Άρδην τ. 50, Άρδην τ. 50-59

Καππαδοκία

Συγγραφέας: Μανώλης Εγγλέζος Δεληγιαννάκης
Το ταξι ηταν στην ώρα του. Εγώ όχι. Φόρτωσα τα μπαγάζια, πήγα και τον Ιορδάνη μέχρι το σχολείο. “Εσύ είσαι ο πρώτος που δικαιούσαι να έρθεις στην Καππαδοκία”, του είπα.

Ένα παιδί 4,5 χρονών, που κουβαλάει, μαζί με το όνομά του το βαφτιστικό, τους καημούς και τις αγωνίες τεσσάρων πια γενεών μακριά από την Πατρίδα. Δεν ξέρει ακόμα αλλά υποψιάζεται. “ΑΕΚ σημαίνει προσφυγιά ξεριζωμένη” λέει στους γέρους στις παιδικές χαρές που τον πειράζουν για το ποδόσφαιρο. “Εσύ είσαι ο δεύτερος Ιορδάνης που βαφτίστηκε στην προσφυγιά. Ο πρώτος ήταν ο παππούς σου. Κι αυτός ανάστησε τον δικό του παππού, που ήταν ο τελευταίος της οικογένειάς μας που βαφτίστηκε στην Καππαδοκία”.

“Γιατί να μην έρθω και εγώ μπαμπά;” “Έχεις σχολείο. Αλλά μια μέρα θα πάμε παρέα”. “Καλό ταξίδι, φιλιά στα παιδιά”.

Η κίνηση στο ποτάμι δε μας εμπόδισε. Το αεροδρόμιο το αφήσαμε πίσω μας δίχως νοσταλγία. Στην Πατρίδα πηγαίνουμε. Αλλαγή στην Κωνσταντινούπολη, τρεις ώρες βόλτες στο “Κεμάλ Ατατούρκ”. Από το “Ελευθέριος Βενιζέλος” στο “Κεμάλ Ατατούρκ”… Οι συμβολισμοί γίνονται αυτόματα δίχως σκέψη, μηχανικά. Όμως μελαγχολία δε μ’ έπιασε. Έχω περιέργεια, αγωνία τι θα βρω, πως θα το βρω, για μένα το ρολόι έχει σταματήσει στο ’24, μόνο για μένα όμως. Η πατρίδα συνεχίζει δίχως εμάς, ογδόντα χρόνια τώρα.

Καισάρεια. Ενώ το αεροδρόμιο στην Πόλη λεγόταν “Χαβαλιμάνι”, εδώ λέγεται “Χαβααλάνι”. Από το πούλμαν κοιτάζω μια σύγχρονη πόλη, μεγάλες πολυκατοικίες, φαρδιές λεωφόροι. Τίποτα δε μοιάζει μ’ αυτό που άφησαν εκείνοι πριν 80 χρόνια, εικόνες ασπρόμαυρες ξεθωριασμένες, ζωντανές όμως στην καρδιά κάποιου που τις έζησε μέσα από τις διηγήσεις μιας γιαγιάς που άφησε παιδί την Πατρίδα.

Αφήσαμε το δρόμο προς Άβανος και στρίψαμε για Προκόπι. Η Σινασός είναι 5 χιλιόμετρα πιο πέρα. Ήτανε βράδυ όταν φτάσαμε, και το ξενοδοχείο ήταν περιποιημένο και γραφικό. Η Σινασός έχει το προνόμιο για τους ανταλλαγμένους της να μην έχει αλλάξει ακόμα. Οι πρώτοι που ξαναγύρισαν βρήκαν ακριβώς τα σπίτια τους, πριν ακόμα αρχίσει να αναπτύσσεται τουριστικά η περιοχή.

Κι εγώ, πρώτο βράδυ στον χώρο της ουτοπίας μου, του παραμυθιού μου, αμήχανος και απορημένος να κοιτάζω, ν’ ακούω, να προσπαθώ να καταλάβω. Ένα χωριό με πολλά σπίτια, με τα ελληνικά αρχοντικά που το ’24 άλλαξαν χέρια, έμειναν όμως να θυμίζουν σ’ όλους πως μέχρι τότε το Μουσταφαπασά λεγόταν Σινασός, σκηνές χωριών μας της δεκαετίας του ’60, παιδιά στους δρόμους και παντού οι σημαίες οι τούρκικες και οι γιγαντοαφίσες του Κεμάλ.

Το πρώτο βράδυ ήταν πολύ ήσυχο κι ο ύπνος που μας αγκάλιασε βαθύς και ξεκούραστος. Ήταν άραγε η αίσθηση ότι 80 χρόνια μετά ξαναγυρίζω;

21 Μαΐου

Η λειτουργία θα άρχιζε στις 9. Στην εκκλησία τα κουφώματα είχαν μόλις μπει στις περισσότερες τρύπες που ήταν κάποτε παράθυρα. Οι τοίχοι γυμνοί, στις κολώνες κάποια τσέρκια είχαν ξεχωρίσει μέσα από τον ξεφτισμένο σοβά. Μια ξύλινη σκάλα είχε τοποθετηθεί για να οδηγήσει στο γυναικωνίτη. Πάτωμα υπήρχε, όχι όπως στον Ταξιάρχη στα Μοσχονήσια. Ο Πατριάρχης τελούσε τη θεία λειτουργία ανήμερα των Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης στον ναό που γιόρταζε. Μαζί του ο Πατριάρχης Ρουμανίας. Το ποίμνιο, προσκυνητές από την Ελλάδα και Ρωμιοί της Πόλης, προσπαθούσε να παρακολουθήσει την ακολουθία εν μέσω περίεργων Γάλλων, τηλεοπτικών συνεργείων, Τούρκων που μπαινόβγαιναν.

Στη θέση των ντόπιων Ρωμιών, τα παιδιά και τα εγγόνια κάποιων από αυτούς που έφυγαν τότε, σ’ έναν ρόλο διπλό, ντόπιοι και μουσαφίρηδες ταυτόχρονα, ιδιότητες που πάλευαν μέσα τους όπως πάλευαν οι μνήμες να βγουν στην επιφάνεια. Πώς να ήταν άραγε η τελευταία λειτουργία πριν την Ανταλλαγή; Ποιο βουβό κλάμα, ποιο δισταγμό κρατούσαν μέσα τους αυτοί που θα έφευγαν για πάντα την άλλη μέρα, που ήξεραν ότι δεν θα ξαναγυρνούσαν; Οι Σινασίτες ίσως ήταν οι μόνοι που δεν είχαν αυταπάτες, γι’ αυτό μπόρεσαν να οργανώσουν τόσο καλά την αποχώρηση και την εγκατάστασή τους στην Παλαιά Ελλάδα.

Μετά τη λειτουργία οι αρχές παρέθεσαν γεύμα σε ξενοδοχείο της περιοχής. Ιερωμένοι, Σινασίτες σημερινοί και ανταλλαγμένοι, η ασφάλεια του Πατριάρχη. Και μετά τα πρώτα υπόσκαφα. Άγιος Βασίλειος, Αζίζ Βασίλειος. Μια εκκλησία λαξεμένη στον μαλακό βράχο σε μια πλαγιά του φαραγγιού της Σινασού. Τα σκαλιά φαγωμένα στη μέση, οι εικόνες, όσες υπάρχουν, ξεχωρίζουν από τη φθορά του χρόνου. Δεν καταλαβαίνεις που βρίσκεται αν δε συνειδητοποιήσεις ότι για να φτιαχτεί αυτό που βλέπεις, οι τεχνίτες δεν ύψωσαν, δεν έχτισαν: γκρέμισαν με τέχνη τρυπώντας το βουνό, κι άδειασαν τον χώρο που εσύ βλέπεις σα δωμάτιο. Του άφησαν κολώνες, τοίχους, καμάρες βγάζοντας όγκους μπάζα κι αφήνοντας τα απαραίτητα.

Κι αυτό για αιώνες, σ’ όλη την Καππαδοκία.

Σήμερα τα καταφύγια αυτά έγιναν τούρκικα αξιοθέατα. Τα επισκέπτονται δυο λογιών τουρίστες. Αυτοί που ξέρουν, κι αυτοί που δεν ξέρουν. Οι πρώτοι μπαίνουν μέσα με καημό, ψάχνουν να βρουν τις γωνιές που κάθονταν οι παππούδες τους, αφουγκράζονται την αγωνία των πληθυσμών που ζούσαν εδώ για μήνες δίχως να βγουν έξω, από το φόβο των επιδρομών, και πολλοί χώνονται σε κάποια γωνιά και κλαίνε σιωπηλά. Οι άλλοι θαυμάζουν την τέχνη των πολιτισμών της Τουρκίας, και επιστρέφοντας θα λένε ότι στα βάθη της Τουρκίας υπάρχουν αξιοθέατα που αξίζει κανείς να επισκεφτεί.

Ο Άη Βασίλης έδωσε σάρκα και οστά σ’ αυτά που άκουγα αλλά ήταν αδύνατο να νιώσω πριν το δω. Κι ας ήταν η πιο απλή επίσκεψη σε τρωγλοδυτικό οίκημα της Καππαδοκίας.

Το δείπνο ήταν ξεχωριστό. Στον οντά του “Old Greek House”, του παλιού αρχοντικού που τώρα είναι ξενοδοχείο. Πάλι οι αρχές, οι Πατριάρχες, η ασφάλειά τους και τρεις από μας, σε χαμηλά τραπέζια, στρογγυλά, καθισμένοι οκλαδόν σε μαξιλάρια. Νόστιμοι μεζέδες, ευγένεια που περισσεύει απ’ όλες τις πλευρές, συνεννόηση με νεύματα. Πως κι εγώ δεν ξέρω πια τα Τούρκικα που μιλούσε η γιαγιά η Ευγενία, η προγιαγιά η Χαρίκλεια; Λίγες κουβέντες στα Ελληνικά με ένα Ρουμάνο Ιερωμένο, και τίποτε άλλο. Ως επισκέπτες, οι Ρουμάνοι φορούσαν τα ράσα. Γιατί οι ντόπιοι ιερείς δεν επιτρέπεται, μόνο ο αρχηγός του δόγματος μπορεί να το φορέσει. Η Εκκλησία μας στη Μικρά Ασία και στην Πόλη, πουκάμισο δίχως κορμί, να το φορέσει, με “πάλαι ποτέ εκλάμψασες μητροπόλεις” και ορφανή από ποίμνιο, περιμένει τους εξ Ελλάδος εκδρομείς να γεμίσουν τις εκκλησίες. Κι αν δεν είχε γίνει η ανταλλαγή; Κι αν είχαμε νικήσει το ’22;

Το βράδυ είχε εκδηλώσεις με μουσική και χορευτικά φεστιβάλ. Ένα πανό στα Τούρκικα, με τις δυο σημαίες, καλωσόριζε τους Έλληνες φίλους. Στην αρχή ένα μικρό χορευτικό και μετά ένα μεγάλο, χόρεψαν χορούς της Ανατολής. Σκοποί οικείοι, τα βήματα διαφορετικά, όταν όμως άρχισε να χορεύει κι ο κόσμος, δεν ήταν δύσκολο να μπει κανείς στις φόρμες τις δικές τους. Άραγε έτσι χόρευαν και πριν το ‘24; κι οι δικοί μας, αυτά χόρευαν ή άλλα; Το σάζι είναι το κεντρικό όργανο, ενώ στην ορχήστρα που έπαιζε υπήρχε ακόμα γιαϊλί ταμπούρ, νέυ, νταϊρές, νταούλι. [ ]

22 Μαΐου

Τελικά εδώ κάνουμε βαθύ και ξεκούραστο ύπνο. Οι λίγες ώρες μας έφτασαν καθώς σηκωθήκαμε για το Προκόπι. Παζάρι. Λαϊκή αγορά δηλαδή, όπως κι αυτές στον Πειραιά. Αν περιμέναμε τίποτα πιο εξαιρετικό δεν το βρήκαμε κι ούτε έπρεπε να το βρούμε. Μετά αρχίσαμε την περιήγηση στους κώνους. Ορταχισάρ, Ουτσχισάρ. Χισάρ νομίζω είναι το κάστρο. Το πρώτο το είδαμε απ’ έξω μόνο, γίνονται εργασίες συντήρησης. Στον δρόμο για το δεύτερο, περάσαμε από την κοιλάδα των περιστεριών. Είχε πολλά περιστέρια στην Καππαδοκία, οι κάτοικοι λαξεύανε και περιστερώνες στον βράχο. Τα θέλανε γιατί με τις αποβολές τους προσέφεραν καλό λίπασμα, απαραίτητο σε μιαν άνυδρη περιοχή σαν κι αυτή.

Στο Ουτσχισάρ είδαμε το κάστρο. Λαξεμένο κι αυτό, με διόδους και επίπεδα, κλειστά τα περισσότερα. Ανεβήκαμε στην κορυφή. Η απαραίτητη τούρκικη σημαία δέσποζε κι εδώ. Γύρω γύρω μαγαζάκια με όνυχα, χαλιά, παλαιοπωλεία, τουρίστες να μπαινοβγαίνουν. Κι εμείς τι είμαστε, τουρίστες ή προσκυνητές;

Το μεσημέρι βόλτα στο Προκόπι. Η νέα κι η παλιά πόλη. Μπαίνουμε σ’ ένα μαγαζί και ο ιδιοκτήτης μας ρώτησε αν είμαστε από τη Λάρισα, από το χωριό που φτιάξανε εκεί οι Προκοπιείς. Μιλούσε με προσποιητή νοσταλγία για τους Ρωμιούς και τη φιλία των λαών, ένιωθες όμως ότι αυτό που τον ένοιαζε ήταν να πουλήσει.

Κεμπαμπτζίδικο στο Προκόπι. Πολύ νόστιμο κρέας, σις κεμπάμπ, τας κεμπάμπ και αϊράνι. Ο ξεναγός μας γνώρισε σ’ ένα ζευγάρι, η κοπέλα ετοίμαζε το διδακτορικό της στην αρχιτεκτονική, στο Πολυτεχνείο της Καισαρείας. Το θέμα: “Οι κατεστραμμένες εκκλησίες των Ρωμιών”. Ψάχνει για φωτογραφίες που μπορεί να έχουμε από τότε. Από αυτούς που έφυγαν και τις πήραν μαζί τους, να τις κοιτάζουν στην προσφυγιά και να θυμούνται, να τις δείχνουν στα παιδιά και στα εγγόνια τους. «Θα κοιτάξουμε, έχουμε και υπόψη μας κάποιους να ρθεις σε επαφή». Και μετά στο ζαχαροπλαστείο, τουλούμπες και καζάν ντιπί και πίσω στη Σινασό.

Το βράδυ κάτσαμε στη βεράντα ενός άλλου ξενοδοχείου. Ο ιδιοκτήτης ανταλλάξιμος από Καστοριά, 2η γενιά. Μ’ αρέσει πως γεμίζουν τη βεράντα με χαλιά και μαξιλάρες, χαμηλά τραπέζια, και εμείς να καθόμαστε οκλαδόν με το ποτήρι του τσαγιού ή το φλυντζάνι του καφέ μπροστά μας. Η Βάσω έβαλε αρχή στο χορό, ο Στέργιος έφερε το νταϊρέ και τα κουτάλια, αλλά το γλέντι τελείωσε νωρίς. Βγήκαμε για βόλτα στο χωριό. Φτάσαμε μέχρι το “Old Greek House”, κι ο Σουλεϊμάν μας καλοδέχτηκε. Γενη ρακί στο αίθριο, την αυλή του ρωμέικου σπιτιού. Και μετά με την παρέα του ιδιοκτήτη απάνω, στον ίδιο οντά που φάγαμε με τον Πατριάρχη, για μουσική και λίγο χορό. Η Τζένη και η Αλεξάντρα οι μόνες γυναίκες σε μιαν αντρική παρέα, ένα συμπαθητικό παιδί να παίζει σάζι κι ένας δυο να χορεύουν. Φεύγοντας, ο Σουλεϊμάν μας ζήτησε να ερχόμαστε όποτε θέλουμε, και εμείς πήραμε το δρόμο για την πλατεία. Οι ιδιοκτήτες του χτεσινού μαγαζιού είχαν τελειώσει μόλις και κάθονταν έξω πίνοντας. Μας κάλεσαν για κέρασμα. Συνέχεια με γενη ρακί. Και μεζέδες. Και κουβέντα, ανταλλάξιμοι και αυτοί από την Καστοριά. Δεν μιλούσαν όμως ελληνικά εκεί. Μιλούσαν σλάβικα, και θεωρούσαν ότι είναι ελληνικά. Στην παρέα κι ένας βετεράνος της εισβολής στην Κύπρο.

23 Μαΐου

Κυριακή πρωί και θα ξεκινήσουμε τη γνωριμία με τη Σινασό. Ο αρχηγός μας γυρίζει στις γειτονιές. Περπάτημα, τα σπίτια των Ρωμιών ένα ένα, αρχοντικά πανέμορφα που μοιάζουν να κοιτούν κι αυτά εμάς που τα περιεργαζόμαστε μήπως βρουν ανάμεσά μας κάποιον απ’ αυτούς που τ’ άφησαν ορφανά το ’24.

Και πιο μελαγχολικό, πιο τραγικό, το σπίτι του Πιγγόπουλου, που δεν πρόλαβε να κατοικηθεί, που ο ιδιοκτήτης του το τελείωσε και το άφησε για να φύγει ανταλλαγμένος στην Παλαιά Ελλάδα.

Πριν ξεκινήσουμε, είχε προηγηθεί μια λεπτομερής αναφορά από τον αρχηγό στην ιστορία της Σινασού, μια περιγραφή που έκανε τα μέρη που πατούσαμε να φαίνονται γνωστά, ακόμα και για αυτούς που ερχόμαστε πρώτη φορά στην Καππαδοκία. Κάπαλος, Βραχτές, Άγιος Αιμιλιανός, Λουλάς, Γαβράς, Γενί Μαχαλά, στάση από σπίτι σε σπίτι, τα υπέρθυρα με τις επιγραφές, τη χρονολογία χτισίματος. Σημαντικό να ξέρεις το χωριό σου έστω κι αν πέρασαν 80 χρόνια, κυρίως όταν δεν μπορείς να το επισκεφτείς στο μεταξύ. Και τ’ άλλα χωριά της Καππαδοκίας; τα ξέρουμε; τα κρατήσαμε κάπου στη μνήμη; Η καρδιά αυτών που έφυγαν από δω τα είχε ολοζώντανα μπροστά της. Κι ούτε χρειαζόταν χάρτες και φωτογραφικές αποτυπώσεις. Αλλά η δεύτερη γενιά; Τα άκουγε κι ήταν σα να τα ξέρει κι αυτή, σπαράγματα μνήμης και απέραντης αγάπης. Η δεύτερη γενιά όμως δεν είχε να μεταδώσει παρά μόνο μνήμες, όχι βιώματα. Κι εκεί φάνηκε πόσο επικίνδυνη ήταν η απώλεια του χώρου, η διακοπή της συνέχειας μέσα στο χάος της πρωτεύουσας.

Το λεωφορείο μας πήγε μέχρι την άκρη του χωριού. Με τα πόδια ανηφορίσαμε στον Αη Νικόλα. Το παρεκκλήσι του Αγίου Στεφάνου το συναντήσαμε πρώτο, όλα τα δείχνουν κίτρινες πινακίδες με μαύρα γράμματα, στα χρώματα των σημαιών της εκκλησίας μας με τον δικέφαλο, αλλά και της ΑΕΚ[ ]. Ο Αη Νικόλας λαξεμένος στο βράχο, τέλεια λάξευση, “αρτιότητα καμπύλης και αρτιότητα κλίσεως”, όπως μας εξήγησε ο αρχηγός. Οι πιο οργανωμένοι είχαν φέρει κεριά, κάρβουνο και λιβάνι. Αφού είδαμε όλη την εκκλησία, συγκεντρωθήκαμε στο δεξιό κλίτος. Αρτοκλασία δεν μπορούσαμε να κάνουμε, όμως ψάλλαμε “πλούσιοι επτώχευσαν και επείνασαν…”

Σε δεύτερο επίπεδο, η εκκλησία οδηγεί σε άλλον λαξεμένο χώρο ο οποίος βγάζει σε πίσω έξοδο. Στην πίσω πλευρά του βράχου ένα μονοπατάκι σε φέρνει πάλι μπροστά. Στο προαύλιο δέντρα, χόρτα, και νερό από αγίασμα. Και πολλές κορδέλες δεμένες στα δέντρα, τόσες που τα κλαδιά να μην ξεχωρίζουνε, τασίματα των Τούρκων που δεν έπαψαν να προσκυνούν τον Άγιο.

Δίπλα, σε έναν άλλο βράχο, καμάρες λαξεμένες κοσμούν κελιά μοναχών. Πώς ήταν όταν ζούσαν εκεί άνθρωποι;

Στην επιστροφή προτιμήσαμε να πάμε με τα πόδια. Περάσαμε κάτω από τη γέφυρα του Μαράζογλου και καταλήξαμε στην πλατεία. Το χωριό το ξέρουμε πια. Ο μεντρεσές είχε μιαν έκθεση ζωγραφικής με τοπία της Σινασού εκτός από τη μόνιμη έκθεση και εργαστήριο χαλιών. [ ]

Η επιγραφή έχει μείνει, με αχνά πια γράμματα, να μνημονεύει τον άνθρωπο που την έχτισε. Κομμάτι κι αυτό της ιστορίας του χωριού, ένα πετραδάκι στο ψηφιδωτό που κατάφεραν να φτιάξουν στην παλιά Ελλάδα οι ξεριζωμένοι για να μην ξεχνούν.

“Η μεγαλύτερη περιουσία είναι η μνήμη”. Από τότε που τα άκουσα αυτά τα λόγια στην “Αγέλαστο Πέτρα” δε μπορώ να τα ξεχάσω. Οι Σινασίτες λοιπόν είναι πλούσιοι, πολύ πλούσιοι.

Περνούμε τη γέφυρα κι ανεβαίνουμε το Γαβρά. Στα σοκάκια η ίδια εικόνα, τζεμπέρια και παιδάκια. Και μνήμες παντού. Ένα κορίτσι μας φωνάζει από το σπίτι της. Μετά από προσπάθειες συνεννόησης άκαρπες πείθονται κάποιοι να μπουν. Το σπίτι, παλιό ελληνικό, και στην είσοδο μια έκπληξη: ο ένας τοίχος ζωγραφισμένος ολόκληρος “δια χειρός Κλωτζή Μελετιάδη”. [ ]

Επιστροφή στο ξενοδοχείο. Το βράδυ έχει δείπνο στον οντά του Σουλεϊμάν. Αλλά πιο πριν, όπως επιστρέφουμε από την βόλτα, καφέ και τσάι στην ταράτσα του μαγαζιού της πλατείας. Καρέκλες σιδερένιες μασίφ με μαξιλαράκια, βαριές και ασήκωτες. Παρέα χαλαρή και χαβαλεδιάρικη, κουβεντούλα για τη Σινασό, για την Τουρκία, για τους Ρωμιούς, και πολύ πλάκα, σα να γνωριζόμαστε καιρό. Πως όμως και δεν κάνει ποτέ καϊμάκι ο καφές τους; [ ]

Έλληνες και Τούρκοι μιλούν, καθένας έχει κάτι να πει, οι περισσότεροι γνωρίζονται από παλιά, από άλλες εκδρομές. Παίζει το “τσαντιριμίν ουστουνέ”. Κι εμείς το ξέρουμε, με τα ίδια λόγια. Το ‘φεραν μαζί τους οι πρόσφυγες, κι αυτό κι άλλα τραγούδια στα τούρκικα, τη μητρική γλώσσα τους. Τα ψιθύριζαν στο καράβι που τους έπαιρνε μακριά απ’ την πατρίδα, τα χόρευαν στα αυθόρμητα γλέντια που έστηναν τα βράδια στα σοκάκια της Δραπετσώνας και στα καραμανλίδικα χωριά της Θεσσαλίας. Και μερικά τα τραγούδησε σε δίσκο ο Καζαντζίδης. [ ]

24 Μαΐου

Μέχρι σήμερα βλέπαμε κυρίως λαξεμένα σε βράχους ή φαράγγια. Κατασκευές που επέτρεπαν την είσοδο του φωτός μέσα από τα παράθυρα που ανοίγουν σε όλα τα επίπεδα. Σήμερα όμως θα πάμε στην υπόγεια πόλη της Ανακούς. Σύμπλεγμα κατοικιών σε οχτώ επίπεδα κάτω από την γη, με εικασίες για επικοινωνία υπογείως με την αντίστοιχη υπόγεια πόλη της Μαλακοπής, δέκα χιλιόμετρα πιο πέρα. Διάδρομοι στενοί, σκυφτός τους περνάς, κοιτώνες, στάβλοι, αποθήκες, εκκλησίες, πατητήρια, βάσεις για δοχεία. Κι ένας κατακόρυφος αεραγωγός να φέρνει φρέσκο αέρα μέχρι κάτω. Μήνες ολόκληρους μπορεί να έμεναν εδώ οι πληθυσμοί της περιοχής όταν απάνω λυμαίνονταν οι επιδρομές. Προφανώς η κλειστοφοβία δεν ήταν γνωστή τότε. Με άνεση κινούνταν οι τρωγλοδύτες της εποχής σ’ αυτόν τον λαβύρινθο. Πληθυσμοί που η μοίρα τους ήθελε στο σταυροδρόμι αυτό, απ’ όπου περνούσαν όλα: Άραβες, Σελτζούκοι, Οθωμανοί, ληστές πάνω στον δρόμο του μεταξιού, κι αυτοί να πρέπει να συμβιβάζονται με τον καθένα, από γενιά σε γενιά, και κατάφεραν να φτάσουν έτσι μέχρι το ’24. [ ]

Η Ανακού λέγεται σήμερα Καϊμακλί. Κι η Μαλακοπή, Ντερινκουγιού. Στην τελευταία, σώζεται η μια της εκκλησία, οι Άγιοι Θεόδωροι. Επιβλητική απ’ έξω, η πόρτα της άνοιγε με την περιστροφή μιας κολώνας. Καραμανλίδικες επιγραφές στο υπέρθυρο. Όταν μας άνοιξε τελικά ο δημοτικός υπάλληλος, όχι γυρίζοντας την κολώνα αλλά με κλειδί, νιώσαμε την εγκατάλειψη και τη μοναξιά να μας μιλούν μέσα από τους γκρίζους, σβησμένους από αγιογραφίες τοίχους, μέσα από ιερό, που δεν το χώριζε από μας κανένα τέμπλο, μέσα από τους φθαρμένους πολυέλαιους, από το βλέμμα του Παντοκράτορα –μόνον του στον τρούλο να κοιτάζει πως είναι η εκκλησία και να θυμάται πως ήτανε. Κάποιες επιγραφές καραμανλίδικες στους τοίχους θυμίζουν τους δωρητές της εκκλησίας μ’ ένα παράπονο, σα να ξέρουν πως αυτοί που χάραξαν τα λόγια εκείνα στο μάρμαρο δεν υπάρχουν πια και πως τα παιδιά και τα εγγόνια τους δεν καταλαβαίνουν πια να τις διαβάσουν. Σκούρο γκρίζο το χρώμα στους τοίχους, πλάκωνε ακόμα πιο πολύ τα συναισθήματα. Ανεβήκαμε στον γυναικωνίτη. Ψηλή, πολύ ψηλή η εκκλησία, κι από το επίπεδο του γυναικωνίτη ήταν σα να μπορούσες απλώνοντας το χέρι ν’ ακουμπήσεις τη σκεπή. Και κάτω φάνταζε τεράστιος ο χώρος της εκκλησίας. Για μια στιγμή προσπάθησα να τη φανταστώ να λειτουργιέται γεμάτη κόσμο, τα καντήλια να σπιθίζουν, ν’ ακούγεται το τσιτσίρισμα της φλόγας και να μυρίζει το λιβάνι, ο παπάς να διαβάζει καραμανλίδικα το Ευαγγέλιο. Στην προσφυγιά πόσο καιρό γίνονταν η λειτουργία όπως στην πατρίδα; Πότε πέρασαν τα καραμανλίδικα Ευαγγέλια από την εκκλησία στο μουσείο; Ξανάνοιξα τα μάτια μου και ξαναβρέθηκα στην ερημιά. Ένα κτίριο άδειο με κάποιους τουρίστες μέσα. Όχι, δεν έβγαλαν οι Τούρκοι τις αγιογραφίες. Έφυγαν εκείνες με το ποίμνιο τους, το ακολούθησαν γιατί τις χρειαζόταν εκεί που πήγαινε, το γνώριζαν αυτό οι εικόνες. Ήξεραν την υποδοχή που θα είχαν από τους Παλαιοελλαδίτες, τις συνθήκες που θα αντιμετώπιζαν, κι η θέση τους ήταν κοντά τους. Γι’ αυτό έφυγαν από τους τοίχους, δεν γίνεται, δεν μπορεί να τις κατέστρεψαν οι Τούρκοι! Κι ο Παντοκράτορας στον θόλο; Αυτός έμεινε να τους περιμένει. Και να φυλάει τα εγκαταλειμμένα σπίτια μέχρι να έρθουν. [ ] Όταν γυρίσουν αυτοί που έφυγαν, όταν ξανανάψουν τα καντήλια, θα γυρίσουν κι οι εικόνες.

Κοιτάζω την εκκλησία να μικραίνει καθώς απομακρύνεται το πούλμαν. Φλοϊτα. Πίσω από το τζάμι ψάχνω να βρω ίχνη μιας παρουσίας ρωμέικης. Καρβάλη. “Τα σπίτια των Λουκίδηδων”, μας δείχνει ο αρχηγός καθώς μπαίνουμε. “Είμαι στο χωριό σου”, μήνυμα στο κινητό του Γρηγόρη. Παζάρι στην πλατεία. Κουτάλια γυρεύουμε, και τα βρήκαμε σ’ ένα παντοπωλείο. Ήχος καλός, θα τα προσθέσω στο ζευγάρι που μου χάρισε χτες ο Σουλεϊμάν όταν χορεύαμε. Ανεβαίνουμε στο Παρθεναγωγείο(;). Τώρα είναι ξενοδοχείο. Η διεύθυνση όμως έχει φροντίσει να θυμίζει τον ρωμέικο χαρακτήρα του κτιρίου και της πόλης. Φωτογραφίες με τους καρβαλιώτες στη κεντρική αίθουσα, ο παπάς επικεφαλής, τα δωμάτια έχουν ονόματα είτε αγίων είτε Ρωμέϊκων τοπωνυμίων. Μπορούν πια άνετα να το κάνουν, ποιος θα τα διεκδικήσει άλλωστε;

Η σημερινή μέρα είναι γεμάτη μελαγχολία, τα συναισθήματα αξεκαθάριστα, βαριά. Πίσω στο πούλμαν, πριν την Ίχλαρα… θα σταθούμε στην πρώην εκκλησία του Αγίου Γρηγορίου. Κατεβαίνουμε με σκάλες κάμποσα μέτρα βάθος να πάρουμε αγίασμα. Ayasma, γράφει η τούρκικη ταμπέλα. Βγάζουμε τα παπούτσια μας να μπούμε μέσα, κάποιοι μουσουλμάνοι προσεύχονται. Έχει μείνει ο άμβωνας. Και πάλι πίσω στο πούλμαν. Ιχλαρα. Η κοιλάδα με τις εκκλησίες τις λαξεμένες, πολύ συχνό τοπίο για την Καππαδοκία, εδώ όμως συνδυάζεται με το πράσινο και την ύπαρξη του νερού, του ποταμού. Δεν θα μπορέσουμε να δούμε πολλά σε μιάμιση ώρα, αλλά τα όσα βλέπουμε και νιώθουμε αρκούν. Καθώς περπατώ δίπλα στο νερό, τα βατράχια που παρεπιδημούν στην όχθη βουτούν τρομαγμένα στο νερό. Δίπλα ορθώνονται τα βράχια, λαξεμένες κατοικίες και χώροι λατρείας. Η Καππαδοκία προσφερόταν για τους μοναχούς των πρωτοχριστιανικών χρόνων, και μοναστικές κοινότητες αναπτύχθηκαν πολλές. Μια κιτρινόμαυρη ταμπέλα μας δείχνει ότι αν σκαρφαλώσουμε θα βρούμε την εκκλησία του Αγ. Γεωργίου. Το ανέβασμα δύσκολο, σε κάποια σημεία κατακόρυφο. Η εκκλησία όμως σε συγκλονίζει…

Αγιογραφίες και όλη τη λάξευση, και σε πολλά σημεία, γκραφίτι εκατό και πλέον χρόνων, χαραγμένα πάνω στις εικόνες, ονόματα ρωμιών κυρίως της Καρβάλης, αν κρίνει κανείς από το “Κελβερίλι” που συνοδεύει στην καραμανλίδικη γραφή το όνομα. Η παρουσία των ονομάτων σε συναρπάζει. Χρονολογίες “1898”, “1902”, δίπλα στα γράμματα σου μιλάν σήμερα για το χτες, σα να μην πέρασαν αυτά τα χρόνια, σα να ‘χει ακόμα ρωμιούς η Μικρά Ασία….

Κατεβαίνουμε σιγά σιγά. Θα προλάβουμε άραγε να δούμε κι άλλες εκκλησίες; Συνεχίζουμε κατά μήκος του ποταμού. Τα “μπλουμ” από τα βατράχια ακούγονται συνεχώς. Κάποια βράχια που έχουν πέσει κλείνουν τα μονοπάτια. Η διάβρωση προκαλεί πτώσεις, και μεις σκαρφαλώναμε στα βράχια.[ ] Γύρω γύρω οι οπές των λαξεύσεων από πάνω μας. Αλλά σε άλλη εκκλησία δεν θα πάμε, δεν υπάρχει χρόνος. [ ] Για την πρώτη μας φορά όμως, φεύγουμε γεμάτοι. Δεν είναι και λίγα αυτά που κάθε μέρα βλέπουμε, ακούμε, θυμόμαστε. Αντίθετα, το να δίνεις σάρκα και οστά σ’ έναν τόπο που μέχρι τώρα ήτανε μόνο καϋμός, ουτοπία, στεναγμός, και να τον συνθέτεις κομμάτι κομμάτι, ψάχνοντας να συγκρίνεις αυτά που περιμένεις μ’ αυτά που βρίσκεις δε σου αφήνει χρόνο ούτε να σκεφτείς παραπέρα.

[ ] Φεύγουμε μέσω Νεβσεχίρ. Πρωτεύουσα της επαρχίας τώρα, οι ρωμιοί της πόλης έφτιαξαν μιαν άλλη Νεάπολη στη Θεσσαλονίκη. Στο δρόμο ένα καραβάν σεράι μας υποδέχεται. Χτισμένα κάθε σαράντα χιλιόμετρα πάνω στο δρόμο του μεταξιού, πρόσφεραν δωρεάν διαμονή μέχρι τρεις μέρες στους ταξιδιώτες εκείνων των δύσκολων καιρών. Το συγκεκριμένο είναι χτισμένο το 13ο αιώνα, σελτζούκικη αρχιτεκτονική, χώροι για εμπορεύματα, τα ζώα του καραβανιού και τους φιλοξενούμενους. “Χάνι του μαύρου στόματος” λέγεται, γιατί την πόρτα του δεν την έβλεπε ήλιος ποτέ. [ ]

Το βράδυ ήρθε η ώρα του “Καρακούς”. Το “Μαύρο Πουλί” είναι ένα κέντρο λαξεμένο στο βράχο, με πίστα που υπερυψώνεται και μενού συγκεκριμένο, με χορευτική και παραδοσιακή μουσική, που δεν απευθύνεται απ’ ότι καταλάβαμε στους ντόπιους. Οι θαμώνες ήταν τουρίστες κυρίως, και οι χορευτές παρουσίασαν ένα πανόραμα των χορών της Τουρκίας. Από Καύκασο και Πόντο μέχρι Αιγαίο. Ο δάσκαλός μου στα ποντιακά θα τραβούσε τα μαλλιά του, αλλά το μήνυμα που περνούσε ήταν αυτό της οικειοποίησης των χορών των λαών της Μικράς Ασίας. [ ]

25 Μαΐου

Το πρωί ξεκινάμε από το Προκόπι. Έχουμε μια εκκρεμότητα, τον χώρο όπου μαρτύρησε ο Αι Γιάννης ο Ρώσσος. Το λεωφορείο φτάνει μέχρι ένα σημείο, μετά ανηφορίσαμε με τα πόδια. Πλάι μας, βράχοι λαξεμένοι που κατοικούνται τώρα, αυτοσχέδιες πόρτες, πιάτα για δορυφορική λήψη, και μεις ανάμεσα στους σύγχρονους τρωγλοδύτες που ζητούν λεφτά. Ο Αι Γιάννης ο Ρώσσος εκοιμήθη σε μια αυτοσχέδια λαξεμένη κλίνη στον στάβλο του κυρίου του.[ ]

Κόραμα. Σήμερα Gοreme. Μια μεγάλη συγκέντρωση λαξεμένων εκκλησιών, άλλες πρωτοχριστιανικές με σύμβολα, άλλες μεταγενέστερες με εικόνες. Αυτές με τα σύμβολα μ’ αρέσουν, απλές και λιτές. Κι οι άλλες όμως, έχουν τόσες αγιογραφίες, με αγίους λιγότερο γνωστούς, κάθε εικόνα και μια σελίδα όχι μόνο στη Χριστιανοσύνη, αλλά και στην ιστορία των πληθυσμών που έζησαν εδώ, που ζουν ακόμα έχοντας περάσει από χίλια κύματα, από επιδρομές, από εξωμόσεις, και που σήμερα, όσοι και όπως έφτασαν εδώ, ζητούν να κάνουν την Καππαδοκία τουριστικό πόλο. Εκκλησίες, τραπεζαρίες μοναχών, μαγειρεία. Στη μέση κάποιων δωματίων μια τρύπα που είναι σκαμμένη στο χώμα ήταν η πυροστιά. Εκεί έβαζαν ξύλα που καίγονταν για να ψηθεί το φαΐ στο σκεύος που ήταν από πάνω. Και ένα αυλάκι που ξεκινούσε από το βάθος της τρύπας και ανέβαινε προς την επιφάνεια, την οποία συναντούσε σε απόσταση ένα-δυο μέτρα από το ταντούρι΄, ήταν ο αεραγωγός που έτρεφε τη φωτιά. [ ]

Κάποτε παρατημένα, σήμερα αξιοθέατα, οι λαξευτοί ναοί και λοιποί χώροι στα Κόραμα σε μεταφέρουν στο χρόνο. Στην αγιοτόκο Καππαδοκία νιώθεις όλο και πιο κοντά στον Θεό, σε υποβάλλει το απόκοσμο τοπίο, τα χνάρια των Πατέρων και των Αγίων που συναντάς παντού, οι τρύπες που δίνουν μορφή στα βράχια. Κι όπου κι αν πηγαίνεις νοιώθεις πως κάθεσαι λίγο, δε φτάνει ο χρόνος, πρώτη φορά είναι, θα ξανάρθω, σκέφτεσαι. Αξίζει άραγε δεύτερη επίσκεψη η Καππαδοκία; Ίσως για τον ευρωπαίο όχι. Δεν έχει θάλασσα, το τοπίο μετά από λίγο επαναλαμβάνεται. Ίσως ο Γερμανός του χρόνου να πάει αλλού, αλλά εμείς όμως; Τουρίστες είμαστε και εμείς; Εντάξει, ψωνίζουμε ό,τι βρούμε, μερικούς μας απωθεί το περπάτημα στα βράχια, αλλά τουρίστες δεν είμαστε. Κι ας έχουμε γίνει Αθηναίοι ογδόντα χρόνια τώρα. Έχουμε περπατήσει ξανά σ’ αυτά τα μέρη, τ’ αχνάρια των παππούδων μας είναι εδώ, κι οι ψυχές του εδώ γύρισαν σίγουρα όταν ξεκουράστηκαν[ ]

Μπαίνουμε στο αυτοκίνητο για Ζέλβε. Οικισμός που κατοικούνταν μέχρι το ‘50, οι βράχοι όμως έγιναν επικίνδυνοι από τη διάβρωση, ήρθε κι ο σεισμός, και έφυγαν. Τρεις κοιλάδες ορίζουν τα βράχια, κι η μια είναι κλειστή από τις πτώσεις. Πάμε στη μεσαία, κοιλάδα χωρίς νερό, αλλά με συνεχείς κατοικίες, στοές, επίπεδα. Το ίδιο κι απέναντι. “Πώς προσέχανε τα μωρά μη γκρεμιστούνε”, αναρωτιόμαστε καθώς κάνουμε ακροβασίες για να περάσουμε από σπίτι σε σπίτι. Ανεβαίνουμε τις εσωτερικές σκάλες και βγαίνουμε στο δώμα. Το μόνο εύκολο είναι να πέσεις από τις τρύπες στο πάτωμα. [ ]

Στο Άβανος δεν θα σταθούμε. Θα το δούμε πίσω από τα τζάμια του αμαξιού. Ποιό ποτάμι είναι αυτό που περνάμε στη γέφυρα για να μπούμε; Ο Άλυς! Κιζίλ Ιρμάκ τώρα. Άραγε θα καταλύσουμε κι εμείς κάποιο μεγάλο κράτος αν τον διαβούμε; όπως κάποτε ο Κροίσος;

Κοντά σου είναι κι η απώτερη ιστορία εδώ, όχι μόνο η σύγχρονη. Το Άβανος μας αποχαιρετά πίσω από τον Άλυ ποταμό. Και εμείς επιστρέφουμε στη Σινασό.

[ ] Το βράδυ δεν έχει κουβέντα, θέλω να είμαι έτοιμος για την Επιστροφή. Στο χωριό της γιαγιάς μου, της μιας γιαγιάς, που δεν το είχα ξαναδεί. Τουλάχιστο στάθηκα τυχερός από την άλλη μου γιαγιά, χωριό, χωματόδρομοι, γαϊδουράκια, ριφάκια κι αρνιά, πατάτες τηγανισμένες στο ξύλο. Η γιαγιά μου η Καραμανλού όμως, σ’ ένα σπιτάκι στη Δραπετσώνα στην αρχή, σ’ ένα διαμέρισμα στην Αθήνα μετά. Το χωριό της μόνο από αφηγήσεις, παραμύθια, μνήμες ενός κοριτσιού έντεκα χρονών που σ’ όλη του τη ζωή είχε τόσες προτεραιότητες, που ούτε να θυμάται δεν προλάβαινε.

26 Μαΐου

Τελικά δεν έκλεισα μάτι. Σηκώθηκα όλο αγωνία, την ώρα που έπρεπε ήμουν στην πόρτα του ξενώνα. Όμως ήμουν ξεκούραστος. Στο “Old Greek House” έκαναν δουλειές, “μισό λεπτό” μου είπε ο Σουλεϊμάν. Χτύπησε το τηλέφωνο. Η πανεπιστημιακός της Καισαρείας, αυτή που είχαμε γνωριστεί στο Προκόπι. Φίλη του Θανάση τελικά, του διηγήθηκε πως με γνώρισε, την παρακάλεσε κι αυτός να μου σταθεί, μέσω του Θανάση είχε πάρει τον αριθμό, θα μας περιμένει στην Καισάρεια. Την ξέρει τη Μουταλάσκη, ξέρει τους Ρωμέϊκους μαχαλάδες κι ο άντρας της αναστηλώνει ένα σπίτι εκεί. Θα βάλω τη βενζίνη στο βενζινάδικο. Η Καισάρεια δεν είναι μακριά, πόσο μακριά είναι η μια ώρα αν συγκριθεί με ογδόντα χρόνια απουσίας; Ο Αργαίος παντού. Μπροστά μας, δεξιά, αριστερά, δίπλα, πίσω. Χιονισμένος κι επιβλητικός. Η Σεϊνταγκιούν έρχεται, ξεκινούμε για Ταλάς. Τα σπίτια γύρω από την εκκλησία, ένα σπίτι του παπά, φουρούσια περίτεχνα, παράθυρα και αίθρια με καμάρες. Κι άλλα σπίτια με τα ίδια χαρακτηριστικά, παλιά αρχοντικά, “Σπίτια Ρωμιών και Αρμενίων” εξηγεί η φίλη μας, ένα πιο φτωχό σπίτι είναι τούρκικο, “οι μουσουλμάνοι δεν είχαν λεφτά”. Στα καλντερίμια της Μουταλάσκης, οι γυναίκες με τα τσεμπέρια και τσικάλια στο χέρι μαζεύονται γύρω από το αμάξι του γαλατά. Σαν Ελλάδα του ’50. Το ίδιο έκαναν κι όταν η γιαγιά μου περπατούσε στους δρόμους αυτούς; Και πως το’ φερναν το γάλα τότε; μήπως είχαν δικό τους; Από σπίτι σε σπίτι, από μαχαλά σε μαχαλά. Κι ένα σπίτι που ανακαινίζει ο άντρας της, “είναι σπίτι που κράτησαν αιχμάλωτο τον Τρικούπη στη Μικρασιάτικη Εκστρατεία”, λέει η ιδιοκτήτης. Ίσως. Και μετά, στην τελευταία γειτονιά, ψάχνω να βρω κάτι, μια χρονολογία, δυο αρχικά σ’ένα υπέρθυρο, κάποιον Τούρκο να θυμάται … Η φίλη μου ρωτάει. “Πέθαναν όλοι”… “Μόνο ένας ξέρει, αν ξέρει, μα λείπει τώρα… Μιαν άλλη φορά…” Εντάξει, την άλλη φορά. Θα υπάρξουν πολλές άλλες φορές…

Έχω μεγάλη υποχρέωση στον Σουλεϊμάν. Παράτησε τη δουλειά του για να με τρέχει από δω κι από κει, και τώρα προτείνουν φαγητό. Συνοριζόμαστε ποιος θα κεράσει. “Είστε καλεσμένοι μου”, λέει η πανεπιστημιακός. “Όχι”, λέω, “εγώ είμαι από εδώ, εσείς είστε καλεσμένοι μου!”

Φτάσαμε όμως. Ακούμε το κλαρίνο και το νταούλι, μετά βλέπουμε τους υπόλοιπους. “Που είστε τόση ώρα;” “Βρήκες τίποτα;” “Κάτσε να φας….”

Παλιοί και νέοι Σινασίτες, Ρωμιοί και Τούρκοι ένα κουβάρι. Η Λεϋλά μου δείχνει κάτι ντολμαδάκια, τα έφτιαξε αυτή για να τα φέρει. Πιο πέρα χορεύουν. Κουτάλια και καρσιλαμά. Φωτογραφίζονται, θέλουν να κρατήσουν τις στιγμές. Όπως 80 χρόνια πριν, φωτογράφισαν όλη τη Σινασό, να την έχουν στις καινούργιες τους εστίες ζωντανή. Εδώ έχει και κρασί, και ρακή. Πίνουμε λίγο παραπάνω.

Και σιγά σιγά φεύγουμε, οι άλλοι είναι από το πρωί εκεί. “Έλα στο ξενώνα για σάζι το βράδυ”, λέει ο Σουλεϊμάν. Τελευταίο βράδυ και δεν θα έρθουμε; Αλλά πιο πριν, τι άλλο; Καφές, γλυκά και χαμάμ στο Προκόπι. Μεγαλύτερη παρέα τώρα. Οι παλιοί ξεναγούν τους νέους, οι χτεσινοί τους σημερινούς. Βραδιάζει έξω, το σάζι περιμένει. Γυρίζουμε στη Σινασό. Μέχρι να ετοιμαστούμε, το σάζι έφυγε. Μου την έδωσε αυτό, τελευταία βραδιά την ήθελα με τους ντόπιους φίλους μου. Ρακή στην πλατεία και πίσω. Έχουμε πακετάρει. Καληνύχτα Καππαδοκία μου!

27 Μαϊου

Εύκολα σηκωθήκαμε. Το τελευταίο πρωινό στη Σινασό, τουλάχιστο γι’ αυτή τη φορά. Τα πράγματα κάτω, και μετά στο πούλμαν. Η Λεϋλά κι αυτή εκεί, έχει φέρει ματάκια και τα μοιράζει. Κι ο δήμαρχος, κι ο Σουλεϊμαν εδώ, μας αποχαιρετούν. Με το ζόρι χωρέσανε τα πράγματα στο πούλμαν. Και ξεκινάμε για Καισάρεια. Τον ίδιο δρόμο που έκανα χτες για να γυρίσω, τον κάνω σήμερα για να φύγω. Ο Αργαίος παντού. Μας κοιτάζει με τη χιονισμένη του κορφή. Είδε πολλούς Ρωμιούς να φεύγουν κάποτε, κι από τότε του φαίνεται παράξενο που κάποιοι ξαναγυρίζουν. Το αεροδρόμιο της Καισαρείας είναι και στρατιωτικό. Έξω απ’ αυτό, ένα μνημείο με μιαν ανάγλυφη Κύπρο θυμίζει τη συμμετοχή της μοίρας στην εισβολή το ‘74. Ήδη, έχουν αρχίσει τα σχέδια για τις ώρες της αναμονής στην Πόλη. Θα βγούμε και θα γυρίσουμε Αγία Σοφιά, Μπλε Τζαμί, Βόσπορο, ό,τι προλάβουμε. “Και μύδια από πλανόδιο”, επιμένει ο αρχηγός, όχι ο γενικός αρχηγός της εκδρομής, ο άλλος, της Κωνσταντινούπολης. Βγήκαμε από την έξοδο δίχως να περάσουμε το τράνζιτ. Κανονίσαμε για μινιμπάς 8 άτομα, μόλις που χωρούσαμε. Το Μπλε Τζαμί επιβλητικό, αλλά η Αγία Σοφιά ξεχωριστή. Είσοδος 15.000.000 λίρες. Και δίπλα, στα τουρκικά, ολογράφως για να μην πονηρεύονται οι ξένοι, “τρία εκατομμύρια για τους πολίτες της Τουρκικής Δημοκρατίας”. Μέσα το πρώην τζαμί καθαρίζεται. Αναδεικνύονται τα παλαιότερα στρώματα της διακόσμησής του και τα ψηφιδωτά του. Τελευταία φορά λειτουργήθηκε το 1919 αυτή η εκκλησία. Από ένα παράτολμο Κρητικό στρατιωτικό παπά, τον Λευτέρη Νουφράκη από τις Αλώνες Ρεθύμνου. Τότε που τα ελληνικά στρατεύματα βρίσκονταν εδώ, σε μια συγκυρία τόσο ευτυχισμένη που κανείς δε φανταζόταν τι θα συνέβαινε τρία χρόνια μετά. Ανεβαίνουμε από το εσωτερικό καλντερίμι στον πρώτο όροφο. Έκθεση βυζαντινών ψηφιδωτών σε μια γωνιά. Πώς να ήταν όταν τη λειτουργούσαν στο Βυζάντιο; Και πριν την Άλωση; Και το ‘19; Χαζεύουμε, χάνουμε την αίσθηση του χρόνου. Όχι από την ομορφιά, είμαστε στην Αγιά Σοφιά!

Το μίνιμπας μας περιμένει για τον Βόσπορο. Στις προκυμαίες ψάχνουμε για μύδια αλλά τους πλανόδιους τους έδιωξαν. Ο οδηγός μας πηγαίνει στο Κουμ Καπί. Ψαροταβέρνες. Καταλήγουμε στου Κιορ Αγκόπ. Ο οδηγός κάτι συνεννοείται. Καθόμαστε και δεν ξέρουμε τι θα έρθει. Αρμένικο μαγαζί, όμορφο, περιποιημένο, κλασικό πια. Στον τοίχο δεσπόζει η φωτογραφία του Κεμάλ [ ] Φεύγουμε πάλι για το αεροδρόμιο. Χαβαλιμάνι. Μας εντοπίζουν ότι κανονικά έπρεπε να είμαστε τράνζιτ. Φωτοτυπούν τα διαβατήρια και μας αφήνουν. Η πτήση τώρα επιβιβάζεται. Από ψηλά ο Βόσπορος, τα Πριγκηπονήσια, τα Δαρδανέλια. FIR Αθηνών.

Σ’ ευχαριστώ “Νέα Σινασό” για το ταξίδι και τις εμπειρίες. Σ’ ευχαριστώ Σπύρο, Μαρίκα, Βάσω, Αγγέλα, Γιώργο, Βασούλα, Μηνά, Ζωζώ, Τζένη, Στέργιο, Αλεξάντρα, Κώστα, Χριστίνα. Σας ευχαριστώ για όλα, για την ευκαιρία που μου δώσατε, για την Επιστροφή που μ’ αξιώσατε να πραγματοποιήσω, για όσα έζησα μαζί σας μια βδομάδα, ελάχιστα για να αναπληρώσουν όσα δεν είχα ζήσει ογδόντα χρόνια μακριά, αλλά τόσο πολύτιμα. Σας ευχαριστώ για την άκρη του νήματος που έπιασα, για τον ομφάλιο λώρο που ξαναβρήκα, για τις μικρές και μεγάλες στιγμές, τις καλές και τις δύσκολες.

Καλήν αντάμωση Καππαδοκία, καλή Επιστροφή!

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*