ΡΗΞΗ τ. 9

Εθνικό ζήτημα στην Ελλάδα

Συγγραφέας: της Σύνταξης ΤΕΥΧΟΣ 9

Και ερχόμαστε στο συγκεκριμένο.

Υπάρχει ή όχι εθνικό ζήτημα στην Ελλάδα σήμερα; Και το κάνουμε πιό συγκεκριμένο: Υπάρχουν σήμερα αντιθέ­σεις που να αφορούν την «εθνική μας υπόσταση» και πάρα πέρα που να έχουν να κάνουν με τα ίδια τα συμφέροντα της εργατικής τάξης και της επανάστασης;

Θα μπορούσαμε, και οπωσδήποτε θα έπρεπε για ένα τόσο σοβαρό ζήτημα να κάνουμε μια λεπτομερειακή ανάλυση του ίδιου του ιστορικού και της πραγματικό­τητας του εθνικού ζητήματος στην Ελλά­δα. Θεωρούμε όμως ότι είναι γνωστό σε ένα μεγάλο της μέρος. Ας αρκεστούμε σε μερικές γενικές διαπιστώσεις.

α) Είναι γνωστό πως η εθνική ολο­κλήρωση της Ελλάδας διήρκησε χοντρι­κά πάνω από 100 χρόνια (από το 1821 μέχρι τον Πρώτο Πόλεμο) και μάλιστα έμειναν έξω απ’ αυτή μερικά κομμάτια όπως τα Δωδεκάνησα (που δόθηκαν από τους Ιταλούς το 1948) και η Κύπρος. Αυτή η αργή διάρκεια της εθνικής ολο­κλήρωσης μετέβαλε το εθνικό ζήτημα σε κεντρικό πρόβλημα της Ελλάδας για πολύ καιρό.

β) Θεωρούμε σαν δεδομένο πως η αστική τάξη της Ελλάδας ακριβώς γιατί ήταν πάντα μια αστική τάξη συνδεδε­μένη στο παγκόσμιο επίπεδο με τις κυρίαρχες ιμπεριαλιστικές δυνάμεις (εί­τε σαν εμπορικό – χρηματιστικό, είτε σαν εφοπλιστικό κεφάλαιο) και το ελληνικό κράτος αποτελούσε πάντα πολύ μικρή δύναμη, υπέτασσε πάντα αυτό το κράτος στις μεγάλες δυνάμεις, και τα συνολικά τους συμφέροντα. Έτσι ενώ ήταν και είναι μια ιμπεριαλιστική αστική τάξη κινιό­ταν μόνο όταν είχε το πράσινο φως από τους μεγάλους προστάτες της, ποτές αυτόνομα,

γ) Συνέπεια αυτής της πολιτικής ήταν πάντα η ολιγωρία της και το «ξεπούλημα» όταν τα εθνικά προβλήματα ερχόταν σε αντίθεση με τις μεγάλες δυνάμεις. Έ­τσι στην Κατοχή ένα μεγάλο μέρος της συνεργάστηκε με τους Γερμανούς, και ένα άλλο με τους Εγγλέζους χωρίς να παίξει κανένα ουσιαστικό «αντιστασιακό» ρόλο όπως έκανε π.χ. η αστική τάξη της Γαλλίας με τον Ντε Γκώλ, ή η αστική τάξη της Πολωνίας που ηγεμόνευαν στα αντίστοιχα αντιστασιακά κινήματα. Αυτή η στάση έγινε ακόμα πιό καθαρή με το θέμα της Κύπρου, όπου ακριβώς γιατί είχε αντιμέτωπη την Αγγλία και τους συμμάχους ακολούθησε μια πολιτική «ξε­πουλήματος» και καθόλου «σωβινιστική».

δ) Η πολιτική του ξεπουλήματος στην Κύπρο όμως είχε τέτοιες περιπλοκές, ακριβώς γιατί η Κύπρος δεν ήταν ένα οποιοδήποτε νησάκι, αλλά ένας χώρος όπου ζούσαν 600.000 έλληνες που αντί να το ξεφορτωθεί η αστική τάξη όπως δοκιμάζει από την δεκαετία του ’50, της γίνεται όλο και μεγαλύτερος βραχνάς. Ξεκινώντας από την αγγλοελληνική αντί­θεση της δεκαετίας του ’50, μεταβλή­θηκε σε ελληνοτουρκική αντίθεση για την Κύπρο στην δεκαετία του ’60 και στην δεκαετία του ’70 προχώρησε ακόμα περισσότερο. Μεταβλήθηκε σε συνολική ελληνο-τουρκική αντίθεση όχι πια μόνο για την Κύπρο, αλλά και για τα ελληνικά νησιά και το Αιγαίο.

Με βάση αυτά τα αρχικά δεδομένα που τηλεγραφικά παραθέσαμε εδώ θα πρέπει να δούμε ποιά είναι η θέση μας, ποιά πιστεύουμε είναι τα συμφέροντα της εργατικής τάξης.

Κατ’ αρχήν είναι φανερό πως το «ε­θνικό ζήτημα» υπάρχει και δεν είναι καμιά «σατανική εφεύρεση» των αστών για να αποπροσανατολίζουν τις επανα­στατημένες μάζες των … αριστεριστών από την ανατροπή του αστικού κράτους.

Εξ’ άλλου δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι και η μεταπολίτευση δεν είναι παρά συνέπεια, σε μεγάλο βαθμό, της ήτ­τας της χούντας στην Κύπρο, και της κατάρρευσης στην επιστράτευση.

Το πρόβλημα που μπαίνει από κει και πέρα είναι να δούμε «σε ποιόν συμφέρει» η διατήρησή του, και ποια μπορεί να είναι η δική μας στάση.

ΕΘΝΙΚΑ ΚΑΙ ΤΑΞΙΚΑ ΣΥΜΦΕΡΟΝΤΑ

Εδώ είναι βέβαιο, δοσμένο από χέρι, πως η αστική τάξη κάνει ότι μπορεί από το ’50 και μετά να θάψει και να κατα­χωνιάσει το Κυπριακό και συνολικώτερα το εθνικό, χωρίς να τα καταφέρνει. Από την άλλη πλευρά είναι βέβαιο πως αυτό της προκαλεί αδιάκοπους κλυδωνισμούς και προβλήματα.

1.     Μια διαρκή κρίση με τους συμμά­χους της, Άγγλους, Αμερικάνους, Τούρ­κους κλπ., πού οδήγησε ακόμα και σε πρόσκαιρη έξοδο από το NATO και σε μόνιμη κρίση των διεθνών αναφορών της. Το εθνικό υπονομεύει την διεθνή θέση της αστικής τάξης έχει διογκώσει το αντιδυτικό κλίμα μέσα στην Ελλάδα και αποτελεί αποφασιστικό παράγοντα για τις εσωτερικές αλλαγές.

2.     Με τις αλλεπάλληλες κρίσεις που προκαλεί αποσταθεροποιεί την εξουσία της, ’56, ’64-’65, άνοδος και πτώση της δικτατορίας, υπονομεύει την συσσώρευ­ση του κεφάλαιου, γιατί κάνει την Ελλάδα επισφαλή για διεθνείς επενδύσεις και απορροφάει μεγάλο μέρος των πόρων για στρατιωτικές δαπάνες.

3.     Και το πιο ουσιαστικό είναι πως αποτελεί την «χρυσή ευκαιρία» για τους ταξικούς της αντιπάλους, την εργατική τάξη και το λαό, για να κατακτούν θέσεις σε βάρος της. Έτσι μετά την ήττα του εμφύλιου η πρώτη σοβαρή εμφάνιση αντιπολίτευσης γίνεται το ’56 γύρω από το Κυπριακό, τους νεκρούς στις φοιτητικές διαδηλώσεις κ.λπ. Το ’64-’65 και πάλι το Κυπριακό υπονομεύει την ομαλή κυριαρχία των αστών, οδηγεί στη χούντα, και το ’74 στην κατάρρευσή της.

Και με την μεταπολίτευση η αστική τάξη φαίνεται πιασμένη σε ένα αξεπέ­ραστο πρόβλημα. Η στρατιωτική δικτα­τορία έδειξε την ανικανότητά της να δημιουργήσει τις απαραίτητες συνθήκες εθνικής ενότητας για οποιαδήποτε πολε­μική αναμέτρηση, έφερε τα τούρκικα στρατεύματα στην Κύπρο και άνοιξε το ζήτημα του Αιγαίου. Η αντιμετώπιση της νέας κατάστασης που δημιουργήθηκε υποχρέωνε την άρχουσα τάξη όχι μόνο σε απομάκρυνση από την Αμερική και εγκαινίαση της πολυδιάστατης εξωτερι­κής πολιτικής αλλά έκανε αναγκαία στο εσωτερικό της χώρας μιας πολιτικής «εθνικής ενότητας», δηλαδή την υπο­χρεώνει όχι μόνο να βάζει όρια στην εσωτερική καταστολή, αλλά και να υπο­κύπτει οε ένα σύνολο από αιτήματα των εργατών και των εργαζομένων συνολικά. Έτσι η αστική τάξη σε εποχές διε­θνούς κρίσης (1974 και μετά) υποχρε­ώνεται σε ένα σύνολο από παραχω­ρήσεις – πρωτοφανείς στην ιστορία της νεώτερης Ελλάδας – όχι μόνο γιατί «ήθελε να εκσυγχρονιστεί» ό­πως αφελώς και αφηρημένα λέγεται, αλλά και γιατί αυτός ο εκσυγχρονι­σμός είχε σαν βασικό κίνητρο την διατήρηση σε χαμηλό επίπεδο του ταξικού ανταγωνισμού ακριβώς εξ αιτίας του εθνικού. Το ότι μέσα σ’ αυτά τα χρόνια οι ώρες δουλειάς μειώθηκαν κατά 20% (από 48 σε 40) ότι ανέβηκαν τα πραγματικά μεροκάματα, ότι η άρχουσα τάξη έκανε ένα σύνολο από θεσμικές αλλαγές προσπαθώντας να «συμφιλιώ­σει» το κράτος και τον πολίτη, κι αυτό με τίμημα την μείωση των κερδών της και το βάθαιμα της οικονομικής κρίσης, δεν πέφτει από τον ουρανό ούτε είναι απλό αποτέλεσμα των διεκδικητικών αγώνων. Είναι αποτέλεσμα της πίεσης των λαϊκών μαζών σε μια αστική τάξη κολημένη στον τοίχο από το ίδιο το εθνικό πρόβλημα. Δηλαδή είναι προφανές πως οι εργαζό­μενοι δεν έπεσαν σε καμιά παγίδα εθνι­κής ενότητας όπως αναφέρουν διάφοροι παπαγάλοι του μαρξισμού αλλά αντίθετα χρησιμοποίησε την ανάγκη εθνικής ενό­τητας της αστικής τάξης για να κατα­κτήσει μέσα σε οκτώ χρόνια όλα τα «καθυστερούμενα» τριάντα χρόνων!

Να λοιπόν που η περιβόητη εθνική ενότητα, όταν πρόκειται για μια αστι­κή τάξη υποχρεωμένη σε υποχωρή­σεις και ξεπουλήματα λειτουργεί αν­τίστροφα. Την εκμεταλλεύεται η ερ­γατική τάξη!

Και το καταπληκτικό είναι να μην κατα­λαβαίνουμε κάτι τέτοιο ενώ ακριβώς ξέρουμε πολύ καλά πως ούτε το λαϊκό κίνημα είχε ακόμα τη δύναμη να ρίξει μόνο του τον Ιωαννίδη, ούτε στη συνέ­χεια ήταν τόσο δυνατό, και ένα σύνολο από αιτήματα μοιάζουν σαν να κατα­χτήθηκαν με καταπληκτική ευκολία!

Στην ανατροπή του συσχετισμού δυνά­μεων που έγινε μέσα σε λίγα χρόνια το εθνικό έπαιξε αποφασιστικό ρόλο.

ΕΘΝΙΚΟ ΚΑΙ ΤΑΞΙΚΗ ΑΥΤΟΝΟΜΙΑ

Αν λοιπόν συμφωνήσουμε ότι το εθνι­κό πρόβλημα παίζει ένα ρόλο κλειδί στην πρόσφατη εξέλιξη της ταξικής πάλης, αδυνατίζει την αστική τάξη και δυναμώ­νει την εργατική, τότε θα πρέπει να προχωρήσουμε πάρα πέρα. Είναι το εθνι­κό ζήτημα ένα αίτημα που αφοράει την εργατική τάξη, ή απλά το εκμεταλλεύ­εται, και πώς μπορεί να ασχολείται με το εθνικό διατηρώντας και ενισχύοντας την ταξική της αυτονομία;

Κατ’ αρχή το εθνικό πρόβλημα είναι σήμερα πραγματικό μια και αφοράει 600.000 Έλληνες της Κύπρου και ένα σημαν­τικό μέρος από τους κατοίκους των ελληνικών νησιών. Ο Τουρκικός επεκτα­τισμός είναι πραγματικότητα. Και αυτή όπως είπαμε η εργατική τάξη δεν μπορεί να την αγνοήσει. Πρέπει να έχει μια θέση. Μήπως όμως μια θέση υπεράσπι­σης του εθνικού ενισχύει την αστική τάξη; Όχι, όπως δείξαμε την αδυνατίζει τόσο στις διεθνείς της συμμαχίες, όσο και στην εσωτερική της πολιτική. Αντίθε­τα όλη η ιστορική εξέλιξη από το 1940 και μετά μας έχει δείξει πως  η ανάληψη των εθνικών ζητημάτων από το προ­λεταριάτο, από το επαναστατικό κί­νημα ενισχύει την ταξική αυτονομία και όχι την λεγόμενη εθνική ενότητα.

Η αντιμετώπιση των Γερμανών και των Ιταλών οδήγησε σε εμφύλιο πόλεμο και όχι σε εθνική ενότητα. Το Κυπριακό αποτέλεσε την πρώτη μεγάλη αφύπνιση των ταξικών αντιθέσεων. Η μεταπολίτευ­ση και οι κατακτήσεις του εργατικού κινήματος ήδη περιγράφτηκαν. Άρα η θέση μας είναι πως το εθνικό ζήτημα στην Ελλάδα, και η ανάληψή του από την εργατική τάξη ενισχύει την ταξική αυτο­νομία και όχι το αντίστροφο.

ΤΟ ΖΗΤΗΜΑ ΤΟΥ ΣΤΡΑΤΟΥ ΚΑΙ ΤΟ ΕΘΝΙΚΟ

Και ερχόμαστε στο σημείο που αποτέ­λεσε την αφετηρία της συζήτησης. Την άποψη που ισχυρίζεται πως για να κάνει κανείς δουλειά σήμερα πάνω στο ζήτημα του στρατού πρέπει να αρνείται την ύπαρξη εθνικού ζητήματος. Και ο συλλο­γισμός μοιάζει εξαιρετικά απλός: Αν θεωρείς ότι υπάρχει εθνικό ζήτημα τότε δεν πρέπει να κάνεις δουλειά για διεκ­δικήσεις στο στρατό, γιατί τότε θα υπο­νομεύεις το «αξιόμαχο» και την «πει­θαρχία» του στρατού και έτσι αν θεω­ρείς πως υπάρχει εθνικό οι διεκδικήσεις σου δεν μπορεί να λένε π.χ. μείωση της θητείας, συνδικαλισμό στο στρατό κ.λπ. Το ίδιο ακριβώς επιχείρημα χρησιμοποιεί η αστική τάξη και οι κονδυλοφόροι της. Μην εγγίζετε το στρατό γιατί έτσι υπο­νομεύετε τη δυνατότητα αντίστασής του. Αυτό θα σήμαινε για παράδειγμα, μετα­φερμένο σε ένα άλλο επίπεδο πως οι εργάτες δεν έπρεπε να κάνουν διεκδι­κήσεις όλα τα προηγούμενα χρόνια γιατί έτσι θα αδυνάτιζε η «εθνική οικονομία». Όμως όπως δείξαμε η εργατική τάξη όχι μόνο δεν έπαψε τις διεκδικήσεις της, αλλά αντίθετα χρησιμοποίησε «ταξικά» το εθνικό παρ’ όλο που κανείς δεν μπορεί να ισχυριστεί πως παραγνωρίζει το εθνικό ζήτημα, ή το θεωρεί «κόλπο των αστών». Απλούστατα η εργατική τάξη δεν υποτάσσει τα ταξικά συμφέ­ροντα στην «εθνική ενότητα» ακρι­βώς γιατί και σε σχέση με το «εθνικό» δεν έχει καμιά εμπιστοσύνη στους αστούς, και προοπτικά αμφισβητεί την ηγεμονία τους πάνω στο ίδιο το «εθνικό». Έτσι η αντίληψη της πάλης μέσα στο στρατό ενάντια στους καραβανάδες που απόδειξαν τι μπορούν να κάνουν το 1973 δεν είναι υπονόμευση του «αξιόμαχου» είναι υπονόμευση της ηγεμονίας της αστικής τάξης στο στρα­τό! Αντίθετα όσο περισσότερες κατα­κτήσεις υπάρχουν από την πλευρά των φαντάρων και της επαναστασης στο στρατό, τότε μόνο μπορεί να υπάρχει και ό «αξιόμαχος» στρατός. Ο πιο «αξιόμαχος» στρατός είναι ο λαϊκός στρατός, ο ίδιος ο ένοπλος λαός!

Ο αστικός στρατός, η αστική τάξη έχουν αποδείξει στη χώρα μας πως δεν μπορούν να αντιμετωπίσουν το οποιοδήτε εθνικό ζητημα. Έτσι η πάλη της ατικής τάξης και των φαντάρων δεν μειώνουν τον οποιοδήποτε «αξιόμαχο». Η πιο επικίνδυνη για το «εθνικό» έχει αποδειχτεί η παραμονή της αστικής τάξης εξουσία, που με τις συμμαχίες της, τα ξεπουλήματά της, τις υποχωρήσεις τους ψευτολεονταρισμούς της οδήγησε στην κατοχή της μισής Κύπρου την μαθηματικά βέβαιη κατάληψη ολόκληρης της Κύπρου σε κάποια επόμενη αναμπουμπούλα και την αμφισβήτηση του καθεστώτος ενός μέρους των νησιών, είναι η πραγματικότητα, αυτή και η σκοπιά μας. Εξ’ άλλου βέβαια δεν πρέπει να ξεχνάμε πως το «εθνικό» αποτελεί σήμερα στη χώρα μας την δευτερεύουσα αντίθεση της ελληνικής κοινωνίας, κύρια παραμένει η ταξική πάλη, ο ανταγωνισμός. Δεν πρόκειται για το «εθνικό» του 1900.

Επομένως η απάντηση για μας είναι κριβώς η αντίστροφη: Κανείς δεν μπορεί να κάνει σήμερα δουλειά για το στρατό με προοπτική, αν δεν παίρνει υπόψη του την ύπαρξη του εθνικού, τις ιδιαίτερες συνθήκες που διαμορφώνει. Θα λέγαμε μάλιστα πως το κίνημα στο στρατό θα πρέπει να χρησιμοποιήοει τον ίδιο το φόβο της αστικής τάξης για σπάσιμο της «εθνικής ενότητας» για να προωθήσει τις θέσεις του. Η καταστολή στο στρατό δεν μπορεί να ξεπεράσει ορισμένα όρια ακριβώς γιατί έχει το εθνικό, και η αστική τάξη δεν μπορεί να διακινδυνεύσει την ύπαρξη διαιρεμένου στρατού! Αυτές είναι οι πραγματικότητες που διαμορφώνει η ύπαρξη του «εθνικού» στη χώρα μας, και πάνω σ’ αυτές θα μιλήσουμε. Η Ελλάδα δεν είναι ούτε η Ρωσία των Τσάρων και του Αντρόπωφ, η «φυλακή των λαών», ούτε η Κύπρος είναι Φώκλαντ. Για την ελληνική πραγματικότητα το εθνικό ζήτημα δεν μπορεί να εμφανίζεται από την πλευρά «σωβινισμός της άρχουσας τάξης», αλλά τουλάχιστον από το ’22 και μετά εμφάνιζεται σαν πραγματική υποταγή της άρχουσας τάξης σε σωβινισμούς και συμφέροντα τα άλλων δυνάμεων, ισχυροτέρων της. Έτσι το επαναστατικό κίνημα στη χώρα μας δεν χτίζεται με την «καταγγελία του σωβινισμού» της άρχουσας τάξης όπως γίνεται στην Αμερική, την Αγγλία ή την … Τουρκία και το Ισραήλ, αλλά περνάει μέσα από την απόδειξη του ψοφοδεή και συμβιβασμένου χαρακτήρα της άρχουσας τάξης της Ελλάδας, που μέσα στα τεέυταία 20 χρόνια κατάφερε με τις παλινωδίες της να δημιουργήσει και πάλι «εθνικό πρόβλημα» στη χώρα μας. Αυτός είναι ο δρόμος της επανά­στασης στην Ελλάδα και όχι βέβαια όπως είπαμε στις αχτές του Ατλαντικού. Δυ­στυχώς για τους «καθαρούς μαρξιστές» ζούμε στα Βαλκάνια.

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*