περ. ΡΗΞΗ (1980-1993), ΡΗΞΗ τ. 17

Ο Λε Πέν και η Νέα Δεξιά στη Γαλλία

της Σύνταξης ΡΗΞΗ 17

Όταν αποφασίσαμε πως έπρεπε να αντιμετωπίσουμε τον Λε Πέν και την παρέα του στο Κάραβελ λίγοι από μας είχαν συνείδηση για το ποιος ήταν ο Λε Πέν, ακόμα περισσότερο τι αντιπροσώπευε ο γαλλικός φασισμός και ρατσισμός στη Γαλλία. Έτσι πολλοί θεώρησαν το Λε Πέν σαν μια απλή γαλλική έκδοση της οποιασδήποτε ΕΠΕΝ και ΕΝΕΚ. Γι’ αυτό εξάλλου και πολλοί θεώρησαν πως η ενέργεια ενάντια στο Λε Πέν δεν ήταν τίποτε περισσότερο από μια αντικυβερνητική ενέργεια χρησιμοποιώντας απλά σαν πρόσχημα την περίπτωση Λε Πέν.

Όμως αυτή η άποψη ήταν λαθεμένη. Ο Λε Πέν ήταν ένας πραγματικός στόχος και όχι απλά εξ αντανακλάσεως. Εκφράζει κάτι το καινούργιο στο ευρωπαϊκό σκηνικό, μια αυθεντική ανανέωση του φασιστικού και ρατσιστικού φαινόμενου.

Το μπλιτζ του εθνικού μετώπου το καλοκαίρι του 1981

Ξαφνικά το καλοκαίρι του 1984 η λίστα του εθνικού μετώπου στις εκλογές για το ευρωπαϊκό κοινοβούλιο μένει ελάχιστα δέκατα πίσω από το ΚΚΓ. Στις τρεις μεγάλες πόλεις της Γαλλίας, με πάνω από ένα εκατομμύριο κατοίκους — στη Μασσαλία συγκεντρώνει 21,42% των ψήφων και ξεπερνάει το ποσοστό και του ΚΚΓ και του Σοσιαλιστικού κόμματος. Στη Λυόν παίρνει 17%, πάνω από το ΚΚΓ, και σχεδόν το ίδιο με το Σ.Κ. Στο Παρίσι με 15,24% ξεπερνάει πάντα το ΚΚΓ. Σε άλλες μεγάλες πόλεις όπως στην Αιξ αν Προβάνς, τη Νις, την Τουλών, το Περπινιάν, ξεπερνάει το 20%.

Στις μεγάλες πόλεις όπου το ποσοστό των μεταναστών υπερβαίνει το 10% του συνόλου του πληθυσμού εκεί το ποσοστό του Λε Πέν φτάνει συνολικά το 16,7% των ψήφων!

Πρόκειται για ένα φαινόμενο που ξεπερνάει την απλή πολιτική έκφραση, γίνεται ένα κοινωνικό φαινόμενο.

Μέσα σε ελάχιστο χρονικό διάστημα η φασιστική και ρατσιστική δεξιά περνάει στο προσκήνιο της ευρωπαϊκής σκηνής. 2.200.000 ψήφοι για τον παλιάτσο Λε Πέν στη Γαλλία. Και για μια φορά ανατρέπονται οι παραδοσιακές εικόνες της Ευρώπης. Την ίδια στιγμή που στην Γερμανία έχουμε την ανάδυση ενός νέου πολιτικού υποκειμένου από τα αριστερά, την ανάδυση των πράσινων, στην Γαλλία έχουμε την αντίθετη κίνηση. Όλα τα παραδοσιακά κλισέ για τους «φασίστες» Γερμανούς και τους «προοδευτικούς» Γάλλους ανατρέπονται.

Στη Γαλλία λοιπόν κάνει και πάλι την επανεμφάνιση του ένα νέο κοινωνικό φαινόμενο. Γιατί λέμε νέο; Γιατί δεν πρόκειται για την επανεμφάνιση κάποιων παλιών νοσταλγών του Βισύ και του στρατάρχη Πεταίν, όπως είχε γίνει παλιότερα με το Ιταλικό Κοινωνικό Κίνημα (MSI) του Αλμιράντε, ή με τους Γερμανούς νεοναζί, νοσταλγούς αντίστοιχα του Μουσσολίνι και του Χίτλερ. Πρόκειται για ένα νέο και ανησυχητικό φαινόμενο γιατί στηρίζεται σταθερά πάνω στη γαλλική πραγματικότητα, τις γαλλικές παραδόσεις, τους ανέμους που φυσάνε σε όλη τη Δύση. Το «Εθνικό Μέτωπο» στηρίζεται πάνω σε ζητήματα που ανησυχούν «όλους» τους Γάλλους, τα προβλήματα της ανασφάλειας και της ανόδου της εγκληματικότητας, των μεταναστών, της οικονομικής κρίσης και της ανεργίας. Εξάλλου ο Λε Πέν έχοντας κατανοήσει την ανάγκη να εμφανιστεί σαν κάτι το «νέο» αρνείται τον χαρακτηρισμό «φασίστας». Ο Λε Πέν — ο γαλλικός ρατσισμός και φασισμός κολυμπάει λοιπόν στα βαθειά νερά ιδεολογικών ρευμάτων που διαπερνούν το σύνολο της γαλλικής κοινωνίας. Από εκεί και η δύναμη του.

Σε γκάλοπ που γίνονται υπάρχει πάντα ένα πολύ υψηλό ποσοστό, πάνω από 30% που δηλώνουν ότι συμμερίζονται τις θέσεις του Εθνικού Μετώπου για την ανάγκη να διωχτούν οι μετανάστες.

Ο ρατσισμός ενάντια στους μετανάστες

Στη Γαλλία αυτή τη στιγμή βρίσκονται περίπου 5 έως 6 εκατομμύρια μετανάστες της πρώτης γενιάς ή άμεσοι απόγονοι τους. Αντιπροσωπεύουν περίπου το 8% έως 10% του πληθυσμού και το να τρίτο ή ένα τέταρτο της εργατικής τάξης. Στους ανειδίκευτους–χειρώνακτες εργάτες αντιπροσωπεύουν ανάμεσα στο 25% με 50% ανάλογα με τον τομέα παραγωγής. Στην αυτοκινητοβιομηχανία φτάνουν το 40% με 50% των εργατών αλυσίδας. Προέρχονται από όλες τις φυλές. Οι Πορτογάλοι είναι κάπου 700.000 άτομα. Όμως το σημαντικότερο ποσοστό τους είναι οι Άραβες, περίπου 2.500.000 εκατομμύρια άνθρωποι. Και ανάμεσα τους οι Αλγερινοί είναι πρώτοι με έναν αριθμό που επίσημα είναι ίδιος περίπου με των Πορτογάλων, αλλά μαζί με τους «παράνομους» σίγουρα οι Αλγερινοί βρίσκονται στην πρώτη γραμμή.

Η Γαλλία είναι η παλιότερη μεταναστευτική χώρα της Ευρώπης. Υπολογίζεται ότι από τα 56 εκατομμύρια Γάλλους πάνω από 11 εκατομμύρια είναι άμεσοι απόγονοι μεταναστών. Η μετανάστευση στη Γαλλία αναπτύσσεται ήδη πριν από το 20ό αιώνα. Ιταλοί και Ισπανοί εργάτες γης πλημμυρίζουν συχνά εποχιακά την γαλλική ύπαιθρο. Ιταλοί οικοδόμοι, Πολωνοί ανθρακωρύχοι και σιγά σιγά μετανάστες από τις γαλλικές αποικίες αποτελούν ήδη πριν από τον πόλεμο το ίδιο ποσοστό «ξένων» με σήμερα. Και στη διάρκεια της γερμανικής κατοχής υπήρξε και ιδιαίτερο τμήμα της γαλλικής αντίστασης επαναδρωμένο από τους ξένους, με επικεφαλής τον ήρωα της αντίστασης Αρμένη Μανουσιάν. Επί πλέον η Γαλλία ήταν ο τόπος όπου κατέφευγαν οι πολιτικοί μετανάστες οι διωγμένοι από τα φασιστικά και ολοκληρωτικά καθεστώτα — ιδιαίτερα της Ανατολικής και Κεντρικής Ευρώπης. Όμως το χαρακτηριστικό αυτής της μετανάστευσης που έτρεψε και πάλι στη γερασμένη Γαλλία να ξαναρχίσει να αυξάνεται πληθυσμιακά ήτανπως αποτελούνταν από κόσμο που πολιτιστικά ήταν αρκετά κοντά με τους Γάλλους και που είχε σαν στόχο την ενσωμάτωση. Έτσι σήμερα απόγονοι των Ιταλών, των Πολωνών, των Ρώσων, ακόμα και των Ελλήνων βρίσκονται ενσωματωμένοι στην γαλλική κοινωνία. Οι νέοι μετανάστες είναι πια διαφορετικοί. Άραβες και πάνω από 500.000 μαύροι αντιπροσωπεύουν πολιτισμούς πολύ διαφορετικούς από τους ευρωπαίους. Και επί πλέον σήμερα η παλιά θέληση της ενσωμάτωσης δεν ισχύει και μάλιστα σε παγκόσμια κλίκα. Οι κοινότητες των μεταναστών, οι εθνικές κοινότητες αποζητούν ταυτόχρονα με την ένταξη σε ένα ευρύτερο σύνολο, την διατήρηση της ταυτότητάς τους. Τα έθνη δεν πεθαίνουν μόνο από τα «έξω», μέσα από την προοδευτική αναντιστοιχία με το σύγχρονο κόσμο αλλά όλο και περισσότερο πεθαίνουν και από τα «μέσα», τα κράτη γίνονται πολυεθνικά, το ευρωπαϊκό προλεταριάτο γίνεται πολυεθνικό. Και κάτι ακόμα βέβαια. Οι Άραβες μετανάστες και ιδιαίτερα οι Αλγερίνοι αντιπροσωπεύουν τον εχθρό μόλις 20 χρόνων πριν, που «έδιωξε» ένα εκατομμύριο Γάλλους από τη «γαλλική» Αφρική.

Να λοιπόν ήδη κάποιοι ουσιαστικοί λόγοι που κάνουν την σημερινή μετανάστευση και ειδικά την αραβική διαφορετική από παλιά. Σήμερα η Ευρώπη η παλιά ιμπεριαλιστική και αποικιοκρατική Ευρώπη νοιώθει την ανάσα του Τρίτου κόσμου μέσα στα σπλάχνα της. Και αν προσθέσουμε την πετρελαϊκή κρίση που προξένησαν οι «Άραβες» και την γενική άνοδο του Τρίτου κόσμου μπορούμε να καταλάβουμε γιατί ένα μεγάλο κομμάτι του γαλλικού πληθυσμού νοιώθει να απειλείται! Γιατί βέβαια δεν πρέπει να ξεχνάμε το αποφασιστικό γεγονός, την κρίση. Την ανεργία που φτάνει τα 2.400.000 άτομα επίσημα. Αυτά τα αισθήματα βέβαια υπήρχαν ήδη από παλιότερα σε ένα μεγάλο κομμάτι του πληθυσμού.

Όμως όσο τα πράγματα πήγαιναν καλά μπορεί οι Γάλλοι να περιφρονούσαν τα «άτομα διαφορετικής κουλτούρας», όμως έβλεπαν καθαρά πως οι ξένοι εργάτες ήταν ευλογία θεού για όλους τους Γάλλους. Για τους Γάλλους εργάτες που ακόμα και αν ήταν ανίκανοι γίνονταν επιστάτες ή ειδικευμένοι ενώ οι μετανάστες αναλάμβαναν τις πιο ανειδίκευτες και βρώμικες δουλειές. Για το γαλλικό καπιταλισμό που έβρισκε φτηνά εργατικά χέρια. Για τους ιδιοκτήτες γιατί ανέβαινε η τιμή των διαμερισμάτων, για το κράτος γιατί οι ξένοι εργάτες δεν είχαν συνήθως οικογένειες, ήταν νέοι και τα χρήματα που πλήρωναν για κοινωνικές ασφαλίσεις πήγαιναν στην τσέπη των γαλλικών ασφαλιστικών οργανισμών που κάλυπταν τα ελλείμματά τους. Έτσι λοιπόν τα ξενόφοβα και ρατσιστικά συναισθήματα δεν είχαν κανένα λόγο να γίνουν μια πολιτική άποψη. Όταν όμως γύρισε η συγκυρία τότε πια όχι μόνο μπορούσαν να εκφραστούν αλλά είχαν τη δυνατότητα να αποκτήσουν πολιτική μορφή. Έτσι μέσα σε δύο χρόνια ένα σχετικά ασήμαντο ακροδεξιό γκρουπούσκουλο μεταβλήθηκε σε σημαντικό πολιτικό κόμμα.

Και βέβαια δεν είναι απλά και μόνο η κρίση. Σήμερα η αραβική και τριτοκοσμική μετανάστευση έχει «ωριμάσει». Οι ξένοι εργάτες φέρνουν τις οικογένειες τους στη Γαλλία, τα παιδιά τους, που σήμερα πρέπει να ξεπερνάνε το ένα εκατομμύριο —όσα έχουν γεννηθεί στη Γαλλία— αποκτάνε δικαιωματικά την γαλλική υπηκοότητα. Και βέβαια συμμετέχουν όλο και πιο πολύ στις κοινωνικές ασφαλίσεις. Τέλος παύουν να αποτελούν παράγοντα —μόνο— διάσπασης του εργατικού κινήματος. Αν η Γαλλία μετά το ’68 μπόρεσε να αποφύγει το κύμα των εργατικών αγώνων που γνώρισε η Ιταλία, αυτό οφείλονταν στο γεγονός ότι οι ανειδίκευτοι εργάτες ήταν ξένοι. Σήμερα όμως οι ξένοι εργάτες βρίσκονται στην πρωτοπορία των αγώνων στα μεγάλα πολυεθνικά εργοστάσια, όπως στην αυτοκινητοβιομηχανία. Δηλαδή αρχίζουν να γίνονται κίνδυνος για το κεφάλαιο. Το «ξένο» προλεταριάτο αποκτάει μια νέα υπόσταση. Και βέβαια οι μετανάστες της δεύτερης γενιάς που έχουν μεγαλώσει ή και γεννηθεί ακόμα στη Γαλλία δεν είναι ούτε ανυπεράσπιστοι, ούτε φοβισμένοι όπως οι πατεράδες τους. Στις γειτονιές φτιάχνουν δικές τους συμμορίες νέων και δίνονται «θρασείς», δεν δέχονται δηλαδή να είναι «υπάκουοι» εργάτες. Κάτι ανάλογο δεν έγινε και στην Αγγλία όπου είχαμε την άνοδο του «Εθνικού Μετώπου» και του Πάουελ πριν μερικά χρόνια;

Ενάντια στην κοινωνία της διαφθοράς

Ο ρατσισμός ενάντια στους ξένους δεν είναι βέβαια η μοναδική βάση πάνω στην οποία στηρίζεται η φασιστική άνοδος. Αντίθετα αυτός ο ρατσισμός συνδυάζεται με άλλα αισθήματα φόβου και ρατσισμού. Ο φόβος ενάντια στη νεολαία είναι ένα άλλο χαρακτηριστικό μιας κοινωνίας που γερνάει. Σε μια Ευρώπη που αποτελείται όλο και περισσότερο από ηλικιωμένους η νεολαία αποτελεί μια αδιάκοπη απειλή. Και αν αυτό συνδυαστεί με το φόβο μπροστά στις «ράτσες που πολλαπλασιάζονται σα λαγοί», δηλαδή όσους προέρχονται από τον Τρίτο κόσμο, κατανοούμε καλύτερα πως ο αντινεολαιΐστικος ρατσισμός συνδυάζεται με τον αντι-αραβικό. Και βέβαια μέσα στο εθνικό ιμπεριαλιστικό υποσυνείδητο έρχεται να ταυτιστεί με ευρύτερους φόβους — φόβους μπρος στην άνοδο σήμερα πληθυσμιακή αύριο ποιος ξέρει — του Τρίτου Κόσμου. Στη Γερμανία ήδη ο πληθυσμός μειώνεται. Η Ευρώπη φοβάται!

Ποιος λοιπόν φταίει γι’ αυτή την παρακμή της Δύσης; Μα ποιος άλλος από την κοινωνία όπου όλα επιτρέπονται. Την κοινωνία όπου αναπτύσσεται η ομοφυλοφιλία, όπου τα αντισυλληπτικά και οι εκτρώσεις κάνουν θραύση, όπου η πίστη στην εκκλησία υποχωρεί, όπου οι παραδοσιακές αξίες της εργασίες και της οικογένειας βρίσκονται σε υποχώρηση, όπου κυριαρχεί η διαφθορά, ο φεμινισμός, ο αριστερισμός, ο αναρχισμός, ο κομμουνισμός, όπου τα σχολεία έχουν γίνει κέντρα «μαρξιστικής προπαγάνδας» και έχουν πάψει να είναι σχολεία πειθαρχίας και σκληρής δουλειάς. Να λοιπόν ο εχθρός. Που συχνά και το διεθνές κεφάλαιο απέναντι στο εθνικό, οι κοσμοπολίτες — γι’ αυτό ο Λεπέν, και η παρέα του δεν ξεχνάνε τους Εβραίους.

Απέναντι σ’ αυτή την κατάσταση δεν υπάρχει άλλη λύση από την ενίσχυση του κράτους, την επαναφορά της πειθαρχίας στα σχολεία, την επαναφορά της ποινής του θανάτου, την κατάργηση της νομιμότητας της έκτρωσης, της δίωξης του ομοφυλόφιλου «προσηλυτισμού» και τέλος, αλλά όχι ελάχιστο της απελευθέρωσης της ιδιωτικής πρωτοβουλίας και επιχείρησης από τους ελέγχους του κράτους των συνδικάτων, των «οικολόγων» κ.λπ.

Να λοιπόν το πρόγραμμα του Λεπέν και της παρέας του. Η δύναμη του βρίσκεται ακριβώς στο ότι λέει ανοιχτά και δυνατά αυτά που κάνουν ο Ρήγκαν και η Θάτσερ. Ο Λεπέν δεν είναι ένα περιθωριακό φαινόμενο, αντιπροσωπεύει την καρδιά του σύγχρονου «φιλελεύθερου» και αστικού προσανατολισμού.

Η φιλελεύθερη αντεπανάσταση

Έχουμε διδαχτεί από την ιστορία πως κάθε επαναστατική περίοδος —και ακόμα περισσότερο κάθε αποτυχημένη επανάσταση — ακολουθείται από μια ανάλογη αντεπαναστατική περίοδο. Και όσο μεγαλύτερη είναι η απειλή που δοκίμασαν οι κατεστημένες τάξεις και αξίες τόσο πιο βίαιη η αντίδραση και η αντεπανάσταση. Η «επανάσταση» της δεκαετίας του ’60 —που τα επακόλουθα της συνέχισαν να γίνονται αισθητά και στην δεκαετία του ’70 διαπέρασε όλο τον πλανήτη. Από τις χώρες του τρίτου κόσμου μέχρι τις μητροπόλεις του ιμπεριαλισμού ζήσαμε ένα καταπληκτικό επαναστατικό κίνημα- που κύρια στο επίπεδο της πολιτισμικής πραγματικότητας — ήρθε να αναποδογυρίσει πίστεις και πραγματικότητες χιλιετηρίδων. Ξεσήκωμα του τρίτου κόσμου —Μάο, Γκεβάρα, Χό Τσι Μινχ — ξεσήκωμα της νεολαίας, του κοινωνικού εργάτη, του εργάτη της αλυσίδας των γυναικών, της σεξουαλικότητας, των κομμουνιστικών αναγκών, στις μητροπόλεις του ιμπεριαλισμού. Και μέσα απ’ αυτά «διαστροφή» του ρόλου του κράτους. Το κράτος παύει να είναι το κράτος που διαχειρίζεται το καπιταλιστικό κέρδος, το κράτος «σοσιαλιστικοποιείται», δηλαδή υποχρεώνεται μπρος στην άνοδο της ταξικής πάλης να γίνει όλο και περισσότερο κράτος παροχών, κράτος κοινωνικών ασφαλίσεων, κράτος – «μπέημπυ σίττερ». Επομένως, αμβλύνεται το κίνητρο του κέρδους, οι οικονομικοί νόμοι του καπιταλισμού μπαίνουν σε κρίση. Και βέβαια μαζί του όλες οι αξίες του παλιού καπιταλισμού της συσσώρευσης, η ηθική της παραγωγής, της εργασίας, της αποχής και της συσσώρευσης τινάζονται στον αέρα απ’ αυτό το μπάσταρδο «έκτρωμα» μιας ανολοκλήρωτης επανάστασης. Γιατί βέβαια είναι ανολοκλήρωτη. Δεν κατορθώνει να ανατρέψει το καθεστώς. Το σύστημα «ενσωματώνει» την επανάσταση κατά τρόπο εκτρωματικό. Αυτό το αποτέλεσμα της ενσωμάτωσης της εργατικής επανάστασης στο σώμα του συγχρόνου καπιταλισμού είναι το σύγχρονο κράτος πρόνοιας. Έτσι αν γύρω στα 1960 ο κρατικός προϋπολογισμός αντιπροσώπευε το 30% του εθνικού εισοδήματος, το 1980 φτάνει ή ξεπερνάει το 50%! Οι δυσκολίες και τα εμπόδια στην καπιταλιστική συσσώρευση αποδεικνύονται αυτό το γεγονός και μόνο.

Έτσι λοιπόν η αντεπανάσταση που έρχεται να απαντήσει στην καπιταλιστική κρίση, στην κρίση του κράτους της πρόνοιας ξεκινάει σαν «φιλελεύθερη», αποκατάσταση δηλαδή του κέρδους και της ατομικής πρωτοβουλίας, επαναφορά των αξιών της συσσώρευσης και της αποταμίευσης. Αυτές οι κινήσεις συνοδεύονται με μια γενικότερη αντεπαναστατική καμπάνια. Μια καμπάνια ενάντια στους «νέους», ενάντια στον Τρίτο Κόσμο, τον «κομμουνισμό», τις εκτρώσεις για παλινόρθωση των αρχών της πειθαρχίας. Η Ιαπωνία και η Κορέα γίνονται τα πρότυπα της Δύσης. Παραγωγή και κέρδη, όχι απεργίες και διαφθορά. Και βέβαια υπάρχει και η γενική θεωρητική και φιλοσοφική βάση. Τα χάλια του υπαρκτού σοσιαλισμού προβάλλονται a contrario. Ο Ρήγκαν και η Θάτσερ είναι οι πρωτοπόροι αυτής της καμπάνιας. Στην οικονομική θεωρία νεο-φιλελευθερισμός, επιστροφή ρευμάτων αντιτριτοκοσμικών, ρατσιστικών — και αντιγυναικείων. Οι γενετιστές και οι βιολόγοι «αποδεικνύουν» την βιολογική κατωτερότητα των γυναικών και τις διαφορές ανάμεσα στις «ράτσες». Η ευγονική ασχολείται με την παραγωγή ανώτερων όντων κ.ο.κ. Αυτά τα ρεύματα γνωρίζουν τεράστια εξάπλωση σ’ όλη τη δύση κρυμένα πίσω από το μανδύα του αντι-ολοκληρωτισμού.

Εκεί που η επίθεση ήταν πιο σκληρή και η μάχη πιο αμφίρροπη ήταν η Γαλλία. Όχι μόνο για εκεί έγινε ο Μάης αλλά και γιατί εκεί μια κυβέρνηση της Αριστεράς έφτασε στην κυβέρνηση. Οι πρόδρομοι αυτής της μεταστροφής ήταν οι λεγόμενοι νέοι φιλόσοφοι — παλιοί αριστεροί και αριστεριστές στην πλειοψηφία τους που ανακάλυπταν ξαφνικά στην αγκαλιά του Ζισκάρ Ντ Εσταίν τα δικαιώματα του ανθρώπου. Μετά την μεταστροφή του Βιετνάμ και την εξέλιξη της Ιρανικής επανάστασης ένα αντιτριτοκοσμικό ρεύμα διαπερνάει την αριστερά και ιδιαίτερα τη διανόηση της. Ο δρόμος έχει ανοίξει. Τους νέους φιλοσόφους θα τους ακολουθήσουν οι «νέοι οικονομολόγοι», η «νέα δεξιά» και δεν συμμαζεύεται.

Ξαφνικά αναζωογονούνται και περνάνε στο προσκήνιο ακροδεξιά γκρουπούσκουλα διανοούμενων. Ο «κύκλος του Ρολογιού» και η «GRECE» είναι μερικές από τις πιο γνωστές δεξιές ομάδες διανοουμένων που προωθούν ανοιχτά «άριες» και ρατσιστικές θεωρίες. Βέβαια πάντα με προσοχή και εξυπνάδα. Έτσι η GRECE προωθεί ένα ρατσισμό μοντέρνο, που αντλεί από την αντι-κρατική αντι-αυταρχική αριστερά. Η GRECE (Ομάδα έρευνας και μελέτης για τον ευρωπαϊκό πολιτισμό) υποστηρίζει τον …Τρίτο Κόσμο. Γι’ αυτό λοιπόν στο όνομα του σεβασμού της διαφοράς και της ενίσχυσης της αυτόνομης ανάπτυξης του τρίτου κόσμου προτείνει την χωριστή ανάπτυξη ευρωπαίων και κατοίκων του τρίτου κόσμου. Μια νέα έκδοση του απαρτχάιντ.

Έτσι λοιπόν ο Λε Πέν και το «Εθνικό Μέτωπο» δεν πέφτουν από τον ουρανό. Αντίθετα θα ήταν περίεργο αν δεν εμφανίζονταν.

Οι ευθύνες του πολιτικού κόσμου στο σύνολο του

Και βέβαια οι ρίζες της ανόδου της δεξιάς δεν θα βρεθούν μόνο σε ιδεολογικά ρεύματα και ομάδες διανοουμένων. Βρίσκονται στα ίδια τα πολιτικά κόμματα και τις πρακτικές τους στη Γαλλία.

Αρχικά βέβαια στις πρακτικές και το λόγο των κομμάτων της δεξιάς, που καθημερινά, αδιάκοπα ξαπλώνουν κατά βάση την ίδια ιδεολογία με τους φασίστες. Η απομάκρυνση του κράτους, η επαναφορά της πειθαρχίας, το διώξιμο των «υπεράριθμων» ξένων εργατών, η σκληρή αντιμετώπιση της εγκληματικότητας κ.λπ. κ.λπ. Και οι ευθύνες τους δεν περιορίζονται εκεί. Όχι μόνο κατεβαίνουν μαζί σε τοπικές εκλογές αλλά πολλές «προσωπικότητες» της δεξιάς εναλλάσσονται ανάμεσα στους ακροδεξιούς σχηματισμούς και τα παραδοσιακά δεξιά κόμματα. Ο Λε Πέν φωνάζει δυνατά αυτά που ψιθυρίζει ή υπαινίσσεται ο Σιράκ.

Από την άλλη πλευρά, την αριστερά, οι ευθύνες είναι όμοια μεγάλες. Όχι μόνο οι γενικότερες ευθύνες του ρεφορμισμού τους, οι γενικότερες ευθύνες για το ότι δεν έχουν να προτείνουν κανένα πρόγραμμα νέας κοινωνίας αλλά και οι πιο συγκεκριμένες ευθύνες τους σε κεντρικά θέματα όπως ο ρατσισμός. Το ΚΚΓ έχει παίξει μεγάλο ρόλο στην εξάπλωση των ρατσιστικών αντιλήψεων: το 1980 στο Ιβρύ ο κομμουνιστής δήμαρχος έβαλε τις μπουλντόζες να ξηλώσουν μια παραγκούπολη μεταναστών, και συχνά κομμουνιστές δήμαρχοι κατηγορούν τους μετανάστες για την άνοδο της εγκληματικότητας και τα ναρκωτικά. Τώρα λοιπόν εισπράττουν τις συνέπειες της πολιτικής τους.

Όσο για τη σοσιαλιστική κυβέρνηση πέρα από τα μέτρα ενάντια στην «ένωση των οικογενειών», που απαγόρευαν δηλαδή στους μετανάστες να φέρουν την οικογένεια τους στη Γαλλία, την επίθεση ενάντια στους ξένους απεργούς, την προώθηση προγραμμάτων για την επιστροφή των μεταναστών στις χώρες προέλευσης τους, δεν προχώρησε σε ένα αποφασιστικό μέτρο που θα μπορούσε να ανοίξει το δρόμο για το χτύπημα του ρατσισμού, την παραχώρηση πολιτικών δικαιωμάτων στους μετανάστες που μένουν έναν ορισμένο αριθμό χρόνων στη Γαλλία. Μόνο μια τέτοια πολιτική θα έδινε στους μετανάστες τη δυνατότητα να υπερασπιστούν αποτελεσματικά τον εαυτό τους και θα υποχρέωνε τις πολιτικές δυνάμεις να πάρουν υπόψη τους μια κοινότητα με τόσο μεγάλο βάρος.

Έτσι λοιπόν αν σήμερα έχουμε την επέκταση του «φαινόμενου Λε Πέν» δεν πρόκειται παρά για την αποκρυστάλλωση μιας πολιτικής που όλος ο πολιτικός κόσμος με τον ένα ή άλλο τρόπο προώθησε.

Έπρεπε να τους «περιφρονήσουμε»!

Η δικαιολογία που έδωσαν οι «προοδευτικοί» και αντιφασίστες —κόμματα και τύπος— για την άρνηση τους να κινητοποιηθούν για την άφιξη του Λε Πέν στην Ελλάδα, ήταν πως «η ακρο–αριστερά με το να κινητοποιηθεί έδωσε αξία σε ένα περιθωριακό φαινόμενο». Έτσι λοιπόν αυτοί οι λαπάδες με την προσφιλή τους μέθοδο δεν κοιτάνε το φεγγάρι, αλλά το χέρι που τους το δείχνει! Λες και ένα φαινόμενο τέτοιας έκτασης, όπως η άνοδος των νεοφασιστικών-ρατσιστικών ιδεών, πρέπει να αποκρύβεται. Είναι γνωστός ο στρουθοκαμηλισμός των προοδευτικών! Και βέβαια κάτι περισσότερο. Είναι γνωστό πως ο ρατσισμός ενάντια στους ξένους εργάτες δεν είναι μόνο γαλλικό φαινόμενο. Έλληνες ήταν αυτοί που πέταξαν τους «λαθρεπιβάτες» στους καρχαρίες. Έλληνες είναι αυτοί που επιτέθηκαν τους Ιρακινούς εργάτες στο Αιγάλεω. Ελληνικός είναι ο στρατός που καταστρατηγεί τα δικαιώματα των μουσουλμάνων μέσα στο στρατό! Ελληνικό είναι το κράτος που διατηρεί δεκάδες χιλιάδες ξένους εργάτες στην Ελλάδα χωρίς χαρτιά, χωρίς κανένα δικαίωμα. Η ελληνική σοσιαλιστική κυβέρνηση ψήφισε τον νόμο του απαρτχάιντ για τους ξένους εργάτες στα ελληνικά καράβια, δηλαδή πάνω στο ίδιο καράβι, οι ξένοι να πληρώνονται λιγότερο από τους Έλληνες. Ο ρατσισμός ενάντια στη νεολαία, η υστερία για την εγκληματικότητα, για την ανάγκη τάξης και ασφάλειας είναι ελληνικό φαινόμενο. Και οι προοδευτικοί λοιπόν μας καλούσαν να σωπάσουμε, να μην «ξύνουμε πληγές» λες και το πρόβλημα είναι ο παλιός Χίτλερ και όχι ο τόσο παρών καπιταλισμός, κρατισμός και «σοσιαλισμός» που γεννάνε το φασισμό. Λες και δεν είναι το «κράτος και το κεφάλαιο που γεννάνε το φασισμό»!

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*