Αγανακτισμένοι, Αφιερώματα, εφ. Ρήξη, Κινήματα, Ρήξη τ. 76

Οι πλατείες και η Αριστερά

του Νίκου Κατζούρη

40 μέρες δεν είναι πολλές, αλλά ούτε και λίγες. Μέσα στις τελευταίες, οι πλατείες της χώρας απέκτησαν τη δική τους ζωή. Οι αγανακτισμένοι των πλατειών, παίρνοντας το νήμα από την plaza del sol, έχουν πια δημιουργήσει ένα λαϊκό κίνημα, ακόμη και για τους πιο κακοπροαίρετους. Γνωρίστηκαν, συγκάλεσαν συνελεύσεις, συζήτησαν, διαφώνησαν και πλακώθηκαν, μα κράτησαν αυτά που ενώνουν, και απόδειξη είναι ότι έχουν ήδη ματώσει μαζί. Πριν από 40 μέρες σχεδόν ολόκληρη η Αριστερά χαμογελούσε ειρωνικά (χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν υπήρξαν και κομμάτια της που από την αρχή αγκάλιασαν “ανυπόγραφα” το νέο κίνημα, όπως και άλλα, που ήταν και παραμένουν εχθρικά). Το ΚΚΕ , γνωρίζοντας, όπως πάντα πως δεν μπορεί να αντέξει ένα άνοιγμα στις αντιφάσεις της ελληνικής κοινωνίας κράτησε από την αρχή μια θέση αυτοσυντήρησης, που συνοψίζεται στα λόγια της Αλ. Παπαρήγα: “εικόνισμα το κίνημα των Αγανακτισμένων δεν το κάνουμε, άλλες είναι οι μορφές ταξικής πάλης”.

Οι υπόλοιποι, δεν χρειάστηκαν πολύ για να καταλάβουν ότι στις πλατείες πράγματι υπήρχε ψωμί… Ακολούθησαν μεγάλα λόγια, “Να δέσουμε το ατσάλι της αριστεράς με την οργή των πλατειών”, “ρίξτε κόκκινο στο θολό τοπίο” και άλλα μεγαλόστομα και ποιητικά, που δυσκολεύονταν ωστόσο να κρύψουν την πολύ ξεκάθαρη θέση από πίσω τους: Η πλατεία είναι εκεί και περιμένει την Αριστερά να την κατευθύνει, να της δώσει γραμμή. Πώς θα μπορούσε άλλωστε να είναι διαφορετικά; Ναι εντάξει, υπάρχουν τα αυθόρμητα κινήματα, αλλά δεν μπορούν να πανε μακριά χωρίς το σωστό πολιτικό πλαίσιο, το πρόγραμμα και το στόχο. Και ποιος άλλος θα τα παρέχει αυτά στο νήπιο της πλατείας; Μα φυσικά η Αριστερά. Τί κάνει άλλωστε τόσα χρόνια, για κάτι τέτοια εκπαιδεύεται. Κι όμως, είναι ακριβώς αυτή η θέση που φανερώνει πως η Αριστερά δεν βλέπει το πρόβλημα, καταλήγει να λειτουργεί ανασταλτικά για τις πλατείες, γίνεται τροχοπέδη.

Αυτό που έστω και ανεπίγνωστα, για την ώρα, αμφισβητείται από το κίνημα των πλατειών, αυτό ενάντια στο οποίο εξεγείρεται ο ελληνικός λαός είναι βαθύ και πάει πολύ μακρύτερα από τις εγχώριες εργασιακές σχέσεις, τους μισθούς και τις συντάξεις. Αμφισβητείται ο ρόλος της Ελλάδας στον παγκόσμιο καταμερισμό εργασίας τα τελευταία 40 χρόνια, η πρόσληψη των παγκοσμιοποιητικών συνταγών “ανάπτυξης” για την περιφέρεια και φυσικά, το πολιτιστικό τους εποικοδόμημα. Η κατασκευή μιας χώρας-παράσιτο, δεμένης σε στρατηγικές επιλογές που άλλοι αποφάσιζαν γι αυτήν, μιας χώρας που φρόντισε να ξεχερσώσει κάθε πυλώνα αυτοδύναμης, παραγωγικής ανάπτυξης, αναθρέφοντας μια διεφθαρμένη ελίτ εργολάβων και media personalities και βυθίζοντας το λαό της στη συνενοχή που φέρανε τα “καθρεφτάκια” των επιδοτήσεων και των μετοχών. Ο ελληνικός λαός εξεγείρεται ενάντια σε ένα ολόκληρο κοινωνικό φαντασιακό, πρώτα και κύρια ενάντια στην καθημερινότητά του. Ναι, υπάρχει βάθεμα της φτώχειας, ένταση της κοινωνικής αδικίας, εκτόξευση της ανεργίας, σοβαρό κοινωνικό πρόβλημα στα κέντρα των πόλεων, μετανάστευση των νέων, ξεπούλημα του εθνικού πλούτου και ο κατάλογος δεν έχει τελειωμό. Υπάρχει όμως και φόβος για το αύριο, ανασφάλεια, ανημπόρια μπροστά στον κυρίαρχο τεχνοκρατικό λόγο και τον τρόμο των δελτίων των 8, αναξιοπρέπεια, παθητικότητα και γκρίζο. Αυτά βγάλανε τους ανθρώπους στις πλατείες και εκεί ψάχνουν ξανά την αλληλεγγύη και τη συλλογικοποίηση.

Η Αριστερά αδυνατεί να καταλάβει τη συνολική ρήξη με το παλιό, που κυοφορείται και γίνεται μέρος του προβλήματος. “Τα συνδικάτα στις πλατείες”, “στο βάθος λαϊκή εξουσία”, “άγριες απεργίες”, “ταξικό…μπραντεφέρ”. Η Αριστερά στις πλατείες αναχωρεί για άλλη μια φορά από την πραγματικότητα προς τη γη των φαντασιώσεών της, αγνοώντας υποκείμενα, συσχετισμούς και συνθήκες και δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι δεν έχει κερδίσει ούτε σπιθαμή. Είναι το κίνημα των πλατειών κατά του συνδικαλισμού; Φυσικά και όχι. Αλλά ποιού συνδικαλισμού; Του πλήρως αλλωμένου οχυρού συντεχνιακών διεκδικήσεων μιας ορισμένης εργατικής αριστοκρατίας; Των πιο μαχητικών, πρωτοβάθμιων σωματείων-φοιτητικών συνελεύσεων 40ρηδων; Ή μήπως του πραγματικά ταξικού, ατσάλινου συνδικαλιστικού μετώπου (μη λέμε ονόματα), που περνώντας από το σύνταγμα τις προάλλες το γιούχα ακούστηκε μέχρι τον Περισσό; Οι πλατείες δεν είναι ενάντια στον συνδικαλισμό. Απλά τον επανεκδιεκδικούν. Το φετίχ της γενικής απεργίας προβάλεται επίσης αυτιστικά από την Αριστερά, τονίζοντας την αυτοαναφορά της. Με τον επίσημο συνδικαλισμό πλήρως απονομιμοποιημένο στις συνειδήσεις του κόσμου, το μεγαλύτερο κομμάτι των εργαζομένων να μην μπορεί να απεργήσει, την εργοδοτική τρομοκρατία στο φόρτε και τους δεσμούς αλληλεγγύης μεταξύ των εργαζομένων διαλυμένους, ως αποτέλεσμα των εργασιακών ηθών της ευελιξίας και της εξελιξιμότητας που επέλαυναν στις προηγούμενες δεκαετίες, αλλά και του ίδιου του κατακερματισμού της κοινωνίας ολόκληρης, δεν θέλει και πολύ μυαλό να δεί κανείς ότι η ίδια η έννοια της απεργίας είναι υπό διεκδίκηση. ‘Οτι το ζητούμενο είναι πρώτα ένα μαζικό , ενωτικό, λαϊκό κίνημα και μετά οι απεργίες, που θα πετύχουν και πάλι, ως αποτέλεσμα της δουλειάς που θα έχει κάνει το κίνημα αυτό μέσα στην κοινωνία και κατ’επέκταση στους χώρους εργασίας. Το να μπαίνεις όμως μέσα σε ένα τέτοιο κινημα που μόλις γεννιέται και να θέτεις επιμόνως την απεργία ως αυτοσκοπό, δεν διαφέρει πολύ απο το να χορεύεις γύρω απ’τη φωτιά, περιμένοντας να βρέξει.

Η Αριστερά λέει αυτά που ξέρει, αλλά η πραγματικότητα την ξεπερνά. Στην αντίθετη περίπτωση δεν θα χρειαζόμασταν την πλατεία. Τί υπάρχει στον αντίποδα; Τα συνθήματα δίνουν τον τόνο και ξεκαθαρίζουν τον χαρακτήρα. Οι πλατείες θυμούνται το “ψωμί, παιδεία, ελευθερία” και το “114”. ‘Οσο απλό κι αν είναι, το “θέλουμε τη ζωή μας πίσω” είναι κάτι πολύ μεγαλύτερο από το “βασικός μισθός στα 1400 ευρώ”. Το πρώτο παραπέμπει σε μια πολιτιστική επανάσταση, το δεύτερο σε χειρισμούς τακτικής στα πλαίσια διεκδικήσεων “αναδιανομής της πίττας”. Στους καιρούς που ζούμε, οι πλατείες απαντάνε με το πρώτο. Οι αγανακτισμένοι δεν καταφέρνουν να ζητήσουν κάτι περισσότερο, μεγαλύτερο και πιο συνεκτικό από το να φύγουν αυτοί που μας έφεραν εδώ. Είναι αρκετό αυτό; Φυσικά όχι. Είναι λίγο; ούτε. Ζήτησε κάτι περισσότερο ο αιγυπτιακός λαός στην πλατεία Ταχρίρ; Ζήτησε κάτι περισσότερο ο ελληνικός λαός τον Νοέμβρη του ’73; Και για να πάμε λίγο μακρύτερα, τί ακριβώς “ζήτησε” ο γαλλικός Μάης;

Ρήξη, τ.76, Ιούλιος 2011

 

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*