Λησμονησμένες Ιστορίες, Μόνιμες Στήλες, Πολιτισμός - Βιβλία - Ιστορία - Θεωρία, Ρήξη φ. 80-89, Ρήξη φ. 86

Ο Χίτλερ στο Παρίσι

Τρεις ώρες τουρισμού ενός ψυχαναγκαστικού δικτάτορα

Αριστερά ο αρχιτέκτονας Άλμπερτ Σπερ (Speer) Δεξιά ο Αρνο Μπρέκερ

του Κωνσταντίνου Μαυρίδη από τη Ρήξη (φ. 86)

Στις 5:30 το πρωί της 23ης Ιουνίου 1940, το προσωπικό αεροσκάφος του Α. Χίτλερ, Φόκε Βουλφ 200, προσγειωνόταν στο αεροδρόμιο Λε Μπουρζέ, στα περίχωρα του Παρισιού. Τρεις μεγάλες Μερσεντές του γερμανικού γενικού επιτελείου περίμεναν στον αεροδιάδρομο για να μεταφέρουν τον Χίτλερ και τη συνοδεία του σε μια ιδιόμορφη ξενάγηση του κατειλημμένου Παρισιού που ακόμα κοιμόταν. Η κουστωδία που έφερε μαζί του ο Χίτλερ αποτελούνταν από τον ευνοούμενό του, αρχιτέκτονα Άλμπερτ Σπέερ, τον αγαπημένο του γλύπτη Άρνο Μπρέκερ, τον αρχιτέκτονα Χέρμαν Γκίσλερ και την προσωπική του φρουρά από μέλη των Ες Ες. Ήταν η πρώτη και η τελευταία φορά που ο Χίτλερ θα επισκεπτόταν την Πόλη του Φωτός. Μετά την 3ωρη περιήγηση στην πόλη, θα επέστρεφε στη Γερμανία και δεν θα έβλεπε ποτέ ξανά το Παρίσι.

 Η διαδρομή, τα αξιοθέατα που θα επισκέπτονταν και η ώρα είχαν καθοριστεί από τον ίδιο τον Χίτλερ εβδομάδες πριν. Ο Άρνο Μπρέκερ έγραψε αργότερα στο ημερολόγιό του: «Μπήκαμε στην πόλη σαν κλέφτες λίγο πριν το ξημέρωμα. Οι δρόμοι ήταν έρημοι. Ήταν σαν να έβλεπα όνειρο. Ο Χίτλερ ήταν στο πρώτο αυτοκίνητο, δίπλα στον οδηγό, πίσω του καθόμασταν εγώ με τον Σπέερ και στο τελευταίο κάθισμα ο Γκίσλερ, ανάμεσα σε δύο θηριώδεις φρουρούς. Στο αεροδρόμιο είχαν δοθεί σε μας τους πολίτες στρατιωτικές στολές, για να υπάρχει ομοιομορφία στην εμφάνιση, πράγμα που επέτεινε την αίσθηση του εξωπραγματικού. Περάσαμε τα προάστια και κατευθυνθήκαμε προς την Όπερα του Παρισιού, το εκπληκτικό νεο-μπαρόκ αριστούργημα του Σαρλ Γκαρνιέ».
Το συγκεκριμένο κτήριο ήταν το αγαπημένο του Χίτλερ και προφανώς είχε μελετήσει εκτενώς το αρχιτεκτονικό του σχέδιο, διότι πρόσεξε ότι ένα σαλόνι πλαγίως της εισόδου έλειπε, και ο ασπρομάλλης Γάλλος, που έκανε την ξενάγηση στον χώρο, επιβεβαίωσε πως το εν λόγω δωμάτιο είχε καταργηθεί κατά την ανακαίνιση του κτηρίου, πριν πολλά χρόνια. Τότε ο Χίτλερ στράφηκε προς τους δύο αρχιτέκτονες λέγοντας: «Βλέπετε ότι δεν μπορείτε να με γελάσετε με αρχιτεκτονικά σχέδια». Στο τέλος της ξενάγησης, ο Χίτλερ έδωσε εντολή στον υπασπιστή του να φιλοδωρήσει με πενήντα μάρκα τον Γάλλο ξεναγό, αλλά αυτός αρνήθηκε ευγενικά, λέγοντας ότι έκανε απλώς τη δουλειά του.
Μετά την Όπερα, η αυτοκινητοπομπή διέσχισε τα Ηλύσια Πεδία κι έφτασε στο Τροκαντερό και τον Πύργο του Άιφελ, όπου διατάχθηκε μια ακόμα στάση. Σημειωτέον ότι ο γαλλικός στρατός, φεύγοντας απ’ το Παρίσι, είχε σαμποτάρει τους ανελκυστήρες του Πύργου του Άιφελ και η πρόσβαση στην κορυφή του γινόταν, πλέον, μόνο από τις σκάλες. Όταν ο υπασπιστής του, Μπρίκνερ, τον ρώτησε αν θα ανεβούν επάνω, η κοφτή απάντηση του Χίτλερ ήταν ότι δεν είχαν έρθει στο Παρίσι για ορειβασία αλλά για βόλτα.

Από την Αψίδα του Θριάμβου και το Μνημείο του Αγνώστου Στρατιώτη, η συνοδεία έφτασε στους Ινβαλίντ, όπου επισκέφτηκαν τον τάφο του Ναπολέοντα και τελικά πήγαν στο Πάνθεον, του οποίου τις διαστάσεις ο Χίτλερ θαύμαζε απεριόριστα και σκόπευε να κατασκευάσει ένα διπλάσιο σε μέγεθος Πάνθεον στο κέντρο του Βερολίνου. Ένα από τα περίεργα της επίσκεψης στο Παρίσι είναι ότι ο Χίτλερ δεν έδειξε κανένα απολύτως ενδιαφέρον για τα θεωρούμενα από πολλούς «λαμπρά αρχιτεκτονήματα» του Παρισιού, όπως το Λούβρο, το Δικαστικό Μέγαρο και την Παναγία των Παρισίων. Η αυτοκινητοπομπή τα προσπέρασε χωρίς στάση για να καταλήξει στην εκκλησία της  Σακρ-Κερ (Ιερής Καρδιάς), στη Μονμάρτη, την οποία ο Χίτλερ ήθελε να δει από κοντά, οπωσδήποτε. Τη στιγμή που έφτασαν εκεί, γινόταν λειτουργία και πολλοί από το εκκλησίασμα αναγνώρισαν τον Χίτλερ, κρατώντας ωστόσο διακριτική απόσταση απ’ τη συνοδεία. Αυτή ήταν και η τελευταία στάση. Είχε ήδη πάει 9 το πρωί και η αυτοκινητοπομπή πήρε τον δρόμο της επιστροφής προς το αεροδρόμιο.
Στο βιβλίο του Εντός του Γ΄ Ράιχ ο Άλμπερτ Σπέερ γράφει πως, κατά τη διάρκεια της διαδρομής προς το Λε Μπουρζέ, ο Χίτλερ τους είπε: «Ήταν όνειρο ζωής για μένα να δω το Παρίσι και είμαι πολύ ευτυχισμένος που το όνειρο αυτό έγινε πραγματικότητα σήμερα». Το ίδιο βράδυ, σε κάποιο χωριό της βόρειας Γαλλίας, κάλεσε τον Σπέερ στο καθιστικό ενός επιταγμένου αγροτόσπιτου. Ο Χίτλερ καθόταν μόνος στο τραπέζι, με τα παράθυρα του δωματίου ανοιχτά και τα φώτα σβηστά, ακούγοντας τις βροντές μιας μακρινής καταιγίδας. Χωρίς πολλές περιστροφές, εξουσιοδότησε τον Σπέερ να συντάξει ένα διάταγμα στο όνομά του για μεγάλης κλίμακας ανοικοδόμηση των κτηρίων του Βερολίνου. «Δεν ήταν όμορφο το Παρίσι;» ρώτησε τον Σπέερ. «Το Βερολίνο πρέπει να γίνει απείρως ομορφότερο. Στο παρελθόν αναρωτήθηκα αν θα ’πρεπε να καταστρέψουμε το Παρίσι, να στείλουμε τη Λουφτβάφε και να γίνει κόλαση, αλλά, όταν θα τελειώσουμε με το Βερολίνο, το Παρίσι θα ωχριά μπροστά του. Οπότε, γιατί να το καταστρέψουμε;» Ο ίδιος ο Σπέερ αναφέρει ότι τρόμαξε με το πόσο εύκολα θα μπορούσε το Παρίσι να τελειώσει εκείνη κιόλας τη βραδιά. Αν ο Χίτλερ αποφάσιζε αναλόγως, δεν υπήρχε τίποτε και κανείς να τον σταματήσει και η διαταγή θα εκτελούνταν, κατά γράμμα, χωρίς δεύτερη σκέψη. Αυτό είχε συμβεί στην περίπτωση της Βαρσοβίας, του Ρότερνταμ, της Ρουέν, και θα επαναλαμβανόταν σε τόσες ευρωπαϊκές πόλεις όπως το Κόβεντρι, το Βελιγράδι, τον Πειραιά, τα Χανιά, το Κίεβο, το Στάλινγκραντ, και τελικά αυτό το θανατικό θα αφάνιζε, μία μία, τις μεγαλύτερες γερμανικές πόλεις, με τελευταίο το Βερολίνο, το οποίο θα ερειπωνόταν τελείως.
Τελικά, ο Χίτλερ είχε άλλη μια ευκαιρία να καταστρέψει το Παρίσι, τον Αύγουστο του 1944, όταν τα αμερικανικά στρατεύματα είχαν φτάσει στα περίχωρα της πόλης και οι Γερμανοί ετοιμάζονταν να την εγκαταλείψουν. Ο διοικητής του Παρισιού, Ντίτριχ φον Κόλτιτζ, είχε λάβει προσωπική διαταγή από τον Χίτλερ να προβεί σε μεγάλης κλίμακας ανατινάξεις κτηρίων και μνημείων της πόλης, με πρώτους στόχους στον εκτενή κατάλογο τον Πύργο του Άιφελ, την όπερα, την Αψίδα του Θριάμβου και το Λούβρο. Όλα, δηλαδή, τα αξιοθέατα που ο Χίτλερ επισκέφθηκε κατά την 3ωρη περιήγηση της 23ης Ιουνίου 1940. Ευτυχώς, για την ιστορία του Παρισιού, το 1944 δεν ήταν 1940 και ο εντολοδόχος του, φον Κόλτιτζ, δεν υπάκουσε στη διαταγή.

2 Σχόλια

  1. Το χειρότερο με τη Χρυσή Αυγή είναι αυτό που παρακολουθώ τις τελευταίες μέρες. Φίλοι μου αριστεροί που είχαν κατανοήσει το λάθος τους με την εγκατάλειψη του εθνικού ζητήματος τα προηγούμενα χρόνια να επιστρέφουν στον εθνομηδενισμό εξαιτίας της χρυσής αυγής. Το ίδιο γίνεται ακόμη και με ανθρώπους που πάντα είχαν πατριωτικά αισθήματα. Μιλάνε κι αυτοί για «ελληναράδες» και ότι «ντρέπονται που είναι έλληνες» και διάφορα τέτοια. Πάνω που είχε αρχίσει να εκφράζεται ένα δημοκρατικό πατριωτικό κίνημα, άνθρωποι που μιλάνε πολύ για πατρίδα και λίγη σχέση έχουν με αυτή, άνθρωποι που περιφέρουν τα εθνικά μας σύμβολα ενώ υμνούν το χίτλερ και τον τσολάκογλου έχουν βαλθεί με τα φασιστικά καραγκιοζιλίκια τους να αναστήσουν τον εθνομηδενισμό που έχουμε φάει στη μάπα από την περίοδο του εκσυγχρονισμού κυρίως και φαινότανε να πνέει τα λοίσθια.

  2. ΘΑΝΑΣΗΣ ΤΖΙΟΥΜΠΑΣ

    Τα δίπολα ήταν και είναι πάντα μέρος της παθογένειας στις ανθρώπινες σχέσεις, σε κάθε κλίμακα. Η συμπληρωματικότητα που εξασφαλίζει ένα δίπολο στα πλάισια μιας συμπληρωματικής σχέσης / επικοινωνίας διατηρεί την ομοιόσταση όπως θα έλεγε ο παπούς ο Μάσλοου. Η πρόσφατη ιστορία μας βρίθει τέτοιων διπόλων, θυμηθείτε τον Τρεμόπουλο και τον Ψωμιάδη. Η Χρυσή Αυγή χρειάζεται απεγνωσμένα τον εθνομηδενισμό κι αυτός με την σειρά του τη Χρυσή Αυγή, δεν μπορεί να υπάρξει έξω από αυτό το δίπολο. Αν το επιχειρήσει θα πρέπει να δώσει απαντήσεις δύσκολες, οδυνηρές και μη δημοφιλέις, δηλαδή αληθείς. Είνα όπως το’ λεγε κάποτε κι ο αείμνηστος Σαρρής: «Άλλοι πουλάνε πατρίδα κι άλλοι πουλάνε την πατρίδα». Και ακριβώς για να συσκοτίσουν το αγοραίο της άποψης τους, έχουν την ανάγκη του αντίποδα που θα παίξει το ρόλο του δράκου στο παραμύθι που θα καταστήσει τους μεν ή τους δε τιμωρούς ιππότες. Τι παραπάνω δηλαδή έκανε ο Γκαίμπελς;

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*