Άρδην τ. 1-9, Άρδην τ.2, Ευρώπη, Περιοδικό Άρδην

ΠΟΙΑ ΕΥΡΩΠΗ;

του Γιώργου Καραμπελιά

 

Η Ελλάδα που θα μπορούσε να συμβάλλει στην διαμόρφωση μιας άλλης Ευρώπης, ενός άλλου κοινωνικού και πολιτιστικού παραδείγματος είναι ένας ου τόπος. Βρίσκεται πολύ περισσό­τερο στις δυνατότητες, στην παράδοση μας, στις προοπτικές μας και όχι βέβαια στην άθλια υπερσυγκέντρωση στο Αθηναϊκό Ελλαδιστάν που δεν μπορεί παρά να είναι ένα παράσιτο των Βρυξελλών, βρίσκεται περισσότερο στα υπο­λείμματα και τις μνήμες από τις παρέες μας και όχι στις κατεστραμμένες κοινότητές μας. Βρί­σκεται στα τραγούδια και τα ποιήματά μας και όχι στην παραγωγή, την πολεοδομία, τους θεσμούς μας.

 

Συχνά, καθημερινά, αδιάκοπα, ακούμε ή επαναλαμβάνουμε εκ­φράσεις του τύπου » …η Ευρώπη θα», «θα πρέπει να προσφύγουμε στην Ευρώπη… » , κλπ., κλπ και από την άλλη πλευρά διεκδικού­με , «μα και εμείς είμαστε Ευρώ­πη». Δηλαδή, στο συλλογικό μας υποσυνείδητο υπάρχει μια χα­ρακτηριστική αμφιθυμία, και κυ­ρίαρχο παραμένει το πρώτο στοιχείο, της «ένταξης μας στην Ευρώπη». Δηλαδή, η «Ευρώπη» αποτελεί έναν αλλότριο χώρο, ένα χώρο διαφορετικό από εμάς, τον οποίο αντιμετωπίζουμε είτε με δέος και με απέχθεια είτε με θαυμασμό είτε με ανάμεικτα αι­σθήματα, συνηθέστερα. Εδώ και δύο αιώνες τουλάχιστον αγωνιζόμεθα «να φτάσουμε την Ευρώ­πη…», «να ενταχθούμε στην Ευ­ρώπη» κ.ο.κ. Και να τώρα που επί τέλους «φθάσαμε», ενταχθή­καμε οργανικά σε μια οικονομική και πολιτική «ένωση» της Δυτι­κής Ευρώπης, ανακαλύπτουμε έντρομοι, κυριολεκτικώς, πως αυτή η Ευρώπη όχι μόνον δεν μας «καλύπτει» έναντι γειτόνων όπως η Τουρκία ή ακόμα και τα Σκόπια, αλλά ότι ίσως ούτε καν «μας θέλει» και πιθανότατα, εάν υπήρχε η δυνατότητα ή εάν πα­ρουσιασθεί η ευκαιρία, ευχαρί­στως θα μας «ξεφορτωνόταν» από την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Πρόκειται κυριολεκτικώς για μια τραγική διάψευση των ελπίδων των Ελλήνων που σε όλη την περίοδο της μεταπολί­τευσης προσέβλεπαν σχεδόν αποκλειστικά στην «Ευρώπη», ως προστασία τόσο έναντι της τουρ­κικής απειλής όσο και της εσω­τερικής αστάθειας, όπως και ως απάντηση στην αμερικανική επι­κυριαρχία.

Απέναντι σε αυτή την διά­ψευση των ελπίδων, διάψευση μεγάλης κλίμακας, υπάρχουν πολλαπλές στάσεις, που συνολι­κά θα μπορούσαμε να καταγρά­ψουμε σε τρεις μεγάλες κατηγο­ρίες.

Η μία είναι η επίταση της εθελοδουλείας. Μια και η «Ευ­ρώπη» μας απορρίπτει, μας κρι­τικάρει, κινδυνεύει να μας απο­βάλλει από την Ευρωπαϊκή Ένωση, ας γίνουμε περισσότερο πειθήνιοι, ας προσπαθήσουμε να λύσουμε όπως-όπως το «Σκο­πιανό», ας υποταχθούμε στις τουρκικές απαιτήσεις χωρίς ου­σιαστική διαμαρτυρία, ας επιτεί­νουμε την οικονομική προσαρμο­γή στις απαιτήσεις του Μάα- στριχτ, ας μεταβληθούμε σε ευ­ρωπαϊκή νομαρχία τυπικά και ουσιαστικά. Αυτή είναι η κυ­ρίαρχη άποψη των ελίτ της χώ­ρας, αυτή είναι πλέον η κυρίαρ­χη άποψη στα δύο μεγάλα κόμ­ματα, αυτή είναι στο βάθος η πολιτική της κυβέρνησης Σημίτη.

Η δεύτερη είναι εκείνη της απόρριψης από μια οπτική εθνι­κής αυτάρκειας. Εδώ θα συνα­ντήσουμε ίσως το πιο αξιοπρε­πές κομμάτι της ελληνικής κοι­νωνίας. «Η Ελλάδα δεν είναι Ευρώπη», «η παράδοσή μας εί­ναι Ανατολική», «πρέπει να δια­τηρήσουμε την εθνική και πολι­τιστική μας αυτονομία», πρέπει εδώ και τώρα να απορρίψουμε τη Δύση και τη δυτική κυριαρχία.

Πρόκειται για μια αντίληψη εθνικής αυτάρκειας, της λογικής του ότι εμείς οι Έλληνες, επειδή έχουμε αρχαίο πολιτισμό, είμα­στε ικανοί να επιβιώσουμε μόνοι μας, ή να ταυτιστούμε με την ορθοδοξία και το «ορθόδοξο τό­ξο». Πρέπει να εγκαταλείψουμε την Ευρωπαϊκή Ένωση και να βαδίσουμε την οδό της εθνικής αξιοπρέπειας. Σε αυτό ρεύμα θα μπορούσαμε εσχάτως να κατατάξουμε και το ΚΚΕ, παρόλο που οι αφετηρίες του και το ιδεολογικό και επιχειρηματολογικό οπλοστάσιο διαφέρουν. Το κοινωνικό υπόβαθρο παραμένει ίδιο: εκείνα τα τμήματα της ελληνικής κοινωνίας που θίγονται ή περιθωριοποιούνται από τον δυτικοευρωπαϊκό προσανατολισμό.

Και επί τέλους συχνά νιώθει κανείς την ανάγκη να προσχωρήσει σε αυτήν την άποψη απέναντι στην ευρωδουλεία και τον μιμητισμό της βρυξελλοδίαιτης διανόησης.

Η Τρίτη εκδοχή είναι εκείνη της εισαγωγής μιας νέας αντίληψης για την Ευρώπη, για την Μεσόγειο και για τον κόσμο συνολικότερα. Αυτή, όσο και αν μοιάζει συναφής με την δεύτερη άποψη, με την οποία συχνά ταυτίζεται γιατί και είναι λιγότερο αναπτυγμένη, είναι η άποψη μιας περισσότερο σύνθετης και «ψύχραιμης» ιδεολογικοπολιτικής ανάλυσης, στην οποία νομίζουμε ότι εντάσσεται και Άρδην. Η βασική κατεύθυνση είναι πως η Ελλάδα είναι και Ευρώπη, αλλά μια Ευρώπη διαφορετική από εκείνη της Δύσης. Κατά συνέπεια το πρόβλημα δεν είναι «να φθάσουμε τη Δύση» αλλά να ξεπεράσουμε την αντίθεση Ανατολικής – Δυτικής Ευρώπης μέσα στα ίδια τα πλαίσια της, καθώς και την αντίθεση Βορράς-Νότος σε όλη την ευρύτερη γεωπολιτική μας περιοχή προβάλλοντας απέναντι στην σήμερα κυρίαρχη δυτική οπτική της ευρωπαϊκής οικοδόμησης μια άλλη αντίληψη λιγότερο χρησιμοθηρική και ατομοκεντρική.

 

Η αλλαγή της διεθνού συγκυρίας και η κατάρρευαη του ευρωπαϊκού δίπολου

Η ιδιαιτερότητα της διεθνούς και ιδιαίτερα της ευρωπαϊκής συγκυρίας σήμερα, πέρα από το αδιέξοδο της ίδιας της υλικής επέκτασης του ανθρώπου και του πολιτισμού του, που αποκάλυψε η οικολογική κρίση, είναι η κα­τάρρευση του δυτικού διπόλου, το οποίο αποτελούσε και την δύναμη του δυτικού πολιτισμού, του διπόλου ατομικής ελευθε­ρίας και αυτονομίας και συλλο­γικής αλληλεγγύης και θεσμών συλλογικότητας.

 

Αυτό το δίπολο, ατομική ε­λευθερία και πόλις, από την αρχαία Ελλάδα μέχρι σήμερα, σφράγισε την ευρωπαϊκή αντίλη­ψη, αποτέλεσε την κινητήριο δύ­ναμη του δυτικού πολιτιστικού παραδείγματος σε παγκόσμια κλίμακα και θεμελίωσε αυτό που στη σύγχρονη ορολογία α­ποκαλούμε δυτικό πολιτισμό…

Στη χωροταξική του έκφραση το πρότυπο της Άγριας Δύσης, των Ηνωμένων Πολιτειών, στην Δυτική εσχατιά του… ευρωπαϊ­κού πολιτισμού, εξέφραζε την ατομικότητα χωρίς την συλλογικότητα και την αλληλεγγύη, ενώ στο άλλο άκρο, εκείνο της Ευρασίας, η Σοβιετική Ένωση ήθελε να εκφράσει την αλληλεγγύη, καταπατώντας ή παραμερίζο­ντας, στην καλύτερη εκδοχή, τα δικαιώματα του ατόμου. Αυτό το δίπολο είναι συστατικό της ευ­ρωπαϊκής ταυτότητας και η με­ταφορά του κέντρου βάρους σε ένα μόνο από τα στοιχεία του οδηγεί στην καταστροφή του συ­νόλου. Η συλλογικότητα της Α­νατολής οδήγησε και στην ανελευθερία του ατόμου και στην άρνηση της ίδιας της… ισότητας, μέσα από την γραφειοκρατική/ολοκληρωτική παραμόρφωση. Αντίστροφα, στη Δύση ο παρο­ξυσμός της ελευθερίας του εμπο­ρεύματος δεν οδηγεί μόνο στην κατάργηση της κοινωνικής αλλη­λεγγύης αλλά και στην υποταγή του ατόμου στην πιο τερατώδη μεγαμηχανή της ανθρώπινης ι­στορίας. Η κρίση του ευρωπαϊ­κού πολιτισμού είναι ακριβώς η εξάντληση αυτού του δημιουργι­κού διαλόγου, που εξέφρασε, ποιός άλλος, ένας Ιταλός σκηνο­θέτης, ο Μπερτολούτσι, με το έργο του 1900.

Έτσι το 1989 δεν κατέρρευσε μόνον ο ένας πόλος της αντίθε­σης, δεν κατέρρευσε μόνο η αλληλεγγύη που είχε γίνει ολοκλη­ρωτισμός, κατέρρευσε ή άρχισε να καταρρέει το σύνολο του οικοδομήματος. Και αυτό φαίνε­ται πολύ καθαρά στην Δυτική, Κεντρική και Βόρεια Ευρώπη, όπου η παράδοση του κοινωνικού κράτους, έκφραση στο θεσμικό επίπεδο, της ταξικής σύγκρουσης αστών και προλετάριων και μιας μορφής ισορροπίας ανάμεσα στην αλληλεγγύη και το άτομο δοκιμάζεται πολύ σκληρά και το κράτος πρόνοιας συρρικνώνεται, οι κοινωνικές ανισότητες μεγαλώνουν και η ελεύθερη Ευρώπη χάνει σταδιακά τα ίδια της τα συστατικά στοιχεία. Δεδομένου ότι ο ανταγωνισμός της Ανατολικής Ασίας και των υπόλοιπων αναδυόμε­νων χωρών του Τρίτου Κόσμου θα οξύνεται τα επόμενα χρόνια, το δίλημμα θα τεθεί ως εξής: Εγκατάλειψη του δυτικού παραδείγματος προς την κατεύθυνση του παροξυσμού των ανισοτήτων, είτε αντίστροφα εγκατάλειψή του προς την κατεύθυνση της απόρριψης του ίδιου του δυτικού, ατομοκεντρικού μοντέλου. Γιατί το μοντέλο αυτό δεν μπορεί πλέον να προσφέρει τις δυνατότητες μιας ισορροπίας ατόμου και δικαιωμάτων του και κοινωνίας.

 

Οι δυνατότητες του ενδιάμεσου χώρου

Σε αυτές τις συνθήκες οι ενδιά­μεσοι χώροι, όπως ο δικός μας, αλλά και πολλές άλλες περιοχές του πλανήτη που αναδύονται, μπορούν να ενεργοποιηθούν και να συμβάλουν στην διαμόρφωση ενός νέου μοντέλου που θα υ­περβαίνει εκείνο της Δυτικής Ευρώπης, που εξαντλείται.

Ο χώρος μας διαθέτει μια διαφορετική παράδοση τόσο από εκείνη της δυτικής νοησιαρχίας και ατομικισμού όσο και από αυτή της σλαβικής απολυτότητας που εύκολα μπορούσε να γίνει ολοκληρωτισμός. Διαθέ­τουμε την παράδοση του προσώ­που και της κοινότητας, ως ε­ναλλακτικές λύσεις στο πρόβλη­μα ελευθερία-αλληλεγγύη. Δεν είναι αποκλειστικά δικό μας προνόμιο; Βέβαια, όμως είναι και δικό μας. Και στις νέες συνθήκες κρίσης τόσο του σοβιετισμού, όσο και της αυξανόμενης κρίσης του νεο-φιλελευθερισμού, μπορούμε, ίσως, να προτείνουμε μια άλλη, διαφορετική Ευρώπη. Μια Ευρώπη που θα υπερβαίνει το παλιό δίπολο, που εξ άλλου δεν υπάρχει πλέον. Ο ευρωπαϊ­κός πολιτισμός για να υπάρξει πάλι θα πρέπει να επανακαθο­ριστεί. Και αυτό δεν θα γίνει στα χρηματιστήρια της Φραγκφούρ­της ούτε στους διαδρόμους των Βρυξελλών.

Αυτός ο επανακαθορισμός σημαίνει και την εγκατάλειψη της αντίληψης της Ευρώπης- φρουρίου. Εμείς, οι Έλληνες, ακριβώς γιατί είμαστε Ευρω­παίοι και Ανατολίτες -βέβαια με την έννοια της καθ’ ημάς Ανατο­λής· και Μεσογειακοί, και βγαλ­μένοι από μια παράδοση, την ορθόδοξη, διαφορετική από ε­κείνη της Δύσης, δεν θα μπορέ­σουμε να βρεθούμε «μέσα στα ρούχα μας «παρά μόνον εάν η Ευρώπη αποκτήσει μια ανοικτή διάσταση, σε πλήρη αντίθεση με την Ευρώπη «φρούριο της Δύ­σης», της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η «ιστορική»-δυτική Ευρώπη ως δημιουργός καθολικών και πα­γκόσμιων παραδειγμάτων είναι νεκρή. Αντίθετα, ο δικός μας χώρος δεν είναι και μπορεί να πυροδοτήσει μια άλλη αντίληψη που να υπερβαίνει την αντίθεση ευρωπαϊκού και μη, ακριβώς για­τί εμείς ζούμε εδώ, στα «σύνο­ρα».

 

Θα γίνει άραγε στην Αθήνα;

Αυτή η υπέρβαση μπορεί να γίνει εδώ στην «Αθήνα»; Και σε αυτό μπορούμε με βεβαιότητα να α­παντήσουμε όχι.

Η Ελλάδα που θα μπορούσε να συμβάλει στην διαμόρφωση μιας άλλης Ευρώπης, ενός άλλου κοινωνικού και πολιτιστικού πα­ραδείγματος, είναι ένας ου τό­πος. Βρίσκεται πολύ περισσότε­ρο στις δυνατότητες, στην παράδοσή μας, στις προοπτικές μας και όχι βέβαια στην άθλια υπερσυγκέντρωση στο Αθηναϊκό Ελλαδιστάν που δεν μπορεί παρά να είναι ένα παράσιτο των Βρυ­ξελλών. Βρίσκεται περισσότερο στα υπολείμματα και τις μνήμες από τις παρέες μας και όχι στις κατεστραμμένες κοινότητές μας. Βρίσκεται στα τραγούδια και τα ποιήματά μας και όχι στην πα­ραγωγή, την πολεοδομία, τους θεσμούς μας. Και γι’ αυτό για πάρα πολλούς η προσπάθεια μοιάζει απελπισμένη. Και γι’ αυτό το αίτημα μιας άλλης Ευ­ρώπης, πέρα από εκείνη των Βρυξελλών και της Δύσης, μοιά­ζει απραγματοποίητο.

Όμως υπάρχουν και δυνάμεις έξω από εμάς που αγωνίζονται στην ίδια κατεύθυνση. Δυνάμεις στην ίδια τη Δυτική Ευρώπη, έστω και εάν οι ελίτ και οι διανοούμενοι της στην πλειοψη­φία τους «εμήδισαν», δυνάμεις στην Ανατολική Ευρώπη που αργά ή γρήγορα θα αποκαταστή­σουν τη χαμένη ισορροπία της ευρωπαϊκής γεωπολιτικής, δυνά­μεις στα Βαλκάνια, που εμπνέ­ονται από το πάντα επίκαιρο όραμα του Ρήγα. Δυνάμεις στα βουνά του Κουρδιστάν, στην «εύφορη ημισέλινο» της Εγγύς Ανατολής…

Και εδώ έγκειται η ιδιαιτε­ρότητα της «τρίτης άποψης». Να αναπτύξουμε αυτές τις δυ­νάμεις, να διανοηθούμε το σή­μερα αδιανόητο, να πραγματο­ποιήσουμε το ακατόρθωτο, στη­ριζόμενοι στην παράδοση αλλά, κυρίως, προσβλέποντας στις δυ­νατότητες του μέλλοντος.

Τότε μόνον θα πάψουμε να θέλουμε «να μπούμε στην Ευρώ­πη», τότε μόνο θα νιώθουμε την Ευρώπη σπίτι μας, όταν θα είναι διαφορετική, όταν θα πάψει να αποτελεί συνέχεια του Καρολίνειου οικοδομήματος. Τότε μόνο θα πάψουμε να θεωρούμε πως οι Δυτικοί (και όχι ο Δίας) άρπαξαν για λογαριασμό τους την Ευρώ­πη. Διαφορετικά θα είμαστε πά­ντα ξένοι, επισκέπτες, αλλότριοι και αλλοτριωμένοι…

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*