Άρδην τ. 1-9, Άρδην τ.2, Περιοδικό Άρδην, Πολιτική

Η ώρα της αλήθειας

Γιώργος Καραμπελιά

Αν στην εποχή που ζούμε, σε αυτή την «εποχή του τέλους», δοκιμάζονται άνθρωποι, πολιτισμοί και ιδέες, αν ο κόσμος μεταβάλλεται σε αντικατοπτρισμό, αν παλιοί πολιτισμοί, κοινωνικά και ιστορικά υποκείμενα, συστήματα ιδεών και μπλοκ βουλιάζουν, ο έλληνας άνθρωπος, ο κόσμος του, αντιμετωπίζει μια αβυσσαλέα κρίση. Και είναι φυσικό. Όσο παλιότερος είναι ένας πολιτισμός, τόσο εντονότερη η αντιπαράθεση με το παρόν, τόσο μεγαλύτερη η δυσκολία «προσαρμογής», τόσο βαθύτερη η τομή και ο αποπροσανατολισμός. Και η πρόκληση της ευρωπαϊκής ενότητας έρχεται όχι να απαλύνει αλλά να επιτείνει την κρίση.

Τα τελευταία εβδομήντα χρόνια υπήρξαν καταλυτικά. Οι Έλληνες ξεριζώθηκαν από χώρους στους οποίους ζούσαν για χιλιάδες χρόνια. Μικρά Ασία, Κωνσταντινούπολη, Βαλκάνια, Πόντος, Μαύρη θάλασσα. Στριμώχτηκαν είτε στην ασφυκτική φυλακή της μετριοκρατικής ψωροκώσταινας, είτε ταξίδεψαν σε μακρινούς και υπερπόντιους τόπους ως μετανάστες και ως ναυτικοί, μακριά από τον ιστορικό χώρο της Μεσογείου. Η δύναμη τους, το εμπόριο σε έναν αγροτικό περίγυρο, μεταβλήθηκε στην αχίλλειο πτέρνα τους, σε παρασιτισμό, την εποχή της βιομηχανικής ηγεμονίας και σε αιτία του ξεριζώματος τους την περίοδο των συμπαγών και ομοιογενών εθνικών κρατών. Οι κοινότητες τους, είτε στον ορεινό αγροτικό χώρο, είτε στο πολυεθνικό μωσαϊκό της Μεσογείου, αποσυντέθηκαν και αντικαταστάθηκαν από την έρημο της πυρηνικής οικογένειας και της σχέσης με τον βασιλιά-τηλεόραση. Και η έσχατη εξέλιξη, οι πολιτικές μορφές ή έστω διαστρεβλώσεις του κοινοτισμού, της αλληλεγγύης, του εξισωτισμού. τα πολιτικά κόμματα -και ιδιαίτερα εκείνα της αριστεράς- τα συνδικάτα, οι συνεταιρισμοί, οι νεολαιίστικες οργανώσεις, έμειναν πουκάμισα αδειανά, στην καλύτερη περίπτωση. Οι μνήμες της τελευταίας ανολοκλήρωτης επανάστασης, της αντίστασης, χάνονται σιγά-σιγά μαζί με τους τελευταίους αγωνιστές, ενώ η πιο πρόσφατη Αντίσταση στη χούντα εξαργυρώνεται από τους πιο επιτήδειους εκπροσώπους της, ή δήθεν τέτοιους, με βουλευτικούς ή -και γιατί όχι-υπουργικούς θώκους.

Οι πόλεις και τα χωριά μας, που κάποτε, σε ευτυχέστερες εποχές, γέννησαν το μέτρο και την αρμονία, μεταβλήθηκαν σε άθλια εξαμβλώματα, αγχωτικά, γελοιογραφικά, χρησιμοθηρικά, που αντανακλούν όλη την ερήμωση, την εσωτερική φτωχιά και την ασχήμια του νεοέλληνα. Πόλεις και χωριά όπου κυριαρχεί ο βιασμός του μέτρου, η περιφρόνηση της φύσης, μιας φύσης που κατακρεουργείται βάναυσα σε όλη την ελληνική επικράτεια. Ακόμα και η ριζωμένη στη γη, και κατά τεκμήριο στην παράδοση, αγροτιά έχασε την αγάπη για το δημιούργημα της, τους ίδιους τους καρπούς της γης. και «ενισχύει» τα προϊόντα με λιπάσματα, φυτοφάρμακα και ορμόνες, μολύνοντας τις θάλασσες και τα ποτάμια.

Ο Σαρωνικός, ο Θερμαϊκός, ο Πατραϊκός και οι άλλες θάλασσες μας έχουν μεταβληθεί σε απέραντες χαβούζες όπου καθημερινά άνθρωποι και οχετοί ξερνάνε χιλιάδες τόνους μολυσμένων λυμάτων. Όσο για τον περιβόητο αττικό ουρανό των Αθηναίων, εκατομμύρια μηχανές, κάθε είδους, αποπνέουν καπνό, μόλυνση, και μολύβι.

Μέσα σε τριάντα χρόνια ο πιο λιτοδίαιτος λαός της Ευρώπης έγινε ο μεγαλύτερος καταναλωτής θερμίδων και αυξάνονται οι καρδιοπάθειες, οι καρκίνοι, τα εγκεφαλικά. Η κατανάλωση πολλαπλασιάστηκε και οι υπεραγορές εξαλείφουν σταδιακά τα μικρο-μπακάλικα.

Αλλά παράγουμε όλο και λιγότερο αυτά που καταναλώνουμε. Οι εισαγωγές μας φθάνουν τα είκοσι δις. δολάρια, ενώ οι εξαγωγές δεν ξεπερνούν τα 5,5. Οι εισροές από τον τουρισμό, τις επιδοτήσεις από την ΕΟΚ, τις εισροές κεφαλαίων κάθε είδους, τα εμβάσματα των μεταναστών φθάνουν με τη σειρά τους άλλα 20 περίπου δις. δολάρια (σε ένα συνολικό εθνικό εισόδημα που δεν ξεπερνάει τα 75 δισεκατομμύρια δολάρια). Όσο για την πρωτεύουσα και την χωροταξική έκφραση του παρασιτισμού, την Αθήνα, εισάγει περίπου 7 φορές παραπάνω από ό,τι εξάγει!

Αν σε όλη του τη διαδρομή το ελληνικό κράτος υπήρξε πάντοτε ελλειμματικό, σήμερα αγγίζει τον παροξυσμό. Η βιομηχανία και η αγροτική παραγωγή παραμένουν για δεκαπέντε χρόνια στάσιμες ή ακόμα χειρότερα μειώνονται σε απόλυτα μεγέθη, ενώ για την πληρωμή των δανείων καταβάλλουμε ποσά που σε λίγο θα ξεπερνούν το 20 % του εθνικού εισοδήματος. Και βέβαια αυτοί που καλούνται να πληρώσουν δεν είναι η παρασιτική άρχουσα τάξη, δεν είναι οι διεφθαρμένες ελίτ της πολιτικής, των ΜΜΕ και της «διανόησης» που εξακολουθούν να απολαμβάνουν τα εισοδήματα τους αφορολόγητα μέσω των ομολόγων και με τις αρπαχτές, αλλά οι μισθωτοί, οι συνταξιούχοι· και σήμερα ακολουθούν πλέον και οι περιούσιοι του κράτους των μικρομεσαίων.

Κατά τον ίδιο τρόπο που στις αρχές της δεκαετίας του ’80 η «κοινωνική πολιτική» πραγματοποιήθηκε όχι μέσω της αναδιανομής του εισοδήματος σε βάρος των παρασιτικών στρωμάτων, αλλά μέσω του εξωτερικού δανεισμού (!), έτσι και σήμερα που έρχεται ο… λογαριασμός των δανείων δεν καλούνται να τα εξοφλήσουν τα παράσιτα που πλέον ελέγχουν άμεσα την οικονομική και πολιτική εξουσία, αλλά ο λαός των «μη προνομιούχων».

Μέσα σε αυτές τις συνθήκες δεν μπορεί καν να γίνει λόγος για οποιαδήποτε εθνική πολιτική ή έστω για στοιχειώδη αυτονομία. Δεν μπορεί να γίνει λόγος για ισότιμη συμμετοχή σε μια Ευρωπαϊκή Ένωση της οποίας το βάρος γέρνει «μονόπαντα» προς τα Δυτικά. Η Ελλάδα σέρνεται από τους «συμμάχους» της στην άνιση ανταλλαγή που σηματοδοτεί το Μάαστριχ από τα δυτικά, και την υποταγή στους Τούρκους επεκτατιστές από τα ανατολικά.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση μας προσφέρει «αφειδώς»(;) τα «πακέτα Ντελόρ» από τα οποία κάνουν τις αρπαχτές τους εργολάβοι και πολιτικοί και διαφθείρονται οι «πνευματικοί ταγοί του έθνους» με κάποια προγραμματάκια. Και όμως όλοι τους «ξεχνούν» να υπενθυμίσουν πως αν απορροφούμε περίπου 4-5 δισεκατομμύρια δολάρια το χρόνο από την Ένωση, την ίδια στιγμή το εμπορικό μας έλλειμμα με τις χώρες της φτάνει τα 9 με 10 δισεκατομμύρια δολάρια. Ποιος λοιπόν πληρώνει ποιόν; Μα είναι πασιφανές, οι Έλληνες που παράγουν, πληρώνουν τους Γερμανούς βιομηχάνους, και τους Έλληνες εργολάβους. πολιτικούς και διανοουμένους. με τίμημα τον πολιτιστικό και οικονομικό εξανδραποδισμό μας και την… συνετή στάση απέναντι στο μεγάλο χωροφύλακα της περιοχής, τους Τούρκους.

Αυτή η εικόνα του ζόφου είναι η εικόνα της σύγχρονης Ελλάδας. Μιας χώρας όπου κορυβαντιούν εργολάβοι, ατζέντηδες, πολιτικοί, αγράμματοι δημοσιογράφοι, μετριοκράτες και οσφυοκάμπτες, μιας χώρας όπου τα πάντα ή σχεδόν τα πάντα μοιάζουν να πουλιούνται και να αγοράζονται. Μιας χώρας που μας πληγώνει καθημερινά μέσα στον ορυμαγδό εμπορευμάτων, εκπομπών και τσιφτετελιών.


Το «τέλος» της πολιτικής
Σε έναν «υπερπολιτικοποιημένο» λαό σαν τον δικό μας η πολιτική κατάντησε να προκαλεί τα πιο βαθιά χασμουρητά και τα «τωκ-σόου» πρέπει να διανθίζονται από μερικούς καυγάδες για να διεγείρουν τις κουρασμένες αισθήσεις των βαριεστημένων θεατών. Μια βαθύτατη αηδία καταλαμβάνει ένα αυξανόμενο κομμάτι των Ελλήνων, γι’ αυτό και η αποχή, τα λευκά, τα άκυρα, πολλαπλασιάζονται. Οι Έλληνες δεν πιστεύουν πλέον ότι το παρόν πολιτικό σύστημα μπορεί να προσφέρει μια. οποιαδήποτε διέξοδο. Δεν υπάρχουν στο εσωτερικό του δυνάμεις ικανές για μια διαφορετική πορεία.

Η πολιτική ιστορία των τελευταίων χρόνων υπήρξε ιδιαίτερα διαφωτιστική. Η σαρωτική κρίση του σκανδάλου Κοσκωτά αποτέλεσε ίσως την τελευταία ευκαιρία αυτομεταρρύθμισης του πολιτικού συστήματος της μεταπολίτευσης, που ούτως ή άλλως παρουσίαζε συμπτώματα βαθύτατης γήρανσης και παρακμής. Και όμως έξι χρόνια μετά όχι μόνο τίποτε δεν έχει αλλάξει αλλά «κάηκαν» και οι τελευταίες εφεδρείες του «συστήματος». Ο Συνασπισμός ανακάλυψε τον πραγματικό του προορισμό, έχοντας αναπροσανατολιστεί από την Ανατολή στη… Δύση (ίσως ο πιο ένθερμος θιασώτης του «ανήκομεν εις την Δύση»). Ο Σαμαράς αποδείχτηκε τόσο λίγος, μια εκδοχή Ν.Δ …μ.λ. ώστε σήμερα δεν απασχολεί ούτε καν τα κανάλια, οι «εκσυγχρονιστές» του ΠΑΣΟΚ απέδειξαν περίτρανα το μηδενικό τους διαμέτρημα. Και η εκδοχή Τσοβόλα θα αποκαλύψει σύντομα τα πραγματικά όρια και τις δυνατότητες της. Όσο για τον αρχηγό της αξιωματικής αντιπολίτευσης, που εκθρονίστηκε ελέω Κόκκαλη και Αλαφούζου, βάζει τους Έλληνες στον πειρασμό να αναπολούν τον Μητσοτάκη. Χαρακτηριστική της ένδειας του πολιτικού προσωπικού υπήρξε και η μόνη απόπειρα δημιουργίας ενός εξωθεσμικού πολιτικού σχηματισμού, των «Οικολόγων Εναλλακτικών», που έσβησαν σε συνθήκες ιλαροτραγωδίας. Η διαπίστωση είναι τελεσίδικη και αδιαμφισβήτητη: Δεν υπάρχουν στη σημερινή Ελλάδα πολιτικές δυνάμεις ικανές να παρέμβουν μέσα από το υπάρχον πολιτικό ιδεολογικό και θεσμικό πλαίσιο προς την κατεύθυνση, έστω, και μιας απλής θεσμικής ή πολιτικής μεταρρύθμισης. Γι’ αυτό και το πραγματικό κέντρο βάρους της εξουσίας μετατοπίστηκε έξω από το ελληνικό πολιτικό σύστημα. Στις Βρυξέλλες, σε ό,τι αφορά την οικονομική και κοινωνική πολιτική, και στην Αμερικάνικη Πρεσβεία σε ό,τι αφορά τα υπόλοιπα, ενώ το σύμπλεγμα εργολάβων-ιδιοκτητών ΜΜΕ, πολιτικών και τραπεζιτών λειτουργεί απλώς ως ιμάντας μεταβίβασης των θελήσεων τους.

Αυτή είναι η πραγματική κατάσταση της χώρας. Μια εικόνα παρακμής, αποπνικτική. Οι Έλληνες βρίσκονται στο σημαντικότερο σταυροδρόμι της ιστορίας τους. Ποτέ άλλοτε στη σύγχρονη ιστορία τους δεν ήταν τόσο συρρικνωμένοι, ποτέ άλλοτε δεν ήταν τόσο κοντά στην πολιτιστική εξαφάνιση. Ακόμα και στις εποχές που δεν είχαν καμία κρατική υπόσταση, διέθεταν τη δύναμη της γλώσσας, του πολιτισμού, της θρησκείας, του πληθυσμού, που τους καθιστούσε σημαντικό παράγοντα σε όλη την Ανατολική Μεσόγειο. Σήμερα, ο κίνδυνος της συνθλιβής μας μέσω της παρασιτοποίησης προς τη Δύση και της υποταγής στην Ανατολή, την Τουρκία, είναι πολύ περισσότερο άμεσος. Και η παρασιτοποίηση και η υποταγή σημαίνουν έλλειψη ή υπανάπτυξη των κοινωνικών κινημάτων, συρρίκνωση της πολιτιστικής παραγωγής, φτώχεμα της ζωής και των αισθημάτων μας, βύθισμα στην υλική και πνευματική μιζέρια.

Αυτό είναι το βαθύτατο λογικό και θεωρητικό σφάλμα των «διεθνιστών». Λαός χωρίς διακριτή υπόσταση και αυτονομία, λαός ισοπεδωμένος στην κοσμοπολίτικη σούπα που εκπέμπει το Χόλλυγουντ δεν μπορεί να έχει τίποτε, ούτε κοινωνικά κινήματα, ούτε οικολογικό κίνημα, ούτε πολιτισμό. Όλα τα κοινωνικά κινήματα αναδεικνύονται πάντα συναρθρωμένα με την ιδιαιτερότητα και την λαϊκή κουλτούρα μιας χώρας, μιας περιοχής, μιας ηπείρου. Αυτή τη στιγμή τα νεολαιίστικα κινήματα έχουν υποκατασταθεί από μια κουλτούρα του «χάους και του αδιεξόδου», όπως τόσο πασίδηλα φάνηκε και στις «συγκρούσεις» του Πολυτεχνείου και ακόμα χειρότερο στην τεράστια έκταση που τους προσδόθηκε.

Παράλληλα δεν μπορούμε να συμμεριστούμε τη λογική που υποστηρίζει πως «η Ελλάδα ποτέ δεν πεθαίνει» και η οποία, από ένα σημείο και μετά, λειτουργεί ως άλλοθι για την απραξία μας. Ούτε εκείνη, παραπλήσια, που θεωρεί τους Έλληνες περιούσιο λαό, προορισμένο από την «ιστορία» να επιβιώσει, άποψη που είναι εν τέλει μια εξωπραγματική παραμυθία, που μόνο να μας αποκοιμίσει μπορεί, ή να εκθρέψει μερικές ρατσιστικές ονειροφαντασίες τύπου Πλεύρη και Χρυσής Αυγής. Η Ελλάδα ως πολιτισμός, ως υπόσταση, ως κινήματα πράγματι απειλείται με εξαφάνιση ή έστω με παραπέρα συρρίκνωση. Και τίποτε στην ιστορία δεν είναι αιώνιο ή αναλλοίωτο. Οι Έλληνες δεν έχουν κερδίσει την ιστορική αθανασία.

Έτσι η αντίσταση μας, αυτή η ανάγκη για την αληθινή επανάσταση που χρειάζεται η χώρα μας, δεν μπορεί να στηριχτεί σε ψεύτικες υπεραισιοδοξίες και παραμυθίες.

Υπάρχουν πιθανότητες ανάταξης;

Όμως και αυτή είναι ίσως σήμερα μια βασική αιτία για τη νάρκωση που έχει καταλάβει τους Έλληνες, αν μια μάχη θεωρείται προκαταβολικά χαμένη τότε δεν δίνεται. Δεν μπορεί να υπάρξει αντίσταση, αν το τοπίο είναι τόσο ζοφερό ώστε να παραλύει κάθε αντίδραση.

Εμείς, παρά τον σκοτεινό πίνακα που παρουσιάσαμε, δεν νομίζουμε πως δεν υπάρχει καμία δυνατότητα αντίστασης, ή ότι τουλάχιστον δεν αξίζει τον κόπο να δώσουμε μια ακόμα μάχη. Και αυτή μας την πίστη δεν την αντλούμε μόνο από την δύναμη της απελπισίας, αλλά από αυθεντικά δεδομένα της σύγχρονης πραγματικότητας.

Μέσα σε αυτές τις συνθήκες διαγράφονται οι όροι και οι πιθανότητες να μπορέσουν οι Έλληνες να κοιτάξουν γύρω τους για την διαμόρφωση των προτύπων και των συμπεριφορών τους και να ξεφύγουν από την μυθολογική και μυθοποιητική ταύτιση τους με τη Δύση.

Τη στιγμή του «θριάμβου» της Δύσης στην Ευρώπη και της ένταξης της Ελλάδας ως παρασίτου στην Ευρώπη του Μάαστριχ, ακριβώς τότε γεννιούνται οι πιο έντονες αμφισβητήσεις για το «πού ανήκουμε». Και παρά το ότι οι αριστεροί διανοούμενοι επαναλαμβάνουν εν χορώ «ανήκουμε στη Δύση», ανακαλύπτουμε και πάλι τα Βαλκάνια, αρχίζουμε ένα νέο «ταξίδι του Οδυσσέα», στον Πόντο, τη Μαύρη θάλασσα, αύριο και πάλι τη Μέση Ανατολή. Ίσως ανοίγονται εκ νέου οι δυνατότητες να ξανασυναντήσουμε ξεχασμένες μορφές της ταυτότητας μας, την κοινότητα των Ελλήνων, τη ζάντρουγκα των σλάβων χωρικών, μια άλλη σχέση ανάμεσα στον τεχνόκοσμο και τη φύση. Μια καινούργια σχέση ανάμεσα στον ορθολογισμό και την ανθρώπινη υπόσταση την οποία κατέστρεψε η ίδια η ύστερη Δύση, μεταβάλλοντας το διαφωτισμό σε εργαλειακό ορθολογισμό και επιβάλλοντας αυτό το έκτρωμα σε πλανητική κλίμακα. Μια άλλη σχέση ανάμεσα στην εργασία και τη σχόλη, ανάμεσα στην ετερονομία και την αυτονομία.

Πάντως, το βέβαιο είναι πως αν η Δύση για 500 χρόνια τουλάχιστον υπήρξε η ανανεωτική δύναμη του πλανήτη, σε επίπεδο προϊόντων, ιδεών και μοντέλων σήμερα ζούμε μια ιστορική μετατόπιση του κέντρου βάρους τεραστίων διαστάσεων. Η Δύση δεν θα γράψει το έτος 501, τουλάχιστον από την άποψη της δυναμικής, αν όχι από εκείνης της παρούσας ισχύος όπου εξακολουθεί να παραμένει μια «σιδερένια τίγρη».
Ωστόσο δεν είναι καθόλου βέβαιο πως σε αυτό τον κόσμο που αλλάζει, εμείς οι Έλληνες, ένας λαός 15 εκατομμυρίων από τους οποίους τα 5 εκατομμύρια μετανάστες, θα κατορθώσουμε να επιβιώσουμε. Όμως έχουμε μια μεγάλη ευκαιρία, να συλλάβουμε την κίνηση του εκκρεμούς της πλανητικής ιστορίας και να συμβάλουμε ενεργά τόσο στη διαμόρφωση μιας νέας περιφερειακής ταυτότητας στο χώρο μας, όσο και στην ανάπτυξη νέων κοινωνικών και πολιτικών προτύπων.

Για μια φορά όχι ετερόφωτοι αλλά γηγενείς και ταυτόχρονα παγκόσμιοι, γιατί ζούμε σε έναν παγκόσμιο πολιτισμό. Είμαστε πεπεισμένοι για την αλλαγή της ιστορικής κίνησης, το ερώτημα-στοίχημα είναι: εμείς θα είμαστε ΕΚΕΙ, δηλαδή ΕΔΩ;


Η ανάγκη ενός πολιτικού άλματος
Για να γίνει κάτι τέτοιο θα πρέπει στην Ελλάδα να δρομολογηθούν πολιτιστικές, οικονομικές, κοινωνικές και εν τέλει πολιτικές κινήσεις που να κατατείνουν στην διαμόρφωση μιας νέας πραγματικότητας.
Μιας αληθινά νέας τάξης πραγμάτων στην οποία το κέντρο βάρους της ανάπτυξης θα μεταφερθεί από το κέντρο στην περιφέρεια -ακόμα και με ριζικά μέτρα αν χρειαστεί όπως είναι η μεταφορά της πρωτεύουσας έξω από την Αθήνα- η οποία θα στηριχτεί στις λαϊκές τάξεις και όχι στις ανίκανες ελίτ, που θα αναδείξει νέες μορφές κοινωνικής αλληλεγγύης και μορφών παραγωγής και θα υπερασπίσει ενεργά την Κύπρο, το Αιγαίο και τη Θράκη, σε συμμαχία με τους Κούρδους και τους Βαλκανικούς λαούς.
Που θα στοχεύει στο να υποχρεώσει την τουρκική άρχουσα τάξη να εγκαταλείψει τον επεκτατισμό της, ορθώνοντας απέναντι της ένα πλέγμα βαλκανικής ενότητας και ευρύτερων συμμαχιών που θα φτάνουν μέχρι τη Ρωσία, πολιτική που είναι μόνη ικανή να εντάξει μακροπρόθεσμα την Τουρκία σε μια πολιτική συνεργασίας στην περιοχή.

Μια πολιτική που θα ξαναθέτει την «Ευρώπη» ως ένα εγχείρημα που να υπερβαίνει την Ευρώπη του Κολ και του Σιράκ και που θα ξανασυναντάει την Ευρώπη του Ματσίνι και του Κοσιούσκο, του Ρήγα Φεραίου και του… Τρότσκι, του Αντρέα Ρηγόπουλου και των Διεθνών Ταξιαρχιών.

Μια πολιτική που θα αντιστρατεύεται το χρησιμοθηρικό, παρασιτικό και αντιοικολογικό μοντέλο που κυριαρχεί σήμερα στην Ελλάδα. Μια πολιτική που θα αναδεικνύει μια συνολικά διαφορετική αντίληψη για την δημοκρατία στο επίπεδο της παραγωγής και των θεσμών, ενισχύοντας τις μορφές άμεσης δημοκρατίας.

Μια πολιτική που θα ενισχύει την κοινωνική και λαϊκή συμμετοχή στον τομέα της παραγωγής και δεν θα εξοντώσει τα μικροϊδιοκτητικά στρώματα μέσα από την διαδικασία της καπιταλιστικής συγκέντρωσης, αλλά θα προσπαθήσει να τα ενσωματώσει σε μια κατεύθυνση αλληλεγγύης.

Πρόκειται για μια αντίληψη η οποία θα προσπαθήσει να δώσει μια νέα απάντηση στη σχέση ισότητας και ελευθερίας πάνω στην οποία σκόνταψαν μέχρι σήμερα όλες οι εναλλακτικές κοινωνικές απόπειρες. Και αυτό γιατί ένα κοινωνικά συνεκτικό και οικολογικά συμβατό μοντέλο κοινωνίας και «ανάπτυξης» αποτελεί ανάγκη επιβίωσης για τον ελληνισμό και όχι μόνο πρόταση ζωής για άτομα, ομάδες, τάξεις και περιφέρειες.
Μια αντίληψη που να αναδεικνύει, την εποχή της επικοινωνιακής επανάστασης, μια νέα οπτική για την παιδεία, η οποία θα προσπαθεί να υπερβεί τον ελιτισμό του «τρίτου κύματος» και της αυξανόμενης κοινωνικο-εκπαιδευτικής διαφοροποίησης, χωρίς να αρνείται μια δημοκρατική αλλά οριοθετημένη οικολογικά και κοινωνικά χρήση της τεχνολογίας, της επικοινωνίας και της βιοτεχνολογίας.

Όμως για να γίνει κάτι τέτοιο ή έστω να αποπειραθούμε αλλαγές προς αυτή την κατεύθυνση, πρέπει να ενισχυθούν οι κάθε είδους πρωτοβουλίες που κατατείνουν προς αυτήν. Πρωτοβουλίες πολιτιστικές για ανάπτυξη μιας εντόπιας κουλτούρας η οποία δεν θα είναι επαρχιώτικη, αλλά θα διαθέτει στοιχεία παγκοσμιότητας, / όπως έκανε η ποίηση ενός Καβάφη, η μουσική ενός Χατζηδάκι ενός Σαββόπουλου και ενός… . Μπρέγκοβιτς, ο κινηματογράφος ενός Αγγελόπουλου ή ενός…Κουστουρίτσα. Και σήμερα μόλις αρχίζουμε να ανακαλύπτουμε και πάλι την κουλτούρα των βαλκανικών λαών, ή προσπαθούμε να δημιουργήσουμε πολιτιστικές μορφές που να στηρίζονται τόσο στην παγκόσμια κουλτούρα όσο και την εγχώρια παράδοση.

Στην οικονομία, το διαφορετικό μοντέλο που θα πρέπει να αναπτύξει στο εσωτερικό μπορεί να είναι πραγματοποιήσιμο μόνο με την ενίσχυση της αυτονομίας μας και τη συνεργασία με τις γειτονικές μας χώρες κλπ. κλπ.

Είναι αλήθεια πως σε όλους αυτούς τους τομείς όλο και κάτι κινείται, έστω και αν δεν είναι αρκετό για να αναστρέψει τη γενική εικόνα της παρακμής. Όμως οποιαδήποτε πρωτοβουλία και κίνηση στον τομέα των ιδεών, της οικονομίας, της τέχνης, παραμένει ακόμα περιθωριακή και δεν ενισχύεται. στο πολιτικό και το θεωρητικό πεδίο, όπου αντίθετα κυριαρχεί ένα γερασμένο ραγιάδικο και αναποτελεσματικό πολιτικό σύστημα και μια ρουτινιάρικη, δυτικόστροφη διανόηση.
Για να ενισχυθούν λοιπόν οι οποιεσδήποτε θετικές πρωτοβουλίες και να δρομολογηθεί μια πορεία ανατροπής του κυρίαρχα αρνητικού κλίματος χρειάζονται βαθύτατες τομές στο πολιτικό σύστημα. Και δυστυχώς όπως διαπιστώσαμε δεν μπορεί να προέλθει από τα σπλάχνα αυτού του .συστήματος.

Παράλληλα δεν μπορούμε να μιλήσουμε για την ύπαρξη κοινωνικών κινημάτων τα οποία να έχουν τη δυνατότητα να προτείνουν μια εναλλακτική πολιτική ηγεσία, όπως ακριβώς έγινε σε ένα βαθμό μετά τη μεταπολίτευση. Η Ελλάδα χρειάζεται μια αληθινή επανάσταση, μια ανατροπή του «κατεστημένου», αλλά δεν υπάρχουν πολιτικές και κοινωνικές δυνάμεις ικανές να την πραγματοποιήσουν.
Είμαστε δηλαδή σε μια φάση που αν δούμε την αρνητική της όψη θα τη χαρακτηρίσουμε περίοδο σήψης, ή αν δούμε την θετική της πλευρά θα την ονομάσουμε φάση προετοιμασίας. Μιας προετοιμασίας σε όλα τα πεδία. Πολιτιστικό, οικονομικό, ιδεολογικό, πολιτικό, πολιτιστικό .
Η Ελλάδα, ως μια «χώρα των συνόρων», ζει με τραγικό τρόπο την παρακμή της Δύσης και την άνοδο της Ανατολής, κινδυνεύοντας να συνθλίβει ανάμεσα σε αυτές τις δύο δυνάμεις. Η ιδιαιτερότητα της θέσης μας είναι ότι είμαστε αρκετά «δυτικοί», ώστε να αντιμετωπίζουμε τα κοινωνικά προβλήματα της Δύσης, αποβιομηχάνιση, περιβαλλοντική υποβάθμιση, δημογραφική κάμψη, και αρκετά «ανατολικοί» ώστε να είμαστε σχετικά ασθενείς από την άποψη της βιομηχανικής ισχύος, σε έκκεντρη γεωγραφική θέση, και χωρίς την στρατιωτική ισχύ της Δύσης.
Επομένως η μόνη μας ελπίδα για να ελέγξουμε την κρίση μετάβασης που αντιμετωπίζει ο κόσμος θα είναι η ενίσχυση του ενδιάμεσου χώρου, των Βαλκανίων, της Ανατολικής Ευρώπης και της Ρωσίας, της Μέσης Ανατολής. Της μεταφοράς της Ευρώπης προς τα Ανατολικά και προς την Μεσόγειο.

Χωρίς αυτή την προσπάθεια δεν υπάρχει ελπίδα μιας αυτόνομης πορείας και αποφυγής της κάθε είδους συρρίκνωσης.

Ταυτόχρονα η ανάπτυξη ενός εναλλακτικού αναπτυξιακού προτύπου σε παγκόσμια και τοπική κλίμακα για μας δεν είναι απλά η «πολυτέλεια» μιας επιλογής κοινωνικού και αναπτυξιακού μοντέλου, αλλά ζήτημα ζωής ή θανάτου. Η επιβίωση και επέκταση του σημερινού παγκοσμιοποιημένου μοντέλου ανάπτυξης για μικρούς λαούς όπως ο δικός μας, σημαίνουν εξαφάνιση, πολύ πιο γρήγορα από ό,τι για μεγάλους λαούς και πολιτιστικές ενότητες.

Από όλες τις απόψεις λοιπόν, για να επιβιώσουμε στις συνθήκες της νέας εποχής, έχουμε ανάγκη » από μια ριζική και βαθύτατη επανάσταση. Μια επανάσταση που θα επαναθεμελιώσει και μια νέα σχέση με την «Ευρώπη», διότι τότε η Ευρώπη δεν θα είναι αυτό στο οποίο «θα πρέπει να προσχωρήσουμε ή να συμμορφωθούμε», αλλά η ίδια η σάρκα μας.

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*