Εκλογές 2012, Ρήξη φ. 80-89, Ρήξη φ. 85

Ένα βήμα μπρος, δύο βήματα πίσω

Οι δυνάμεις της αδράνειας απειλούν να ακυρώσουν την υπέρβαση που σηματοδοτούν οι εκλογές

του Γιώργου Ρακκά από τη Ρήξη που κυκλοφορεί

Κάθε κοινωνία θέτει στον εαυτό της τα ζητήματα που είναι σε θέση ν’ απαντήσει. Όμως, ενδέχεται τα διακυβεύματα που τίθενται, να υπερβαίνουν αυτά τα ζητήματα. Αυτό ακριβώς συμβαίνει σήμερα στην Ελλάδα. Και κινδυνεύουμε να το ξεχάσουμε, παρακολουθώντας τον αγώνα δρόμου και εντυπώσεων που δίνεται μέσα από τις αλλεπάλληλες εντολές σχηματισμού κυβέρνησης που λαμβάνουν οι πολιτικοί αρχηγοί.
Αυτή τη στιγμή η Ελλάδα βρίσκεται σ’ ένα σταυροδρόμι. Δεν μπορεί να συνεχίσει στον δρόμο του μνημονίου – αυτό φαίνεται να το έχουν καταλάβει μέχρι και ο… Ολάντ (αλλά) και τα γερμανικά μέσα, τα οποία κακίζουν τώρα τον Σαμαρά διότι δεν ήταν σκληρός στις διαπραγματεύσεις, ώστε να διαμορφώσει μια άλλη κατάσταση που θα έκοβε τον δρόμο στην άνοδο του Τσίπρα. Από την άλλη, σαφώς και δεν υπάρχει συντεταγμένο αντιμνημονιακό πρόγραμμα, που θα μπορούσε να εγγυηθεί αυτό που επιθυμεί η πλειοψηφία του λαού: Δηλαδή, να αναδιαπραγματευτούμε ριζικά τη θέση μας μέσα στην Ευρωζώνη και την ΕΕ, δίχως να φύγουμε από το ευρώ… Τουτέστιν, να τετραγωνίσουμε τον κύκλο.
Στην πραγματικότητα, βέβαια, είτε φύγουμε είτε όχι από το ευρώ, δύο πράγματα είναι σίγουρα: Πρώτον, ότι η λιτότητα, του μνημονίου ή οποιαδήποτε άλλη λιτότητα, που θα φορτώνει, κατ’ αυτόν τον εγκληματικά άνισο και άδικο τρόπο, τα βάρη επάνω στον λαό, δεν αποτελεί βιώσιμη λύση για τη χώρα. Μαθηματικά θα μας οδηγήσει –είτε είμαστε έξω, είτε μέσα στο ευρώ– σε συνθήκες τουριστικής αποικίας, ενώ θα χάσουμε όλον τον εθνικό και κοινωνικό μας πλούτο.
Από την άλλη, το δεύτερο πράγμα που είναι σίγουρο είναι ότι, είτε μέσα, είτε έξω από το ευρώ, η επιβίωση του ελληνικού λαού προϋποθέτει την ύπαρξη μιας ολοκληρωμένης εθνικής στρατηγικής. Αν μείνουμε μέσα, σημασία έχει το ποιες συμμαχίες θα κάνουμε εντός της Ευρώπης και ποιες συμμαχίες (θα κάνουμε) εκτός (της Ευρώπης) στα Βαλκάνια, αλλά και με τους πόλους παγκόσμιας ισχύος, όπως είναι η Ρωσία ή η Κίνα, ώστε ν’ αποκρούσουμε το γερμανικό σχέδιο αποικιοποίησης. Το ίδιο απαιτείται και αν μείνουμε εκτός ευρώ, αν βέβαια δεν θέλουμε να καταντήσουμε στον κατάλογο των «αποτυχημένων κρατών» (failed state), δηλαδή χωρών οι οποίες βυθίζονται σε ανθρωπιστική κρίση, επειδή το κράτος αδυνατεί να εγγυηθεί ακόμα και τα βασικά για την επιβίωση των πολιτών του.
Σε ό,τι αφορά στο εσωτερικό, και πάλι, κανείς δεν μπορεί να κυβερνήσει πια στην Ελλάδα, αν δεν διαθέτει ένα όραμα αναγέννησης του κράτους και της κοινωνίας. Ένα ολικό όραμα, που να ξεκινάει από μια νέα αντίληψη για το δημόσιο και τους θεσμούς, και να καταλήγει στο να διαμορφώνει νέους τρόπους ζωής και πρακτικές για την ελληνική κοινωνία. Κοινώς, το δίδυμο της κλεπτοκρατίας και του παρασιτισμού έχει τελειώσει πλέον οριστικά, και δεν θα διασωθεί υπό κανέναν πολιτικό μανδύα – δεξιό ή αριστερό.
Αυτό που συνέβη σε αυτές τις εκλογές είναι το πραγματικό, οριστικό και αμετάκλητο τέλος της μεταπολίτευσης. Το γεγονός αυτό ανακεφαλαιώνεται με τον καλύτερο δυνατό τρόπο στην κατάρρευση του ΠΑΣΟΚ, του βασικού πυλώνα της ελληνικής μεταπολιτευτικής ζωής. Βρισκόμαστε όμως στη μέση του δρόμου. Ό,τι έχει τελειώσει πολιτικά, δεν έχει τελειώσει ιδεολογικά. Γι’ αυτό και σήμερα υπολειπόμαστε τραγικά όταν η συζήτηση φτάνει στο διά ταύτα: στο πώς κατανοούμε τη θέση της Ελλάδας, τους κινδύνους που αντιμετωπίζει, και την υφή των ερωτημάτων στα οποία πρέπει να απαντήσει.
Αυτή τη στιγμή, ο Αντώνης Σαμαράς δεν έχει τίποτα να προτείνει πέραν ενός χυδαίου κομφορμισμού, δηλαδή να συνεχίζουμε να παίζουμε το ρόλο του επαίτη μέσα στην Ευρωπαϊκή Ένωση, με τίμημα να μεταβληθούμε σε δούλους μιας γερμανοκρατούμενης Ευρώπης.
Από την άλλη, ο Τσίπρας εκφράζει μεν την οργή και τη διάθεση του ελληνικού λαού να καταγγείλει τους βασικούς πυλώνες του κατεστημένου, για το μνημόνιο, τη διάλυση της χώρας και την εκπτώχευση του λαού. Ωστόσο, αυτό το πολιτικό κεφάλαιο που διαθέτει το σπαταλάει σε μια νέα εκδοχή παπανδρεϊσμού. Αντί να επεξεργαστεί μια φιλολαϊκή, πατριωτική απάντηση στην κρίση, μοιράζει αφειδώς δεξιά και αριστερά υποσχέσεις για… αυξήσεις στους μισθούς και τις συντάξεις, για διεύρυνση του δημοσίου τομέα, για ανάπτυξη, επενδύσεις και έλεγχο των τραπεζών. Πρόκειται για έναν ξαναζεσταμένο πασοκισμό, που αυτή τη στιγμή είναι εντελώς ανεδαφικός για την Ελλάδα. Γιατί λεφτά δεν υπάρχουν. Και δεν μπορούμε να κάνουμε αυτό που έκανε ο Ανδρέας και η ψευδεπίγραφη αλλαγή του από το ’81 ως το ’85.
Μια ειλικρινής, ριζοσπαστική, πατριωτική και δημοκρατική τοποθέτηση είναι να βγει και να πει κάποιος την αλήθεια στον λαό: Ότι τα επίπεδα της κατανάλωσης και της ευημερίας που είχε δημιουργήσει ο παρασιτισμός έχουν παρέλθει ανεπιστρεπτί. Και ότι, αναγκαστικά, η κοινωνία μας θα περάσει μια φάση αποπαγκοσμιοποίησης, αποανάπτυξης του παρασιτισμού και αποκατανάλωσης. Και ότι το ζήτημα έγκειται στο αν αυτή η φάση μπορεί να συντελεστεί με όρους εθνικής αξιοπρέπειας και κοινωνικής δικαιοσύνης, ή αν θα γίνει μ’ έναν τρόπο που θα διαλύσει τη χώρα και θα υποδουλώσει τον λαό. Αυτό είναι το πραγματικό δίλημμα που αντιμετωπίζει σήμερα η χώρα. Και εδώ ακριβώς τίθεται το ζήτημα της ιδεολογικής ανασύνθεσης των λεγόμενων αντιμνημονιακών δυνάμεων: Το εάν, δηλαδή, θα υπερβούν οριστικά τον παπανδρεϊσμό της μεταπολίτευσης και θα καταφέρουν να οικοδομήσουν μια νέα ιδεολογικοπολιτική ατζέντα προς αυτή την κατεύθυνση.
Εδώ χρειάζονται συγκεκριμένες τοποθετήσεις για τα εθνικά, την εξωτερική πολιτική, το μεταναστευτικό, την παραγωγική ανασυγκρότηση της χώρας, την επιστροφή στην ύπαιθρο, την αποκέντρωση του κράτους, τις τράπεζες, και όχι εύκολες εξαγγελίες για προγράμματα παροχών και αυξήσεις κατά τις πρώτες εκατό ημέρες. Ας μην ξεχνάμε εξάλλου, ότι με τις ίδιες υποσχέσεις βγήκε το 2009 ο Γιωργάκης, για να καταλήξει να μεθοδεύσει, μαζί με τον Στρος Καν, έπειτα από μερικούς μήνες, την υπαγωγή της Ελλάδας στο ΔΝΤ.
Κάποιοι ποντάρουν σήμερα στην ανασύσταση ενός διπολισμού αριστεράς-δεξιάς. Το αυτό φαίνεται να επιθυμεί και ο Σαμαράς, αλλά και ο Τσίπρας, κι έτσι χρησιμοποιεί τις διαπραγματεύσεις για τη δημιουργία κυβέρνησης προκειμένου να δημιουργήσει τον αυριανό αριστερό πόλο που θα κατέβει στις εκλογές. Εντούτοις, το να εγκλωβιστούμε σε μια τέτοια αντιπαράθεση ισοδυναμεί με το να αυτοϋποβιβαστούμε σ’ ένα πολιτικό κλίμα το οποίο εκ των πραγμάτων δεν μπορεί να γεννήσει μια βιώσιμη διέξοδο για τη χώρα – πόσο μάλλον για μια πατριωτική, δημοκρατική διέξοδο υπέρ του λαού.
Ας το προσέξουμε αυτό. Γιατί καμιά φορά οι άνθρωποι και οι κοινωνίες, ενόψει δύσκολων και αμείλικτων διλημμάτων και επιταγών αλλαγής, επιλέγουν ν’ αναδιπλώνονται στην ασφάλεια των αντιπαραθέσεων του παρελθόντος, όσο έωλες κι αν έχουν αποδειχθεί αυτές. Με αυτή την έννοια, η υποστροφή του πολιτικού σκηνικού σε μια αντιπαράθεση αριστεράς-δεξιάς με τους όρους που περιγράψαμε, είναι επί της ουσίας επιβεβαίωση των δυνάμεων της αδράνειας του πολιτικού συστήματος, και όχι στοιχείο που μπορεί να μας οδηγήσει στη νέα εποχή.
Στη νέα εποχή μπορούμε να περάσουμε μόνο με ένα πρόγραμμα που υπερβαίνει και ανασυνθέτει τις παλιές αντιθέσεις. Που δεν χαρίζει στην παλιά δεξιά τον πατριωτισμό και στην παλιά αριστερά την κοινωνική ευαισθησία. Η Ελλάδα, ως σταυροδρόμι πολιτισμών και παγκόσμιων ρευμάτων και σαν χώρα που αντιμετωπίζει ταυτόχρονα ζητήματα εθνικής επιβίωσης και κοινωνικής ισορροπίας, χρειάζεται μια ιδιαίτερη ελληνική απάντηση στην κρίση. Και αυτή την ανάγκη δεν μπορεί να την χαρίσει στους νεαντερντάλιους της Χρυσής Αυγής. Η Ελλάδα δεν μπορεί να αρκεστεί στο «Κομμουνιστικό Μανιφέστο» ως αποκλειστική απάντηση στα προβλήματά της, αλλά χρειάζεται ένα «ελληνικό μανιφέστο» που πρέπει να γράψει ο ελληνικός λαός…

Ένα Σχόλιο

  1. Κι όσο η Πατρίδα κοιμάται….
    http://www.dw.de/dw/article/0,,15956697,00.html

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*