάλι ὡς ἕνα δύσκολα ὑπερβάσιμο ἐμπόδιο. Προκειμένου νὰ ξεπεραστεῖ αὐτό τὸ ἐμπόδιο, καταδείκνυε ὁ Κοραῆς ὅτι ἡ πολιτιστικὴ ἄνοδος τῆς Δύσης δὲν ἦταν τίποτε ἄλλο παρὰ ἡ ἀνάπτυξη τῆς μιᾶς κοινῆς κληρονομιᾶς, ἡ ὁποία ἄναβε τὰ «φῶτα τῆς Εὐρώπης» μὲ σκοπὸ νὰ φωτισθεῖ ὁ κόσμος ὅλος.[ ]
Τὸ ὅτι ὁ Κοραῆς, ἰδιαίτερα στὰ ὕστερα χρόνια τῆς ζωῆς του, ἤθελε νὰ θέσει σταθερὰ ὅρια στὴν Μετακένωσιν, δὲν ἐξηγεῖται ἀπὸ μιὰ βαθύτερη κατανόηση τῆς πληθυντικότητας τῶν πολιτισμῶν, ἡ ὁποία θὰ τοῦ εἶχε ἐπιτρέψει νὰ ἀναγνωρίσει στὴν ἑλληνορθόδοξη Ἀνατολὴ καὶ στὴ Δύση δύο αὐτόνομες πολιτισμικὲς ἑνότητες, ποὺ ἐμπεριέχουν στὴν κλειστότητά τους τὴν οὐσία τους καὶ τὸ νόημά τους. [ ]
Τὰ ἔργα του καὶ ἰδιαιτέρως οἱ ἐπιστολές του, οἱ ὁποῖες διαδίδονταν ἀνάμεσα στοὺς Ἕλληνες χέρι μὲ χέρι, περιεῖχαν συχνὰ ὀξύτατη κριτικὴ στὴν «Εὐρώπη». Ὁ σκεπτικισμὸς αὐτὸς ἐνδυναμωνόταν, καθὼς ὁ Κοραῆς –μὲ καθυστέρηση βέβαια‒ εἶχε προσέξει μιὰ ἐξέλιξη: τὸ ὅτι δηλαδὴ ὑπὸ τὸν ἐνθουσιασμὸ γιὰ τὴν Μετακένωσιν, τὸν ὁποῖον εἶχε καὶ ὁ ἴδιος ἐμπνεύσει ‒ οἱ Ἕλληνες ἄρχιζαν σύντομα νὰ μιμοῦνται τυφλὰ τὸ «Εὐρωπαϊκὸ» χωρὶς διάκριση.[ ] Ἄν μάλιστα ἐπιχειρήσει κάποιος ‒ὅπως ἔκαναν ἀκόμη περισσότερο ἀπὸ τὸν Κοραῆ οἱ Ἕλληνες «Δυτικόφρονες»‒ νὰ πείσει ἕναν λαὸ ὄχι μόνο γιὰ τὴν ἀνωτερότητα ἑνὸς ξένου, ἀλλὰ ταυτόχρονα καὶ γιὰ τὴν ἀνεπάρκεια τοῦ δικοῦ του πολιτισμοῦ, δὲν μπορεῖ πιὰ νὰ περιμένει ἀπὸ αὐτὸ τὸν λαὸ νὰ ἐνεργεῖ ἐκλεκτικὰ, ἐνῶ κυριαρχεῖται ἀπὸ ὁρμητικὸ μιμητισμό.
Ὁ Οἰκονόμος εἶχε περισσότερη ἐμπιστοσύνη στὶς ἴδιες δυνάμεις τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ ἀπὸ ὅση ὁ Κοραῆς. Διαχώριζε τὴ θέση του ἀπὸ τὴ στενότητα τῶν συντηρητικῶν, ἀρνούμενος τὸν ἀπόλυτο ἀποκλεισμὸ ἀπὸ τὴ Δύση, τὸν ὁποῖο διακήρυσσαν ἐκεῖνοι· ὑποστήριζε μιὰ ὁρισμένη γονιμοποίηση ἀπὸ τὶς δυτικοευρωπαϊκὲς «ἐπιστῆμες», ἡ ὁποία ὅμως δὲν ἠθελε μὲ κανένα τρόπο νὰ διεξαχθεῖ μὲ τὴν ἔννοια τῶν Ἑλλήνων «Δυτικοφρόνων». Σὲ ἀντίθεση μὲ αὐτοὺς καὶ σὲ κάποιο βαθμὸ καὶ μὲ τὸν ἴδιο τὸν Κοραῆ, ὁ Οἰκονόμος δὲν θεωροῦσε πὼς ὁ «νεοελληνικὸς πολιτισμός» ἦταν κάτι ἐντελῶς νέο, [ ] τὸν ἐκλάμβανε πολὺ περισσότερο ὡς ἀδιάκοπη συνέχιση ἢ τουλάχιστον ὡς μετεξέλιξη τοῦ βυζαντινοῦ πολιτισμοῦ, στὸν ὁποῖο πάλι ἔβλεπε νὰ συνεχίζει νὰ ζεῖ ὁ ἐκχριστιανισμὲνος Ἑλληνισμός.[ ]
Στὴν ἐποχὴ ἐκείνη τῶν ριζικῶν ἀλλαγῶν ἦταν βέβαια φυσικὸ, ἡ σφραγισμένη ἀπὸ τὸν ὀρθολογισμὸ φιλοσοφικὴ κριτικὴ τῆς θρησκείας καὶ μάλιστα τῆς Ἐκκλησίας ἀπὸ τὸν Κοραῆ νὰ προκαλοῦσε τὴ σκληρὴ ἀντίδραση τῶν συντηρητικῶν. [ ] Ὅσο περισσότερο προσέγγιζαν οἱ δυτικόφρονες τὴ «φωτισμένη Εὐρώπη»[ ], τόσο πιὸ πεισματικὰ μάχονταν οἱ συντηρητικοὶ κάθε ἰδέα γιὰ Μετακένωσιν, τόσο πιὸ ἰσχυρὴ γινόταν ἡ συνυφὴ ἐθνικῆς συνείδησης καὶ Ὀρθοδοξίας.
Μέχρι τὸ τέλος τῆς ζωῆς του ὁ Οἰκονόμος προσπαθοῦσε νὰ προστατεύσει τὴν Ἑλλάδα ἀπὸ τὴν ἐπίδραση τῆς Δύσης. Μάταια ὡστόσο! Γιατί, ὅπως εἶχε προαισθανθεῖ σωστὰ ὁ Κοραῆς, ἡ Μετακένωσις εἰσήγαγε μιὰ διαδικασία, ἡ ὁποία κινοῦσε ἀναπότρεπτα σύνολο τὸν νέο Ἑλληνισμὸ πρὸς μιὰ κατεύθυνση, ποὺ ἄνοιγε μὲ τὴ σειρά της τόσο στὴν Ἀνατολὴ, ὅσο καὶ στὴ Δύση ἐντελῶς νέες προοπτικές: Ἡ Μετακένωσις μετάγγιζε προπαντὸς τὸ πνεῦμα τῆς νεωτερικότητας! Δὲν μποροῦσε βέβαια νὰ ἀποτελέσει ἔργο αὐτῆς τῆς μελέτης ἡ ἔρευνα τοῦ κατὰ πόσον αὐτὸ τὸ πνεῦμα ὁδηγοῦσε «Εὐρώπη» καὶ Ἑλλάδα στὴν ἐκ νέου ἀνακάλυψη τῆς ἐσωτερικῆς τους ἑνότητας ἢ ὰν ἔθετε ἁπλῶς σὲ κίνηση μιὰ νέα κατακτητικὴ σταυροφορία ‒αὐτὴ τὴ φορὰ μιὰ σταυροφορία χωρὶς Σταυρὸ ἢ κατὰ τοῦ Σταυροῦ!
Και όμως, αυτό το τόσο σημαντικό βιβλίο εκδίδεται στην Ελλάδα σχεδόν πενήντα χρόνια μετά τη συγγραφή του και σαράντα μετά την έκδοσή του στα γερμανικά. Επί τέλους, όμως, εκδόθηκε ‒ κάλιο αργά παρά ποτέ‒ και, αντί οποιασδήποτε παρουσίασης του, ο Νέος Λόγιος Ερμής δημοσιεύει εκτενή αποσπάσματά του.
«Ανάθεμά σε βασιλιά και τρισανάθεμά σε / Με το κακό ν’ οπόκαμες και το κακό που κάνεις / Στέλνεις, δένεις τους γέροντες, τους πρώτους, τους παπάδες, / Να μάσης παιδομάζωμα, να κάμης γενιτσάρους»! Ο ιστορικός Τάσος Χατζηαναστασίου –επίσης ιδρυτικό μέλος της Εταιρείας και μέλος της Συντακτικής Επιτροπής του ΝΛΕ–  δίνει με το κείμενό του, «Κοινοί τόποι στη βαλκανική λογοτεχνία της Τουρκοκρατίας», μια απάντηση μέσω της λογοτεχνικής παράδοσης των βαλκανικών λαών στα μυθεύματα περί των «θετικών διαστάσεων» της τουρκικής κατάκτησης καθώς και στη λογική της «κατασκευής» των εθνικών ταυτοτήτων.
Βλέπουμε, λοιπόν, ότι, στη λογοτεχνική και μάλιστα στη δημοτική παράδοση των βαλκανικών λαών, υπάρχουν κοινοί τόποι που έχουν να κάνουν τόσο με την εμπειρία της τουρκικής κατάκτησης όσο και με τις ελπίδες για απελευθέρωση. Η αρνητική επομένως αντιμετώπιση της Τουρκοκρατίας δεν γεννιέται ξαφνικά, στο πλαίσιο των βαλκανικών εθνικισμών του 19ου αι., όταν οι βαλκανικοί λαοί διεκδικούν την εθνική τους χειραφέτηση. Αντίθετα, αποτελεί κοινό στοιχείο με ρίζες τόσο παλιές όσο και η ίδια η τουρκική κατάκτηση. [ ] Στο επίπεδο της λαϊκής συνείδησης, η Τουρκοκρατία έχει καταγραφεί ως μια απολύτως αρνητική εμπειρία όσο κι αν πολλοί σύγχρονοι ερευνητές προσπαθούν αναδρομικά να… πείσουν τους βαλκανικούς λαούς ότι τα «οθωμανικά Βαλκάνια» είχαν πολλές θετικές πλευρές και ότι, πάντως, δεν επρόκειτο για «ζυγό», όπως τα διασώζει η λαϊκή παράδοση. Η δε αντιστασιακή ιδεολογία είναι επίσης βαθιά ριζωμένη στους βαλκανικούς λαούς κι αποτελεί άλλο ένα κοινό στοιχείο της εθνικής συλλογικής συνείδησης.

Το έθνος-κοσμοσύστημα, η ουτοπία, η ελληνική γλώσσα
Ο Γιώργος Κοντογιώργης, με τη μελέτη του «Η γνωσιολογία των συλλογικών ταυτοτήτων, οι νεώτερες προσεγγίσεις και η ελληνική ταυτότητα», πραγματοποιεί ένα σημαντικό βήμα στην ανάλυσή του για το ελληνικό έθνος ως έθνος-κοσμοσύστημα, αποκαθιστώντας τη συνέχεια του ελληνισμού από την αρχαιότητα έως τις μέρες μας, καταδεικνύοντας πως, τόσο το Βυζάντιο όσο και η «ελληνική εκδοχή του χριστιανισμού» ‒η ορθοδοξία‒, έχουν ενσωματώσει στη λογική τους την ελληνική ανθρωποκεντρική παρακαταθήκη. Ο Κοντογιώργης αντιστρέφει τη συνήθη στους κρατοκεντριστές εξάρτηση του έθνους από το κράτος και καταδεικνύει, με αφετηρία το ελληνικό υπόδειγμα, πως, αντίθετα, το έθνος προηγείται και υπερβαίνει το κράτος!
Συμπεραίνεται λοιπόν ότι το έθνος ως πολιτισμική ταυτότητα αποτελεί συμφυές γνώρισμα κάθε ανθρωποκεντρικής κοινωνίας, η οποία συγκροτεί τη διακρίνουσα παράμετρο της συλλογικότητάς της (η έννοια της συνείδησης κοινωνίας). Στο πολιτικό πεδίο, το έθνος συμπυκνώνει το γινόμενο της ελευθερίας που ενσωματώνει. [ ] Έτσι, στην πρωτο-ανθρωποκεντρική φάση, το έθνος αποσπάται από τον φυσικό του φορέα, την κοινωνία, προκειμένου να υπηρετήσει τη νομιμοποίηση της κατεχόμενης από το κράτος πολιτείας. Στον αντίποδα, η ευθύνη του έθνους στην ανθρωποκεντρικά ολοκληρωμένη κοινωνία της δημοκρατίας, περιέρχεται στην αρμοδιότητά της τελευταίας, επειδή ακριβώς η καθολική ελευθερία επιβάλλει την ενσάρκωση της πολιτείας από αυτήν.
Η μελέτη αυτή του Γιώργου Κοντογιώργη αποτέλεσε, το εισηγητικό κείμενο του Ε΄ Συνεδρίου της Ευρωπαϊκής Εταιρείας Νεοελληνικών Σπουδών, στη Γρανάδα της Ισπανίας, τον Σεπτέμβριο του 2010, και υπήρξε αντικείμενο έντονων επικρίσεων, οι οποίες όμως κινήθηκαν σε επίπεδο «παρασυνεδριακό», χωρίς να εκφραστεί κάποια συστηματική απόπειρα αναίρεσης του περιεχομένου του.
Η Παναγιώτα Βάση –μέλος της Εταιρείας και της Συντακτικής Επιτροπής του περιοδικού– η οποία έχει ασχοληθεί συστηματικά με το έργο του μεγάλου Έλληνα στοχαστή Κώστα Παπαϊωάννου, καταπιάνεται εδώ με τη «θεώρηση της ουτοπίας στο έργο του Κ. Παπαϊωάννου». Ο Κ. Παπαϊωάννου, στον οποίο ο Οκτάβιο Παζ είδε τον ιδαλγό της συμφιλίωσης μεταξύ των κοσμικών δυνάμεων και του ανθρώπου, αναζητά ίσως την απόλυτη «ουτοπία», δηλαδή τη σύνθεση ισότητας και ελευθερίας, ρομαντικού πάθους και ορθού λόγου, απολλώνιας αταραξίας και διονυσιακής έξαρσης, σε μια συνέχεια της μαρξικής αναζήτησης. Ωστόσο, επειδή κουβαλά μαζί του την εμπειρία της μεγάλης διάψευσης του 20ού αιώνα, υποβάλλει σε ανελέητη κριτική τις ουτοπίες που, από το όραμα της απόλυτης ελευθερίας που διατυπώθηκε από τη μαρξική και αναρχική σκέψη του 19ου αι., το όνειρο της μεταβολής του ανθρώπου σε deus in terris, κατέληξαν στον ολοκληρωτισμό του 20ού αι. «Η μαρξιστική ουτοπία της γέννησης του “σοσιαλιστικού ανθρώπου” κατέληξε στον ολοκληρωτισμό και την προσωπολατρία· από ουτοπικό πρόταγμα μετατράπηκε σε τραγική “δυστοπία”», σημειώνει η συγγραφέας. Εν τέλει:
Όλες οι εκφράσεις του ολοκληρωτισμού στον 20ό αιώνα αποτελούν τραγικές απολήξεις του άκρατου ρασιοναλισμού. Ώστε, ο απόλυτος ορθολογισμός, διώκοντας κάθε διαφορετική τοποθέτηση ως «αντιεπιστημονική», έχτισε το οικοδόμημά του στη μη παραδοχή της ανθρώπινης αδυναμίας και κατακρήμνισε ο ίδιος τις βεβαιότητές του, επαναφέροντας με σφοδρότητα «τους Δαίμονες της Ύβρης και της Αδικίας από τα υπόγειά τους» στο ιστορικό προσκήνιο.
Γι’ αυτό και ο Κώστας Παπαϊωάννου θα επιχειρεί εν τέλει μια «ελληνική» θέαση της ουτοπίας, η οποία απορρίπτει τόσο τον άκρατο ρασιοναλισμό όσο και τον ανορθολογισμό, δηλαδή εμπεριέχει ταυτόχρονα την αναζήτηση του απόλυτου, αλλά και τη συνείδηση του τραγικού και ιδανικού χαρακτήρα μιας τέτοιας αναζήτησης.
Ο Χρίστος Δάλκος ‒μέλος της Εταιρείας μας και της Συντακτικής Επιτροπής του περιοδικού‒ στη μελέτη του, «Ἡ ἀνάγκη ὑπέρβασης τῆς νεωτερικῆς καί μετανεωτερικῆς ἀντίληψης γιά τήν γλῶσσα καί τήν διδασκαλία της», συγκρίνει αρχικώς τη νεωτερική και τη μετανεωτερική αντίληψη για τη γλώσσα και διαπιστώνει την ανωτερότητα της πρώτης έναντι της δεύτερης. Η πρώτη υπερασπίζεται τη διαχρονία, την ιστορικότητα, τον γραπτό και τον ορθό λόγο, την αιτιοκρατία, την ιστορική εξέλιξη των γλωσσών, χρησιμοποιεί τον επαγωγικό τρόπο σκέψης και επιμένει στη σημασία των κλασικών κειμένων. Η δεύτερη, που τείνει να κυριαρχήσει στις μέρες μας, υποστηρίζει την απόλυτη συγχρονία, την ανιστορικότητα, τον προφορικό και σχετικιστικό χρησιμοθηρικό λόγο, την ύπαρξη καθολικών ανιστορικών γλωσικών δομών, υιοθετεί την απαγωγική μέθοδο και επιμένει στα πεζολογικά χρηστικά κείμενα και στην εικόνα.
Ωστόσο, ο συγγραφέας, αν και καταδεικνύει την ανωτερότητα της νεωτερικής έναντι της μετανεωτερικής αντίληψης, δεν περιορίζεται εκεί αλλά προτείνει και επεξεργάζεται την ανάγκη υπέρβασης της ίδιας της γραμμικής και μηχανιστικής νεωτερικής αντίληψης, που θεωρεί ότι η γλώσσα υπόκειται «σέ σταθερούς, οἱονεί φυσικούς νόµους». Έτσι υποστηρίζει πως:
α) Ἡ νεωτερική ἀντίληψη περί ἀπόλυτων, «φυσικῶν» νόµων πού καθορίζουν τίς φωνητικές ἐξελίξεις, δέν καλύπτει τόν χῶρο τῶν τεράστιων σέ ἔκταση καί ποικιλία ἐνδογλωσσικῶν φωνητικῶν διαφοροποιήσεων, πού παρατηροῦνται τόσο στήν ἀρχαία, ὅσο καί στήν νέα ἑλληνική.
β) Συναφής πρός τίς ἀξιωµατικές παραδοχές τῆς νεωτερικῆς / νεογραµµατικῆς θεωρίας εἶναι καί ἡ ἄποψη πώς, στό ἐσωτερικό µιᾶς γλώσσας ἤ διαλέκτου ἤ ἀκόµα καί ἰδιώµατος, δέν µποροῦν νά συνυπάρχουν ἐντελῶς διαφοροποιηµένοι µεταξύ τους ἐναλλακτικοί τύποι τῆς ἴδιας λέξης ἤ ρίζας.
γ) Ἕνα ἐπί πλέον στοιχεῖο πού ἀναιρεῖ τήν βασική ἀρχή τῆς νεωτερικῆς / νεογραµµατικῆς θεώρησης εἶναι ἡ εὐρεῖα διάδοση τοῦ φαινοµένου τῶν µεταθέσεων καί ἀντιµεταθέσεων πού δέν µποροῦν νά ἑρµηνευθοῦν βάσει ἑνός σταθεροῦ, στοιχειωδῶς προσδιορίσιµου καί διατυπώσιµου νόµου.
Ο συγγραφέας, αφού εξετάζει και το ζήτημα μιας αρχέγονης συνάφειας της ελληνικής γλώσσας με τη σλαβική, άποψη την οποία είχε εισηγηθεί και ο Κωνσταντίνος Οικονόμος, καταλήγει πως «ἡ ἀναγωγή µας σ’ ἕνα λανθάνον, παλαιότατο γλωσσικό ὑπόστρωµα, καθώς καί ἡ πρακτική ἀναζήτησης στά ἴδια τά πράγµατα τοῦ «πρώτου κινοῦντος» τῆς γλωσσογένεσης, δίνει καί τό στίγµα τῆς οἱονεί «ἀνανεωτερικῆς» θεωρίας τήν ὁποία εἰσηγούµαστε».

Σωφρονισμός, νεο-οθωμανισμός…, εξιλέωση
Ο Νίκος Βαρβατάκος, ο οποίος εργάζεται ο ίδιος στον σωφρονιστικό τομέα, στη μελέτη του «Η καθιέρωση του θεσμού των οικογενειακών επισκέψεων στην ελληνική σωφρονιστική νομοθεσία και η σημασία του για την κοινωνική επανένταξη των κρατουμένων», προτείνει την καθιέρωση του θεσμού των Οικογενειακών Επισκέψεων, θεσμού που εφαρμόζεται στα σωφρονιστικά καταστήματα άλλων χωρών και στοχεύει, πρωτίστως, στην ενίσχυση των οικογενειακών και κοινωνικών δεσμών των κρατουμένων. Τα επιχειρήματα που χρησιμοποιούνται για την ανάγκη καθιέρωσης του θεσμού αυτού στηρίζονται τόσο στην ανάγκη ενδυνάμωσης των δεσμών των εγκλείστων με τον έξω κόσμο όσο και στην ανάγκη βελτίωσης των συνθηκών κράτησής τους. Η ενδυνάμωση των προαναφερθέντων δεσμών είναι κεφαλαιώδους σημασίας διότι συμβάλλει καθοριστικά στην ομαλή κοινωνική επανένταξη των κρατουμένων μετά την αποφυλάκισή τους. Επίσης, οι δεσμοί αυτοί είναι ιδιαιτέρως ευπαθείς κατά τη διάρκεια της κράτησης, ως αποτέλεσμα τόσο του εγκλεισμού καθεαυτού, όσο και των ατελειών της ελληνικής σωφρονιστικής νομοθεσίας και πρακτικής.
Το μέρος του περιοδικού που περιλαμβάνει βιβλιοπαρουσιάσεις και την κριτική αποτίμηση συγγραφέων και των έργων τους υπέστη μια ριζική συρρίκνωση εξ αιτίας της μεγάλης έκτασης της λοιπής ύλης του περιοδικού.
Δύο βιβλιοπαρουσιάσεις κάνει το μέλος της Συντακτικής Επιτροπής του ΝΛΕ, διδάκτορας φιλοσοφίας, Δημήτρης Μπαλτάς, για τα βιβλία του Ζακ Ελύλ (Jacques Ellul), Αναρχία και χριστιανισμός, και του Βασίλειου Μαρκεζίνη, «Το καλό και το κακό στην τέχνη και το δίκαιο». Ο Ζακ Ελύλ «ἐπιχειρεῖ νὰ δείξει ὅτι ἡ ἀναρχική σκέψη εἶναι κοντινή στὴν βιβλικὴ σκέψη, πρᾶγµα ποὺ µπορεῖ νὰ ὁδηγήσει σὲ µία σύγχρονη προσέγγιση χριστιανισµοῦ καὶ ἀναρχισµοῦ, τουλάχιστον σὲ ὁρισµένα προβλήµατα (λ.χ. ἡ χρήση καὶ ἡ ἔκταση τῆς σύγχρονης ἐξουσίας, ὁ ρόλος τοῦ καπιταλισµοῦ, ἡ καταναλωτικὴ συµπεριφορά κ.ἄ.)». Ο Βασίλειος Μαρκεζίνης, σε ένα βιβλίο του που δεν ανταποκρίνεται στη στερεότυπη εικόνα που έχουμε γι’ αυτόν, προχωρεί σε μια διεπιστημονική προσέγγιση της σχέσης «ἀνάµεσα στὴν ζωή, στὴν τέχνη καὶ στὸ δίκαιο. Χρησιµοποιεῖ πολλὰ παραδείγµατα τοῦ καλοῦ καὶ τοῦ κακοῦ ἀπό τὴν παγκόσµια λογοτεχνία καὶ ἀπὸ σύγχρονες νοµικὲς ὑποθέσεις, ἐνῶ προβαίνει σὲ συγκριτικές παρατηρήσεις µὲ ἥρωες ποὺ ἐνσαρκώνουν τὸ καλό καὶ τὸ κακὸ, ἀπὸ τὴν ρωσσικὴ λογοτεχνία καὶ βιβλικὰ κείµενα».
Ο δοκιμιογράφος Σπύρος Κουτρούλης ‒μέλος επίσης της ΕΜΕΠ και της ΣΕ του ΝΛΕ‒ παρουσιάζει εκτενέστερα το βιβλίο του Αχμέτ Νταβούτογλου, Το στρατηγικό βάθος: η διεθνής θέση της Τουρκίας. Ο Κουτρούλης προβαίνει σε μια συστηματική ανάλυση του βιβλίου του ΥΠΕΞ της Τουρκίας υπογραμμίζοντας πως «ο ελληνισμός θα πρέπει να μελετά και να γνωρίζει την Τουρκία. Είναι σίγουρο ότι σπατάλησε πολύ χρόνο, όχι για να προσπαθήσει να κλείσει τη διαφορά με αυτή, ή να κτίσει σοβαρές συμμαχίες, αλλά για να αφοσιωθούν απερίσπαστες οι πολιτικές ελίτ και ευρύτατα κοινωνικά στρώματα σε ένα ξέφρενο πανηγύρι, που τροφοδοτήθηκε από τον δανεισμό και τη λεηλασία του κράτους». Ο Κουτρούλης τονίζει πως, σε αντίθεση με την ελληνική πολιτική, ο «Νταβούτογλου χρησιμοποιεί τη γεωπολιτική ως βασικό εργαλείο της ανάλυσής του, συνεπώς και των συμπερασμάτων που καταλήγει. Η γεωπολιτική έχει ένα χαρακτηριστικό, ότι επιβάλλει ορισμένες σταθερές στρατηγικές, που δεν αλλάζουν με την αλλαγή των κυβερνήσεων ή των ιδεολογιών ενός κράτους».
Τέλος, το τεύχος ολοκληρώνεται με μία συζήτηση του Γιώργου Καραμπελιά με τον καθηγητή Βασίλη Καραποστόλη, συγγραφέα του βιβλίου Διχασμός και Εξιλέωση. Όπως δηλώνει ο συγγραφέας, πρόκειται για «ένα είδος ψυχολογίας της ηθικής των Ελλήνων.[ ] Ο διχασμός αφορά τον τρόπο με τον οποίο αναπτύσσεται η πολιτική αντιπαλότητα στην Ελλάδα. Ο τρόπος που αναπτύσσεται η διπολικότητα». Όσο για την εξιλέωση, «στη ζωή των ατόμων, των ομάδων και των λαών, αναπτύσσονται και αντίρροπες δυνάμεις οι οποίες συγκλίνουν σε μια προσπάθεια εξιλέωσης ή εξαγνισμού απ’ τα ανομήματα, κακουργήματα, εγκλήματα τα οποία έχουν διαπραχθεί στο υπόλοιπο μέρος της ζωής των ατόμων και των λαών». Οι θυσίες και οι αγώνες των αγωνιστών του ’21, ή των εθνικών ευεργετών στη συνέχεια ‒ο Βενιζέλος και ο Παύλος Μελάς, η Εθνική Αντίσταση‒ αποτελούν τις παραδειγματικές στιγμές και μορφές όπου η κυριαρχεί η θέληση της ενότητας, η «εξιλέωση». Στην ελληνική ιδιοπροσωπία, δεν είναι το κράτος με το οποίο ταυτίζονται οι Έλληνες αλλά μόνον με «την πατρίδα εν κινδύνω», διότι το ελληνικό κράτος δεν ολοκλήρωσε ποτέ την ταύτισή του με την πατρίδα, ως συνέπεια της κουτσουρεμένης ανεξαρτησίας μας μετά την επανάσταση του ’21. Ωστόσο, ο συγγραφέας παραμένει θεμελιακά αισιόδοξος για τη δυνατότητα μας να συνεχίσουμε. Στην ερώτηση, «έβγαλε βρώμα η ιστορία ότι ξοφλήσαμε», θα απαντήσει, «Δεν είναι εύκολο να συμβεί αυτό το ξόφλημα. Νομίζω ότι σήμερα πρέπει να ξανασκεφτούμε αυτό που είπαμε. Όχι τη διοργάνωση του μαζέματος των ελλειμμάτων, γιατί με αυτή την έννοια του νοικοκυρέματος δεν μπορεί να υπάρχει διέξοδος. Αυτοί είμαστε. Αυτός είναι ο λαός. Αυτή την ψυχοσύνθεση έχει. Φυσικά, μέσα στην Ιστορία, αλλάζουν. Όμως τα βασικά χαρακτηριστικά παραμένουν τα ίδια».

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*