περ. ΡΗΞΗ (1980-1993), ΡΗΞΗ τ.2

Εισαγωγικό σημείωμα της Σύνταξης

 

ΡΗΞΗ τ. 2

Κάθε φθινόπωρο, κάθε τέτοια εποχή η πλειοψηφία, σχεδόν όλες οι οργανώσεις κόμματα, έντυπα «κάνουν προβλέψεις». Αυτές γενικά έχουν τα εξής χαρακτηριστικά, εδώ και πέντε χρόνια (η ίσως και πέντε αιώνες).

Α. Η κρίση του παγκόσμιου καπιταλισμού οξύνεται.

Β. Οι αντιθέσεις στο εσωτερικό της χώρας μεγαλώνουν.

Γ. Η καταπίεση οξύνεται.

Δ. Οι λαϊκές μάζες θα εντείνουν τον αγώνα τους.

Ε. «Θαχουμε γεγονότα».

Βάζουμε στοίχημα πως και φέτος αυτό θάναι το γενικό περίγραμμα όλων των «εκτιμήσεων». Κι έτσι μπορούμε ν’ αρχίσουμε μια νέα «σαιζόν».

Πιστοί λοιπόν κι εμείς σ’ αυτές τις κληροδοτημένες από τους προγόνους μας αρχές θα προσπαθήσουμε να δούμε «που πάμε ;».

Μόνο που αυτό δεν θα το κάνουμε κάνοντας την «ανάλυση», μια ανάλυση που πιστεύουμε συνήθως δεν λέει τίποτε πέρα από γενικολογίες, αλλά βλέποντας τα αντικειμενικά στοιχεία που εμφανίστηκαν από την ίδια τη συσώρευση της πραγματικότητας του κινήματος. Μα θα πει κανείς αυτά είναι «υποκειμενικά» στοιχεία. Ε, λοιπόν πιστεύουμε ότι αυτά τα «υποκειμενικά στοιχεία» είναι πολύ πιο πραγματικά από ψευτοαναλύσεις, γιατί στο κάτω – κάτω δείχνουν την πραγματική κίνηση της κοινωνίας όπως αντανακλάται στην πραχτική και τη συνείδηση των ανθρώπων. Κι άρα επειδή εκείνο που μας ενδιαφέρει δεν είναι η γεωλογική σύσταση του γαληνίτη (!) αλλά το τι γίνεται πραγματικά στην κοινωνία, (πρόκειται για πολύ πιο «αντικειμενικά και αδιάψευστα κριτήρια.

α. Η «κρίση»

Όπως έχουμε πει πολλές φορές αλλού η πρόσφατη πολιτική και κοινωνική πραγματικότητα στη χώρα μας χαρακτηρίστηκε από ένα κύκλο αγώνων (1972-76), κύκλο αγώνων που τίναξε στον αέρα τη διχτατορία και έβαλε τις βάσεις για ένα νέο εργατικό κίνημα στη χώρα μας. Αυτό πού χαρακτηρίζει αυτό τον κύκλο αγώνων που άρχισε με τις φοιτητικές κινητοποιήσεις ενάντια στη διχτατορία, κορυφώθηκε μέσα από το Πολυτεχνείο με κέντρο τους φοιτητές και μετά τη μεταπολίτευση εκφράστηκε μέσα από το εργοστασιακό κίνημα με κορύφωση και κατάληξη τις 25 Μάη ’76, είναι ο ΑΣΤΙΚΟΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΟΣ του χαρακτήρας. Τόσο στη διάρκεια της διχτατορίας, που το κέντρο ήταν το ρίξιμο της χούντας, όσο και μετά που σε ένα γενικό επίπεδο η κυρίαρχη ιδεολογία ήταν αντιφασιστική και το εργατικό κίνημα χαρακτηρίζονταν από μια δημοκρατική ιδεολογία και διεκδίκηση (συνδικαλιστική οργάνωση και καλύτερα μεροκάματα). Η όξυνση της ταξικής σύγκρουσης, η (αυξανόμενη αντιπαράθεση με την κυβέρνηση, οδήγησαν σε εξαφάνιση και ήττα αυτό το παλιό κίνημα και ιδεολογία. Αφεντικά και κυβέρνηση έβγαλαν τα γάντια των πρώτων χρόνων της μεταπολίτευσης, και άρχισαν μια πολύπλευρη επίθεση ενάντια στο εργατικό και το συνολικό κίνημα.

Έτσι έγινε φανερό πώς η παλιά αστικοδημοκρατική ιδεολογία και κίνημα δεν μπορούσε πια να καλύψει καμιά ανάγκη, δεν ανταποκρίνονταν σε καμιά πραγματικότητα.

Όμως η συλλογική συνείδηση, η απόρριψη μιας παλιάς ιδεολογίας και η διαμόρφωση μιας καινούργιας δεν είναι κάτι πού αλλάζει από την μια μέρα στην άλλη δεν είναι κάτι πού γεννιέται με μια απόφαση. Είναι κάτι πού ωριμάζει ΜΕΤΑ από μια κρίση της παλιάς ιδεολογίας. Έτσι τα δύο ή τρία χρόνια μετά το ’76 αποτέλεσαν μια εποχή κρίσης. Κρίση που εκφράστηκε σ’ όλα τα επίπεδα. Στο χώρο της άκρας αριστεράς αυτή οδήγησε στην αποσύνθεση ή τη συρρίκνωση των παλιών ομάδων και οργανώσεων, την ανάπτυξη και την διάδοση μιας ιδεολογίας αντιπολιτικής και αντιοργανωτικής, την διόγκωση του λεγόμενου αναρχικού ρεύματος. Στο ιδεολογικό πεδίο σήμαινε την αυξανόμενη απόρριψη μιας αρκετά επιφανειακής πολιτικοποίησης, που είχε υποχρεωτικά ένα κίνημα πού δεν ξεπέρναγε έναν αστικοδημοκρατικό χαρακτήρα και την εξάπλωση μιας ιδεολογίας πού έτεινε να κεντράρει στο «ατομικό», ψυχολογία, ψυχανάλυση, θεωρία των αναγκών. Χαρακτηριστικό πάνω σ’ αυτό ήταν η νέα εξάπλωση του ψυχολογικού και λογοτεχνικού βιβλίου. Η παλιά ψευτοπολιτική και οικονομίστικη λογική είτε μπει για τα καλά σε κρίση, χωρίς όμως να αντικαθίσταται ακόμη από μια άλλη.

Αυτή η κρίση έπιασε ακόμα και χώρους πέρα από την άκρα αριστερά, όπως εκφράστηκε με την κρίση στο «Ρήγα», και το αυξανόμενο «άδειασμα» της ΚΝΕ από νεολαίους, ιδιαίτερα στο μαθητικό χώρο. Αυτή η κρίση αγκάλιασε το παν. Άρχισε να εμφανίζεται όλο και πιο καθαρά η κρίση της οικογένειας, η κρίση της παλιάς κουλτούρας (το τέλος του αντάρτικου και του ψευτολαϊκού τραγουδιού).

Κι αυτές οι αλλαγές, η κρίση του παλιού κόσμου και της ιδεολογίας του δεν περιορίζεται στο χώρο της άκρας αριστεράς και της νεολαίας. Εμφανίζεται γενικότερα σ’ όλη την ελληνική κοινωνία σαν κρίση και «κενό» της μεταπολεμικής ιδεολογίας και του αποκορυφώματός της της «μεταπολίτευσης». Κρίση που μπορεί να χαρακτηριστεί ως εξής. Ενώ οι άνθρωποι ζουν πια αλλοιώς (μέσα δηλαδή σε μια «καταναλωτική» καπιταλιστική κοινωνία, με νέες συνήθειες και ανάγκες) εξακολουθούσαν όμως να σκέπτονται και να συμπεριφέρονται όπως παλιά σαν σε μια αγροτική ή μισοαγροτική κοινωνία. Και η διχτατορία έπαιξε μεγάλο ρόλο σ’ αυτή την ιδεολογική «καθυστέρηση» και αναντιστοιχία. Η κρίση λοιπόν αυτής της ιδεολογίας της παλιάς ιδεολογίας και των αναπαραστάσεών της είναι κάτι το γενικευμένο, αγκαλιάζει όλο και πλατύτερα στρώματα, (χαρακτηριστικό αυτής της καθυστέρησης είναι και το κρετίνικο «ψωμί, δουλειά κλπ», πού μάλιστα προβάλλεται από την άκρα (!) αριστερά.)

Όμως μια τέτοια κατάσταση κρίσης και ιδεολογικής και πολιτικής αποσύνθεσης θα ήταν δυνατό, και έχουμε ιστορικά προηγούμενα, να διαρκέσει για πολλά χρόνια, χωρίς να εμφανίζεται κάποια δυνατότητα ξεπεράσματος.

Πιστεύουμε ότι τα πράγματα δεν είναι έτσι. Η κρίση αρχίζει κι όλας να ξεπερνιέται.

β. Η απαρχή της «ρήξης»

Ήδη την περίοδο που πέρασε, τέλη ’78, ’79 άρχισε να γεννιέται μια νέα πραγματικότητα σε όλο και σημαντικώτερα τμήματα της νεολαίας , του κινήματος γενικώτερα και πιο ειδικά της άκρας αριστεράς. Ενώ από την μια πλευρά βάθυναν τα φαινόμενα κρίσης των παλιών μηχανισμών και ιδεολογιών η «αμφισβήτηση» άρχισε να παίρνει συγκεκριμένο χαρακτήρα. Η νίκη που σημειώθηκε γύρω από την υπόθεση Σερίφη αποτέλεσε μια τομή. Οι δυνάμεις αυτού που θα μπορούσαμε να χαρακτηρίσουμε σαν αντικαπιταλιστικό, ή «αυτόνομο» χώρο πέτυχαν μια πρώτη νίκη, έδειξαν πώς ξέρουν και μπορούν να παλεύουν την κρατική τρομοκρατία. Και τα πράγματα άρχισαν να επιταχύνονται. Σε Πανεπιστήμια, σχολές, γειτονιές, σχολιά άρχισε να εμφανίζεται ένα φαινόμενο που δεν έχει να κάνει με το παλιό «αντιεξουσιαστικό» ή «αναρχικό» ρεύμα. Πρόκειται πια όχι για μια θέληση εξατομικευμένης ή αφηρημένης κριτικής αλλά για μια πρωταρχική θέληση συγκεκριμένης ΠΑΡΕΜΒΑΣΗΣ . Γεννήθηκαν οι λεγόμενες αυτόνομες ομάδες. Παντού, σ’ όλους τους χώρους της νεολαίας ξεφύτρωσαν σα μανιτάρια τέτοιες ομάδες που άρχισαν να παρεμβαίνουν σε διαφορετικά επίπεδα, έχοντας όμως μερικά βασικά κοινά στοιχεία. Την άρνηση της καπιταλιστικής ιδεολογίας σ’ όλες τις παραφυάδες της, την αντίθεση με το κράτος και το κρατικό μηχανισμό, την άρνηση των γραφειοκρατικών οργανωτικών σχημάτων, την άρνηση της πολιτικολόγας «πολιτικής με το μεγάλο Π. Αυτές οι ομάδες απόκτησαν ένα σημείο επαφής και κοινής πάλης γύρω από την πάλη ενάντια στην κρατική τρομοκρατία. Στα Πανεπιστήμια και τις σχολές με την πάλη ενάντια στο τσίρκο των φοιτητικών εκλογών, στην πάλη ενάντια στο νόμο πλαίσιο, για δωρεάν φοιτητικές λέσχες στην Αθήνα και στη Θεσσαλονίκη, με μια αδιάκοπη παρέμβαση γύρω από διάφορα θέματα. Η Αγία Βαρβάρα που ξεκίνησε από τη δουλειά μιας τέτοιας ομάδας νέων είναι χαρακτηριστική για το ρόλο και την εξαΰλωση των ομάδων.

Μα θα πει κανείς, αυτές οι ομάδες για την ώρα περιορίζονται στο χώρο των νέων. Αυτό είναι αλήθεια. Όμως σ’ ένα άλλο επίπεδο βλέπουμε κιόλας πως και οι εργατικοί αγώνες γίνονται πια με αιτήματα που αφορούν όλο και περισσότερο τις συνθήκες δουλειάς και την πάλη ενάντια στην εντατικοποίηση, με αποκορύφωμα την απεργία του Πίτσου που κράτησε έξι μήνες αναπτύσσοντας νέες μορφές πάλης και αποκάλυψε ένα νέο επίπεδο αντικαπιταλιστικής συνείδησης σε μια εργατική πρωτοπορία, που εκφράστηκε με τα συνθήματα «Κλειστό το Νταχάου», μπρος στην απειλή κλεισίματος του εργοστάσιου, και το «Βία στη βία των αφεντικών», που άλλωστε έγινε και πράξη. Έτσι, παρόλο που ακόμα δεν έχουμε μια ουσιαστική εμφάνιση αυτόνομων ομάδων στον εργατικό χώρο, ωστόσο και στην εργατική τάξη μπαίνει, αρχίζει να μπαίνει μια (άλλη συνείδηση αγώνων, που είναι πια πέρα απ’ αυτό που ονομάζουμε αστικοδημοκρατικό επίπεδο. Στον αγώνα του Πίτσου φάνηκε ξεκάθαρα ένα νέο στοιχείο, η κατάχτηση μιας νέας ΤΟΞΙΚΟΤΗΤΑΣ των εργατών, που πιστεύουμε ότι αργά (ή γρήγορα θα εκφραστεί και στο οργανωτικό επίπεδο.

Έτσι λοιπόν μπορούμε να μιλάμε για τις απαρχές μιας ρήξης της παλιάς πολιτικής πραγματικότητας, για το ΠΡΟΟΙΜΙΟ ΜΙΑΣ ΝΕΑΣ ΠΕΡΙΟΔΟΥ ΑΓΩΝΩΝ.

Κάποιος θα μπορούσε να αντιτείνει πως θα ήταν δυνατό να υπάρχουν τέτοια φαινόμενα και όμως να παραμένουν περιθωριακά, στο βαθμό που στο σύνολο της κοινωνικής πραγματικότητας δεν υπάρχουν δυνατότητες μιας όξυνσης των αντιθέσεων. Όμως είναι φανερό, τόσο από την οικονομική και κοινωνική κατάσταση όσο και από τη γενική πολιτική κατάσταση, πού πραγματικά οξύνεται, όσο και από την κατάσταση σε άλλους κοινωνικούς χώρους (βλέπε αγρότες, τραπεζοϋπαλλήλους, κλπ.), πως η περιρρέουσα» ατμόσφαιρα είναι ευνοϊκή. Και από κει και πέρα το ισχυρότερο «όπλο» αυτού του κινήματος είναι η πραγματική ανταπόκρισή του με τις κοινωνικές πραγματικότητες της χώρας μας. Πραγματικότητες που οδηγούν, 30 χρόνια μετά το αντάρτικο, στη γέννηση του πρώτου μεγάλου αντικαπιταλιστικού κινήματος.

γ. Η ανάπτυξη της αντιπαράθεσης

Με βάση αυτά τα δεδομένα, μπορούμε και πρέπει να περιμένουμε μια ανάπτυξη ενός όλο και πλατύτερου αντικαπιταλιστικού κινήματος, που θα αποχτάει σταδιακά μια πιο οργανωμένη δομή, πιο ξεκάθαρους στόχους και θα διευρύνει το πεδίο της παρέμβασής του.

Αυτό που στη Γαλλία και την Ιταλία υπήρξε το κίνημα του ’68 (στην Αμερική του ’64, στη Γερμανία του ’67), στην Πορτογαλία του ’74,στην Ισπανία του ’68 (μέχρι το ’77, κλπ).,σήμερα μπορεί, και είναι ιστορική αναγκαιότητα, να εμφανιστεί και στη χώρα μας. Βέβαια, κάτω από άλλες συνθήκες, διεθνείς και εθνικές, σε άλλο πολιτικό πλαίσιο και με βάση τις εθνικές μας ιδιομορφίες. Όμως πρόκειται για κάτι που πιστεύουμε πως είναι αναπόφευκτο. Αυτή η χώρα, που για πολλές δεκαετίες κυριαρχούνταν από το πνεύμα του «ριζοσπάστη» μπακάλη, από την έλλειψη πραγματικής ζωής και ταξικής αντιπαράθεσης, μπαίνει στην περίοδο που θα γνωρίσει την πρώτη μεγάλη είσοδο των μοντέρνων καιρών, δηλαδή της ίδιας της της πραγματικότητας.

Η χώρα μας μπαίνει στην περίοδο που θα πάρει μια γεύση από το σύγχρονο κίνημα της νεολαίας και της εργατικής τάξης, πράγμα για μας ανυπολόγιστης σημασίας. Μετά 30 |χρόνια πολιτικές υπεκφυγές, γεννιέται κάτω από τα μάτια μας το πρώτο πραγματικά αντικαπιταλιστικό κίνημα. Αυτή την είσοδο στην Ευρώπη θα πρέπει να προετοιμάσουμε για την αστική μας τάξη.

Και φυσικά, ότι έγινε μέχρι σήμερα δεν ήταν παρά η «απαρχή». Απαρχή για πολλούς λόγους.

Αυτό το κίνημα μόλις και γεννιέται, ακόμα αδύνατο ποσοτικά και ποιοτικά. Μεγάλη σύγχυση, ανομοιογένεια, πολλά λόγια, ή μάλλον και λίγα λόγια και λίγες πράξεις.

Έλλειψη συγκεκριμένου προγράμματος παρέμβασης στους χώρους που βρίσκονται» οι διάφορες ομάδες. Μ’ αυτό δεν εννοούμε το πρόγραμμα, με κεφαλαίο Π, μιας ομάδας, ή οργάνωσης αλλά την ανάλυση της συγκεκριμένης κατάστασης στο συγκεκριμένο χώρο και την επιλογή των στόχων επέμβασης. Χωρίς ένα πραγματικό πρόγραμμα, μια πραγματική ανάλυση της κατάστασης δε μπορεί να υπάρξει παραπέρα ανάπτυξη του κινήματος, Πάει να πει, σε κάθε χώρο, η (προσπάθειά μας πρέπει να στραφεί στην ανάλυση και στην προγραμματισμένη παρέμβαση. Στο σχολειό ή το πανεπιστήμιο δεν αρκεί πια να μιλάμε για αστικό σχολειό, εκπαίδευση ή εντατικοποίηση. Πρέπει να δούμε πιο συγκεκριμένα πως εκφράζεται αυτό, ποιοι κρίκοι της αλυσίδας θα πρέπει να τραβηχτούν.

3. Για να γίνει όμως κάτι τέτοιο θα πρέπει να ξεπεραστεί το στάδιο μιας δουλειάς παρέμβασης στη χάση και στη φέξη και πολύ συχνά «από τα έξω», όπως γινόταν φέτος. Θα πρέπει να ξεπεραστεί το στάδιο μιας «αλεξιπτωτιστικής» παρέμβασης από ορισμένους ανθρώπους του «χώρου», πού συχνά δεν είναι παρά υπολείμματα της προηγούμενης φάσης κρίσης του κινήματος, και να προχωρήσει η σύνδεση με νέα στοιχεία, πιο δεμένα με τις πραγματικότητες του χώρου τους (χαρακτηριστική π.χ. στα πανεπιστήμια ήταν η εμφάνιση ομάδων στους πρωτοετείς, που τις περισσότερες φορές είχαν ανεξάρτητες και έξω από τις ομάδες πού είχε δημιουργήσει ο «χώρος», πολύ πιο δεμένες με τα πραγματικά προβλήματα και πιο μαζικές). Η συχνά «φολκλορική» σάλτσα των ομάδων πρέπει να αντικατασταθεί και αναπόφευκτα αντικαθίσταται με μια άλλη αίσθηση σοβαρότητας και παρέμβασης. Οι ομάδες, για να προχωρήσουν, δεν πρέπει να’ναι μια επίδειξη «μοντερνισμού» αλλά ένα πραγματικό σύγχρονο αντικαπιταλιστικό κίνημα.

4. Τέλος, ένα άλλο στοιχείο είναι ο «αρνητικός τρόπος» με τον οποίο γινόταν μέχρι σήμερα η σύνδεση ανάμεσα στις διάφορες αυτόνομες ομάδες και καταστάσεις. Αυτή η σύνδεση έγινε μέχρι σήμερα κύρια με χαραχτήρα ΑΜΥΝΑΣ απέναντι στην κρατική τρομοκρατία. Σ’ αυτή τη διαδικασία έγινε η πρώτη σύνδεση ανάμεσα στις ομάδες και ρεύματα. Και είναι φανερό πως κάτι τέτοιο δεν αρκεί. Το σημείο ενοποίησης δε μπορεί να’ναι η καταπίεση και μόνο. Πρέπει να δημιουργηθούν άλλα επίπεδα ενοποίησης που να διαμορφώνουν, σταδιακά, επίπεδα ενιαίας παρέμβασης, επιθετικού και πολιτικού χαραχτήρα, που θα αφορούν την αντιπαράθεση με τη συνολική πολιτική του κεφάλαιου.

Πιστεύουμε ότι αυτά ήταν τα κυριότερα προβλήματα που καθόρισαν μέχρι σήμερα το γεγονός ότι το «αυτόνομο» κίνημα πού υπήρχε μέχρι τώρα δεν ήταν παρά η απαρχή και η ορατή όψη ενός κινήματος που πρόκειται να συνταράξει την ελληνική κοινωνία.

Και εγγύηση γι’ αυτό, για το ότι αυτό το κίνημα προχωράει και δεν εκφυλίζεται, είναι και το ότι το νέο κίνημα προχωράει προς αυτές τις κατευθύνσεις και συνειδητοποιεί τις ελλείψεις που παραπάνω επισημάναμε. Οι ιδέες ξεκαθαρίζονται, σταδιακά διαμορφώνεται ένα πρόγραμμα συγκεκριμένης παρέμβασης, οι ομάδες εμπλουτίζονται διαρκώς με νέες δυνάμεις, λιγότερο περιθωριακές και όλο και περισσότερο δεμένες με την πραγματικότητα της ελληνικής κοινωνίας, τέλος εμφανίζεται η (διάθεση και η αναγκαιότητα για μια ευρύτερη αντίληψη, για ξεπέρασμα οποιουδήποτε κορπορατισμού και γίνονται οι πρώτες προσπάθειες για ενοποιημένη παρέμβαση.

Ακριβώς αυτά είναι τα στοιχεία·, στοιχεία που δείχνουν μια πραγματική ανάπτυξη ενός πολιτικού υποκείμενου νέου τύπου, σε μεγάλη κλίμακα (που πολλές της πλευρές αγγίζουν όχι μόνο τις επαρχιακές πόλεις αλλά και τα χωριά), στοιχεία που θεμελιώνουν μία πραγματική πολιτική αισιοδοξία. Το γεγονός της έλευσης ενός νέου αντικαπιταλιστικού επαναστατικού κινήματος δεν είναι κάτι που μπορεί να μας το δείξει μια οποιαδήποτε στατιστικοκοινωνιολογική αλχημεία, μας το δείχνει η ίδια η εξέλιξη και η διαμόρφωση της συνείδησης των ανθρώπων.

Αυτό είναι και σε τελική ανάλυση το νόημα τής ΡΗΞΗΣ σαν έντυπου. Η δημιουργία ενός επιπλέον οργάνου αυτού του κινήματος που να βοηθήσει αυτές τις διαδικασίες που αναφέραμε παραπάνω και να μεταμορφωθεί και η ίδια κάτω απ’ αυτές τις διαδικασίες, δηλαδή να’ναι οργανικό τους στοιχείο.

Πιστεύουμε λοιπόν ότι ανεπαίσθητα, αλλά πολύ καθαρά, για όσους έχουν ανοιχτά τα μάτια τους, δηλαδή συμμετέχουν στις κοινωνικές διαδικασίες και τους αγώνες, έχει ανοίξει κιόλας ένας νέος κύκλος αγώνων με αντικαπιταλιστικό περιεχόμενο, που, ξεκινώντας από την νεολαία, θα αγκαλιάσει πλατιά στρώματα της κοινωνίας, θα συνταράξει την ελληνική επαρχιακή πραγματικότητα και θα βαθύνει την κρίση του καθεστώτος. Λοιπόν, ο «νέος χρόνος» θα πάει καλά.

 

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*