Βιβλίο - Εκδηλώσεις - Πολιτισμός, Κινηματογράφος, Ρήξη φ.88

Ο Καίσαρας πρέπει να πεθάνει

του Κωνσταντίνου Μπλάθρα από τη Ρήξη (φ. 88)

«Από τότε που ανακάλυψα την τέχνη, αυτό το κελί έγινε φυλακή», μονολογεί στο τέλος της ταινίας ο Τζιοβάνι Αρκούρι, έγκλειστος στις φυλακές υψίστης ασφαλείας Ρεμπίμπια, στα προάστια της Ρώμης, ο οποίος υποδύεται τον Ιούλιο Καίσαρα, στην παράσταση του έργου του Ουίλιαμ Σαίξπηρ που ανεβάζουν οι φυλακισμένοι.

Όταν η παράσταση τελειώσει με επιτυχία, ο Αρκούρι, μαζί με τους άλλους πρωταγωνιστές, τον Σαλβατόρε Στριάνο, που υποδύεται εξαιρετικά τον Βρούτο, τον Κόσιμο Ρέγγα, που κάνει τον Κάσσιο, τον Αντόνιο Φράσκα, Μάρκο Αντώνιο της παράστασης, τον Χουάν Ντάριο Μπονέτι, τον Βιτσέντζο Γκάλλο, τον Ροζάριο Μαγιοράνα, τον Φραντσέσκο ντε Μάσι, που παίζουν τον Δέκιο, τον Λούκιο, τον Μέτελλο και τον Τρεμπώνιο αντίστοιχα στο έργο του Σαίξπηρ, όλοι τους γυρίζουν στα κελιά τους. Όλοι τους κρατούνται για σοβαρά εγκλήματα.
Η παράσταση κρατουμένων ερασιτεχνών ηθοποιών είναι η πρώτη κινηματογραφική ύλη για τους γηραιούς, πλην ακμαίους, αδελφούς Ταβιάνι, οι οποίοι απέσπασαν με ενθουσιασμό στο Βερολίνο φέτος τη Χρυσή Άρκτο και είναι υποψήφιοι από την Ιταλία για το Όσκαρ ξενόγλωσης ταινίας. Κινηματογραφώντας επί έξι μήνες τις πρόβες και την παράσταση του ερασιτεχνικού θιάσου των φυλακών, κατέγραψαν την ένταση και των δύο, και της φυλακής και της παράστασης. Μαυρόασπρη η ταινία όσο διαρκούν οι πρόβες, που γίνονται κατά το πλείστον στα κελιά και στο προαύλιο, έγχρωμη στην παράσταση, είναι ταυτόχρονα μία σαιξπηρική παράσταση από ερασιτέχνες ηθοποιούς κι ένα ντοκιμαντέρ για τη φυλακή και τους κρατούμενους-πρωταγωνιστές. Η ζωή στα κελιά ανακατεύεται με τη ζωή των ηρώων του έργου και η ελευθερία, για την οποία μιλά στο έργο ο Σαίξπηρ, γίνεται όραμα βαθύ για τους «ταβανοσκόπους» κρατούμενους, που περνούν δηλαδή τις ώρες τους ξαπλωμένοι, κοιτάζοντας το ταβάνι του κελιού, όπου προβάλλουν στη φαντασία τους, σαν σε οθόνη του σινεμά, τα αγαπημένα τους πρόσωπα.
Πράγματι, η τέχνη φωτίζει αυτά τα σκληρά πρόσωπα και η μαεστρία των Ταβιάνι βγάζει από μέσα τους κομμάτια ατόφιας συγκίνησης, εξαγιάζοντας ληστές και φονιάδες.
Η μεταμόρφωσή τους ξεκινάει ήδη από την οντισιόν, όταν ο καθένας καλείται να πει όνομα, πατρώνυμο, χρόνο και τόπο γέννησης και διαμονής, με δύο διαφορετικούς δραματικούς τρόπους: να τα πουν σαν να αποχωρίζονται τους αγαπημένους τους για να περάσουν τα σύνορα (είσοδος της φυλακής για τη δική τους κατάσταση) και σαν να φωνάζουν εκνευρισμένοι στους συνοριοφύλακες (στους δικούς τους δεσμώτες). Αυτή η αντιμετάδοση των καταστάσεων του σαιξπηρικού έργου και των δικών τους εμπειριών, ιδιαίτερο ιδίωμα, άλλωστε, της μεγάλης τέχνης, διαποτίζει όλη την ταινία. Γιατί ζωντανεύει απ´ τη ζωή του ηθοποιού ο ρόλος, ο οποίος στη συνέχεια ποτίζει την πραγματικότητα με τους χυμούς της παράστασης. Κι όπως γράφτηκε, με την ευκαιρία της προβολής της ταινίας στην Μπερλινάλε, «η οικουμενικότητα της γλώσσας του Σαίξπηρ βοηθά τους (φυλακισμένους) ηθοποιούς να κατανοήσουν τους ρόλους τους και να εμποτιστούν στην ποιητική συνδιαμόρφωση της φιλίας και της προδοσίας, της εξουσίας, της ανεντιμότητας και της βίας.»
Το να γράψουμε εμείς, μετά από όλες τις διακρίσεις της ταινίας, ότι οι αδελφοί Πάολο και Βιττόριο Ταβιάνι έχουν κάνει εδώ μια εξαιρετική δουλειά, περιττεύει. Επισημαίνω μόνο πως με πολύ μεγάλη συνέπεια, τα περισσότερα πλάνα της ταινίας είναι μεσαία ή «αμερικάνικα». Κανείς δεν μπορεί να δει τον άλλο, στους στενούς χώρους της φυλακής, από μακριά. Το ίδιο και οι σκηνοθέτες. Αυτή η στενότητα χώρου, που κάνει τις ματιές κοντινές, έφερε πιο κοντά και την κάμερα στον καθένα από τους ερασιτέχνες ερμηνευτές, αποσπώντας τους ένα παίξιμο τόσο αληθινό, όσο και η στενάχωρη ζωή τους. Τα πλάνα του πλήθους των κρατουμένων πίσω απ’ τα κάγκελα δημιουργούν ένα λαό, παρόμοια «φυλακισμένον» με τον Δήμο της Ρώμης στα χρόνια του Καίσαρα. Οι δε λίγες λήψεις του συγκροτήματος των φυλακών απ’ έξω κι από ψηλά μας θυμίζει πως όσο κι αν συμπάσχει, η κάμερα έχει έρθει απ´ έξω και κρατάει πάντοτε την απόστασή της. Απόσταση που της επιτρέπει να μεταδίδει εικόνες περισσότερο οικουμενικές, που ξεφεύγουν από την ιστορική συνάφεια του θεατρικού έργου και από τις πύλες της φυλακής. Η μοναξιά της Ιστορίας, αλλά κι η ερημιά της φυλακής, ωστόσο, παραμένουν.
Στους υπόλοιπους ρόλους του έργου εμφανίζονται ο Τζενάρο Σολίτο (Σίνας), ο Βιττόριο Παρέλα (Κάσκα), ο Πασκουάλε Κραπέτι (Λεγεωνάριος), ο Φραντσέσκο Καρουζόνε (Μάντης), ο Φάμπιο Ριζούτο (Στράτων), ο Φάμπιο Καβάλι (Σκηνοθέτης του θεατρικού έργου) και ο Μαουρίλιο Γκιαφρέτα (Οκτάβιος). Απόλυτα πειστικά στην απλότητά τους -στην ουσία είναι σκέτα κομμάτια ύφασμα και ψεύτικα σπαθιά- τα κοστούμια επιτρέπουν στην ταινία να απαλλαγεί από το βάρος μιας ταινίας (ρωμαϊκής) εποχής. Η μπαρόκ μουσική των Τζουλιάνο Ταβιάνι και Καρμέλο Τράβια, η φωτογραφία (Σιμόν Ζαμπάνι), το μοντάζ (Ρομπέρτο Περπινιάνι) -που πήρε βραβείο Ντονατέλλο στην Ιταλία- και η σεναριακή προσαρμογή του σαιξπηρικού έργου από τους ίδιους τους Ταβιάνι, προσφέρουν μια δυνατή κινηματογραφική εμπειρία. Άνετα ξαναβλέπεις την ταινία.

Ένα Σχόλιο

  1. Ψηφιζω τη τελευταία προταση. πραγματικα μου εχει βγάλει μια επιθυμια να την ξαναδω.

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*