Uncategorized, Άρδην τ. 1-9, Άρδην τ.9, Περιοδικό Άρδην

20 ΙΟΥΛΙΟΥ 1994, είκοσι χρόνια μετά

Τάσος Χατζηαναστασίου

Ο Τεύκρος βγήκε από το σπίτι του, ένα διώροφο στην περιοχή Στρόβολος ΙΙΙ, και κατέβηκε με το ασανσέρ στο γκαράζ. Ξεκλείδωσε την πόρτα της μπε-εμ-βε και μπήκε μέσα.
Με μηχανικές, σχεδόν ταυτόχρονες κινήσεις, έβαλε μπρος, άνοιξε τον κλιματισμό και το ραδιόφωνο. Κάθισε αναπαυτικά κι έκλεισε τα μάτια. Ο διακριτικός θόρυβος της μηχανής, το ανεπαίσθητο βουητό και ο δροσερός αέρας του κλιματισμού του προκαλούσαν μία ηδονική ευφορία. Ήταν ευτυχισμένος.
“….ο πρόεδρος της δημοκρατίας στο μήνυμα του για τη μαύρη επέτειο της εισβολής τόνισε πως ο λαός μας είναι αποφασισμένος να μην ξεχάσει και ότι θα συνεχίσει να αγωνίζεται μέχρι την τελική του διακαίωση”.
Ο Τεύκρος όμως, είχε σχεδόν ξεχάσει για ποιό λόγο η σημερινή ημέρα, 20 Ιουλίου 1994, ήταν αργία. Ενοχλημένος άλλαξε σταθμό. Δεν είχε διάθεση να ακούσει για τους αγώνες του που, γι’ αυτόν ήταν άλλωστε δικαιωμένοι. Τις κενές επετειακές διαβεβαιώσεις για το δήθεν “υψηλό αγωνιστικό φρόνημα του λαού” τις έβρισκε περιττές.
Στον άλλο σταθμό έπαιζε ένα λαϊκό τραγούδι του Γιώργου Νταλάρα. “Ο πελλοκαλαμαράς” * , σκέφτηκε, «έρκεται να τραουδήσει για την άμυναν μας. Ποιός σου είπεν κύριε ότι θέλουμεν άμυνα; Εν να μας σώσει η άμυνα που τους Τούρκους;. Πετάσσουν τόσα ριάλια για την άμυναν αντί να καταργήσουν τες δαπάνες για την άμυναν τσιε να τες δώκουν για ξενοδοχεία και μπίζνες”. Παρασύρθηκε όμως από τη μελωδία κι άρχισε να σι-γοντάρει το “Νύχτωσε χωρίς φεγγάρι”.
Έτσι, μερακλωμένος με το θεόπνευστο ζεϊμπέκικο, ξεκίνησε χωρίς να θυμηθεί να φορέσει τη ζώνη ασφαλείας. η μπε-εμ-βε βγήκε από το γκαράζ και χύθηκε στην πυρωμένη άσφαλτο. Στα φώτα της τροχαίας, έστριψε αριστερά, προσπέρασε το προεδρικό μέγαρο και μπήκε στη Σεβέρη. Λίγο πριν τη διασταύρωση της Γρίβα-Διγενή, έστριψε και πάλι αριστερά και μπήκε στη γραφική συνοικία των Αγίων Ομολογητών. Ύστερα από διακόσια περίπου μέτρα, σταμάτησε μπροστά σε ένα χαμηλό σπιτάκι με αυλή, το σπίτι που έμενε ο πατέρας του Τεύκρου.
Η αυλή ήταν γεμάτη λουλούδια, ξεχώριζαν όμως το αγιόκλημα και το γιασεμί, οι μυρωδιές της Λευκωσίας. Χτυπητή αντίθεση στη θέα του περιποιημένου κήπου, δημιουρ-γούσαν τα πεταμένα στην αυλή και το δρόμο κλαδιά και λεμόνια από τα λεμονόδενδρα που έστεκαν ακρωτηριασμένα.
Ο πατέρας του Τεύκρου, κάθε φορά που κάρπιζαν οι λεμονιές, έσπαζε με λύσσα τα κλαδιά και τα πετούσε μαζί με τα λεμόνια στο δρόμο. Το μένος του όμως για τις λεμονιές δε σταματούσε σε αυτές του σπιτιού που του είχαν νοικιάσει μετά την εισβολή και αυτή η μάλλον ιδιόρρυθμη συμπεριφορά είχε, όπως ήταν αναμενόμενο, καταλυτικές συνέ-πειες στις σχέσεις του με τη γειτονιά. Η δε γειτονιά, που σπανίως συγχωρεί τέτοιες κοινωνικές παρεκκλίσεις, είχε ορθώσει ψηλούς φράχτες ανάμεσα στο γέρο-πρόσφυγα και στους κήπους που είχαν λεμονιές αλλά και ανάμεσα στο γερο-πρόσφυγα και την κοινωνική της ζωή. Αυτό όμως ελάχιστα απασχολούσε τον παππού, του οποίου ο χρόνος είχε σταματήσει στην εισβολή και έκτοτε ζούσε στο κενό ανάμεσα στο παρελθόν και την προσμονή της επι-στροφής.
Υποστήριζε λοιπόν ο παππούς, ότι μόνο η πατρίδα του, ο Καραβάς, έβγαζε λεμόνια. Αφ’ ότου λοιπόν ήρθε πρόσφυγας από τον Καραβά – με το ζόρι τον έφεραν οι δικοί του γιατί ο ίδιος προτιμούσε να τον βρουν οι Τούρκοι και να τον σκοτώσουν μέσα στο σπίτι του – δεν άντεχε να βλέπει άλλες λεμονιές να κάνουν λεμόνια. Πίστευε ακράδαντα ότι άξιζε να επιστρέψει μια μέρα στον Καραβά μόνο και μόνο για να μυρίσει τις ανθισμένες λεμονιές του, να κόψει και να στίψει τους ζουμερούς καρπούς. Και δώστου έσπαζε τα κλαδιά, αν μπορούσε θα ξερίζωνε και τα ίδια τα δένδρα, και πετούσε τα λεμόνια.
Ο παππούς είδε το γιο του να σταματά έξω από τον κήπο και βγήκε στην είσοδο του σπιτιού για να τον προϋπαντήσει.
-Κόπιασε γιε μου.
Ο Τεύκρος βγήκε από το αυτοκίνητο, ανταπέδωσε τον χαιρετισμό του πατέρα του και εξήγησε το λόγο της επίσκεψης του.
-Ήρτα να πάρω τον Άντυ τσιε καρτερά μας η μάμμα του να πάμεν για πικ-νικ και σούβλα στο Τρόοδος.
-Έν εν’ δαμαί * ο Αντρέας, γιε μου.
-Πού επήεν μέσ’ τον λάλαρον * ο μητσής * ;
-Έν ηξέρω, γυρίζει με την μοτόραν * ;
-Αν τον εύρω εν να τον ησπάσω που το ξύλον. Anyway εάν έρτει ποδά πέψε τον σπίτι. Άτε bye-bye.
Ο παππούς συγχυζόταν να ακούει το γιο του που τον έβγαλε Τεύκρο, τότε με την ΕΟΚΑ το ΄55, να φωνάζει το γιο τον Άντυ. Τί έχει το Αντρέας δηλαδή; Ο ίδιος θα προτιμούσε το δικό του, Ξενοφών, που τού’ χε δώσει ο πατέρας του, εθελοντής το ΄97 και το ΄12-΄13 στην Ελλάδα, αλλά και το Αντρέας είναι το αγαπημένο ανδρικό όνομα στην Κύπρο. Να σκεφτείς ο Τεύκρος ντρεπόταν, όταν οι ξένοι προϊστάμενοι του δεν μπορούσαν να προφέρουν το όνομα του και τον φώναζαν Τέουκρος. Αντί να ντραπούν αυτοί ντρεπόταν αυτός που είχε όνομα δυσκολοπρόφερτο για τους Εγγλέζους, και που το χειρότερο, δε μεταφραζόταν στα Αγγλικά. Αν είναι δυνατόν! Ο ίδιος όταν ήταν μικρός, έπαιρνε με τους φίλους του τη σφεντόνα κι όπου έβλεπαν κατάστημα με πινακίδα στα αγγλικά, έβαζαν τη βιτρίνα στο σημάδι. Σήμερα ο γιος του, όταν θέλει να συζητήσει κάποιο, σοβαρό δήθεν, θέμα στις πέντε λέξεις που θα χρησιμοποιήσει οι τρεις είναι αγγλικές. Ύστερα, μίηση μου * , θέλουμε να διώξουμε τους Τούρκους.
Ο παππούς έμενε μόνος στο μικρό εκείνο σπιτάκι των Αγίων Ομολογητών, κι αφού η γειτονιά τον απέφευγε για την παραξενιά του, είχε για μοναδική συντροφιά τις καθημερινές επισκέψεις του μικρού Αντρέα. Ο Αντρέας που τώρα είχε μπει στα δεκαέξι, ερχόταν και βοηθούσε τον παππού στις δουλειές του κήπου, το πότισμα, το κλάδεμα, το σκάλισμα, το ξεχόρτισμα. Πιο πολύ όμως ερχόταν γιατί δεν χόρταινε να ακούει τον παππού να διηγείται. Ο παππούς ο Ξενοφών ήταν από εκείνους τους παλιούς που ξέρουν απέξω όλη την ελληνική μυθολογία και ιστορία. Περισσότερο όμως ο παππούς αγαπούσε τις ιστορίες για την ΕΟΚΑ στην οποία ήταν τομεάρχης. Τις ιστορίες αυτές ο Αντρέας τις είχε μάθει απέξω, του άρεσε όμως να τις ακούει ξανά και ξανά από το στόμα του παππού. Εκείνο όμως που δεν καταλάβαινε ήταν το τέλος του αγώνα για το οποίο είχε μια ασαφή εικόνα, ώσπου στη διήγηση εμφανιζόταν η ίδρυση της Κυπριακής Δημοκρατίας. Όσες φορές είχε ρωτήσει τον παππού γιατί δεν έκαναν τότε την Ένωση, ο παππούς είτε απαντούσε με μισόλογα, είτε τηρούσε μια ένοχη σιωπή.
Ο Αντρέας τότε καταλάβαινε ότι ο παππούς στεναχωριόταν και δεν τον πίεζε με εκείνη τη σαδιστική διάθεση που έχουν συχνά τα παιδιά όταν συ-νειδητοποιούν ότι έχουν στρι-μώξει τους μεγάλους. Υπο-ψιαζόταν όμως ότι αυτή η αμηχανία είχε κάποια σχέση με την κουβέντα που είχε πει μια μέρα στον παππού του ο πατέρας του Αντρέα: “εν με τες πελλάρες σας για την ένωση που μας εκαταστρέψατε”.  Ο Αντρέας όμως δεν ενδιαφερόταν για τις πολιτικές αντιπαραθέσεις των μεγάλων, ήταν ένας έλληνας δεκαεξάρης. Κι όπως κάθε έφηβος ονειρεύεται και ταυτίζεται στα όνειρα του με τα πρότυπα και τους ήρωες του, έτσι κι ο Αντρέας έβλεπε τον εαυτό του σαν ήρωα πολεμιστή, ευγενικό και γενναίο σαν τους μάρτυρες της ΕΟΚΑ. Όμως στα όνειρα του Αντρέα οι διάφοροι ήρωες που ενσάρκωνε αυτός ο ίδιος, δεν πέθαιναν ούτε πιάνονταν αιχμάλωτοι και ύστερα απαγχονίζονταν, αλλά νικούσαν, τους Τούρκους και ζούσαν την υπόλοιπη ζωή τους τιμημένοι από όλους, εξα-κολουθώντας να αγωνίζονται όπου τους καλούσε το καθήκον. Οι ανίκητοι αυτοί ήρωες έβγαιναν μέσα από τις σελίδες της ελληνικής ιστορίας και έρχονταν να συναντήσουν τους σύγχρονους ήρωες της τηλεόρασης και του σινεμά παίρνοντας τη μορφή τους.
Τις περισσότερες φορές ο Αντρέας φανταζόταν πως ήταν ένας πολεμιστής, δυνατός και γιγαντόσωμος σαν τον Ηρακλή που ξεκινούσε τον δικό του προσωπικό πόλεμο με τους τούρκους κατακτητές. Το σενάριο της απελευθέρωσης ήταν απλό: Ο Αντρέας-Ράμπο μπουκάριζε πάνοπλος στα κατεχόμενα με τους πιστούς του συντρόφους, σκόρπιζε όσους Τούρκους έβρισκε μπροστά του κι έφτανε στον Πενταδάκτυλο όπου έστηνε την ελληνική σημαία. Έχοντας το βουνό ως ορμητήριο χτυπούσε τους Τούρκους και τους νικούσε παντού. Αφού κατατρόπωνε όσες δυνάμεις έστελναν για να τον αντιμετωπίσουν, έστελνε μήνυμα στους πανικόβλητους εχθρούς να ξεκουμπιστούν από την Κύπρο μία ώρα αρχύτερα γιατί διαφορετικά δε θά ‘βλεπαν άσπρη μέρα στον αιώνα τον άπαντα. Ύστερα, αφού έφευγε κι ο τελευταίος Τούρκος στρατιώτης και έποικος από το νησί, θά ‘παιρνε πρώτο πρώτο τον παππού του για να φροντίσει τις  ρημαγμένες λεμονιές του. Κατόπιν, θα καβαλούσε τη μηχανή του και με την κοπελιά στο πίσω κάθισμα θα πήγαιναν ως το Ριζοκάρπασο και τον Απόστολο Ανδρέα να δουν τα πρώτα κυκλάμινα του φθινοπώρου να ροδίζουν ανάμεσα στα βραχάκια πλάι στη θάλασσα. Φυσικά, το όνειρο είχε πολλές παραλλαγές. Για πα-ράδειγμα, δεν ήξερε αν θα επέτρεπε στα τηλεοπτικά συνεργεία και ιδιαίτερα το CNN να καλύψουν τις φονικές μάχες. Το τέλος συνήθως έμενε το ίδιο, εκτός από τις φορές που ήταν μαλωμένος με τη φιλενάδα του, οπότε το πίσω κάθισμα της μηχανής έμενε άδειο.
………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………
Ο Τεύκρος γύρισε στο σπίτι σκεφτικός. Στη σύντομη διαδρομή από τους Αγίους Ομολογητές στο Στρόβολο πέρασε από γενιές δεκατέσσερις τη σημερινή νεολαία που είχε γράψει στα παλιά της παπούτσια τους αγώνες της γενιάς του για ενίσχυση της Κυπριακής Δημοκρατίας και οικονομική ευ-ημερία. Τα σημερινά παιδιά τα έχουν όλα, σκεφτόταν και γι’ αυτό δεν εκτιμούν τίποτε. Ούτε την έγχρωμη τηλεόραση, ούτε τα αυτοκίνητα, ούτε τις Φιλιπινέζες, ούτε τα αιρ-κοντίσιον, ούτε τα πολυτελή σπίτια με τις πισίνες. Και το άλλο: ο Αντρέας με τα μυαλά που κουβαλά πώς θα κάτσει να σπουδάσει οικονομικά και διοίκηση επιχειρήσεων; Αυτός θα θέλει να σπουδάσει για δάσκαλος ή καθηγητής, να χαντακωθεί το μωρόν. Το μεταφορικό χαντάκωμα του θύμισε την πιθανή κατάληξη του γιού του που γυρνούσε με την μηχανή και μελαγχόλησε: “αν δεν προλάβει να σκοτωθεί πούποτε με την μοτόραν”.
Με αυτές τις μελαγχολικές σκέψεις άνοιξε την εξώπορτα και μπήκε στο σαλόνι του σπιτιού του. Η γυναίκα του μόλις τον είδε να μπαίνει μόνος και συννε-φιασμένος, κατάλαβε αμέσως: ο Αντρέας  γυρνούσε με τη μηχανή. Κι αν ήταν με τη φιλενάδα του, χαλάλι, τουλάχιστον γκομενιάζει ο μητσής και η ίδια καμάρωνε στα κρυφά για την γοητεία του γιου της, γιατί στα φανερά γκρίνιαζε για τη μικρή – “καλά γονείς δεν έχει αυτή, πώς την αφήνουν να γυρνάει με αγόρια στους δρόμους” – πως τάχα ξεμυάλιζε το γιος της και δεν τον άφηνε να συγκεντρωθεί στα μαθήματα. Το άσχημο θα ήταν να γυρίζει πάλι με αυτήν την αλητοπαρέα των μηχανάκηδων και να κάμνει φασαρίες στους δρόμους με την αστυνομία.
Φαίνεται όμως ότι ο Αντρέας είχε σήμερα εξαφανιστεί για τα καλά, αφού είχε περάσει το μεσημέρι κι ακόμη δεν είχε φανεί. Ανήσυχοι οι δικοί του είχαν τηλεφωνήσει σε συμμαθητές και φίλους. Ακόμη και στους γονείς της φιλενάδας του είχαν τηλεφωνήσει. Ήταν όμως και εκείνη άφαντη, ανησυχούσαν και αυτοί.
Στο μεταξύ είχαν ανοίξει το ραδιόφωνο μπας και ακούσουν στις ειδήσεις, “χτύπα ξύλο!” τίποτε για κανένα τροχαίο με μηχανή. Κι ενώ γυρνούσε ο Τεύκρος τους σταθμούς, έπεσε σε έναν ιδιωτικό που μετέδιδε μια έκτακτη είδηση: “… ομάδα νεαρών μοτοσικλετιστών πέρασε στα κατεχόμενα στην περιοχή της Αμμοχώστου, διέ-σπασε τον κλοιό των ανδρών των Η.Ε. και συγκρούστηκε με δυνάμεις της λεγόμενης τουρ-κοκυπριακής αστυνομίας. Οι συγκρούσεις συνεχίζονται ως αυτήν την ώρα. Δεν υπάρχουν έως τώρα πληροφορίες για τυχόν τραυματίες ή συλληφθέντες από τις κατοχικές αρχές. Συνεχίζουμε το πρόγραμμα μας και θα σας ενημερώσουμε μόλις υπάρξουν νεότερες πληροφορίες”.
Οι γονείς του Ανδρέα δεν ήξεραν πως να απομακρυνθούν από τη βεβαιότητα για συμμετοχή του γιου τους στα επεισόδια. Όχι, όχι, ο Ανδρέας ήταν εκεί δεν υπήρχε αμφιβολία. Θα λείψει ο Μάρτης από τη Σαρακοστή; Εδώ δεν είχε χάσει πορεία για πορεία. Πότε το σχεδίασαν πάλι ετούτο τα κωλόπαιδα;
Τις όποιες αμφιβολίες ήρθε να διαλύσει η αδιάψευστη μαρτυρία του δελτίου της τηλεόρασης. Στις ειδήσεις των 8.30 έδειχνε μία ομάδα από μοτοσικλετιστές να περνούν με δαιμονισμένο θόρυβο και μεγάλη ταχύτητα τη νεκρή ζώνη, να σκορπίζουν τους ΟΗΕδες και να πέφτουν πάνω στα μπλόκα των τούρκων αστυνομικών. Χτυ-πούσαν οι αστυνομικοί με τα γκλόμπς αλλά και δικοί μας με πέτρες και ξύλα ανταπέδιδαν τα ίσα. Ένας μοτοσικλετιστής με μακριά μαλλιά και σκουλαρίκι κρατούσε ένα πλακάτ που έγραφε: “με την μοτόραν πάεις πιο γλήορα στο Καρπάσι”. Ένας άλλος με τατουάζ είχε ένα άλλο που έγραφε: “Τα ψάρια της Κερύνειας είναι πιο νόστιμα”. Διακρινόταν και ο Πέτρος, αυτός που είχε πατέρα αγνοούμενο, να φορά μία μπλούζα στην οποία είχε γράψει κάτι από μια ταινία που είχε δει και του άρεσε: “in the name of the father”.  Μέσα στο δαιμο-νισμένο θόρυβο των μηχανών άκουγες τα παιδιά να φωνάζουν το απαγορευμένο σύνθημα: “Η Κύπρος είναι ελληνική!”
Νάσου και ο Αντρέας – καβάλα στη μαύρη του τη Harley και την κοπελιά στο πίσω κάθισμα – να κρατά μια μεγάλη ελληνική σημαία. Έτσι όπως μαρσάριζε τη μηχανή κι έβαζε πρώτη για να ξαναπέσει πάνω στον κλοιό των μπάτσων νόμιζε πως άκουγε να τον συνοδεύει ο ύμνος των μοτοσικλετιστών: “Born to be wild”, το αγαπημένο του ροκ τραγούδι.
Στο σαλόνι του σπιτιού του Αντρέα, ο Τεύκρος είχε πέσει στον καναπέ αποκαμωμένος από την ένταση δύο αλληλοσυγκρου-όμενων συναισθημάτων: της οργής για την αποκοτιά και της αγωνίας για την τύχη του παιδιού του.
Στην οθόνη της τηλεόρασης περνούσαν αδιάφορα οι υπό-λοιπες ειδήσεις της ημέρας για το επίσημο αντικατοχικό συλλα-λητήριο και τα μηνύματα των κομμάτων για την επέτειο της εισβολής. Η μάνα του Αντρέα κοιτούσε πέρα από την οθόνη, έξω από το βορινό παράθυρο, Ο Πενταδάκτυλος ήταν βαμμένος με τα χρώματα του δειλινού κι έφερνε μυρωδιές από τους κήπους και τα περιβόλια της Λαπίθου και του Καραβά. Ανάμεσα τους γλι-στρούσε το άρωμα της συκιάς που βγαίνει πλάι στη θάλασσα, η μυρωδιά της Κερύνειας.
Την ίδια ώρα ο παππούς ά-κουσε τη φωνή του πατέρα του να αποχαιρετάει τη μητέρα  του λέγοντας μόνο: “φεύκω τσιε πάω στη μάννα μας!” και να φεύγει εθελοντής για την Ελλάδα. Αμέσως κατάλαβε. Σηκώθηκε και πήγε στο παράθυρο. Κι είδε το σπίτι του στον Καραβά και μέσα από τα σκουροπράσινα φύλλα και τους κίτρινους καρπούς της λεμονιάς, το γαλάζιο της θά-λασσας. Ο τομεάρχης της ΕΟΚΑ βγήκε από το σπίτι του ένοπλος. Ο εγγονός του τον περίμενε με αναμμένη τη μηχανή. Έβαλαν μπρος και ξεκίνησαν. Η μηχανή απογειώθηκε. Πώς περίμεναν και οι δυό τους τούτη τη στιγμή της εφόδου στον ουρανό! Κι επιτέλους δεν υπήρχε αυτός ο καταραμένος ουρανός!

Αύγουστος 1994, Θεσσαλονίκη
q

* Πελλοκαλαμαράς:
Πελλός = τρελλός, καλαμαράς = Ελλαδίτης.

* Εν εν’= δεν είναι [ένι],
δαμαί = το αρχαιοελληνικό εδώ
* Λάλαρος = καύσωνας
* Μητσής = ο μικρός
* Μοτόρα = μοτοσυκλέττα
* Μίηση μου = τάχα μου

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*