ΡΗΞΗ τ. 17

Η μοίρα μιας μικρής χώρας

της Σύνταξης ΡΗΞΗ 17

Ποιά είναι η μοίρα μιας μικρής χώρας χαμένης στα σύνορα Ευρώπης–Ασίας, Ανατολής-Δύσης, Βορρά και Νότου, ανάμεσα σε πληθυσμιακούς και γεωγραφικούς όγκους, μιας χώρας μοναχικής και μοναδικής; Με μια γλώσσα που δε μιλιέται παρά μόνο από τους Έλληνες και δεν μοιάζει με καμιά από τις γειτονικές, μια χώρα ιστορικό υπόλειμμα παλιότερων πολιτισμών; Μια χώρα που δεν ανήκει ούτε στη δυτική αλλά ούτε και στην ανατολική Ευρώπη, μια χώρα που διαπερνιέται από τα πιο αντίθετα και αντιφατικά ρεύματα; Με ποιο «κόμμα» είμαστε λοιπόν που λέει και ο Σαββόπουλος, το ανατολικό ή το δυτικό;

Πριν απ’ αυτό όμως θα πρέπει να απαντήσουμε σε ένα άλλο ερώτημα: έχει άραγε μια οποιαδήποτε σημασία να απαντήσουμε στο ζήτημα σε ποιά χώρα ζούμε;

Όταν το εργατικό κίνημα ήρθε να τονίσει, μέσα στην παγκοσμιότητα του, πως οι εργάτες δεν έχουν πατρίδα, είναι προφανές πως δεν εννοούσε ότι οι εργάτες δεν έχουν χώρο κατοικίας, δεν έχουν τόπο προέλευσης, γλώσσα, παραδόσεις, γεωπολιτικούς καθορισμούς. Απλά ήρθε να τονίσει πως ο αστικός εθνικισμός δεν έχει νόημα για την εργατική τάξη που δεν μπορεί παρά να σκοπεύει σε μια παγκόσμια κοινότητα πέρα από πατρίδες. Μ’ αυτή την έννοια το εργατικό και επαναστατικό κίνημα είναι διεθνιστικό. Ο διεθνισμός αυτός όμως έχει γνωρίσει τρομερές παρεξηγήσεις. Για πολλούς διεθνισμός σήμαινε παλιότερα, ή ακόμα και σήμερα, αδιαφορία για τη χώρα στην οποία ζει κανείς, εφαρμογή μιας πολιτικής αδιαφοροποίητης, είτε πρόκειται για την Ελλάδα είτε τον ευρωπαϊκό αντίποδα της, τη Σουηδία! Ή, ακόμα παραπέρα, για την Ελλάδα και την Ταυλάνδη π.χ. Είναι προφανές πως μια τέτοια αντίληψη του διεθνισμού οδηγεί, και έχει οδηγήσει στο παρελθόν, σε πολιτικά τερατουργήματα. Ακόμα περισσότερο, η ανακήρυξη από το εργατικό κίνημα της αρχής του θανάτου των πατρίδων θεωρήθηκε σαν πραγματωμένη διαδικασία και όχι σαν εξαγγελία, που η ολοκλήρωση της θα διαρκέσει αιώνες ολόκληρους. Αιώνες, στη διάρκεια των οποίων σταδιακά οι παλιές πατρίδες θα ενταχθούν σε ευρύτερες οικονομικές πολιτικές και πολιτιστικές κοινότητες και που στο τέλος θα οδηγήσουν στην εξαφάνιση των πατρίδων, αλλά όχι και στην εξαφάνιση κάθε ιδιαιτερότητας. Τα γεωγραφικά, πολιτιστικά, γλωσσικά, κ.λπ. σημεία αναφοράς θα εξακολουθούν να υπάρχουν και τότε. Αρα ακόμα και γι’ αυτή την εποχή θα έχει σημασία η «χώρα», ο τόπος της γέννησης και της κοινωνικοποίησης των ανθρώπων. Μια αυριανή παγκόσμια κοινωνία δεν μπορούμε να την διανοηθούμε σαν μια ισοπεδωμένη και ομοιόμορφη παγκοσμιότητα, αλλά αρθρωμένη μέσα στις ποικίλες ιδιαιτερότητες.

Πάντα λοιπόν οι άνθρωποι θα συνεχίζουν να δείχνουν μεγαλύτερο ενδιαφέρον για το χωριό τους, την πόλη τους, τη χώρα τους, την ήπειρο τους, τέλος τον πλανήτη τους! Στο μεταξύ, σήμερα, μόλις που αχνοφαίνεται η πραγματικότητα του ξεπεράσματος των εθνών. Και ξέρουμε πως αυτό το ξεπέρασμα δεν μπορεί να γίνει παρά μόνο στο βαθμό που εγκαθιδρύονται ισότιμες σχέσεις ανάμεσα σε έθνη και εθνότητες. Διαφορετικά θα συνεχίσουν να υπάρχουν αντιθέσεις όπως ανάμεσα στην Πολωνία και τη Ρωσία, τους Ισπανούς και τους Βάσκους, τους Άγγλους και τους Ιρλανδούς, για να μείνουμε μόνο στην Ευρώπη. Ο όρος για την εξαφάνιση των «πατρίδων» είναι η ισότητα — η αυτονομία — των εθνών. Βλέπουμε πολύ καθαρά πως στη Δυτική Ευρώπη μπόρεσαν να αρχίσουν κάποιες υπερεθνικές διαδικασίες, με την ΕΟΚ, μόνο από τη στιγμή και πέρα που έπαψε να υπάρχει η δυνατότητα για κάποιο ή κάποια από τα ευρωπαϊκά έθνη να κατακτήσουν ή να υποδουλώσουν κάποια άλλα, μια και τα κέντρα της παγκόσμιας ισχύος μετατέθηκαν έξω απ’ αυτή. Το ξεπέρασμα των εθνικών κρατών προϋποθέτει λοιπόν συνθήκες τυπικής ισότητας αναμεταξύ τους.

Είναι συνεπώς προφανές πως το ζήτημα δεν μπαίνει αφηρημένα σαν ξεπέρασμα του ελληνικού έθνους–κράτους, αλλά πρέπει να απαντηθεί πιο συγκεκριμένα: πώς, με ποιους, με ποιες διαδικασίες;

Η πρώτη διαπίστωση που κάνουμε είναι πως αυτό το ξεπέρασμα δεν είναι καθόλου εύκολο ούτε τόσο κοντινό για την ελληνική πραγματικότητα. Γιατί η Ελλάδα, παρ’ όλο που είναι Ευρώπη, δεν ταυτίζεται ούτε με τη Δυτική Ευρώπη, με την οποία έχει τις μεγαλύτερες οικονομικές και πολιτιστικές ανταλλαγές, ούτε με τα σλαβικά Βαλκάνια, και βέβαια σε καμιά περίπτωση με τη μουσουλμανική Ανατολή. Είναι ακόμα πολύ μοναχική, και μοναδική, ιστορικό υπόλειμμα ενός παλιότερου πολιτισμού.

Επανερχόμαστε λοιπόν στο αρχικό ερώτημα: με ποιο «κόμμα είμαστε», όπως είπε και ο Σαββόπουλος, με το Ανατολικό ή με το Δυτικό;

Ανατολή και Δύση

Ο ελληνικός χώρος αποτέλεσε στην αρχαιότητα την πρώτη «Δύση» της ιστορίας! Με άλλα λόγια ήταν ο πρώτος γεωγραφικο-πολιτικός χώρος που διαφορίστηκε από τον αρχέγονο ανατολικό πολιτισμό, από την Ασία, και διαμόρφωσε τον πρώτο «δυτικό» πολιτισμό. Έτσι μέχρι τη ρωμαϊκή εποχή, η Ελλάδα αποτελεί τη «Δύση» απέναντι στην Ανατολή, εξού και οι συγκρούσεις όπως και η διαμόρφωση του αρχέτυπου του δυτικού πολιτισμού και της πολιτικής δημοκρατίας. Η Ελλάδα είναι λοιπόν το αρχέτυπο της Δύσης –μιλάμε βέβαια πάντα για την αρχαία Ελλάδα. Στη συνέχεια τα πράγματα αλλάζουν. Από τη ρωμαϊκή εποχή και μετά, η Ελλάδα βρίσκεται πια «ανάμεσα». Ανάμεσα στην Ανατολή και τη Δύση, παρ’ όλο που η ίδια παραμένει — σαν αξίες και πολιτισμός — ένα κομμάτι της Δύσης. Όλη η ιστορία αυτού του τόπου αποτελεί μια συνέχεια μετακινήσεων από την Ανατολή στη Δύση και τανάπαλι. Στην πιο πρόσφατη ιστορία μας, από τότε που διαμορφώνεται το σύγχρονο ελληνικό έθνος, γνωρίζουμε δύο μεγάλες κινήσεις. Μια με την τούρκικη κατάκτηση, από τον 14ο αιώνα και μετά, προς τα ανατολικά, και μια αντίθετη, από τον 19ο αιώνα, προς τα δυτικά. Αυτές οι αλλαγές εκφράζουν αντίθετες κινήσεις του ιστορικού εκκρεμούς σε παγκόσμια ή τουλάχιστον ευρύτερη περιφερειακή κλίμακα. Δεν αποτελούν επιλογές του ελληνικού χώρου. Στην πρώτη περίπτωση έχουμε την επέκταση του ισλαμισμού στην ανατολική και νότια Ευρώπη που δεν έχει πια τη δύναμη να ελέγξει τις διαδικασίες, αλλά τις υφίσταται.

Σήμερα βρισκόμαστε άραγε στη στιγμή μιας νέας ανατροπής της ισορροπίας, μια στιγμή που και πάλι οι τύχες της Ελλάδας θα περάσουν σε νέα αφεντικά;

Για πρώτη φορά το ερώτημα μοιάζει να αποκτάει μια νέα επικαιρότητα. Κι αυτό γιατί βρισκόμαστε μπροστά σε νέες κοσμοϊστορικές αλλαγές στους συσχετισμούς δύναμης. Και κάθε φορά αυτές οι αλλαγές γίνονται εντονότερα αισθητές στις χώρες των συνόρων. Και η Ελλάδα είναι σύνορο.

Στον κόσμο μας παρατηρούνται δύο μεγάλες κινήσεις. Από τη μια στο εσωτερικό της Ευρώπης, ο ανατολικός πόλος, ο σλαβικός, τείνει να γίνει ισχυρότερος από το δυτικό, και η δυτική Ευρώπη μεταβάλλεται σταδιακά σε αντικείμενο ανταγωνισμού ανάμεσα στις μεγάλες δυνάμεις που βρίσκονται η μία πέρα από τον Ατλαντικό ενώ η άλλη την απειλεί από την Ανατολή. Αυτή είναι η μια, η πιο άμεση και μικρότερης έκτασης — από ευρύτερη ιστορική άποψη — αλλαγή. |Ρωσία εκπροσωπεί την Ανατολή παρ’ όλο που σε σχέση με την ασιατική Ανατολή, είναι κιόλας «Δύση», αλλά πρόκειται για μουσικές του μέλλοντος |. Η δεύτερη αλλαγή έχει να κάνει με την τεράστια ανατροπή που κυοφορείται στον παλιό αποικιακό χώρο, τον λεγόμενο τρίτο κόσμο. Γύρω μας ο κόσμος αλλάζει σε φοβερή κλίμακα. Ο παλιός τρίτος κόσμος, η «Ανατολή» και ο «Νότος» του κόσμου, ξαναμπαίνει στην ιστορία. Σε πενήντα ή εκατό χρόνια θα τείνει να ξαναπεράοει στο κέντρο του κόσμου. Ας φανταστούμε λίγο τί θα σημαίνει στα τέλη του 21ου αιώνα μια Κίνα που το 2.000 θα έχει πληθυσμό 1.200 εκατομμύ­ρια και μια Ινδία που στην ίδια χρονολογία θα έχει 1 δισεκατομμύριο. Αυτές οι αλλαγές στους διεθνείς συσχετισμούς πιο κοντά μας σημαίνουν μια κατάσταση μόνιμου πολέμου στη Μέση Ανατολή, σημαίνουν ανάπτυξη του ανταγωνισμού με την Τουρκία, σημαίνουν μια αναστάτωση που θα κρατήσει για πολύ καιρό ακόμα. Η Μεσόγειος, και ειδικά η Ανατολική, όντας το σύνορο τριών κόσμων, τριών αντιθέσεων, μεταβάλλεται και πάλι στο κέντρο ίσως των παγκόσμιων αντιθέσεων, στο μάτι του κυκλώνα. Φυσικά η Ελλάδα βρίσκεται σ’ αυτή την περιοχή, μπλεγμένη μέσα σ’ αυτές τις αντιθέσεις.

Είναι γνωστή μια «επαναστατική» απάντηση: τι μας ενδιαφέρουν εμάς όλα αυτά; Άσε τους αστούς να βγάλουν τα μάτια τους! Μια απάντηση που δίνεται συχνά από το χώρο μας, για να επιβεβαιωθεί η συχνά νηπιακή κατάσταση της σκέψης του παλιού ακροαριστερού χώρου, λες και τις κρίσεις, τις ανακατατάξεις, τους πολέμους, τους πληρώνουν οι αστοί και όχι οι προλετάριοι. Και λες και οι επαναστάσεις δεν είναι γεγονότα που έχουν σχέση μ’ αυτές τις κρίσεις! Μάλιστα, όσο πιο μικρή είναι μια χώρα, σε όσο πιο ευαίσθητη περιοχή βρίσκεται, τόσο περισσότερο οι εσωτερικές κρίσεις συντονίζονται με τις παγκόσμιες. Ένα επαναστατικό κίνημα χωρίς διεθνή πολιτική, χωρίς αντίληψη της διεθνούς πραγματικότητας, είναι τυφλό και ανίκανο να κατανοήσει την πραγματικότητα, τις τομές, τις κρίσεις, άρα να προετοιμάσει τις οποιεσδήποτε επαναστατικές μεταβάσεις.

Ας ξανάρθουμε λοιπόν στη σημερινή πραγματικότητα.

Η αντιφατικότητα της μεταπολίτευσης

Η μεταπολίτευση είναι μια εποχή εξαιρετικά αντιφατική. Και η αντίφαση βρίσκεται στο γεγονός ότι η ελληνική πραγματικότητα κινείται ταυτόχρονα προς δύο κατευθύνσεις: από τη μια ολοκληρώνεται — για πρώτη φορά ίσως στην ελληνική ιστορία σε τέτοια έκταση — η θεσμική «δυτικοποίηση» της χώρας, που επισφραγίζεται με την ένταξη στην ΕΟΚ, ενώ από την άλλη παρατηρείται μια αντίθετη πολιτική και πολιτιστική κίνηση, που εντείνεται με την άνοδο του ΠΑΣΟΚ, για προσέγγιση σε «ανατολικά» πρότυπα, είτε πρόκειται για τον ανατολικό ολοκληρωτισμό, στο πολιτικό πεδίο — τόσο στην εκδοχή του ρώσικου μοντέλου όσο και σ’ εκείνη του «τριτοκοσμικού σοσιαλισμού» — είτε για τις αναφορές στην «καθ’ ημάς Ανατολή» στο πολιτιστικό επίπεδο. Για μια ακόμα φορά η Ελλάδα διασχίζεται από τα δυτικά και ανατολικά κόμματα. Ταυτόχρονα ο ανατολικός παράγοντας παίρνει μια ακόμα διάσταση, την τούρκικη απειλή στην Κύπρο και το Αιγαίο. Σ’ αυτές τις συνθήκες, η παλιά άρχουσα τάξη, η παραδοσιακή αστική τάξη, δεν βλέπει άλλη πολιτική από την παραμονή σε ένα τυφλό μιμητισμό της Δύσης, που στην πράξη τρέφει τα αντίθετα ρεύματα μέσα στην Ελλάδα, ενώ η νέα άρχουσα τάξη, η νομενκλατούρα των αριστερών κομμάτων και όλος ο πολιτιστικός συρφετός τους, περνάει ένα διαφορετικό δηλητήριο, μας εθίζει στο δηλητήριο του ολοκληρωτισμού. Αν υπάρχει μια εγκληματική πράξη του ΠΑΣΟΚ, αυτή βρίσκεται πάνω απ’ όλα στην κατεύθυνση που έδωσε στον ελληνικό «σοσιαλισμό». Στο γεγονός δηλαδή ότι προώθησε στον ελληνικό λαό μια αντίληψη σοσιαλισμού παρόμοια με εκείνη του υπαρκτού ή τριτοδρομικού σοσιαλισμού, παρά τις κάποιες αυτοδιαχειριστικές κορώνες. Αντί να εκμεταλλευτεί το αντιδυτικό πνεύμα και τον αντιαμερικανισμό για να προωθήσει μια ιδεολογία αυτόνομη που να χτυπάει ταυτόχρονα και τον ανατολικό ολοκληρωτισμό, όχι μόνο υποτάχτηκε στο ιδεολογικό τελεσίγραφο του ΚΚΕ αλλά, μέσα από τον τύπο και τα όργανα του, σιγοντάρει μια ξεδιάντροπη παραπληροφόρηση, μια μόνιμη υποβάθμιση των ανατολικών εγκλημάτων ενώ τα δυτικά προβάλλονται αδιάκοπα, και έφτασε με τον Παπανδρέου να πλέξει το εγκώμιο του Γιαρουζέλσκι και να επιτεθεί στην Αλληλεγγύη. Το ΠΑΣΟΚ προσβλέπει σε ένα καθεστώς παρόμοιο μ’ εκείνο των διάφορων «ανεξάρτητων» τριτοκοσμικών χωρών. Μόνο που διαπράττει ένα τεράστιο σφάλμα. Ξεχνάει πως η Ελλάδα δεν βρίσκεται στην Αφρική. Ο Παπανδρέου δεν μπορεί να παίζει τον Νυερέρε ούτε η Ελλάδα είναι Ινδία. Η Ελλάδα βρίσκεται πολύ κοντά στο «μάτι του κυκλώνα» για να έχει μια τέτοια πολιτική. Και δεν υπάρχει η δυνατότητα να κρατήσει στα Βαλκάνια μια πολιτική τέτοιου τύπου. Η Ελλάδα συνορεύει άμεσα με τη σοβιετική αυτοκρατορία, και συνεπώς μια τέτοια πολιτική οδηγεί άσφαλτα είτε σε μια ενσωμάτωση στην Ανατολή είτε αντίθετα μας απειλεί με τη βίαιη αντίδραση της Αμερικής και των δυνάμεων που διαθέτει στην Ελλάδα. Το ζήτημα δεν είναι η «πολυδιάστατη εξωτερική πολιτική», που πράγματι πρέπει να είναι τέτοια, είναι κάτι άλλο: ο ιδεολογικός αφοπλισμός απέναντι στον «ανατολικό» ολοκληρωτισμό, που οδηγεί προοπτικά σε μια «μονοδιάστατη» πολιτική.

Αποδεικνύεται για μια ακόμα φορά πως όλες οι ηγέτιδες δυνάμεις της Ελλάδας δεν μπορούν να νοήσουν άλλη εξωτερική πολιτική παρά μόνο με όρους εξάρτησης. Είτε από την Ανατολή είτε από τη Δύση.

Το ΠΑΣΟΚ, ξεκινώντας από την ενοχή του «κεντρώου» απέναντι στη δικτατορία, και με βάση την υποχώρηση της Δύσης που με τη μεταπολίτευση αποδείχτηκε τόσο αδύνατη στην Ελλάδα, προώθησε μια πολιτική που ιδεολογικά το κάνει να εξαρτάται, το μεταβάλλει σε παράρτημα των «άλλων δημοκρατικών δυνάμεων». Το ΠΑΣΟΚ δεν έχει πια καμιά ιδεολογική αυτονομία απέναντι στο ανατολικό πρότυπο, απέναντι στο ανατολικό στρατόπεδο. Λειτουργεί συχνά σαν «συνοδοιπόρος», για να θυμηθούμε την περίφημη φράση του ψυχρού πολέμου. Φυσικά αυτή η πολιτική στηρίζεται στον εύκολο μακιαβελισμό ανίκανων πολιτικών. Ένα μακιαβελισμό που λέει: «Η Ελλάδα ούτως ή άλλως ανήκει στη Δύση σαν δομή και συμμαχία. Αρα η προώθηση της Ανατολής στο ιδεολογικό επίπεδο αποτελεί εξισορρόπηση». Αυτή η άποψη και δεν κατανοεί την τεράστια δύναμη του ιδεολογικού παράγοντα μεσοπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα, ότι δηλαδή οι τσάροι του Κρεμλίνου περνάνε για «καλοί» στη σημερινή Ελλάδα, και ότι βρισκόμαστε σε μια εποχή που το στάτους κβό της Γιάλτας αμφισβητείται ή πολύ σύντομα θα αμφισβητηθεί στην Ευρώπη, ένοπλα ή όχι. Και τότε τί γίνεται;

Είναι προφανές ότι η Ελλάδα χρειάζεται μια άλλη πολιτική, και μάλιστα σήμερα πε­ρισσότερο από κάθε άλλη φορά. Μια πολιτική πραγματικής αυτονομία, πού από τη μία στηρίζεται στο υπαρκτό στάτους κβό, ενώ από την άλλη σκοπεύει σε ένα διαφορετικό μέλλον όπου η στήριξη της ελληνικής αυτονομίας θα στέκεται σε τρεις πόλους, στα επαναστατικά κινήματα Ανατολικής και Δυτικής Ευρώπης και το αναπτυσσόμενο βάρος των χωρών του τρίτου κόσμου που μας περιβάλλουν.

Για να γίνει κάτι τέτοιο απαιτείται μια ιδεολογία που απορρίπτει τα διλήματα Ανατολή ή Δύση, που απορρίπτει τόσο το Ανατολικό, όσο και το Δυτικό Αμερικάνικο κόμμα! Η Ελλάδα, για να υπάρξει σαν ιδιαιτερότητα, έχει ανάγκη από μια ιδιαίτερη κουλτούρα, που βέβαια συνδέεται και εντάσσεται σε ευρύτερα ευρωπαϊκά ρεύματα, αλλά αποτελεί έναν κόμπο, μια άρθρωση ιδιαίτερη και συγκεκριμένη. Ό,τι και να λέει λοιπόν ο σημερινός θεολόγος, νομενκλατουρίστας και επιχειρηματίας Σαββόπουλος, εμείς εξακολουθούμε να προτιμάμε το «βρώμικο ψωμί» και το «Μπάλο» σαν απόπειρες σύνθεσης του εγχώριου και του παγκόσμιου από την «Εκδίκηση της γυφτιάς». Εξακολουθούμε να ενδιαφερόμαστε για τα ατομικά δικαιώματα και όχι για την «κοινότητα» όπου χάνεται το ατομικό μέσα στο «συλλογικό» που μοιάζει με ρώσικο γκουλάγκ, τέτοια που μας την πασάρει ο Μοσκώφ. Εξακολουθούμε να ενδιαφερόμαστε για μια ιδιαίτερη σύνθεση αυτοδιαχειριστικών, συμβουλιακών και αντιπροσωπευτικών θεσμών, και είμαστε διατεθειμένοι να εγκαταλείψουμε ή να θυσιάσουμε και αυτά που έχουμε ήδη κερδίσει με τόσους αγώνες και θυσίες αυτού του λαού και της παγκόσμιας εργατικής τάξης — τις «δυτικές» ελευθερίες μας — για χάρη κάποιας ανατολικής «κοινότητας» όπου το «ιδιωτικό χωνεύεται στο συλλογικό» (βλέπε στο κρατικό). Εμείς εξακολουθούμε να πιστεύουμε σε ένα συλλογικό όπου δε θα «χωνεύεται» το ατομικό αλλά αντίθετα θα ανθίζει, θα αναπτύσσεται. Όλες οι πονηρίες και οι αφέλειες για την «κοινότητα» και την «καθ’ ημάς Ανατολή» αποτελούν στο κάτω κάτω άρνηση της ιστορίας μας που, αντίθετα, αν έχει μια αδυναμία, αυτή βρίσκεται στον υπερβολικό ατομισμό μας. Το ότι κάποιοι θέλουν να μας πασάρουν την παράδοση του ραγιαδισμού μας και της δουλοπρέπειας απέναντι στο παντοδύναμο κράτος σαν «ελληνικότητα», «συλλογικότητα» και «ιδιαιτερότητα», να μας λείπει μια τέτοια ελληνικότητα. Το ελληνικό επαναστατικό κίνημα, στην πορεία της εξάλειψης των εθνών και των πατρίδων, βάζει σαν ενδιάμεσο μεταβατικό στόχο τη διαμόρφωση μιας αυτόνομης εγχώριας συνείδησης, μιας ιδεολογίας των «συνόρων», που να μπορεί να χωνέψει δημιουργικά τις επιρροές που μας έρχονται από όλα τα σημεία του ορίζοντα. Και σήμερα πιστεύουμε ότι κάτι τέτοιο γίνεται δυνατό. Γιατί είναι προφανές ότι στις εκατονταετίες που έρχονται η Μεσόγειος θα μεταβληθεί και πάλι σε μεγάλο κέντρο ανταλλαγών, σε μεγάλο πολιτιστικό κέντρο, η Ευρώπη θα μετατοπιστεί προς το Νότο.

Ένας νέος ρόλος για το χώρα μας

Ο ιστορικός χώρος της Ελλάδας και γενικότερα της Μεσογείου θα γνωρίσει προοπτικά μια αναβάθμιση μετά την υποβάθμιση που είχε υποστεί με την ανάπτυξη της Βόρειας Ευρώπης. Η ανάπτυξη της Αφρικής και της Μέσης Ανατολής θα αναβαθμίσει και το ρόλο της Νότιας Ευρώπης. Η Μεσόγειος στο σύνολο της θα τείνει να μεταβληθεί κα πάλι σε ένα σημαντικό σταυροδρόμι πολιτισμών, ιδεών, λαών. Όμως αυτή η αλλαγή του ρόλου της Μεσογείου σημαίνει πως — τουλάχιστον για ένα διάστημα — θα οξυνθούν οι εντάσεις στην περιοχή, οι παρεμβάσεις των μεγάλων δυνάμεων, καθώς και οι αντιθέσεις ανάμεσα στις ίδιες τις χώρες της λεκάνης της Μεσογείου. Μέσα σ’ αυτές τις συνθήκες ο ελληνικός χώρος θα βρεθεί μπρος σε νέες δυνατότητες αλλά και κινδύνους .

Η Ελλάδα μπορεί να μεταβληθεί και πάλι σε ένα σταυροδρόμι πολιτισμών και επιρροών, μπορεί να ξεπεράσει την κατάσταση της ψωροκώσταινας και να βρεθεί μέσα σε ένα νέο περιφερειακό σύνολο, βαλκανικό, μεσογειακό και ευρωπαϊκό, που επιτέλους θα αποτελέσει έναν ολοκληρωμένο φυσικό γεωπολιτικό χώρο για μας, που θα βάλει τέλος στην ιστορική μοναξιά μας. Κι αυτό με την έννοια ότι θα αρθεί η διχοτόμηση ανάμεσα στη γεωγραφική θέση της Ελλάδας και την οικονομική και πολιτιστική της πραγματικότητα, που δεν ταυτίζεται με την γεωγραφική. Γιατί η Ελλάδα έχει μεγαλύτερες οικονομικές και πολιτιστικές ανταλλαγές με τη Δυτική Ευρώπη παρά με τις γειτονικές της χώρες. Αυτή η πιθανή αλλαγή του ρόλου της Μεσογείου θα στηρίξει ευνοϊκότερες συνθήκες ολοκλήρωσης της ελληνικής πραγματικότητας, θα της επιτρέψει να ξεπεράσει δημιουργικά τη διχοτόμηση Ανατολής-Δύσης, προβάλλοντας ένα νέο πλαίσιο που θα ξεπερνάει αυτή την παλιά αντίθεση.

Ωστόσο, μια τέτοια αλλαγή δεν είναι δοσμένη από χέρι. Μέσα σ’ αυτή την οικονομική και πολιτιστική κίνηση είναι πιθανό μικρότερες χώρες και πολιτισμοί να συνθλίβουν, είναι πιθανό να υπάρξουν τεράστιες περιπέτειες και κρίσεις. Επομένως εδώ παρεμβαίνουν οι τοξικότητες, οι προσανατολισμοί, τα συμφέροντα τάξεων και ομάδων. Και μέχρι σήμερα οι δύο μορφές της άοχουσας τάξης, η παραδοσιακή άρχουσα τάξη και η σοσιαλιστική νομενκλατούρα, αποδεί­χτηκαν ανίκανες να προτείνουν μια πορεία που να εκφράζει ακριβώς την υπέρβαση Δύσης και Ανατολής μέσα από την απόπειρα μιας νέας σύνθεσης. Και οι δυό τους νοούν την Ελλάδα προσκολλλημένη πότε στην Αμερική και πότε στην Ανατολή, πολιτική που εγκυμονεί τεράστιους κινδύνους και που σπρώχνει την Ελλάδα από τη Σκύλλα στη Χάρυβδη.

Σήμερα η ιστορική κίνηση μας έχει οδηγήσει μπροστά στο πρόβλημα της Ανατολής. Είναι προφανές ότι η ανάγκη ενός αυθεντικού τρίτου δρόμου γίνεται όλο και πιο πιεστική. Και μια τέτοια διέξοδο μόνο το επαναστατικό κίνημα μπορεί να την προτείνει και μάλιστα να την συνδέσει με την επαναστατική ανατροπή. Μια επαναναστατική διαδικασία στην Ελλάδα είναι ταυτόχρονα πάλη για ξεπέρασμα του συνδρόμου Ανατολής-Δύσης και για την οικοδόμηση μιας νέας αυτόνομης ταυτότητας σε έναν ευρύτερο ευρωπαϊκό και μεσογειακό χώρο. Αυτό για μας στην Ελλάδα, σημαίνει ένα αυτόνομο ευρωπαϊκό κίνημα πέρα από τις δύο υπερδυνάμεις, που διασφαλίζει την αυτονομία του απέναντι στον στρατιωτικό εκβιασμό της ανατολικής υπερδύναμης και τον οικονομικό έλεγχο της δυτικής. Η ευρωπαϊκή διάσταση της ελληνικής υπόστασης είναι πραγματική και εξαιρετικά σημαντική. Τα επαναστατικά κινήματα στην Ελλάδα σαν αιτήματα και μορφές είναι άρρηκτα δεμένα με τα ευρωπαϊκά. Από την άλλη σημαίνει σύνδεση και άνοιγμα στα προβλήματα της ευρύτερης μεσογειακής λεκάνης, σφυρηλάτηση δεσμών μ’ αυτή και ένταξη τους στην προοπτική μας. Έτσι θα πάψουμε κάποτε να λειτουργούμε σαν παράσιτο, σαν καταναλωτές ιδεολογιών, θεωριών ιδεών, που μεταφέρονται από τα τέσσερα σημεία του ορίζοντα και θα γίνουμε παραγωγοί, πράγμα που αποτελεί απαραίτητο όρο για μια αυθεντική και συνεκτική επαναστατική διαδικασία. Τα σημεία αναφοράς μας είναι σήμερα δύο, η Ευρώπη στο σύνολο της και ημεσογειακή λεκάνη ιδιαίτερα. Είμαστε κομμάτι αυτής της Ευρώπης, και όχι «εξαρτημένοι» απ’ αυτήν. Μόνο που εμείς, εξαιτίας της θέσης μας, αυτή την Ευρώπη τη νοούμε ευρύτερα από τη δυτική και μόνο. Και παράλληλα — όντας κομμάτι της Ευρώπης — άνοιγμα, σαν χώρα, των συνόρων προς την ανατολική και νότια ακτή της λεκάνης της Μεσογείου. Αυτοί είναι οι άξονες που επιτρέπουν την αυτονομία. Και η αυτονομία — όχι βέβαια κάποια μυθολογική αυτάρκεια — είναι όρος για το ξεπέρασμα των εθνικών κρατών. Όσο δεν υπάρχει αυτονομία, τα εθνικά κράτη θα συνεχίσουν να είναι απαραίτητες μορφές συσπείρωσης των ανθρώπων. Η αυτονομία των εθνών, με την ταυτόχρονη ανάπτυξη των υπερεθνικών δεσμών θα οδηγήσει σε νέες υπερεθνικές ενότητες, μέσα στις οποίες θα ενταχθεί η Ελλάδα, ενότητες οήμερα ευρωπαϊκές και αύριο πιθανά και μεσογειακές.

Αυτονομία δε σημαίνει απομόνωση

Όπως ήδη δείξαμε, αυτονομία δε σημαίνει απομόνωση. Αντίθετα, την θεωρούμε απαραίτητο όρο για να ξεπεραστεί η εθνική απομόνωση, τα εθνικά κράτη. Εχουμε κάνει τη διαπίστωση πως σήμερα, για πρώτη φορά στην ιστορία, η ανάπτυξη του κεφαλαίου ξεπέρασε τα όρια των εθνικών κρατών. Τα εθνικά κράτη αποτελούν εμπόδιο για την ανάπτυξη του κεφαλαίου. Ταυτόχρονα όμως τα εθνικά κράτη αποτελούν φραγμούς για τα επαναστατικά κινήματα. Ιδιαίτερα για τις μικρές χώρες όπως η Ελλάδα, τα εθνικά κράτη σημαίνουν μιζέρια, επαρχιακή απομόνωση, καθυστέρηση ιδεών και κινημάτων. Έτσι το εργατικό και επαναστατικό κίνημα δε στρέφεται ποτέ ενάντια σε διαδικασίες υπερεθνικές, έστω κι αν αυτές γίνονται κάτω από την αιγίδα του κεφαλαίου. Το επαναστατικό κίνημα απλά στρέφεται ενάντια στη χρησιμοποίηση των υπερεθνικών διαδικασιών σε όφελος του κεφαλαίου και προσπαθεί να χρησιμοποιήσει αυτές τις διαδικασίες για να αναπτυχθούν οι κατακτήσεις του εργατικού κινήματος και όχι το αντίστροφο.

Για μας λοιπόν κατάκτηση της αυτονομίας από την Ελλάδα, ή οποιοδήποτε άλλο μέρος, δε σημαίνει άρνηση διαδικασιών υπερεθνικής ενοποίησης, αλλά σημαίνει άρνηση ένταξης της Ελλάδας με το «ζόρι», ή σαν φτωχός συγγενής σε τέτοιες διαδικασίες ή σε ετεροβαρείς συμμαχίες. Ο Χίτλερ μιλούσε κι εκείνος για υπερεθνική ενοποίηση της Ευρώπης. Η Βόρεια Αμερική μιλάει για κοινά συμφέροντα της αμερικάνικης ηπείρου και η Ρωσία έχει «ενοποιήσει» με τον τρόπο της την Ανατολική Ευρώπη στην Κομεκόν και το Σύμφωνο της Βαρσοβίας. Να σε ποιες ενοποιήσεις είμαστε αντίθετοι. Την ευρωπαϊκή ενοποίηση, ανατολική και δυτική, τη βλέπουμε αντίθετα σαν μια ανάγκη, ανάγκη για το επαναστατικό κίνημα σ’ όλη την Ευρώπη, και την Ελλάδα ιδιαίτερα, γιατί μια τέτοια ενοποίηση προσφέρει το πλαίσιο της μάξιμουμ ανάπτυξης του επαναστατικού κινήματος και αποτρέπει, πράγμα εξαιρετικά σημαντικό, από εξωτερικές επιθέσεις και επιβουλές. Αν για την Ελλάδα μπαίνει σήμερα πρόβλημα ταυτότητας, αυτό σε ένα ευρύτερο πλαίσιο μπαίνει για όλη την Ευρώπη ανάμεσα στη Δύση — την Αμερική και την Ιαπωνία — και την Ανατολική από την άλλη. Η Ευρώπη, ακόμα και η Δυτική, έπαψε να είναι «Δύση». Μ’ αυτή την έννοια προσέγγισε η ιστορική μας μοίρα με την Ευρώπη. Η Ελλάδα σήμερα είναι περισσότερο Ευρώπη από ποτέ άλλοτε στη σύγχρονη ιστορία της. Η Ευρώπη στο σύνολο της μεταβάλλεται σταδιακά σε «μέση», σε χώρο μετάβασης από την Ανατολή στη Δύση. Γι’ αυτό και έχασε τον κεντρικό ιστορικό της ρόλο για ένα διάστημα, ρόλο που δεν μπορεί να ξανακερδίσει παρά μόνο μέσα από την κατάκτηση μιας νέας αυτονομίας, ευρωπαϊκής αυτή τη φορά! Να λοιπόν γιατί σήμερα το αίτημα της κατάκτησης της αυτονομίας της Ελλάδας δεν έρχεται σε αντίθεση με την κατάκτηση της ευρωπαϊκής αυτονομίας, αλλά αντίθετα αποτελεί συστατικό της στοιχείο. Μ’ αυτή την έννοια λοιπόν, κάθε αναφορά στην Ανατολή, στην «αποχώρηση» από τη Δύση, με την έννοια της αποκοπής από την Ευρώπη, αποτελεί παιχνίδι της ανατολικής υπερδύναμης, που όχι μόνο δε στοχεύει σε κάποια αυτονόμηση μας αλλά οδηγεί σε τεράστιες περιπέτειες και υποδουλώσεις. Σήμερα το αίτημα της Ευρώπης είναι η διαμόρφωση μιας ολικής ευρωπαϊκής ταυτότητας, των Ηνωμένων Πολιτειών της Ευρώπης, και η αυτονόμηση της από Δύση και Ανατολή. Σήμερα το αίτημα της Ελλάδας μέσα σ’ αυτή την συνολική ευρωπαϊκή οντότητα είναι η ανάπτυξη της πολιτιστικής και οικονομικής μας αυτονομίας και η επιμονή στη μεσογειακή διάσταση αυτής της ευρωπαϊκής ταυτότητας. Αστοί και νομενκλατουρίστες αποδείχνονται ανίκανοι να προωθήσουν αποτελεσματικά μια τέτοια διαδικασία και λογική. Άραγε, το νέο επαναστατικό κίνημα θα το μπορέσει, ή έστω θα το δοκιμάσει, βάζοντας έτσι φραγμό στις απειλές που δοκιμάζουμε και που θα ενταθούν στα χρόνια που έρχονται;

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*