ΡΗΞΗ τ. 10

ΕΘΝΙΚΑ ΖΗΤΗΜΑΤΑ [Μαρξισμός και ελληνική πραγματικότητα]

Συγγραφέας: Αναστασόπουλος Τάσος, ΤΕΥΧΟΣ10   

Η κατάσταση που δημιουργήθηκε με τα γεγονότα του καλοκαιριού του ’74 έχει τοποθετήσει επί τάπητος τα λεγόμενα «εθνικά ζητήματα», απαιτώντας απαντήσεις σ’ ένα πλήθος ερωτημάτων, τα οποία, όσο κι αν βρίσκονται σε διαφορετικά επίπεδα, αλληλοεπηρεάζονται, περίπου άρρηκτα. Δεν είναι δυνατό να δούμε τις εξελίξεις στα εθνικά ζητήματα στηριζόμενοι στο κλασσικό εννοιολογικό πλαίσιο των τρεχουσών –ή και των παρωχημένων– μαρξιστικών αναλύσεων, γιατί η ίδια η τοποθέτηση των ζητημάτων αυτών ξεπερνά τα όρια οποιασδήποτε μαρξιστικής ανάλυσης. Όλα πρέπει να επαναπροσδιοριστούν, ταξική αυτονομία, εθνικό ζήτημα, πόλεμος, κλπ. δεν είναι θέματα που έχουν λυθεί από την άποψη της σχέσης τους με την κοινώνικο – ιστορική πραγματικότητα.

Α. Εθνικό ζήτημα και προλεταριάτο

Σύμφωνα με την μαρξιστική θεωρία τα εθνικά ζητήματα συνδέονται με τον πόλεμο και την ταξική αυτονομία του προλεταριάτου. Για τον μαρξισμό οι πόλεμοι και τα αδιάσπαστα δεμένα μ’ αυτούς εθνικά ζητήματα είναι οργανικά προϊόντα του καπιταλισμού, αποτελέσματα των περιοδικών οικονομικώνκρίσεων και των διεθνών ανταγωνισμών, η δε αντιδραστικότητα ή η προοδευτικότητα τους προσδιορίζεται από τον βαθμό της εθνικής και της καπιταλιστικής ολοκλήρωσης, τις διαπλοκές στο διεθνές πεδίο, τις επιδιώξεις των αρχουσών τάξεων, με τελικό και ύψιστο προσδιοριστικό παράγοντα την αυτονομία του προλεταριάτου και την προώθηση του σαν ηγέτιδας ταξικής δύναμης μέσα στα πλαίσια του εθνικού σχηματισμού. Αυτά λέει ο μαρξισμός – ή για να είμαστε ακριβείς η πιο συνεπής επαναστατική τάση του γιατί κάποιες άλλες τάσεις, στην πλειοψηφία τους κυριαρχούσες (π.χ. σοσιαλδημοκρατία, σταλινισμός), κάθε άλλο παρά τέτοιες εκτιμήσεις και αξιολογήσεις έκαναν, αλλά όμως η πραγματικότητα δεν ακολούθησε αυτούς τους θεωρητικούς προσανατολισμούς. Αν ο Μαρξ έβλεπε ότι η καπιταλιστική εξάπλωση οδηγεί στο ξεπέρασμα των εθνικών κρατών και στην ανάδυση του προλεταριάτου σαν παγκόσμιας ταξικά αυτόνομης οντότητας, (που έχοντας συνείδηση της ιστορικής της αποστολής, απομπλέκεται από την καπιταλιστική ιδεολογία), το προλεταριάτο του κοινωνικο-ιστορικού γίγνεσται δεν μπόρεσε να σταθεί στο ύψος της υποτιθέμενης ιστορικής του αποστολής. Πολυδιασπάστηκε από την ίδια την ιστορική εξέλιξη, που αποδιοργάνωσε τον μηχανισμό των εξωτερικών επενδύσεων και εξάρθρωσε τον διεθνή καταμερισμό της εργασίας – τους βασικούς, δηλαδή, μοχλούς της καπιταλιστικής επέκτασης και της προλεταριοποίησης του παγκόσμιου πληθυσμού. Συρρικνώθηκε και από την άποψη της αριθμητικής του σχέσης με τα άλλα κοινωνικά στρώματα και έμεινε εγκλωβισμένο μέσα στα εθνικά πλαίσια των επί μέρους χωρών, χάνοντας, κάθε διεθνιστικό χαρακτήρα, υπερασπιζόμενο τα συμφέροντα της πατρίδας, τρέφοντας τις πιο εθνικιστικές πεποιθήσεις (Ι).

Αντιμετωπίζοντας τις πεποιθήσεις αυτές σαν «αυταπάτες» – αν δώσουμε στη λέξη τη νοηματική φόρτιση της παροδικότητας – κάνουμε ότι το χειρότερο μπορεί να γίνει κι’ αυτό γιατί η παροδικότητα αυτή στηρίζεται σε μια μεταφυσική.

Β. Θεωρία και διευκρίνιση

Η μεταφυσική αυτή – Η ΘΕΩΡΙΑ – δίνει στο προλεταριάτο μία καταστατική θέση (π.χ. ο διεθνισμός και ο αντισοβινισμός του), η οποία, στηριζόμενη πάνω σε αξιωματικά δομημένες προτάσεις, καθορίζεται αφ’ εαυτής υποτάσσοντας το κοινωνικο–ιστορικό και την εξέλιξη του στη θεωρία. Αυτή, μέσω μιας ειδικής σχέσης με τον θεωρούντα, αναγορεύεται σαν ο προνομιακός –και ο μόνος– τρόπος στρατηγικής και ταχτικής ανάλυσης της αέναης ροής των εμπειρικών δεδομένων, τα οποία δεν μπορούν να επηρεάσουν τη δομή της άρθρωσης της θεωρίας, ακόμα και όταν μπορούν να την αλλάξουν περιφερειακά. Όμως και μάλιστα ευτυχώς, τα θεωρητικά παραληρήματα δεν μπόρεσαν, όσο και αν το φιλοδόξησαν, να υποκαταστήσουν την κοινωνική πραγματικότητα. Αντίθετα, η άρθρωση οποιουδήποτε λόγου γι’ αυτήν την πραγματικότητα οφείλει να έχει σαν βασικό προσδιοριστικό της παράγοντα, την ίδια την εξέλιξη της, περιορίζοντας μέχρι κατάρρευσης την κυριαρχία του λόγου, δηλαδή της θεωρίας, μετατρέποντας την σε ΔΙΕΥΚΡΙΝΗΣΗ (2). Έτσι το προλεταριάτο δεν μπορεί να είναι τίποτα περισσότερο απ’ αυτό που κοινωνικο-ιστορικά εμφανίζεται. Με λίγα λόγια το προλεταριάτο στερείται μιας ιστορικής αποστολής και μιας ταξικής αυτονομίας, που να βγαίνουν μέσα από ιστορικούς νόμους ντετερμινιστικά διαρθρωμένους, οι οποίοι να διέπουν διηνεκώς και κατ’ ανάγκην άχρονα, ενα ιστορικό υλικό .

Η επίκληση της ταξικής πάλης δέν εγγυάται τίποτα από μόνη της. Το προλεταριάτο δεν είναι το κατ’ εξοχήν επαναστατικό υποκείμενο, ούτε ο φορέας της αταξικής κοινωνίας. Όλα αυτά, όσο απομεμακρυσμένα κι αν φαίνονται από το πρόβλημα των «εθνικών ζητημάτων», έχουν κυριαρχική σημασία αφού αφορούν τον τρόπο θεώρησης του προβλήματος, μιας θεώρησης που δεν πρέπει να παγιδευτεί στα θεωρητικά σχήματα, που η αριστερά (επίσημη και μη) έχει αποδεχτεί, ή και σε οποιαδήποτε άλλα.

Γ. Έθνος και πολιτική τοποθέτηση

Όσον αφορά τα «εθνικά ζητήματα» τα πράγματα εδώ περιπλέκονται. Τι είναι έθνος και πως μπορούμε να μιλάμε γι’ αυτό; Απέχοντας πολύ από το να είναι μια αυταπάτη το έθνος, σαν ενεργό φαντασιακό στοιχείο, είναι το άλλο όνομα μιας κοινωνικής ομάδας και συγκροτείται από ένα μάγμα κοινωνικών φαντασιακών σημασιών, των οποίων δεν είναι δυνατή καμμιά ορθολογικού χαρακτήρα αντιστοίχιση σε κάποια αντικειμενική πραγματικότητα. Αντίθετα μάλιστα, όλες οι αντιστοιχίες, όντας αυθαίρετες, είναι και βαθιά ανορθολογικές, μη επιδεχόμενες καμμιά αιτιοκρατική ντετερμινιστική διάταξη, χωρίς, βέβαια, αυτή η κατάσταση να αποδεικνύει το απατηλό της ύπαρξης του εθνικού στοιχείου. Αυτό, σαν κοινωνικό φαντασιακό στοιχείο, είναι πιο πραγματικό από κάθε πραγματικότητα, είναι αυτό που συνέχει και συγκρατεί την κοινωνική ομάδα από την διάλυση, παρέχοντας, ταυτολογικά, και την αιτιολόγηση της ύπαρξής της. Η κοινωνική ομάδα λέγοντας «Είμαστε Έλληνες επειδή ανήκουμε στο ελληνικό έθνος» πιστεύει ότι εξηγεί ορθολογικά τη συγκρότηση της. Δίνει έναν υπερβατικό χαρακτήρα στον εαυτό της, θεσμίζοντας τον φαντασιακά και υποτάσσεται σ’ αυτήν την θέσμιση αυτονομώντας την για να μην πει «Είμαστε Έλληνες επειδή είμαστε Έλληνες». Η φράση αυτή στερείται από οποιαδήποτε επένδυση κοινωνικών φαντασιακών σημασιών και γίνεται επικίνδυνη απομυθοποιητική για την ύπαρξη της ομάδας γιατί καμμιά κοινωνική οντότητα δεν μπορεί να συγκροτηθεί χωρίς να αναφέρεται σ’ ένα μάγμα κοινωνικών φαντασιακών σημασιών. Το έθνος είναι τα πάντα και τίποτα και η τοποθέτηση απέναντι σ’ αυτό το κοινωνικό ον είναι πάντοτε αποτέλεσμα της συγκεκριμένης πολιτικής στάσης του κάθε ατόμου. (3). Η στάση αυτή, προϊόν μιας υπεύθυνης εκλογής και επιλογής, έχει ένα καθαρά συναισθηματικό υπόβαθρο και συνδέεται μ’ ένα κοινωνικό πρόταγμα, το οποίο, σαν αποτέλεσμα μιας ακατάπαυστης κοινωνικο-ιστορικής δημιουργίας, αποδεικνύει ότι η στάση αυτή δεν είναι παράγωγο κάποιας προσωπικής νεύρωσης, αλλά μια στάση που βρίσκει ένα κοινωνικο-ιστορικό έρεισμα. Η τοποθέτηση του γράφοντος είναι δεδομένη, υπέρμαχος του οράματος μιας ανοικτής, αυτοθεσμιζόμενης και αυτοδιευθυνόμενης κοινωνίας, το περιεχόμενο της οποίας εκφράζει αυτό που παλαιότερα λεγόταν σοσιαλισμός, πριν η λέξη αυτή οδηγηθεί στο να σημαίνει τα πάντα και τελικά τίποτα. Το ότι η τοποθέτηση αυτή δεν στηρίζεται ούτε διεκδικεί καμμιά «αντικειμενικότητα» ή «επιστημονικότητα» νομίζω ότι πρέπει να είναι ήδη φανερό.

Δ. Ελλάδα και πόλεμος

Δεν τίθεται, λοιπόν, ζήτημα άρνησης του εθνικού σχηματισμού σαν ψευδούς και ουσιωδώς, μη υπαρκτού, αλλά τίθεται ζήτημα σταθερής και επίμονης υπόμνησης των ορίων του, πράγμα που σημαίνει άρνηση οποιασδήποτε συμμετοχής σε φαινόμενα συλλογικών εθνικιστικών παραληρημάτων. Σε σχέση με τα εθνικά ζητήματα της ελληνικής κοινωνίας αυτό σημαίνει άρνηση μιας κριτικής στην πολιτική των ηγεμονευόντων κοινωνικών στρωμάτων, που καταγγέλοντας την «παθητικότητα» και τα «ξεπουλήματα» τους στα εθνικά ζητήματα, οδηγεί στην ενδυνάμωση του εθνικιστικού φαντασιακού και στη συστροφή των κοινωνικών διαδικασιών στον ελληνικό χώρο, φαινόμενα τα οποία μόνο σε ολοκληρωτικές μορφής καταστάσεις μπορούν να καταλήξουν. Όσο αφορά τη λογική της σύνδεσης της εθνικής ολοκλήρωσης της ελληνικής κοινωνίας με την καπιταλιστική της ολοκλήρωση νομίζω ότι η προηγούμενη ανάλυση έδειξε την ανυπαρξία μιας τέτοιας σύνδεσης. Αυτό που χρειάζεται είναι η φρόνηση και η πολιτική νηφαλιότητα. Η πολιτική των ελληνικών διευθυνόντων κύκλων στα εθνικά ζητήματα είναι περισσότερο μια στάση σύνεσης –- πρέπει να το ομολογήσουμε – παρά παθητικότητας. Η μεταπολιτευτική πολιτική ηγεσία έβγαλε τα μαθήματα της από τους τυχοδιωκτισμούς των στρατιωτικών, που παίζοντας το χαρτί της επέκτασης, θέλησαν να ξεπεράσουν τα εσωτερικά προβλήματα που αντιμετώπιζαν. Η κατάρρευση της επιστράτευσης και της δικτατορίας, καθώς και η γενικώτερη θεώρηση των αποτελεσμάτων μιας ελληνοτουρκικής στρατιωτικής αναμέτρησης, έκαναν τους Έλληνες πολιτικούς, να βάλουν στην άκρη τους εθνικιστικούς τυχοδιωκτισμούς και να δώσουν στα εθνικά ζητήματα ένα ρόλο θεμάτων για εσωτερική κατανάλωση. Το ελληνικό κράτος ποτέ μετά το 1974 δεν πίστεψε σ’ αυτό που αποκαλείται «τουρκικός επεκτατισμός» και φυσικά ούτε σε μια πιθανότητα σύγκρουσης με την Τουρκία. Κανένα κοινωνικό κλίμα και καμμιά κοινωνική κινητοποίηση για την αντιμετώπιση ενός ενδεχόμενου πολέμου δεν έχει παρατηρηθεί σε σοβαρή κλίμακα. Ακόμα και η πορεία των στρατιωτικών δαπανών στους κρατικούς προϋπολογισμούς ακολουθεί τα τελευταία χρόνια μια πτωτική εξέλιξη, κι ας ισχυρίζεται το αντίθετο ο κ. Ανδρέας Παπανδρέου.

Ε. Η Τούρκικη πολιτική

Μιλώντας για την Τουρκική κοινωνία και τους προσανατολισμούς των εκεί ηγεμονευόντων κοινωνικών στρωμάτων, μπορεί να ειπωθεί ότι αυτά πράγματι αντιμετώπισαν σοβαρά την πιθανότητα μιας σύγκρουσης και προετοιμάστηκαν απείρως καλύτερα για ένα τέτοιο ενδεχόμενο όλη την περίοδο της δεκαετίας του 1960 μέχρι τα γεγονότα του 1974, αλλά αυτό δεν στοιχειοθετεί μια επεκτατική στρατηγική. Στοιχειοθετεί, απλά, το ότι, έχοντας μια πιο συγκροτημένη πολιτική, έπαιξαν το χαρτί της επέκτασης σε στιγμές ευνοϊκών συγκυρίων με βαρύτατο, όμως, οικονομικό και κοινωνικό τίμημα. Ο ισχυρισμός ότι τα οικονομικά προβλήματα της Τουρκίας την οδηγούν σε μια στρατηγική όχι μόνο εντατικής αλλά και εκτατικής ανάπτυξης, δεν έχει καμμιά οικονομική ή οποιαδήποτε άλλη βάση. Η Τουρκία, όντας μια φτωχή χώρα, αντιμετωπίζει τεράστια κοινωνικά προβλήματα και η αδυναμία της λύσης τους δεν βρίσκεται στην έλλειψη εδαφών καί πλουτοπαραγωγικών πηγών, αλλά στην έλλειψη ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΤΙΚΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ. Δεν έχει, δηλαδή έναν πληθυσμό, που να πιστεύει στις αξίες και να έχει ενσωματώσει τη λογική του ΗΟΜΟ ECONOMICUS των βιομηχανιών κοινωνιών, ώστε ο πληθυσμός αυτός να αποτελέσει τον σκαπανέα και τον τροφοδότη της βιομηχανικής ανάπτυξης της χώρας. Αυτό το καπιταλιστικό πνεύμα καμμιά εδαφική επέκταση – και μάλιστα στην Κύπρο, τα νησιά του Αιγαίου ή την Θράκη – δεν μπορεί να το δώσει. Από πολιτική και στρατιωτική άποψη δεν νοείται Τουρκικός επε4ε32<χχψωνμκτατισμός ενάντια στην Ελλάδα γιατί, απλούστατα, αυτοϋπονομεύεται η ίδια η θέση της Τουρκίας. Δεν πρέπει να βλέπουμε μόνο τον τοπικό συσχετισμό των δυνάμεων, αλλά και το ευρύτερο διεθνές πλαίσιο μέσα στο οποίο κινούνται. Έτσι είναι φανερό ότι ένας ελληνο -τουρκικός πόλεμος: Διαλύει λεπτές και ρευστές ισορροπίες, δημιουργεί εκρηκτικά προβλήματα στο ήδη παραπαίον ΝΑΤΟ, ανατινάσσοντας την νοτιοανατολική πτέρυγα. Απομακρύνει την Ελλάδα από την Δύση, δημιουργώντας τους όρους για μια ουδετερόφιλη και τέλος σοβιετόφιλη – μέσω ενός πραξικοπήματος του ΚΚΕ ελληνική πολιτική. Απομονώνει την Τουρκία από ένα ζωτικό γι’ αυτήν στήριγμα και θέτει οριακά μέχρι και πρόβλημα παγκόσμιας σύρραξης. Πιο πιθανό, όμως – πέρα από την δημιουργία των όρων για το πέρασμα της Τουρκίας στην σοβιετική επιρροή μακροπρόθεσμα — είναι πως, προηγουμένως, μια ελληνοτουρκική σύρραξη θα διαλύσει την ίδια την συγκρότηση της Τουρκικής κοινωνίας σαν δυτικού τύπου κοινωνίας. Αν η κυβέρνηση Ετσεβίτ και η στρατιωτική ηγεσία, τo 1974, αποβλέποντας σε μια υπερπήδηση των εσωτερικών κοινωνικών αντιφάσεων, έπαιξαν το χαρτί της επέκτασης, αυτό που ακολούθησε δεν ήταν καμμιά κοινωνική γαλήνη, αλλά η παραλίγο κονιορτοποίηση του κοινωνικού σχηματισμού;. Αυτό είναι πιά φανερό για την στρατιωτική κυβέρνηση της Άγκυρας, η οποία δεν φαίνεται διατεθειμένη να παίξει ξανά το ίδιο χαρτί ακριβώς επειδή έχει το ηράκλειο έργο της προώθησης της βιομηχανικής ανάπτυξης χωρίς να διακινδυνεύει εξωτερικούς κλυδωνισμούς και περιπέτειες, που θα ανατίναζαν, μέσω μιας κοινωνικής εξέγερσης, αυτό το έργο μαζί με το κοινωνικό καθεστώς. Η διαλλακτικότητα των Τούρκων στρατηγών στα ζητήματα των σχέσεων με την Ελλάδα, που φαίνεται και από την απεμπόληση σημαντικών διαπραγματευτικών πλεονεκτημάτων χωρίς ανταλλάγματα (αποδοχή της επανεισόδου της Ελλάδας στο ΝΑΤΟ), αποτελεί τεκμήριο των ορίων των αξιώσεων των αρχόντων στρωμάτων της Τουρκικής κοινωνίας απέναντι στον ατλαντικό τους εταίρο και γείτονα.

Δεν υφίσταται, λοιπόν, – βραχυπρόθεσμα η μακροπρόθεσμα – ζήτημα Ελληνοτουρκικής σύρραξης, με την έννοια ότι δεν υφίσταται καμμιά στρατηγική προς αυτή την κατεύθυνση. Φυσικά, το διαμορφούμενο, από την εξέλιξη των πολιτικών και κοινωνικών γεγονότων, πλαίσιο, μέσα στο οποίο παίρνεται μια πολιτική απόφαση, δεν είναι «καθαρό» ούτε «διαφανές». Αντίθετά, το πλαίσιο αυτό δεν επιτρέπει καμμιά «ορθολογική» εξέταση των κάθε φορά δεδομένων, αλλά ούτε και καθορίζει τις, κάθε άλλο παρά «ορθολογικές», υποκειμενικές προθέσεις κι επιδιώξεις των υπεύθυνων για μια πολιτική απόφαση. Ένας ελληνοτουρκικός πόλεμος, αν έρθει, θα είναι αποτέλεσμα του ανορθολογισμού και της ηλιθιότητας των ιθυνόντων, παρά αποτέλεσμα μιας επιλεκτικά συγκροτημένης στρατηγικής. Αυτό που είναι λαθεμένο στην απαίτηση να καθοριστεί μια ολοκληρωμένη στάση απέναντι σ’ έναν τέτοιο πόλεμο δεν είναι η πλαστότητά του αφού ένας τέτοιος κίνδυνος, όσο κι αν ειναι μηδαμινός είναι υπαρκτός. Λαθεμένη είναι η πρόωρη αναζήτηση ενός απριόρι πλήρους καθορισμού μιας στάσης απέναντι σ’ έναν αυτής της φύσεως ενδεχόμενο κίνδυνο.

ΣΤ. Συνεχίζουμε την πορεία μας

Ξεπερνώντας το ζήτημα του πολέμου η ίδια η ελληνική κοινωνία συνέχισε την πορεία της μη λαμβάνοντας το υπόψη στα σοβαρά. Όλα τα κοινωνικά κινήματα κριτικής και αντιπαράθεσης, που εμφανίστηκαν από τό 1977 και μετά, αντιλαμβανόμενα τη μηδαμινότητα των εθνικών ζητημάτων, δεν πολυασχολήθηκαν μ’ αυτά. Πέρα από την απαίτηση επίδειξης σύνεσης και αποφυγής, τυχοδιωκτικών χειρισμών (ο εθνικισμός του ΠΑΣΟΚ περιέχει πολλά ελλοχεύοντα στοιχεία τυχοδιωκτικής πολιτικής στα εθνικά ζητήματα), μια απαίτηση, που είναι ήδη λαϊκή τοποθέτηση απέναντι στην κρατική εξουσία, ο γράφων δεν βλέπει γιατί πρέπει τώρα τα οποιαδήποτε αναπτυσσόμενα κινήματα ή πολιτικού χώροι νά πολυασχοληθούν με τα θέματα αυτά.

1) Για το μπλοκάρισμα της καπιταλιστικής εξάπλωσης βλέπε Κώστα Παπαϊωάννου, «Η γέννεση του ολοκληρωτισμού», εκδόσεις ΙΜΑGΟ

2) Για το μεταφυσικό περιεχόμενο της – όποιασδήποτε – θεωρίας και την υποταγή του κοινωνικοϊστορικού, βλέπε Κ. Καστοριάδη, «Η φαντασιακή θέσμιση της κοινωνίας», εκδόσεις ΡΑΠΠΑ και «Το επαναστατικό πρόβλημα σήμερα» εκδόσεις ΒΕΡΓΟΣ.

3) Για το έθνος και το εθνικιστικό κοινωνικό φαντασιακό, βλέπε Κ. Καστοριάδη, «Μπροστά στον πόλεμο» εκδόσεις ΙΜΑGΟ.

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*