Άρδην τ. 50-59, Άρδην τ. 52

Κατά ποίου ο λίθος του αναθέματος;

Συγγραφέας:
Σαράντος Καργάκος

Κα­νείς λο­γι­κός ἄν­θρω­πος δέν πρέ­πει νά ἐ­πι­χαί­ρει γιά τήν ἐ­πι­βε­βαί­ω­ση κά­ποι­ων δυ­σοί­ω­νων προ­βλέ­ψε­ών του. Εἰ­λι­κρι­νά θά ἤ­θε­λα νά ἔ­χω δι­α­ψευ­σθεῖ γιά αὐ­τά πού ἔ­γρα­ψα πρό 28ετίας γιά τήν μέλ­λου­σα νά πλή­ξει τή χώρα μας ἀ­λα­λί­α (λό­γω τοῦ ἐ­ξο­βε­λι­σμοῦ τῶν ἀρ­χαί­ων Ἑλ­λη­νι­κῶν καί τήν ὁ­λο­σχε­ρῆ κα­τάρ­γη­ση τῆς δι­δα­σκα­λί­ας τῶν λο­γί­ων μορ­φῶν τῆς ἑλ­λη­νι­κῆς γραμ­μα­τεί­ας) καί ἀ­νι­στο­ρη­σί­α, με­τά τήν εἰ­σα­γω­γή νέ­ων –δῆ­θεν– με­θό­δων δι­δα­σκα­λί­ας τοῦ μα­θή­μα­τος τῆς ἱ­στο­ρί­ας, μέ τήν ἀ­πό­λυ­τη κυ­ρι­αρ­χί­α τῆς λε­γό­με­νης «ἄ­νευ γε­γο­νό­των ἱ­στο­ρί­ας», μέ τήν ἐ­ξα­φά­νι­ση παν­τε­λῶς τῆς χρο­νο­λο­γί­ας, πού ἀ­πο­τε­λεῖ τή σπον­δυ­λι­κή στή­λη τῆς ἱ­στο­ρί­ας, μέ τήν κυ­ρι­αρ­χί­α τῆς ἀ­ε­ρο­λο­γί­ας, πού πα­ρου­σι­α­ζό­ταν ὡς δῆ­θεν φι­λο­σο­φί­α τῆς ἱ­στο­ρί­ας, μέ πα­ρα­πομ­πές σέ πη­γές, πού μό­νο πη­γές δέν ἦ­σαν (ἦ­σαν ἠ­με­τε­ρό­φρο­νες νε­ό­κο­ποι ἱ­στο­ρι­κοί), μ’ ἕ­ναν ἐ­πι­δερ­μι­κό προ­ο­δευ­τι­σμό πού μύ­ρι­ζε κομ­μα­τι­κή κι­νά­βρα (= μυρωδιά τράγου, «τραγίλα») σέ ἀ­κτί­να 2 χλμ, μέ ἐγ­χει­ρί­δια ἱ­στο­ρί­ας πού ἦ­σαν ὄν­τως «ἐγ­χει­ρί­δια» καί κα­τά τῆς ἑλ­λη­νι­κῆς γλώσ­σας καί γρα­φῆς καί κα­τά τῆς ἱ­στο­ρί­ας, μέ δι­δα­κτέ­α/ ἐ­ξε­τα­στέ­α ὕ­λη κομ­μέ­νη σέ φέ­τες, ἀ­πο­συν­δε­δε­μέ­νες ἀ­πό τόν λοι­πό ἱ­στο­ρι­κό κορ­μό. Μέ ὅ­λα, λοι­πόν, αὐ­τά τά ἀ­νά­πο­δα καί τά στρα­βά, ὅ­που τυ­φλοί δά­σκα­λοι (δά­σκα­λοι πού πι­στεύ­ουν στό δόγ­μα ὅ­τι «σω­στό εἶ­ναι ὅ,τι γρά­φει τό σχο­λι­κό») ὁ­δη­γοῦ­σαν μο­νό­φθαλ­μους (καί μ’ αὐ­τό ἐν­νο­ῶ τούς μα­θη­τές πού πι­στεύ­ουν στό παι­δα­γω­γι­κό ὅ­ρα­μα «νῦν ὑ­πέρ πάν­των ὁ βαθ­μός»), φθά­σα­με στό ση­μεῖ­ο νά βγοῦν ἀ­πό τά ἑλ­λη­νι­κά –τρό­πος τοῦ λέ­γειν– σχο­λεῖ­α δυ­ό γε­νι­ές ἀ­νελ­λή­νι­στων, ἀ­νι­στό­ρη­των καί ἀ­γε­ω­γρά­φη­των μα­θη­τῶν.

Εἶ­χα συ­χνά τό­τε σ’ ἐ­κεῖ­νο τό μα­κρι­νό πα­ρελ­θόν προ­ει­δο­ποι­ή­σει: «Βγά­λα­με τά Ἀρ­χαῖ­α, θά βγά­λου­με τά μά­τια μας». (Αὐ­τό ἦ­ταν τίτ­λος ἄρ­θρου μου τό 1976). Κι ἔ­πε­σαν πά­νω μου μαῦ­ρα κο­ρά­κια μέ νύ­χια γαμ­ψά (ἄλ­λο­τε ὑ­μνη­τές τῆς δι­κτα­το­ρί­ας) νά βγά­λουν τά δι­κά μου μά­τια. Εἶ­χα ἀ­κό­μη προ­ει­δο­ποι­ή­σει –σχε­τι­κά μέ τήν ἱ­στο­ρί­α–, πώς ὅ,τι πε­τᾶς ἀ­πό τό πα­ρά­θυ­ρα, θά σοῦ ἔλ­θει ἀ­πό τή ρη­μαγ­μέ­νη στέ­γη. Τήν ἱ­στο­ρί­α θά ἀν­τι­κα­τα­στή­σει ἡ πα­ρα­ϊ­στο­ρί­α. Καί τού­τη ἡ πα­ρα­ϊ­στο­ρί­α θά ἐ­ξε­λι­χθεῖ σέ ἰ­δε­ο­λο­γί­α μιᾶς ὑστε­ρικῆς πα­τρι­δο­λα­γνεί­ας. Ἀλ­λ’ ὅ­πως λέ­νε οἱ μα­θη­τές, «στοῦ κου­φοῦ τήν πόρ­τα, πά­ρε καί τήν… πόρ­τα».

Θά ἤ­μουν ὁ ἔ­σχα­τος πού θά κα­τη­γο­ροῦ­σα αὐ­τούς πού σή­με­ρα, ἀ­φοῦ δέν δι­δά­σκον­ται τί­πο­τα στό σχο­λεῖ­ο γιά τόν ἀρ­χαῖ­ο κό­σμο (ἀ­πε­ναν­τί­ας ἀ­κοῦ­νε ἤ δι­α­βά­ζουν χλευα­σμούς), στρά­φη­καν πρός μιά πα­ρα­μυ­θο­λο­γι­κή ἱ­στο­ρι­ο­γρα­φί­α πού κά­νει τόν ἑλ­λη­νι­κό κό­σμο τῆς ἀρ­χαι­ό­τη­τας ἀ­με­ρι­κανι­κό S­u­p­er­m­an. Οἱ Ἕλ­λη­νες δέν ἦ­σαν γή­ι­νοι. ἦ­σαν ἐ­ξω­γή­ι­νοι! Ὅ­ταν στούς πρώ­τους αἰ­ῶ­νες τῆς χρι­στι­α­νι­κῆς κυ­ρι­αρ­χί­ας εἶ­χε ἀρ­χί­σει ὁ σκλη­ρός ἀ­γώ­νας ἐ­ναν­τί­ον τῆς ἀρ­χαί­ας θρη­σκεί­ας καί τῶν «ἐ­θνι­κῶν», τό­τε στή συ­νεί­δη­ση τοῦ ἁ­πλοῦ λα­οῦ τό γέ­νος τῶν Ἑλ­λή­νων ταυτίστηκε μέ τό γένος τῶν γιγάντων. «Στον καιρό τῶν Ἑλλήνων», λέ­νε οἱ πα­ρά­δο­σεις πού κα­τέ­γρα­ψε ὁ Νικ. Πο­λί­της. Κι ὁ λα­ός φαν­τα­ζό­ταν τούς Ἕλ­λη­νες μέ γι­γάν­τιο ἀ­νά­στη­μα, πλά­σμα­τα ὑ­περ­φυ­σι­κά πού σή­κω­ναν δυ­να­μά­ρια κι ἔ­φτια­χναν κά­στρα μέ πέ­τρες ἀ­σή­κω­τες κι ἀ­πό βα­ροῦλ­κο.

Τό ἴ­διο συ­νέ­βη στόν πα­ρόν­τα και­ρό. Ἡ ἀρ­χαι­ο­λα­τρί­α, πού ἀ­πό πολ­λές πλευ­ρές ἦ­ταν δι­και­ο­λο­γη­μέ­νη, ἦ­ταν φυ­σι­κό νά ἐ­ξε­λι­χθεῖ σέ «οὐ­φο­λο­γί­α», ἀ­φοῦ τό μά­θη­μα τῆς ἱ­στο­ρί­ας στά ἑλ­λη­νι­κά σχο­λεῖ­α καί στά πα­νε­πι­στή­μια κα­τάν­τη­σε ἀρ­λουμ­πο­λο­γί­α. Στά σχο­λεῖ­α μας, ἐν ὀ­νό­μα­τι τῶν νέ­ων δε­ξι­ο­τή­των, ἐ­πι­βλή­θη­κε ἕ­να σύ­στη­μα ἀ­δε­ξι­ο­τή­των. Οἱ ἀν­θρω­πι­στι­κές μα­θή­σεις θυ­σι­ά­στη­καν στό βω­μό τῆς «στε­λε­χο­ποί­η­σης». Μα­ζί καί ἡ ἱ­στο­ρί­α. Ὅ,­τι, ὅ­μως –πα­ρά πάν­τα νό­μον ὀρ­θῆς ἀ­γω­γῆς– δι­ώ­κε­ται καί εἰς πῦρ βάλ­λε­ται, μυ­θο­ποι­εῖ­ται. Κι ἐ­πα­νέρ­χε­ται στή ζω­ή συ­χνά ὡς βρυ­κό­λα­κας. Αὐ­τά πού σή­με­ρα προ­βάλ­λον­ται ὡς νέ­ες με­λέ­τες, ὡς νέ­ες ἀ­να­ζη­τή­σεις, ὡς νέ­ες ἀ­να­κα­λύ­ψεις πε­ρί ἀρ­χαί­ου κό­σμου, καρ­ποί με­λέ­της κα­λο­προ­αί­ρε­των συ­χνά ἐ­ρασιτεχνῶν, εἶ­ναι μιά νέ­α μυ­θο­λο­γί­α πού ἔ­χει πνευ­μα­τι­κό πα­τέ­ρα τόν Νταί­νι­κεν. Τό γε­γο­νός ὅ­τι ὁ εὐ­φυ­ής αὐ­τός Ἐλ­βε­τός ξε­νο­δό­χος ἔ­γι­νε μέ τά βι­βλί­α του ζάπλου­τος, κά­νει πολ­λούς νά πι­στεύ­ουν ὅ­τι, μέ τίς πε­ρί­ερ­γες ἀ­φη­γή­σεις τους πε­ρί ἀρ­χαί­ων Ἑλ­λή­νων, θά ἀ­πο­κτή­σουν τά πλού­τη τῶν χρυ­σο­φό­ρων Μή­δων. Ὅ­λη ἡ ἀ­με­ρι­κα­νι­κή μυ­θο­λο­γί­α –κυ­ρί­ως διά τῆς τη­λο­ψί­ας– με­τα­φέ­ρε­ται ἔν­τε­χνα στήν Ἑλ­λά­δα, γιά τή δι­α­μόρ­φω­ση μιᾶς νέ­ας ἰ­δε­ο­λο­γί­ας, μέ στό­χο τήν ἀ­πο­κο­πή τῶν Ἑλ­λή­νων ἀ­πό τή ζῶ­σα πα­ρά­δο­ση, ἀ­πό τίς δυ­νά­μεις ἐ­κεῖ­νες πού τόν γέ­μι­ζαν θέ­λη­ση καί καρ­τε­ρί­α στά χρό­νια τῆς δου­λεί­ας, γιά νά φθά­σει ὡς τόν ἀ­γῶ­να τῆς πα­λιγ­γε­νε­σί­ας. Δέν πα­ρα­γνω­ρί­ζω ὅ­τι αὐ­τό εἶ­ναι καί μιά ἀν­τί­δρα­ση πρός ἕ­να μι­σαλ­λό­δο­ξο χρι­στι­α­νι­κό πνεῦ­μα, πού ὑ­πάρ­χει ἀ­κό­μη σέ κά­ποι­ος κύ­κλους θρη­σκευ­ό­με­νων, οἱ ὁ­ποῖ­οι βλέ­πουν τήν ἀρ­χαί­α σο­φί­α, τήν ἀρ­χαί­α λο­γο­τε­χνί­α ὡς σκέ­τη ἁ­μαρ­τί­α. Ὡς κα­θη­γη­τής εἶ­χα ἀν­τι­με­τω­πί­σει πολ­λά τέ­τοι­α πε­ρι­στα­τι­κά, ἄλ­λο­τε φαι­δρά καί ἄλ­λο­τε τρα­γι­κά.

*­**

Φαι­νό­με­να πα­ρα­ϊ­στο­ρίας καί πα­ρα­μυ­θο­λο­γί­ας εἴ­χα­με καί στό πα­ρελ­θόν, ἀλ­λά τό­τε ὑ­πῆρ­χαν ἄν­θρω­ποι πού ἤ­ξε­ραν γε­ρά ἑλ­λη­νι­κά καί ἤ­ξε­ραν νά ἀ­παν­τοῦν ἀ­πο­στο­μω­τι­κά. Σή­με­ρα ἡ ἀρ­χαι­ο­γνω­σί­α θε­ω­ρεῖ­ται σχε­δόν ἁ­μαρ­τί­α. Κι ἦ­ταν φυ­σι­κό νά συμ­βεῖ αὐ­τό. Καί ἀ­πό μιά ἄ­πο­ψη τό θε­ω­ρῶ ἔκ­φρα­ση ὑ­γεί­ας τοῦ λα­οῦ μας, πού δι­ψᾶ νά μά­θει ὅ,τι ἐ­πί τρεῖς δε­κα­ε­τί­ες τοῦ ἔ­κρυ­βαν και τοῦ κρύβουν οἱ ἀρ­χαι­ο­μά­σα­γες πού ἐ­λέγ­χουν τήν παι­δεί­α μας. Ὅ­ταν οἱ ἐ­πί­ση­μοι φι­λό­λο­γοι καί ἱ­στο­ρι­κοί, ἀν­τί νά παί­ξουν τό ρό­λο τοῦ Λε­ω­νί­δα, ἔ­παι­ξαν τό ρό­λο τοῦ Ἐ­φιά­λτη, ἦ­ταν φυ­σι­κό τή φύ­λα­ξη τῶν Θερ­μο­πυ­λῶν νά τήν ἀ­να­λά­βουν ἐ­ρα­σι­τέ­χνες, οἱ πε­ρισ­σό­τε­ροι ἀ­πό ἀ­νυ­στε­ρο­βου­λί­α, λί­γοι ἀλ­λά εὐ­φυ­έ­στε­ροι ἀ­πό ὑ­στε­ρο­βου­λί­α, γιά νά με­τα­τρέ­ψουν τήν ἀρ­χαι­ο­λα­τρί­α σέ ἰ­δε­ο­λο­γί­α ἑ­νός κε­νοῦ πα­τρι­ω­τι­σμοῦ, πού στρέφεται κατά των ὑπαρκτῶν στηριγμάτων τοῦ παρόντος Ἑλληνισμοῦ, ἑ­νός πα­τρι­ω­τι­σμοῦ κα­μου­φλα­ρι­σμέ­νου μέ ἕ­να «πα­σπά­λι­σμα» ψευ­δο­πα­γα­νι­σμοῦ. Ἔ­χει γε­μί­σει ἡ χώ­ρα μας ἀ­πό ἑλ­λη­νο­λά­τρες χω­ρίς οὐ­σι­α­στι­κή ἑλ­λη­νι­κή κα­τάρ­τι­ση, χω­ρίς γνώ­ση «γε­ρῶν Ἑλ­λη­νι­κῶν», χω­ρίς ἐν­βί­ω­ση τῆς συ­νέ­χειας πού κά­νει τήν ἀρ­χαι­ό­τη­τα νά εἶ­ναι πα­ροῦ­σα καί στόν πα­ρόν­τα και­ρό. Γιά πα­ρά­δειγ­μα, τό βα­θύ μυ­στή­ριο τοῦ ἀρ­χαί­ου θε­ά­τρου δέν βι­ώ­νε­ται μέ τις –συ­νή­θως γε­λοῖ­ες– πα­ρα­στά­σεις πού βλέ­που­με κα­τά τή ρα­στώ­νη τοῦ κα­λο­και­ριοῦ στά ἀρ­χαῖα θέ­α­τρα, βι­ώ­νε­ται μέ­σα στό βα­θύ μυ­στή­ριο τῆς λει­τουρ­γί­ας πού τε­λεῖ­ται στούς χρι­στι­α­νι­κούς να­ούς.

Θά μοῦ ἦ­ταν εὔ­κο­λο νά μι­λή­σω γιά τήν αὐ­τάρ­κεια τῆς ἀ­μά­θειας, γιά ἐ­πά­νο­δο, ἀ­πό ἄλ­λους δρό­μους, στό χῶ­ρο τῆς μα­γεί­ας καί τῆς μαγ­γα­νεί­ας, γιά μου­μι­ο­ποί­η­ση τῆς ἀρ­χαι­ό­τη­τος, γιά ἀ­πο­σύνδε­ση τῶν ἀρ­χαί­ων ἀ­πό τόν ἑ­αυ­τό τους καί τήν συ­νταύτι­ση πρός τούς μυ­θι­κούς γερ­μα­νι­κούς ἥ­ρω­ες, τό ἔν­ζυ­μο τῆς βαγ­κνε­ρι­κῆς ἰ­δε­ο­λο­γί­ας τοῦ γερ­μα­νι­κοῦ ὑ­πε­ραν­θρω­πι­σμοῦ, πού ἐκ­φρά­στη­κε πο­λι­τι­κά μέ τό κί­νη­μα τοῦ χιτ­λε­ρι­κοῦ ἐ­θνι­κο­σο­σι­α­λι­σμοῦ. Δέν ἀ­πο­κλεί­ε­ται καί ἐ­δῶ, ἐ­ν’ ὀ­νό­μα­τι τῆς προ­στα­σί­ας τῶν ἀρ­χαί­ων, νά ἐμ­φα­νι­σθεῖ ἕ­να κί­νη­μα «ἐ­θνι­κῆς σω­τη­ρί­ας» μέ φα­σί­ζου­σες τά­σεις, πού φυ­σι­κά θά πά­ρει δι­α­στά­σεις, ὅ­ταν καί στή λοι­πή Εὐ­ρώ­πη ἐμ­φα­νι­σθοῦν ἀ­νά­λο­γες τά­σεις, λό­γω τοῦ ἰ­σο­πε­δω­τι­κοῦ ὁδο­στρω­τη­ρι­κοῦ σχε­δια­σμοῦ τῶν χαρ­το­γι­α­κά­δων πού κα­τοι­κο­ε­δρεύ­ουν στίς Βρυ­ξέλ­λες καί οἱ ὁ­ποίοι κά­νουν «κλω­τσο­σκού­φι» τίς εὐ­αι­σθη­σί­ες τῶν λα­ῶν πού δου­λεύ­ουν γι’ αὐ­τούς, ἐ­νῶ αὐ­τοί «δου­λεύ­ουν» τούς λα­ούς.

Δέν μπο­ρῶ νά εἶ­μαι κα­τή­γο­ρος ὅλων αὐ­τῶν τῶν ἀρ­χαι­ο­μα­νῶν, πού σπεύ­δουν μέ τό ὑ­στέ­ρη­μά τους νά ἀ­γο­ρά­σουν ἕ­να βι­βλί­ο πε­ρί ἀρ­χαι­ό­τη­τας, ὅ,­τι κι ἄν λέ­ει αὐ­τό, γιά νά μά­θουν αὐ­τά πού δέν δι­δά­χθη­καν στά σχο­λεῖ­α καί στά πα­νε­πι­στή­μια. Δέν κα­τη­γο­ρῶ οὔ­τε καί τό πά­θος με­ρι­κῶν, ὅ­ταν αὐ­τή τή στιγ­μή τό με­γα­λύ­τε­ρο μέ­ρος τῆς παγ­κό­σμιας ἰ­στο­ρι­ο­γρα­φί­ας πού ἀ­φο­ρᾶ στήν ἀρ­χαί­α Ἑλ­λά­δα, ἔ­χει με­τα­βλη­θεῖ σέ πρω­κτο­λο­γί­α. Τό μέ­γα πρό­βλη­μα πού ἀ­πα­σχο­λεῖ τή πα­νε­πι­στη­μια­κή ἱστο­ρι­ο­γρα­φί­α Εὐ­ρώ­πης καί Ἀ­με­ρι­κῆς εἶ­ναι το ἄν οἱ Ἀρ­χαῖ­οι Ἕλ­λη­νες ἦ­σαν… ὁ­μο­φυ­λό­φι­λοι! Λές κι ἦ­ταν θέ­μα πρω­κτοῦ ἡ ἐ­πο­ποι­ί­α τοῦ Ἀ­λε­ξάν­δρου, ἡ νί­κη στή Σα­λα­μί­να, ἡ κα­τα­σκευ­ή τοῦ Παρ­θε­νῶ­νος καί ἡ θυ­σί­α τῶν Θερ­μο­πυ­λο­μά­χων.

Ὅ­ταν, λοι­πόν, ἕ­νας λα­ός ἀ­μύ­νε­ται γιά νά σώ­σει ὅ,τι νο­μί­ζει πώς τόν ἔ­χει σώ­σει, εἶ­ναι φυ­σι­κό νά φθά­νει ὡς τήν ὑ­περ­βο­λή. Δέν ἀ­πο­κλεί­ε­ται ὅ­μως καί ἀ­πό τήν ὑ­περ­βο­λή αὐ­τή κά­τι κα­λό νά βγεῖ: νά ξα­να­γυ­ρί­σου­με στή με­λέ­τη τῶν ἀρ­χαί­ων ἀ­πό τό πρω­τό­τυ­πο (οἱ πε­ρισ­σό­τε­ρες με­τα­φρά­σεις, ἑλ­λη­νι­κές καί ξέ­νες, εἶ­ναι πα­ρα­φρά­σεις) καί νά δοῦ­με, ὅ­ταν κα­τα­λα­γιά­σει ὁ σά­λα­γος, τά πράγ­μα­τα πιό νη­φά­λια. Γνω­ρί­ζω ἀν­θρώ­πους τοῦ λα­οῦ πού αὐ­τή τή στιγ­μή με­λε­τοῦν μέ βο­η­θή­μα­τα τόν Νόν­νο (πού δέν νο­μί­ζω ὅ­τι ἔ­χει δι­δα­χθεῖ ποτέ σέ πα­νε­πι­στή­μιο), τά «Ἀρ­γο­ναυ­τι­κά» τοῦ Ἡ­λι­ο­δώ­ρου, τά «Θραύ­σμα­τα» τοῦ Ἡ­ρακλείτου καί τῶν προ­σω­κρα­τι­κῶν.

Ἄν, λοι­πόν, πρέ­πει νά ρί­ξου­με κά­ποι­ο λί­θο ἀ­να­θέ­μα­τος, ἄς μήν τόν ρί­ξου­με στούς «οὐ­φο­λό­γους», ἀλ­λά σέ κεί­νους πού ἔ­δι­ω­ξαν τήν ἱ­στο­ρί­α μας ἀ­πό τά σχο­λεῖ­α, σέ κεί­νους πού τήν σπι­λώ­νουν μέ­σω τῆς ἔν­τυ­πης καί τῆς ἠ­λε­κτρο­νι­κῆς δη­μο­σι­ο­γρα­φί­ας, σέ κεί­νους πού ἐ­πι­με­λῶς ἀ­πο­κρύ­πτουν, συγ­κα­λύ­πτουν καί κυ­ρι­ο­λε­κτι­κά θά­βουν κά­θε βι­βλί­ο ἱ­στο­ρί­ας πού δέν κι­νεῖ­ται στή γραμ­μή τῆς παγ­κο­σμι­ο­ποι­η­μέ­νης ὑ­πο­τέ­λειας. Δέν θέ­λω οὔ­τε νά μι­λῶ προ­σω­πι­κά. Ἄς μοῦ συγ­χω­ρε­θεῖ ὅ­μως τού­τη τή φο­ρά νά μι­λή­σω γιά μιά προ­σω­πι­κή μου πε­ρί­πτω­ση: Στίς 2 Δε­κεμ­βρί­ου τοῦ 2004 κυ­κλο­φο­ρή­θη­κε ἕ­να ἔρ­γο μου, ἡ τρί­το­μη «Ἱ­στο­ρί­α τῶν Ἀρ­χαί­ων Ἀθηνῶν». Ἔρ­γο γραμ­μέ­νο μέ Θου­κυ­δί­δει­ο πνεῦ­μα. Πό­σο τό εἴ­δα­τε νά προ­βάλ­λε­ται στά κρα­τι­κά καί στά ὑ­περ­κρα­τι­κά κα­νά­λια; Πό­σο μί­λη­σαν γιά τό ἔρ­γο αὐ­τό οἱ «φί­λοι» μου δη­μο­σι­ο­γρά­φοι (κά­πο­τε μα­θη­τές μου) πού ἀν­τα­γω­νί­ζον­ταν ἄλ­λο­τε ποι­ός θά μέ «πρω­το­βγά­λει», τά­χα γιά νά μά­θουν, ἄν ὁ Ἀ­λέ­ξαν­δρος ἦ­ταν g­ay! Φυ­σι­κά, ἄν ἔ­γρα­φα κι ἐ­γώ ὅ­τι τό με­γα­λύ­τε­ρο προ­σόν τοῦ Πε­ρι­κλῆ ἦ­ταν ὁ πρω­κτός του, καί ὅ­τι οἱ Τρι­α­κό­σιοι τῶν Θερ­μο­πυ­λῶν ἦ­σαν ὁ­μο­φυ­λό­φι­λοι, θά γι­νό­ταν χα­λα­σμός. Καί τό­τε θά βα­φτι­ζό­μουν κι ἐ­γώ ἀ­πό τούς «κε­κρά­κτες» τῆς χούν­τας… «προ­ο­δευ­τι­κός»!

Ἡ πρό­τα­σή μου εἶ­ναι ἁ­πλῆ: νά ἐ­φαρ­μο­σθεῖ ἡ ἀρ­χή τοῦ Ἡ­ρα­κλεί­του μέ κά­ποι­α πα­ραλ­λα­γή, ἀ­φοῦ ἡ Ἔ­φε­σος πιά ἔ­χει γί­νει τουρ­κι­κή: «Ἄ­ξιον Ἐ­φε­σί­οις ἡ­βη­δόν ἀ­πάγ­ξα­σθαι πᾶσι/ καί τοῖς ἀ­νή­βοις τήν πό­λιν κα­τα­λι­πεῖν/ οἵ­τι­νες Ἑρ­μό­δω­ρον ἄν­δρα ἑ­ωυ­τόν ὀ­νήι­στον ἐ­ξέ­βα­λον» (= Θά ‘ξι­ζε ὅ­λοι οἱ Ἐ­φέ­σιοι, ἀ­πό τήν ἐ­φη­βι­κή ἡ­λι­κί­α καί πά­νω, νά πᾶ­νε γιά κρέ­μα­σμα καί ν’ ἀ­φή­σουν τήν πό­λη στά παι­διά. Δι­ό­τι ἐ­ξό­ρι­σαν τόν Ἑρ­μό­δω­ρο, τόν πιό χρή­σι­μο ἀ­π’ ὅ­λους). Ὁ δι­κός μας Ἑρ­μό­δω­ρος ἦ­ταν τ’ Ἀρ­χαῖ­α καί ἡ Ἱστο­ρί­α μας.

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*