Κοινωνία, Ρήξη φ. 80-89, Ρήξη φ. 86

Η δίαιτα, το ψωμί και ο αναπαυόμενος

Το «κοινωνικό είναι» της ανέχειας και η μεταβολή της συνείδησης

του Δημήτρη Γιαννάτου από τη Ρήξη (φ. 86)
Από τότε που ξεκίνησε η μνημονιακή περιπέτεια στην Ελλάδα, σωρός αναλύσεων έχει εμφανιστεί στην καθημερινότητά μας. Η οικονομική και η πολιτική διάσταση της κρίσης είναι αυτές που προκρίνονται τόσο για την ανάλυση, όσο και για τον τρόπο ξεπεράσματός της.

Χωρίς να αναιρώ τη συνεισφορά των παραπάνω δεδομένων, θεωρώ πως η προοπτική της διεξόδου είναι πιο δύσκολη από την εξειδίκευση της κρίσης σε οικονομικούς πίνακες και σε αγορεύσεις περί πολιτικής.
Το ιδεολογικό ζήτημα της κρίσης, που σχετίζεται με το μοντέλο ζωής και τις αξίες που κυριάρχησαν στην Ελλάδα από τη χούντα και μετά, και ολοκληρώθηκαν με τη σοσιαλ-καπιταλιστική διακυβέρνηση, αποτελεί κεντρικό στοιχείο υπέρβασής της.
Το πρόβλημα, αλλά και η πρόκληση για το κάθε «αριστερό» και ριζοσπαστικό κίνημα ή κόμμα, που θέλει να ηγεμονεύσει στην υπεράσπιση των αδυνάτων, είναι πως σε μεγάλο ποσοστό οι ψηφοφόροι του δεν είναι τόσο «αδύναμοι», ή τουλάχιστον, για να μιλήσουμε με κλασικά σχήματα, δεν είναι ή ακόμα κι αν είναι, δεν νιώθουν ότι είναι η εργατική τάξη. Τα καθαρά λόγια για την κρίση, καθώς και τι πρέπει να γίνει για να αλλάξει το μέλλον, είναι πρωτίστως θέμα …ακοής. Να βρεθούν, δηλαδή, εκείνα τα αυτιά που θα ακούσουν πως η οικονομική κρίση του ελληνικού καπιταλισμού (τόσο στη νεοφιλελεύθερη, όσο και στη σοσιαλίζουσα μορφή του) δεν μπορεί να ξεπεραστεί αν ο λαός δεν επιζητήσει τη λύση στην ίδια την υπόστασή του. Πρωτίστως είναι ζήτημα οντολογικό.
Τι μου θυμίζει η κρίση στην Ελλάδα, λοιπόν; Είναι σαν να έχουμε έναν άνθρωπο που πάχυνε υπερβολικά, έγινε υπερτροφικός, υπέρβαρος. Η διατροφή του ξεπέρασε το όριο της συντήρησης και της προστασίας του οργανισμού και έγινε ανούσια συνήθεια με εναλλαγές κραιπάλης. Επιπλέον, τα φαγητά ήταν όχι μόνο ετοιματζίδικα και έρχονταν με ντελίβερι, αλλά έδιναν και την απαραίτητη αίγλη στον παχύσαρκο φίλο μας, επειδή προέρχονταν από το… εξωτερικό, και εκεί οι κουζίνες και οι τρόποι μαγειρέματος ήταν διαφορετικοί, εξόχως εύγευστοι, αν και αμφίβολης θρεπτικότητας. Έτσι ο καλός φίλος μας έπεισε τον εαυτό του πως αυτό που έβλεπε πάνω του δεν ήταν πάχη, αλλά… κάλλη. Άλλωστε, φυλλάδες, περιοδικά και κανάλια του έλεγαν την «αλήθεια» ως προς αυτό κι εκείνος δεν είχε λόγο να την αρνηθεί. Και έρχεται η ώρα της αρρώστιας, να φέρει τη δίαιτα με επιτακτικό τρόπο. Τόσο οι δεξιοί, όσοι και οι αριστεροί γιατροί, του έλεγαν ότι πρέπει να αδυνατίσει. Και επειδή οι δεξιοί γιατροί ουδέποτε με ενδιέφεραν, ας δούμε τι πρότειναν οι αριστεροί.
Του πρότειναν – πολύ σωστά– να αρνηθεί την αναγκαστική δίαιτα αμφίβολου αποτελέσματος, με χημικά υποκατάστατα και χειρουργική λιποαναρρόφηση που του επέβαλλαν οι γιατροί εκ του εξωτερικού και να προτιμήσει ντόπιες λύσεις.
Το ζήτημα, όμως, γίνεται πιο περίπλοκο, καθώς οι γιατροί –και οι μεν και οι δε– οραματικά, του έλεγαν πως το θέμα είναι να αδυνατίζει για να μπορεί πάλι να τρώει όσο θέλει. Οι δεξιοί γιατροί, μάλιστα, περιόριζαν τη μελλοντική «βουλιμία» σε όσους αρχικά θα μπορούσαν να ξαναπαχύνουν σε ειδικές… οικονομικές ζώνες νεοφιλελεύθερης ζούγκλας, με επάρκεια αγαθών και φρούτων, που όμως δεν θα ήταν για όλους. Αργότερα, λόγω της επάρκειας και της καρποφορίας, θα μπορούσαν να ξαναπάρουν κι ένα πλούσιο μεν, ξεροκόμματο δε, και οι υπόλοιποι παρίες της παραδεισένιας υποτίθεται ζούγκλας.
Οι αριστεροί, απ’ την άλλη, σε διάφορες παραλλαγές επαναστατικής ιατρικής ορθοδοξίας, του έλεγαν είτε να πιστέψει πως το πάχος του είναι θέμα εικόνας και οπτικής, είτε ότι πρόκειται για αεροφαγία, είτε πως, αφού κάνει δίαιτα, τότε όλα τα τρόφιμα και τα εμπορεύματα του πλανήτη θα είναι διαθέσιμα για απεριόριστη βρώση.
Το φαντασιακό πρόταγμα και η συνταγή της ιατρικής λύσης και των δεξιών και των αριστερών ουσιαστικά προέρχεται από την ίδια μήτρα.
Ένας νέος και εναλλακτικός ριζοσπαστισμός θα αναφερόταν στην αλλαγή των αξιών της διατροφής, θα έπρεπε να επικαλείται άλλες… διατροφικές συνήθειες. Η ελεύθερη, εξισωτική, «κομμουνιστική» ουτοπία (όχι με τη γραφειοκρατική ή την «εκσυγχρονιστική» κοσμοθεωρία) δεν μπορεί να τρέφεται με τα ίδια υλικά των δεξιών γιατρών. Και εδώ βρίσκεται η ιδεολογική παγίδα που μπαίνει η όποια «αριστερά». Μιλά και αυτή και πλειοδοτεί σε αναφορές καταναλωτικού ευδαιμονισμού, ακόμα και ηδονισμού, με όρους εμπορεύματος.
Εύστοχα και εύστροφα το διατυπώνει ο σύγχρονος φιλόσοφος, Κλωντ Μισεά (με αντικαπιταλιστικό παρελθόν, όπως και οικολογική, αντιπαγκοσμιοποιητική λογική): «Αυτό που ονομάζουμε στις μέρες μας Αριστερά, αντλεί από την ίδια, ακριβώς, φιλοσοφική πηγή με τον σύγχρονο φιλελευθερισμό. Η ύπαρξη, ακριβώς, αυτής της αρχέγονης μήτρας, κοινής στη σκέψη της Αριστεράς και του Διαφωτισμού, εξηγεί, κατά την άποψή μου, τις αιτίες που οδήγησαν την πρώτη στο να επικυρώνει επί της ουσίας το πνεύμα του δεύτερου», ή παρακάτω, «…Κατά συνέπεια, οι ίδιες οι απαιτήσεις ενός ουσιαστικού αγώνα ενάντια στη φιλελεύθερη ουτοπία και την ενισχυόμενη ταξική κοινωνία που αναπόφευκτα γεννάει, καθιστούν, επί του παρόντος, πολιτικά αναγκαία μια ριζική ρήξη με το ιδεολογικό φαντασιακό της Αριστεράς».
Ένα νέο ριζοσπαστικό κίνημα αυτονομίας και αυτοδιαχείρισης (σε εθνικό, περιφερειακό, οικονομικό και κοινωνικό επίπεδο), διαρρηγνύοντας τους δεσμούς του με μια «εκσυγχρονιστική διατροφική βουλιμία», που έλκει την καταγωγή της από μια εργαλειακή ερμηνεία του Διαφωτισμού, είναι σημαντικό να επαναπροσεγγίσει αξίες ενός λιτοδίαιτου βίου αυτάρκειας. Ο «χορτασμένος» άνθρωπος απέχει πολύ από την εικόνα του ευτραφούς καταναλωτή, που είναι συνεχώς ανικανοποίητος, αλλά νιώθει γεμάτος, και εύρωστος, μέσα στην ισορροπημένη εγκράτειά του, χωρίς να στερείται γεύσεων.
Η Μαρία Ιορδανίδου (αριστερή κι αυτή) το μνημόνευε με το δικό της τρόπο στη… Λωξάνδρα: «Τις εστί πλούσιος;» – «Ο εν τω ολίγω αναπαυόμενος».
Όποια ριζοσπαστική, εξισωτική λογική, προβάλλεται ως λύση, χρειάζεται να επαναπροσεγγίσει τις καθημερινές αρετές των αξιοπρεπών λαϊκών, συνηθισμένων –κατά των Όργουελ– ανθρώπων. Το πνεύμα της αμοιβαιότητας και του ήθους των λαϊκών εργατικών τάξεων και των αγώνων τους, σε όλο το διάβα των περασμένων αιώνων. Αυτού του ήθους –όχι με την αστική αγοραία ερμηνεία του– που άφηνε το «προνόμιο» ενός ανθρωποφαγικού πραγματισμού και αναξιοπρέπειας στον «πολιτισμό» των κυριαρχικών τάξεων. Αυτών των τάξεων, δηλαδή, που είχαν πάρα πολλά να χάσουν, ώστε να επιδιώκουν με κάθε τρόπο να διατηρήσουν τους διαχωρισμούς, την ανισότητα και τις προνομιακές διακρίσεις τους.
Η ανανέωση της αναφοράς στη λαϊκή κουλτούρα και στην αλληλεγγύη ενός κοινοτισμού, που διαπερνά την καθημερινότητα σε πολλές πτυχές της, μπορεί να είναι το γνώρισμα ενός ριζοσπαστικού κινήματος με αριστερές καταβολές.
Ο αγώνας, ο ανθρωπισμός, η αλληλεγγύη, η αυτοθυσία και η αυταπάρνηση αποτελούσαν γνωρίσματα –με όλες τις αντιφάσεις και τις παλινωδίες της ανθρώπινης φύσης– του κυνηγημένου αριστερού ανθρώπου του χωριού, της γειτονιάς και της πόλης. Ήταν οι ιστορίες των αποχωρισμών, της εξορίας, της απογοήτευσης, του ονείρου, του οράματος και της χίμαιρας. Ήταν στενά πολιτικές –κομματικές ενίοτε– αναφορές, που είχαν όμως πληθυντικές αναφορές και στον υπόλοιπο λαό, ο οποίος περνούσε τον δικό του υπαρξιακό αγώνα για την αναζήτηση της επιβίωσης και της προοπτικής.
Κάποτε ο κύριος Γιώργος, παλιός κομμουνιστής, ιδεολόγος, που λύγισε η μέση του από τις εξορίες και τους βασανισμούς και δούλευε θεληματάς μέχρι τα βαθιά του γεράματα στο Αργοστόλι, έλεγε πως το μόνο που ήθελε ήταν όταν πεθάνει να λένε γι’ αυτόν πως ήταν ένας… καλός άνθρωπος. Ήταν «αριστερός» γιατί ήταν καλός άνθρωπος και όχι το αντίθετο. Αν όμως η καλοσύνη και η ανθρωπιά είναι υπερταξικά χαρακτηριστικά, ο «αριστερός» ριζοσπαστισμός, που επανασυνδέεται με τον λαό, είναι οικείος και στην ανθρωπιά του «δεξιού» αντιπάλου του, στο πέρασμα της περιπέτειας του ελληνισμού. Επειδή, όμως, θεωρητικά και ιστορικά έλκει την καταγωγή του από την πληβειακή ιδιοπροσωπία των αριστερών κινημάτων, που αφετηρία τους ήταν η έλλειψη της ιδιοκτησίας των μέσων παραγωγής, έχει τις ηγεμονικές ρίζες ώστε να εκφράσει το σύνολο του κόσμου της εργασίας που αντιστέκεται στην εκμετάλλευση.
Η υπέρβαση δεξιάς – αριστεράς και η κοινωνική απελευθέρωση του ανθρώπου, σπάζοντας τα ταξικά δεσμά του, με όρους αυτονομίας και ισότητας, θα προκύψει από την ίδια την αμφισβήτηση του αστικού φαντασιακού, που οδήγησε και τους δύο χώρους στην εξιδανίκευση και τη μυθοποίηση της απεριόριστης ανάπτυξης και του ορθολογισμού, με σκοπό την μεγιστοποίηση του εμπορευματικού πλούτου.
Εν ολίγοις, η εγχώρια Αριστερά, για να υπερβεί, σε πρώτη φάση, τον εαυτό της και να αποτελέσει ένα ευρύτερο περιβάλλον ηγεμονικού ριζοσπαστισμού, πρέπει να ξαναβρεί την ουσία των απλών γεύσεων. Να ξανακόψει το… ψωμί με το χέρι και να το μοιράσει στην παρέα του τραπεζιού, αναδομώντας τη γοητεία των hi tech παρελκόμενων.
Να βαπτισθεί εκ νέου στην ποιητική διάσταση του λαϊκού πολιτισμού (όπως αναφέρει ο καθηγητής Κοινωνικής Λαογραφίας Μιχάλης Γ. Μερακλής) και των τελετουργικών του μέσου απλού ανθρώπου, πιο κοντινού ανθρωπολογικού ιδεοτύπου σε μια ριζοσπαστική απελευθέρωση, με κυρίαρχο το στοιχείο της συνοχής. Σε μια συμφωνία με το οικολογικό πρότυπο της μικρής κλίμακας, της ενεργειακής ισορροπίας, της παραγωγικής ανασυγκρότησης και της κοινοτικής αλληλεγγύης.
Η υπέρβαση αυτή φέρνει την Αριστερά, αντιμέτωπη με τη ίδια την λογική της ύπαρξής της, ποτισμένη από το δυτικό παράδειγμα μιας ανορθολογικής κυριαρχίας του ορθολογισμού και του εμπορευματικού ατομισμού.
Απ’ την άλλη, το ξεπέρασμα της κρίσης φέρνει και τον ίδιο τον εργαζόμενο στην Ελλάδα σε μια υπαρξιακή αναζήτηση του εαυτού του. Θα ανακαλύψει τον …λαό που κρύβει μέσα του και τον εργαζόμενο που δεν σκέφτεται μόνο τον εαυτό του αλλά και τους άλλους; Θα προχωρήσει σε οικειοθελή «δίαιτα» με κόστος, αλλά με αντάλλαγμα τη συλλογική αλλαγή και την κοινωνική απελευθέρωση; Ή θα οραματίζεται πάλι ιεραρχικές ηγεσίες δεξιές ή αριστερές, που θα αποφασίσουν τη …διατροφή ενός μοναχικού και ατομικιστικού βίου;

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*