Uncategorized

Ελλάδα – Κύπρος – Ισραήλ: Νέα γεω-οικονομική συμμαχία;

Η έγκριτη κυπριακή εφημερίδα Φιλελεύθερος με αφορμή την πρόσφατη επίσκεψη του Ισραηλινού προέδρου Σιμόν Πέρες στην Αθήνα δημοσίευσε ένα αφιέρωμα για τις σχέσεις του Ισραήλ με την Ελλάδα και την Κύπρο που τα τελευταία χρόνια έχουν αναβαθμιστεί. Από το αφιέρωμα αυτό που επιμελήθηκε η δημοσιογράφος Μαρία Ψαρρά, δημοσιεύουμε το άρθρο του Βαγγέλη Πισσία και τη συνέντευξη που παραχώρησε ο Σταύρος Λυγερός. Ολόκληρο το αφιέρωμα μπορείτε να το διαβάσετε εδώ.

Γεωπολιτική και «εθνικό συμφέρον»

του Βαγγέλη Πισσία*

Η στρατηγική συμμαχία με το Ισραήλ είναι όχι μόνο ρηχή αλλά εμπεριέχει κινδύνους

Το πολιτικό προσωπικό των δύο χωρών μας δεν δέχεται φαίνεται να εξετάσει και το εύλογο: ότι η στρατηγική του Ισραήλ επιδιώκει οφέλη από μια αδύναμη και απομονωμένη Κύπρο και από μια περισσότερο αδύναμη και απομονωμένη Ελλάδα

Εάν ο αναγνώστης αυτού του άρθρου γνωρίζει ότι ο συντάκτης του είναι ο συντονιστής των αποστολών «Ένα καράβι για τη Γάζα» ενδέχεται να τοποθετηθεί εκ προοιμίου σε θέση φιλικού ή αντίπαλου κριτή των επιχειρημάτων που θα αναγνώσει. Εάν γνωρίζει επιπρόσθετα ότι ο ίδιος άνθρωπος συνελήφθη από το ισραηλινό Πολεμικό Ναυτικό κατά την φονική επίθεση του 2010, στα διεθνή ύδατα, νότια της Κύπρου, και υπέστη βασανισμό, ίσως αυτόματα θέσει σε αμφισβήτηση την αντικειμενικότητα των τοποθετήσεώς του. Παρά τη μειονεκτική θέση ωστόσο του γράφοντος έναντι του αναγνώστη, διατηρείται η ελπίς ότι ορισμένα επιχειρήματα έχουν ενίοτε την αυτοτελή σημασία τους και συνεπώς η αντικειμενική, κατά το δυνατόν, αξιολόγησή τους μπορεί, καλή τη πίστει, να επιτευχθεί.

Η Κύπρος είναι σήμερα, εν έτει 2012, ευρωπαϊκή χώρα που υφίσταται τη διαίρεση και κατοχή μεγάλου τμήματος του εδάφους της από το τουρκικό κράτος. Η Κύπρος περιήλθε σε αυτή την κατάσταση μετά από στρατιωτική εισβολή, ακολούθησαν αίμα και δάκρυα, πέρασαν 38 χρόνια κι όμως οι πληγές δεν κλείνουν. Η Παλαιστίνη είναι και αυτή χώρα διαιρεμένη και υπό ισραηλινή κατοχή. Εκεί συνεχίζονται οι στρατιωτικές επιχειρήσεις, όπου το αίμα και τα δάκρυα δεν έπαψαν επί δεκαετίες να κυλούν.

Γνωστά θα πει κάποιος όλα αυτά, αλλά και η λύτρωση μιας χώρας υπό κατοχή δεν γίνεται με την κινητοποίηση του παγκόσμιου συναισθήματος ούτε με την επίκληση του δικαίου στους διεθνείς οργανισμούς. Και βέβαια δεν αρκεί η αλληλεγγύη και η «ισχύς εν τη ενώσει» των αδυνάμων. Στη διεθνή σκηνή επικρατεί αφ’ ενός η λογική των συσχετισμών ισχύος, παγκόσμιων και περιφερειακών, και αφ’ ετέρου κάθε χώρα επικεντρώνει τις προσπάθειές της στην προάσπιση του εθνικού της συμφέροντος, το οποίο προάγει με τη δημιουργία αρραγούς εσωτερικού μετώπου, κατάλληλων αμυντικών διατάξεων και ωφέλιμων διεθνών συμμαχιών. Στην προέκταση αυτής της λογικής προβάλλει συνήθως και η -κατά τη γνώμη μας- σοφιστεία «ο εχθρός του εχθρού μου είναι φίλος μου».

Όμως, οι παραπάνω φαινομενικές αλήθειες, αν και στέρεες στην εσωτερική τους λογική, δεν αποτελούν την όλη αλήθεια. Κι όπως συμβαίνει πάντοτε, όπως γνωρίζει εμπειρικά και ο απλός λαός, η μισή αλήθεια αδικεί κατάφωρα τον εαυτό της όταν δεν μπορεί να συνυπάρξει με την υπόλοιπη αλήθεια.

Γιατί η δύναμη της λογικής των συσχετισμών ισχύος δεν αντιρροπεί πάντοτε τη δύναμη του δικαίου ούτε ακυρώνει την απαντοχή των αδυνάμων που δέχονται την επίθεση των ισχυρών. Γιατί οι διεθνείς συμμαχίες που δεν έχουν βάση ηθική αποδεικνύονται συχνά εφήμερες, αδύναμες, επιπόλαιες καθότι «ένθεν κακείθεν» καιροσκοπικές.

Η στρατιωτική μηχανή, η διπλωματική δράση και το εκτεταμένο διεθνές συμμαχικό πλαίσιο των ΗΠΑ δεν απέτρεψαν την ήττα τους στο Βιετνάμ, στο Ιράκ, στο Αφγανιστάν και όπου αλλού επιχείρησαν, εν αδίκω, την ηγεμονία τους να εξασκήσουν. Η στρατιωτική μηχανή του Ισραήλ εξέπνευσε στον ποταμό Λιτάνι και δεν απέφυγε την ταπείνωση και την συντριβή στον πόλεμο του Λιβάνου από αντάρτες που αντιστάθηκαν με πίστη και ψυχή, μόλις 6 χρόνια πριν. Δεν είναι γι’ αυτό αναίτια η προπαγανδιστική προσπάθεια των Αμερικανών να νομιμοποιήσουν την πολιτική εγκληματικότητά τους εμφανιζόμενοι ως υπερασπιστές των ανθρώπινων δικαιωμάτων ούτε η αντίστοιχη των Ισραηλινών να εμφανίζονται ως τα διαρκή θύματα της ιστορίας. Η Κύπρος και η Ελλάδα έχουν όμως επί αυτών των ζητημάτων την δική τους ιστορία. Η στρατηγική συμμαχία με το Ισραήλ, και η μετατροπή τους σε οικονομική και πολεμική επιχειρησιακή του ενδοχώρα, είναι συνεπώς όχι μόνο ρηχή, ανώφελη και αφελής, αλλά εμπεριέχει και μεγάλους κινδύνους.

Η Κύπρος και η Ελλάδα, προπαντός, σε κρίση βαθιά περιδινούμενες, ουδέν όφελος εγνώρισαν, όσο καιρό αναπτύσσεται η περιώνυμη συμμαχία τους με το Ισραήλ, από τους νονούς των περιβόητων διεθνών οίκων αξιολόγησης και των διεθνών χρηματαγορών που διατηρούν στενούς δεσμούς με το εβραϊκό λόμπι. Καμία επιρροή δεν ασκήθηκε από αυτούς, προς οικτρή διάψευση των όσων πίστεψαν σε υποσχέσεις. Συνάμα, το πολιτικό προσωπικό των δύο χωρών μας δεν δέχεται φαίνεται να εξετάσει και το εύλογο: ότι η στρατηγική του Ισραήλ επιδιώκει οφέλη από μια αδύναμη και απομονωμένη Κύπρο και από μια περισσότερο αδύναμη και απομονωμένη Ελλάδα – απευχόμενο προφανώς για το λόγο αυτό την ενδυνάμωσή τους και την αυτοδυναμία τους. Αντίθετα, οι πολιτικές μας ηγεσίες πορεύονται κοντόθωρα και απερίσκεπτα σε επικίνδυνους γεωπολιτικούς ατραπούς κρατώντας μύθους ως επιχειρήματα.  

Μύθος πρώτος: Υδρογονάνθρακες, ο συν-εταιρικός με το Ισραήλ θησαυρός. Μύθος ως προς το μέγεθος των κοιτασμάτων της λεκάνης της Λεβαντίνης (αδιάψευστα τα έγκυρα ερευνητικά δεδομένα) που το Ισραήλ προορίζει δι’ ίδιον βραχυπρόθεσμο αναλώσιμο όφελος και για στρατηγικό του απόθεμα. Η εκμετάλλευση των επί του παρόντος υποτιθέμενων σημαντικών κοιτασμάτων στην ελληνική ΑΟΖ -όταν αυτή ορισθεί… προαπαιτεί φυσικά αξιόπιστες έρευνες καθώς και τεχνικοοικονομικές και περιβαλλοντικές μελέτες.

Εξάρτηση από την Τουρκία

Μύθος δεύτερος: Το Ισραήλ αντισταθμίζει την απειλή εκ Τουρκίας. Πρόκειται για μύθο που όταν δεν εξαντλείται σε μικροεντυπωσιασμούς μπορεί να επιβεβαιώνεται μόνο «στα εύκολα», όχι όμως και «στα δύσκολα». Το Ισραήλ, γεωγραφικά στριμωγμένο και περιφερειακά απομονωμένο, σε ισχυρή γεωπολιτική αλληλεξάρτηση με την Τουρκία, έχει την ανάγκη της τουλάχιστον τόσο, όσο έχει και εκείνη τη δική του ανάγκη. Όμως, πέρα από τις όποιες υποκειμενικές εκτιμήσεις, είναι γεγονός πως μετά την αυτοκαταστροφική ισραηλινή πειρατική επίθεση στον «Στολίσκο της Ελευθερίας» και ειδικότερα στο πλοίο Μavi Μarmara τo 2010, oι λεονταρισμοί και από τις δύο πλευρές δεν έχουν έρμα. Στο παρασκήνιο συντελούνται διεργασίες με παρέμβαση και των ΗΠΑ, «ρεαλιστές» υπάρχουν και στις δύο πλευρές που άριστες σχέσεις διατηρούσαν μεταξύ τους στο παρελθόν, ισχυρό φιλοϊσραηλινό λόμπι υπάρχει στην Τουρκία, κυρίως εκτός αλλά και εντός του μουσουλμανικού χώρου. Η δυστυχής περίπτωση της «στυμμένης λεμονόκουπας» συνεπώς ας μην αποκλειστεί.

Ποιο εθνικό συμφέρον υπερασπίζονται Αθήνα και Λευκωσία; ΤΑ ΒΡΑΧΥΠΡΟΘΕΣΜΑ αλλά προπαντός τα μεσο-μακροπρόθεσμα συμφέροντα της Κύπρου και της Ελλάδας στο περιφερειακό διαρκούς μεταβλητότητας και υψηλής απροσδιοριστίας- γεωπολιτικό επίπεδο συνδέονται με παραδοσιακά φίλες χώρες και λαούς, όπως η Ρωσία και ο γεω-οικονομικά ανερχόμενος -παρά τους σπασμούς της παρούσας γέννας αραβικός κόσμος. Αντίθετα, μόνο συγκυριακά και υπό όρους μπορούν αυτά να συνδέονται και με το (μόνιμα αποσταθεροποιητικό) Ισραήλ. Για τους παραπάνω λόγους, τα μέσα πίεσης προς την Τουρκία προκειμένου να εντάξει τις σχέσεις της με Κύπρο και Ελλάδα στο πλαίσιο σεβασμού του διεθνούς δικαίου αποδυναμώνουν όταν, εντέχνως πλην σαφώς, εξωθούμαστε από το Ισραήλ σε προσάρτηση στο άρμα του και σε απομόνωση από φίλιες χώρες.

Εν’ είδει συμπεράσματος: το Ισραήλ μπορεί να θεωρεί πως με τη ριψοκίνδυνη στρατηγική του υπερασπίζεται το εθνικό του συμφέρον. Δικαίωμά του, όπως και δικαίωμα του λαού του και πολλών φωτισμένων και φιλειρηνικών πολιτών του να ανατρέψουν αυτή τη στρατηγική. Εμείς όμως, ποιας χώρας το εθνικό συμφέρον υπερασπιζόμαστε;
*Ο Βαγγέλης Πισσίας είναι δρ Διεθνών Οικονομικών Σχέσεων.

 

Η συνέντευξη του Σταύρου Λυγερού στη Μαρία Ψαρρά που επιμελήθηκε το σχετικό αφιέρωμα.

 

Σταύρος Λυγερός»: Στρατηγική ισορροπία η επιλογή της Αθήνας, Να αντιμετωπίσει το Ισραήλ ως εταίρο όπου συγκλίνουν τα συμφέροντά τους

 

Ο δημοσιογράφος-συγγραφέας Σταύρος Λυγερός εκτιμά ότι «η αναβάθμιση των σχέσεων Ελλάδας-Ισραήλ έχει όλες τις προϋποθέσεις να είναι θετική. Εξαρτάται όμως από το πώς θα τη χειριστεί η ελληνική πλευρά».

«Οι γεωπολιτικές ισορροπίες στην Ανατολική Μεσόγειο και τη Μέση Ανατολή έχουν αλλάξει και το Ισραήλ που μέχρι πρόσφατα είχε έναν ασφαλή, διάπλατο δρόμο προς τη Δύση, συνειδητοποιεί ότι δεν τον έχει πια.

Στο σκηνικό οι Ισραηλινοί «ξανα-ανακάλυψαν» ότι ο μόνος σταθερός δρόμος είναι ο ελληνικός, μέσω της Ελλάδας και της Κύπρου Η αραβική εξέγερση υπενθύμισε στους Ισραηλινούς ότι σ’ αυτή την περιοχή το γεωπολιτικό παιχνίδι επηρεάζεται καθοριστικά από το θρησκευτικό – πολιτισμικό κριτήριο. Η δε ρήξη με τη νεοοθωμανική Τουρκία τούς στέρησε από ένα σύμμαχο που τους εξασφάλιζε πολύτιμο στρατηγικό βάθος και ασφαλή δρόμο προς την Ευρώπη. Η προσέγγιση της Άγκυρας με τη Συρία και κυρίως με το Ιράν ενίσχυσε τις ανησυχίες του Τελ Αβίβ. Σε αυτό το σκηνικό, οι Ισραηλινοί «ξανα-ανακάλυψαν» ότι ο μόνος σταθερός δρόμος είναι ο ελληνικός, μέσω δηλαδή της Ελλάδας και της Κύπρου», σημειώνει ο Σταύρος Λυγερός.

«Οι Ισραηλινοί, που σκέφτονται με στρατηγικούς όρους, σκέφτηκαν να στραφούν προς Αθήνα και Λευκωσία. Το «άνοιγμα» αυτό μάλιστα συνέπεσε με την ανακάλυψη των κοιτασμάτων στην Ανατολική Μεσόγειο και τη δημιουργία ενός πλαισίου κοινών συμφερόντων. Τόσο η Ελλάδα όσο και η Κύπρος ανταποκρίθηκαν θετικά σε αυτό το άνοιγμα, η κάθε μια για τους δικούς της λόγους. Ωστόσο, φαίνεται σαν να αντιδρούν εξ αντανακλάσεως «καλέσματα» του Ισραήλ, χωρίς να υπάρχει ένα στρατηγικό σχέδιο για την προσέγγιση αυτή», τονίζει ο αναλυτής και εξηγεί: «Για παράδειγμα, το Ισραήλ δεν ζητά από την Ελλάδα να αλλάξει την πολιτική της απέναντι στο παλαιστινιακό ζήτημα. Πιστεύω πως η Ελλάδα οφείλει να προχωρήσει σε μια ισορροπημένη σχέση με το Ισραήλ, χωρίς όμως να γίνει δορυφόρος ή υποχείριό του. Να αντιμετωπίσει δηλαδή το Ισραήλ ως εταίρο που τα συμφέροντά τους συγκλίνουν, χωρίς να ταυτιστεί με τις θέσεις και τις απόψεις του (πχ. για το Ιράν). Το ζήτημα είναι αν η Αθήνα θα μπορεί να χαράξει αυτή τη στρατηγική. Αυτό μόνο ο χρόνος θα το δείξει τελικά…»

Στην ερώτησή μας αν η προσέγγιση Ελλάδας-Κύπρου Ισραήλ θα βλάψει τις παραδοσιακά καλές σχέσεις των Ελλήνων με τους Άραβες, ο Σταύρος Λυγερός απαντά: «Οι σχέσεις των Ελλήνων με τον αραβικό κόσμο μετρούν πολλά χρόνια. Έχουμε κοινές ιστορικές μνήμες, μας γνωρίζουν και τους γνωρίζουμε. Για τον λόγο αυτό, είχαμε σημαντικό εμπορικό πλεονέκτημα στην περιοχή ειδικά μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Επί Ανδρέα Παπανδρέου αυτή η σχέση βάθυνε. Ωστόσο, στη συνέχεια, η σχέση αφέθηκε να χαλαρώσει, για να μην πω να εκφυλιστεί, ειδικά από την κυβέρνηση Μητσοτάκη και Σημίτη και μετά. Η πολιτική Ερντογάν ή -πιο σωστά- η στρατηγική Νταβούτογλου επέλεξε τη στροφή και την ενίσχυση των σχέσεων της νεο-οθωμανικής Τουρκίας προς τη Μέση Ανατολή. Όταν ο Ερντογάν φαίνεται να υψώνει ανάστημα (ακόμη) και στο Ισραήλ, οι Άραβες ξαναβλέπουν με διαφορετικό μάτι την Τουρκία. Καμία ελληνική πολιτική δεν θα μπορούσε να εξισορροπήσει αυτό το άνοιγμα Ερντογάν στη μουσουλμανική κοινή γνώμη. Ήταν ένα γήπεδο στο οποίο η Ελλάδα δεν μπορούσε να κερδίσει».

Και καταλήγει ως εξής: «Η Ελλάδα οφείλει να τηρήσει μια ισορροπημένη πολιτική στην περιοχή, μια στρατηγική ισορροπίας. Να εμβαθύνει και να αναπτύξει σχέσεις γεωοικονομίας με το Ισραήλ, να διατηρήσει όμως και τις σχέσεις με τους Παλαιστινίους. Να κάνει μια πολιτική αρχών και όχι να μπει σε ανταγωνισμό με την Τουρκία».

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*