Εθνικά θέματα, Κύπρος

Κύπρος: Ένας χρόνος από το Μαρί «Δεν ξεχνάμε – Δεν συγχωρούμε»

Ένα χρόνο μετά και η γη στο Μαρί συνεχίζει να δείχνει τα ξεσκισμένα σωθικά της. Οι εκδηλώσεις τιμής για τα 13 θύματα της τραγωδίας κορυφώθηκαν με τη συγκέντρωση χιλιάδων πολιτών έξω από το Προεδρικό, χθες, 11 Ιουλίου. Από την συγκέντρωση και τις ομιλίες που εκφωνήθηκαν αναπαράγουμε την ομιλία της νομικού Δήμητρας Παπαλεοντίου.

11 Ιουλίου 2012: έχουν περάσει κιόλας δώδεκα μήνες από την έκρηξη στη Ναυτική Βάση «Ευάγγελος Φλωράκης», στο Μαρί Λάρνακας, όπου δεκατρείς συμπατριώτες μας έχασαν τη ζωή τους, εξήντα-δύο άνθρωποι τραυματίστηκαν, καταστράφηκε ολοκληρωτικά ο Ηλεκτροπαραγωγός Σταθμός της ΑΗΚ στο Βασιλικό, ενώ προκλήθηκαν τεράστιες απώλειες για την οικονομία του τόπου, τα αποτελέσματα των οποίων ήδη καλούμαστε να αντιμετωπίσουμε.

 Αναλογιζόμενοι το βαρύ καθήκον που μας έφερε απόψε όλους εδώ, έξω από το Προεδρικό Μέγαρο της Κυπριακής Δημοκρατίας, συνειδητοποιούμε ότι ακόμα ένα τραύμα σωρεύτηκε ήδη στη συλλογική μας συνείδηση, ακόμα μία μαύρη επέτειος προστέθηκε στη μακρά οδό του μαρτυρίου της πατρίδας μας, ως αποτέλεσμα της αποδεδειγμένης κυβερνητικής ανεπάρκειας με την οποία βαρύνεται πρωτίστως ο ίδιος ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, Δημήτρης Χριστόφιας, και ο οποίος προκλητικά συνεχίζει μέχρι σήμερα να καμουφλάρεται πίσω από την ασυλία που του παρέχει το βρεταννογενές κυπριακό Σύνταγμα και σύμφωνα με το οποίο ουδεμία δυνατότητα παρέχεται στο λαό –διά του κοινοβουλίου του- να παύσει τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, στην περίπτωση που συλλογικά τον κρίνει ως ακατάλληλο.

 Ποιες συγκυρίες όμως μας οδήγησαν σ’ αυτή την αυτό-καταστροφή και μέσα σε ποιο πολιτικό και κοινωνικό πλαίσιο μπορεί να αποκωδικοποιηθεί η τραγωδία στο Μαρί; Όπως βεβαιώνεται και στο πόρισμα της μονομελούς ερευνητικής επιτροπής Πολυβίου, που διερεύνησε εξαντλητικά όλα τα σχετικά γεγονότα καθώς και το θέμα της ευθύνης/ευθυνών για την πιο πάνω έκρηξη και τα συνεπακόλουθά της διαβάζουμε ότι: «Έχουν παρατηρηθεί διαχρονικά, αλλά ιδιαίτερα τα τελευταία χρόνια, σοβαρές λειτουργικές στρεβλώσεις, αγκυλώσεις, αδράνεια, ολιγωρία και αυξανόμενη απόσταση μεταξύ κυβέρνησης και δημόσιας εξουσίας, από τη μια, και κοινωνίας και πολιτών, από την άλλη. Υπάρχει η αίσθηση μεταξύ μεγάλου μέρους των πολιτών ότι η επίσημη Πολιτεία δεν ενδιαφέρεται για το κοινό καλό, ότι τα περισσότερα αξιώματα κατέχονται από άτομα όχι με βάση την αξία, αλλά κομματικά κριτήρια και ότι συνήθως η ολιγωρία, η αμέλεια και η ανεπάρκεια δεν συνεπάγονται τη σωστή απόδοση ευθυνών ή οποιαδήποτε κύρωση. Αντί ευθύνης – τόσο με τη μορφή ανάληψής όσο και απόδοσής της –υπάρχει στα μάτια του μεγάλου μέρους των πολιτών συγκάλυψη και ατιμωρησία.» (Πόρισμα Πολυβίου, σελ. 590).

 Επειδή όμως το νομικό σκέλος αυτής της ατιμωρησίας θα αναλύσει ακολούθως ο κος Αιμιλιανίδης. Επειδή όμως το έγκλημα στο Μαρί δεν είναι ένα μεμονωμένο ή τυχαίο γεγονός, αλλά απότοκο μιας πολύ συγκεκριμένης εθνοκτόνου αντιλήψεως περί την διαχείριση του δημόσιου και εθνικού συμφέροντος, κρίναμε σκόπιμο σε αυτή την εισαγωγική τοποθέτηση να θίξουμε πολύ συνοπτικά τους κυριότερους προβληματισμούς που –κατά τη γνώμη μας- αναδεικνύουν αυτή τη συνέχεια γεγονότων και οδηγούν με μαθηματική ακρίβεια στην αλληλο-απαλλαγή του πολιτικού προσωπικού του τόπου από οποιεσδήποτε ευθύνες, χαρακτηριστικό βέβαια που δεν είναι ίδιον δημοκρατικών και ευνομούμενων πολιτειών, αλλά ολιγαρχικών και απολυταρχικών καθεστώτων.

 Είναι σαφές ότι ο ασκών την εκτελεστική εξουσία, κος Δημήτρης Χριστόφιας, δεν θα μπορούσε να παραμείνει μέχρι σήμερα ατιμώρητος για τα πολιτικά και ποινικά του αδικήματα σε βάρος του λαού μας, εάν δεν είχε βρει πολιτικά στηρίγματα και δεκανίκια σε άλλους κομματικούς χώρους, πέραν αυτού που εκπροσωπεί. Τα λοιπά κοινοβουλευτικά κόμματα, εκτός από την έκδοση ενός τυπικού ψηφίσματος που καλούσε τον υπαίτιο της περσινής τραγωδίας να παραιτηθεί, απέτυχαν ή/και απέφυγαν να τον απομακρύνουν από τον προεδρικό θώκο, αφού ουδείς ουσιαστικά επιθυμούσε να «βγάλει τα κάστανα απ’ τη φωτιά» και να αντιμετωπίσει την εξοργισμένη κοινή γνώμη, επιτρέποντας τελικά στον κο Χριστόφια να συνεχίσει την αποτυχημένη θητεία του, οδηγώντας μας επιπλέον στο χείλος και της οικονομικής καταστροφής, που όλοι γνώριζαν ότι επέρχεται.

Δυστυχώς είναι πια κοινή η παραδοχή ότι η πλειοψηφία του πολιτικού προσωπικού της χώρας παρείχε στον απερχόμενο Πρόεδρο «άφεση αμαρτιών», είτε μέσω της συμμετοχής στην Κυβέρνησή του επί σειρά ετών, είτε επιβραβεύοντας τις τραγικές υποχωρήσεις του στο Κυπριακό, προσφέροντας σπιτικά δείπνα στον εκπρόσωπο της κατοχής, προσυπογράφοντας έτσι τη λογική του διαρκούς «Ναι σε όλα», την εθνοκτόνα δηλαδή πολιτική που υπαγορεύεται από «το σύμπλεγμα της ήττας» και απαξιώνει τους θεσμούς της Δημοκρατίας (με πρώτο απ’ όλους το στρατό και τους λειτουργούς του), που μας θέλει υπηρέτες ξένων κατακτητών, δούλους στον ίδιο μας τον τόπο, που εξακολουθεί να παίζει σ’ ένα στημένο παιγνίδι χωρίς να τολμά ν’ αγγίξει καν τον κατασκοπευτικό και υπονομευτικό ρόλο του ανεπιθύμητου κου Ντάουνερ και της παρέας του και που αποφασίζει για το μέλλον μας ερήμην μας, ενώ στην κορύφωση της ηθικής και πολιτικής του ανεπάρκειας προσπαθεί να εξευμενίσει το «θηρίο» με την ασυγχώρητα ηττοπαθή συμπεριφορά του «καλού παιδιού» και των συνεχών μονομερών υποχωρήσεων, παρόλο που γνωρίζει ότι το μόνο που καταφέρνει είναι να το εξαγριώνει και να το καθιστά πιο επιθετικό.

Θεωρούμε σκόπιμο να υπενθυμίσουμε στους αιρετούς εκπροσώπους της εκτελεστικής και νομοθετικής μας εξουσίας, ότι το πολιτικό αξίωμα που σήμερα κατέχουν είναι χρονικά περιορισμένο και τους δόθηκε με την εντολή να υπηρετήσουν το εθνικό και λαϊκό συμφέρον και το κοινό καλό και όχι τα όποια προσωπικά, πολιτικά ή κομματικά τους μικρο-συμφέροντα. Ας έχουν επίσης υπόψη, ότι όταν επιχειρούν να σφετεριστούν τη λαϊκή κυριαρχία, να υπερβούν δηλαδή το μέτρο της διακριτικής τους ευχέρειας, τότε αναπόφευκτα προδίδουν την εμπιστοσύνη που επέδειξαν στο πρόσωπό τους αυτοί που τους εξέλεξαν. Έτσι, η συναίσθηση της αδικίας, η μη απόδοση ευθυνών στους υπαιτίους και η αποτυχία ικανοποίησης του κοινού περί δικαίου αισθήματος, έχει ως αποτέλεσμα τη μετατροπή της συσσωρευμένης κοινωνικής δυσαρέσκειας σε οργή, δημιουργώντας τις κατάλληλες προϋποθέσεις για μια επερχόμενη κοινωνική έκρηξη, με ό,τι αυτή συνεπάγεται.

Σε ακραίες περιόδους, χρειάζεται να συστρατευθεί τόσο ο νους, όσο και η καρδιά. Χρειάζεται να αναζητήσουμε και να ξαναβρούμε την παραγνωρισμένη εθνική μας ταυτότητα, στην οποία ενυπάρχουν όλες οι κοινωνικές αρετές, μεταξύ των οποίων και η ισονομία. Χρειάζεται, τέλος, να συμμεριστούμε την προτροπή του Κωστή Παλαμά που μας καλεί να ξαναβρούμε «τα φτερά τα πρωτινά μας, τα μεγάλα» και να συνειδητοποιήσουμε ότι ο ηρωισμός δεν είναι μία αόριστη έννοια, έξω και πέρα από εμάς. Και τούτο διότι, «υπάρχει μεν κάποια σκοτεινή ικανοποίηση στο να αυτοκαταστρέφεται ένα άτομο ή ένας λαός, εφόσον πιστεύει ότι δεν έχει άλλα μέσα για ν’ αποδείξει ότι είναι κύριος της τύχης του», όπως βλέπουμε να συμβαίνει σήμερα στα δύο εναπομείναντα κράτη του ελληνισμού, παρόλα αυτά όμως, δεν μας λείπουν τα αντίβαρα. Ο καθένας μας και όλοι μαζί, μπορούμε να γίνουμε για τον τόπο μας «Δότες», είμαστε δηλαδή, όλοι, εν δυνάμει «ήρωες», αρκεί να επιτελέσουμε το καθήκον που η σημερινή ιστορική συγκυρία απαιτεί από εμάς: ο εχθρός δεν είναι μόνο εκτός- είναι και εντός των πυλών και μας αλώνει καθημερινά και σε όλα τα επίπεδα. Οι μεγάλες ιδεολογίες και οι φανατισμοί του 20ου αιώνα που εξέθρεψαν καταστροφικά πάθη τείνουν να αδρανοποιηθούν και το σημερινό διακύβευμα δεν μπορεί να είναι η αποπροσανατολιστική διάκριση μεταξύ αριστερού, δεξιού ή κεντρώου προσωπείου- είναι η υποχρέωσή μας να αντισταθούμε στον εθνικό, κοινωνικό και πολιτισμικό εξανδραποδισμό μας, από τη θέση που βρίσκεται ο καθένας μας. Δεν ανυψώνεται ένας λαός σε πράξεις κοινωνικής ευθύνης, όταν κατεδαφίζονται τα ιερά και τα όσιά του, όταν οι εθνικές καταστροφές απαλύνονται ή διαστρέφονται, ή όταν –ακόμα χειρότερα- επιχειρείται η ενοχοποίηση των ίδιων των θυμάτων τους.

Η ηθική στάση ενός λαού θα κριθεί από τη συλλογική του δράση όταν διακυβεύονται οι τύχες της χώρας του. Θα κριθεί από το φρόνημα που επιδεικνύει κάθε φορά που η χώρα κινδυνεύει, όπως έπραξαν οι 13 συμπατριώτες μας, που έπεσαν στο καθήκον προκρίνοντας την αυτοθυσία από τη φυγή. Έτσι, ως «ωραίοι Έλληνες» πήραν και αυτοί τη θέση τους στο πολυπληθές Πάνθεον των ηρώων της συλλογικής μας ιστορικής μνήμης, αφού –κατά τραγική αντίφαση– ο δικός τους σωματικός διαμελισμός δεν μπορεί παρά να λειτουργεί προς την κατεύθυνση συγκόλλησης της δικής μας διαμελισμένης προσωπικής, κοινωνικής και εθνικής συνείδησης. Για την αντίστοιχη κατάταξη των Δήμιών τους, ας κρίνει η ιστορία. Όμως την παραδειγματική ποινική τιμώρηση των τελευταίων, καθώς και τον επαναπροσδιορισμό του τρόπου διαχείρισης των θεσμών της Κυπριακής Δημοκρατίας, εντέλει δηλαδή της ίδιας της ζωής μας, οφείλουμε να τον απαιτήσουμε εμείς. Γιατί μόνο με την ανατροπή αυτής της αυτοκαταστροφικής λογικής είναι δυνατόν να βρει δικαίωση το άδικο φευγιό των νεκρών του Μαρί και οι μαυροφορεμένες οικογένειές τους.

Αιωνία τους η μνήμη και ας είναι ελαφρύ το χώμα που τους σκεπάζει…

Διαβάστε αναλυτικό ρεπορτάζ για τη μεγάλη συγκέντρωση μνήμης έξω από το Προεδρικό στον Φιλελεύθερο

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*