ΡΗΞΗ τ. 10

Μοριακή Επανάσταση (Μια συνομιλία με τον Φελίξ Γκουαταρί)

Δημοσιεύουμε παρακάτω συνέντευξη που πήραμε από το Γάλλο διανοούμενο Φελίξ Γκουαταρί, που είχε έρθει στην Αθήνα το Νοέμβρη του 1982, καλεσμένος από το «Αμφί» για να μιλήσει στο συνέδριο που οργάνωσε το τελευταίο με θέμα: «Σεξουαλικότητες και πολιτική».

Στην Ελλάδα ο Φελίξ Γκουαταρί είναι γνωστός από τη δημοσίευση του έργου Σχιζοφρένεια και καπιταλισμός, Ο Αντι-Οιδίποδας (Εκδόσεις Ράππα), που έγραψε μαζί με τον Ζυλ Ντελέζ.

Υπήρξε μέλος του Κομμουνιστικού Κόμματος Γαλλίας, από το οποίο αποχώρησε στη δεκαετία του ’60. Έχει πάρει ενεργό μέρος στα κινήματα που ξέσπασαν στη Γαλλία μετά το Μάη του ’68, και από το ’75 και μετά σ’ αυτό που εκφράστηκε σαν Αυτονομία. Συμμετείχε στο Συνέδριο – φεστιβάλ του κινήματος στη Μπολόνια το 1977 και υπήρξε ένα από τα βασικά στελέχη του CINEL (συσπείρωση που αγωνίστηκε ενάντια στην ποινικοποίηση του κινήματος και την οργάνωση της πανευρωπαϊκή καταστολής). Διευθύνει ακόμα σαν ψυχαναλυτής την κλινική LΑ ΒΟRDΕ, έξω από τo Παρίσι, και έχει γράψει πολλά βιβλία και άρθρα (ένα από τα οποία, Η μοριακή επανάσταση, πρόκειται να εκδοθεί σύντομα από τις εκδόσεις Κομμούνα).

  ΣΟΣΙΑΛΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΚΑΙ ΚΡΙΣΗ ΤΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ

ΡΗΞΗ: Πώς θα μπορούσαμε να χαρακτηρίσουμε την άνοδο των σοσιαλιστών στην εξουσία, πως εντάσσεται μέσα στο πλαίσιο της κρίσης του γαλλικού και παγκόσμιου καπιταλισμού;

Φελίξ Γκουαταρί: Πράγματι, πιστεύω ότι δεν μπορούμε να μιλάμε για οποιοδήποτε πρόβλημα, κοινωνικό, πολιτιστικό, πολιτικό, σε μια ευρωπαϊκή χώρα, δίχως να το ανάγουμε σε πανευρωπαϊκό πλαίσιο. Πράγματι πιστεύω ότι έστω και αν η ευρωπαϊκή ενότητα, σε πολιτικό, νομικό, κ.λπ. πλαίσιο υπάρχει ελάχιστα ή άσχημα, ωστόσο υπάρχουν αντικειμενικά κοινωνικές αλληλεπιδράσεις που εκφράζονται σε πανευρωπαϊκό επίπεδο.

Μπορούμε λοιπόν να υποθέσουμε ότι υπάρχει ένα γενικό κίνημα σοσιαλ-δημοκρατικοποίησης στην Ευρώπη, παρά το γεγονός ότι οι Εργατικοί ή η γερμανική σοσιαλδημοκρατία γνωρίζουν σοβαρές δυσκολίες. Αν υπολογίσει κανείς τους σοσιαλδημοκρατικούς μηχανισμούς στην Ευρώπη που αυτή την περίοδο ανέρχονται στην εξουσία, είναι κάτι πολύ χαρακτηριστικό. Η Γαλλία, η Ελλάδα, η Ισπανία, η Αυστρία, η Σουηδία, η άνοδος των σοσιαλιστών στην Ιταλία, κ.λπ.

Οι καθοδηγητικές ομάδες διαχειρίζονται την κρίση σε μια προοπτική βραχυπρόθεσμη. Λίγο ενδιαφέρουν εξάλλου οι αναφορές της καθεμιάς, αν είναι μονεταριστές ή αν επιδιώκουν μια ελάχιστη παρέμβαση του Κράτους, όλα αυτά για μένα προσωπικά είναι εντελώς πλασματικά, γιατί στην ουσία, όποιες και αν είναι οι ιδεολογικές αναφορές τους, εφαρμόζουν τη μόνη πολιτική που μπορούν να εφαρμόσουν. Κι αυτό είναι προφανές, εκτός ίσως από την περίπτωση της Θάτσερ, που αντιπροσωπεύει πραγματικά ένα εντελώς ιδιαίτερο φαινόμενο, βλέπουμε δηλαδή ότι σήμερα η πολιτική του Μωρουά δεν είναι και πολύ διαφορετική από την πολιτική που ακολούθησε ο Μπαρ. Δηλαδή η πολιτική του Μπαρ θα είχε στραφεί κάπως προς την κατεύθυνση της μεγαλύτερης δυνατής παρέμβασης του κράτους, και όμοια σε όλα τα ζητήματα δημιουργίας νέων θέσεων εργασίας, και αντίστροφα βλέπουμε ότι η σοσιαλιστική κυβέρνηση έχει περάσει προς μια απόλυτα μονεταριστική διαχείριση της κρίσης στη Γαλλία.

ΡΗΞΗ: Δηλαδή γίνεται το αντίστροφο;

Φ. Γκουαταρί: Ακριβώς! Με μια διαφορά ενός χρόνου. Ωστόσο, δεν είναι αυτό που θα λύσει τις κοινωνικές εντάσεις που προκύπτουν απ’ αυτή την κρίση, που είναι κάτι περισσότερο από μια κρίση, που είναι ένας κλονισμός του παγκόσμιου ενσωματωμένου καπιταλισμού. Γιατί στην ουσία το ζήτημα που μπαίνει είναι να προσπαθήσουμε να εντοπίσουμε το γεγονός ότι υπάρχει ένας ορισμένος αριθμός εθνικών δομών, κρατικών δομών, παλαιών, ορισμένοι παλιοί τύποι συσχετισμού δυνάμεων που σήμερα έχουν τσακιστεί. Ο καπιταλισμός προσπαθεί, αποκεντρώνεται, υπερβαίνει τους παλιούς τύπους συσχετισμών δύναμης, ευρωπαϊκούς —συμπεριλαμβάνοντας και τις ΗΠΑ— πράγμα που δεν σημαίνει ότι θα εγκαταλείψει χώρες όπως η Γαλλία, η Ιταλία, η Γερμανία.

Εν πάσει περιπτώσει, είναι τα υποσύνολα αυτών των χωρών που θα παραμείνουν τα καπιταλιστικά οχυρά. Θέλω να πω ότι οι ενότητες των οικονομικών εξουσιών δεν συμπίπτουν πια με τις ενότητες των εθνικών εξουσιών. Αυτό γίνεται αισθητό για παράδειγμα στις Ηνωμένες Πολιτείες όπου βλέπουμε πως ο αμερικάνικος καπιταλισμός δεν είναι ο καπιταλισμός των Ηνωμένων Πολιτειών. Είναι ένας καπιταλισμός οικονομικών υποσυνόλων των Ηνωμένων Πολιτειών, οργανωμένων σε παγκοσμιοποιημένες δομές, που μπορούν να παρέμβουν μέσα από επενδύσεις που γίνονται τόσο στην Ιαπωνία όσο και στο Κουβέιτ, τη Γερμανία, κ.λπ.

Εδώ βρίσκεται λοιπόν η κρίση. Πως λοιπόν μπορούν να διατηρηθούν αυτές οι δομές; Πως είναι δυνατόν να πειθαρχήσεις, να ιεραρχικοποιήσεις, πώς να διατηρήσεις μια κοινωνική τάξη πραγμάτων, με δεδομένη αυτή την τεράστια αναστάτωση που καταδικάζει ολόκληρες χώρες να μην είναι τίποτε άλλο παρά οικονομικές ζώνες δεύτερης κατηγορίας·υπάρχουν ολόκληρες περιοχές που είναι καταδικασμένες στον τουρισμό, άλλες που είναι καταδικασμένες στην παραγωγή ειδών λαϊκής τέχνης— ολόκληρες περιοχές σπρώχνονται στην εργασιοθεραπεία, υπάρχει μια εκπληκτική περιθωριοποίηση κάθε είδους οικονομικού τομέα. Αν κάποιος πρότεινε στη γαλλική κυβέρνηση μια λύση για ν’ απασχοληθούν οι εκατοντάδες χιλιάδες ανθρακωρύχοι της Γαλλίας, οτιδήποτε και να έκαναν, θα το θεωρούσαν όλοι θαύμα, αρκεί μονάχα να τους απασχολήσουμε, να μας αφήσουν στην ησυχία μας! Ωστόσο ο συλλογισμός αυτός δεν στέκει παρά μονάχα αν τον τοποθετήσουμε στο πλαίσιο της παγκόσμιας αγοράς. Είναι προφανές ότι για να σταθεί στα πόδια της μια τέτοια κοινωνία, θα πρέπει από τη μια πλευρά να ενσωματωθούν στο μάξιμουμ δυνατό οι εξασφαλισμένες εργατικές τάξεις, οι μισθωτές εξασφαλισμένες εργατικές τάξεις, ενώ από την άλλη θα πρέπει να βρεθούν μέσα σταθεροποίησης όλων αυτών των περιθωριακών, όχι μόνο των παραδοσιακών περιθωριακών αλλά όλων αυτών των στρωμάτων που έχουν περιθωριοποιηθεί με τρόπο ενεργητικό από την ίδια την κοινωνία. Υπάρχει μια σημαντική αναντιστοιχία ανάμεσα στην εξέλιξη των παραγωγικών δυνάμεων που συγκεντρώνονται σε ορισμένες ολότητες οι οποίες τείνουν να ξεφύγουν από τον έλεγχο των εθνικών πολιτικών εξουσιών, και σ’ εκείνη την τεράστια κοινωνική μάζα που πρέπει ν’ αποτελέσει το αντικείμενο διαχείρισης, εξ ου και η υπ’ αριθμόν ένα βιομηχανία που δεν είναι πια η παραγωγή ηλεκτρισμού, πετρελαίου ή σίδερου, αλλά είναι η παραγωγή υποκειμενικότητας. Πώς δηλαδή, μέσα από τα μαζικά μέσα επικοινωνίας, μέσα από τους κοινωνικούς εξοπλισμούς, πώς να παραχθεί το υπόστρωμα, η κοινωνική υποδομή αυτού του παραγωγικού συστήματος. Γιατί αν δεν υπάρξει αυτή η εγγύηση, τίποτα δεν μπορεί να οικοδομηθεί. Δεν μπορείς να χτίσεις υπερσύγχρονες βιομηχανίες σ’ ένα μέρος όπου δεν ξέρεις αν το έδαφος θα μείνει σταθερό. Όπως ξέρεις, στη Ρουμανία, μετά τον πόλεμο, είχαν προγραμματίσει να χτίσουν αυτοκινητοβιομηχανίες μέσα στα έλη. Άρχισαν να χτίζουν αλλά γκρεμίζονταν. Στην προκειμένη περίπτωση το έλος, το έδαφος, δεν είναι υλικό, πραγματικό έδαφος, είναι το υποκειμενικό, το συλλογικό έδαφος. Πώς να καταστρώσεις ένα βιομηχανικό πρόγραμμα σε μια χώρα όταν δεν είσαι σίγουρος ότι δεν πρόκειται να αναστατωθεί από κοινωνική άποψη. Είναι προτιμότερο να πας στη Νότιο Κορέα, στη Φορμόζα.

ΡΗΞΗ: Αυτός είναι και ο λόγος που δεν έρχονται στην Ελλάδα

Φ. Γκουαταρί: Είναι δυνατόν να δημιουργήσει κανείς υπερσύγχρονες βιομηχανίες για την παραγωγή υπολογιστών στην Ελλάδα; Όχι, το έδαφος είναι πολύ μαλακό. Δεν είναι δυνατό. Η πρώτη ύλη, η υποδομή της παραγωγής, είναι αυτή η παραγωγή υποκειμενικότητας. Κατασκευάστε μια ελληνική, ισπανική, ευρωπαϊκή εργατική τάξη σαν την γιαπωνέζικη. Μονάχα τότε θα μπορέσουμε να κάνουμε την οικονομία να δουλέψει. Αυτή είναι η υπ’ αριθμόν ένα παραγωγή υποκειμενικότητας. Για παράδειγμα, σήμερα στις Ηνωμένες Πολιτείες, υπάρχουν πολύ σοβαρά γραφεία μελετών, οργανισμοί που κεφαλαιοποιούν το μάξιμουμ της γνώσης, για να βρεθούν τρόποι να απαλλαγούν από τα συνδικάτα, να γιατρευτούμε απ’ αυτό το είδος της κοινωνικής ασθένειας…

Η παραγωγή μιας υποκειμενικότητας απαλλαγμένης από τη συνδικαλιστική ασθένεια γίνεται κάτι τόσο σημαντικό όσο και η μελέτη της πληροφορικής ή της τηλεματικής.

Έτσι τοποθετώ την άνοδο των σοσιαλδημοκρατών στην εξουσία, για ν’ απαντήσω στην ερώτηση σας. Ίσως αυτοί να διαθέτουν μια ιδιαίτερη τεχνική επεξεργασίας αυτού του ζητήματος ενσωμάτωσης της εργατικής τάξης. Και είναι αλήθεια ότι στη Γερμανία είχαν κάποια αποτελέσματα σ’ ένα ορισμένο βαθμό. Όσο για μένα, δεν είμαι πεισμένος ότι απαντούν στην προβληματική της ευρωπαϊκής κρίσης. Ωστόσο, δεν είμαι πεισμένος και για το αντίθετο. Με την έννοια ότι το σοσιαλιστικό κόμμα, με την παράδοση που έχει, είναι σίγουρα ολότελα ανίκανο. Πρόκειται για ένα κόμμα υπερβολικά παραδοσιακού χαρακτήρα, μικρομεσαίο… Ωστόσο, η δυνατότητα ενσωμάτωσης που αντιπροσωπεύουν άνθρωποι σαν τον Ροκάρ, τον Σέβενεμαν, πιθανά να τους κάνει ικανούς όχι τόσο να ιαπωνοποιήσουν αλλά τουλάχιστον να φέρουν κάτι καινούριο που να ανταποκρίνεται καλύτερα στη σημερινή κατάσταση. Είναι μια υπόθεση, δεν είμαι σίγουρος.

ΡΗΞΗ: Το ζήτημα που τίθεται είναι πώς θα απαντήσουν στην υποαπασχόληση, την ανεργία που ολοένα αυξάνεται.

Φ. Γκουαταρί: Πιστεύετε ότι είναι τόσο δραματική η κατάσταση για τον κόσμο;

Τα όρια των κοινωνικών κινημάτων

ΡΗΞΗ: Ίσως όχι, αλλά κοίταξε όλα αυτά τα κινήματα των νέων στη Γερμανία, την Ολλανδία, την Αγγλία, που τελικά αντιδρούν σ’ αυτές τις προσπάθειες.

Φ. Γκουαταρί: Μα φυσικά, ευτυχώς. Σκέφτομαι όμως το εξής: σ’ αυτό το πεδίο, η λογική δράση – αντίδραση είναι άραγε η πιο σωστή; Η λογική δράση – αντίδραση είναι η λογική πάνω στην οποία στηρίχτηκε το εργατικό κίνημα από την εποχή του Λένιν και ακόμα νωρίτερα. Ο κόσμος θ’ αντιδράσει. Σίγουρα όμως ο παγκόσμιος ενσωματωμένος καπιταλισμός, οι εξουσίες, θ’ αντιδράσουν στην αντίδραση. Κάποια μέρα θα μας σερβίρουν ένα νόμο για τους καταληψίες… Πιστεύω ότι ο παγκόσμιος ενσωματωμένος καπιταλισμός έχει μια μεγάλη ικανότητα να αντιμετωπίσει αυτά τα προβλήματα.

Πιστεύω ότι οι ελίτ που βρίσκονται στην εξουσία θα έχουν όλο και πιο συχνά να κάνουν με τέτοιας φύσης προβληματικές. Και σήμερα βλέπουμε ότι σε σχέση με το πρόβλημα της οικολογίας, για παράδειγμα, όχι μόνο απαντούν μέσα στα πλαίσια της σχέσης δράση – αντίδραση, αλλά η οικολογία στη Γαλλία μεταβάλλεται αυτή τη στιγμή σε μια από τις κυριότερες βιομηχανίες. Οι οικολόγοι δεν είναι πια απλά ένα κίνημα διαμαρτυρίας, είναι ένα επάγγελμα του μέλλοντος. Ζήτω οι φεμινίστριες, ζήτω η εναλλακτική ψυχιατρική! Ιδού τα επαγγέλματα του μέλλοντος, γίνετε όλοι αμφισβητίες! Να λοιπόν γιατί δεν πιστεύω τόσο στη σωρευτική δυνατότητα του φαινομένου δράση–αντίδραση, στη συσσώρευση των συστημάτων αντίδρασης. Χωρίς αμφιβολία οι αντιδράσεις υπάρχουν αλλά δεν είναι σωρευτικές. Για παράδειγμα, μπορεί να έχουμε μια πολύ βίαιη αντίδραση του γυναικείου κινήματος απέναντι σε κάποιο μέτρο. Και εδώ αγγίζουμε ένα ουσιαστικό ζήτημα. Όσο αυτά τα κοινωνικά κινήματα παραμένουν απλές απαντήσεις, θα εξακολουθούν να είναι απολύτως αφομοιώσιμα. Και ωστόσο, είναι βασικό να υπάρχουν μέσα στην αυτονομία και την ιδιαιτερότητα τους. Αυτή τη στιγμή μεταβάλλονται σε μαζικά κινήματα με πραγματική απήχηση. Και σ’ αυτό εγώ δεν έχω κανένα πρόβλημα. Ζήτω η αφομοίωση! Μπορείτε να με αφομοιώσετε, για μένα δεν έχει καμιά σημασία, το πρόβλημα δεν είναι εκεί. Αντίθετα, το πρόβλημα βρίσκεται στην οικοδόμηση, μέσα απ’ αυτά τα κοινωνικά κινήματα, ορισμένων αλληλουχιών πάλης, κάποιων οργανωτικών μορφών που θα επιτρέψουν πράγματι να τις χρησιμοποιήσουμε στους μελλοντικούς πολιτικούς αγώνες ώστε να ανατρέψουμε τις υπάρχουσες δομές, την ουσία τους, τον τύπο οργάνωσης τους. Έχουμε, αν θέλετε, αυτό το παράδοξο, που εκφράστηκε ιστορικά, με δραματικό τρόπο, στην Ιταλία. Έχουμε δηλαδή το σύνολο των κοινωνικών κινημάτων που αναπτύχθηκαν στο λεγόμενο χώρο της αυτονομίας με μια τέτοια ζωτικότητα από την οποία επωφελήθηκε ο ιταλικός καπιταλισμός. Γιατί δεν θα πρέπει να ξεχνάμε πως αν ο ιταλικός καπιταλισμός παραμένει ένας από τους δυναμικότερους στην Ευρώπη, αυτό είναι συνέπεια των δομών της υπόγειας οικονομίας.

ΡΗΞΗ: Αρκετά παράδοξα αυτή η υπόγεια οικονομία εμφανίστηκε και στην Αγγλία τα τελευταία χρόνια. Είναι κάτι το καινούριο.

Φ. Γκουαταρί: Αυτό είναι καταπληκτικό. Είναι ακριβώς αυτοί οι παράγοντες ρήξης με τον κυρίαρχο τρόπο που επέτρεψαν συγκεκριμένα στην Ιταλία να αποκτήσει μια αρκετά καλή θέση στο πεδίο των εξωτερικών ανταλλαγών. Παράδοξο!

Το πρόβλημα που μπαίνει είναι αντίθετα το γεγονός ότι τα κινήματα που προσπάθησαν, όχι να κεφαλαιοποιήσουν αλλά να συναρθρώσουν τους διάφορους αγώνες με στόχους που ανάγονται σ’ ένα άλλο επίπεδο, σφυρηλάτησαν εργαλεία που αποδείχτηκαν εντελώς ακατάλληλα να έχουν μια πραγματική επιρροή. (Είναι γεγονός ότι δεν είναι με τόσους ελεύθερους ραδιοφωνικούς σταθμούς, τόσα γυναικεία κινήματα, κ.λπ. που θα μπορέσουμε ν’ αλλάξουμε τις δομές του Κράτους. Όσο και αν αθροίζουμε όλα αυτά τα κινήματα, το αποτέλεσμα θα είναι μηδέν, δεν είναι αυτό το επίπεδο στο οποίο θα πρέπει να δράσουμε, δεν αρκεί το σύστημα δράση – αντίδραση). Και τι υπάρχει τελικά; Μια κάποια εργατίστικη αντίληψη της οργάνωσης συνολικά γκρουπουσκουλιάρικη, κάποιες ψευδο-αναρχο-σιτουασιονιστικές αντιλήψεις αυτονομίας (Ινδιάνοι των μητροπόλεων) που δεν προσφέρουν τίποτα, και τέλος αυτή η τερατώδης διαστροφή, για μένα τουλάχιστον, αυτές οι πολεμικές μηχανές, αυτά τα τρομοκρατικά γκρουπούσκουλα, οι άνθρωποι που πίστεψαν ότι ενσάρκωναν την ιστορία (Ερυθρές Ταξιαρχίες, ΡΑΦ. Πρώτη Γραμμή). Και αυτό που με εκπλήσσει περισσότερο απ’ όλα είναι το γεγονός ότι αυτούς πήραν στα σοβαρά περισσότερο από οποιονδήποτε άλλο. Κι έπειτα αυτά τα κινήματα χρησιμοποιήθηκαν από κάθε είδους πιθανό συσχετισμό δυνάμεων. Δεν λέω ότι χρησιμοποιήθηκαν με την έννοια ότι είχαν διαβρωθεί από την αστυνομία, κι άλλωστε αυτό δεν έχει σημασία ακόμα και αν κατά τόπους ήταν αλήθεια. Αλλά στην υπόθεση Μόρο φαίνεται καλά ότι αυτά τα κινήματα χρησιμοποιήθηκαν. Είναι πραγματικά ένα πρόβλημα το να βλέπεις σε ποιο βαθμό πάντα η οργάνωση η πιο ηλίθια, με τις λιγότερες δυνατότητες να έχει μια πραγματική αποτελεσματικότητα, είναι εκείνη που βρίσκεται πάντα στο κέντρο της επικαιρότητας.

Κι έτσι, σε τελική ανάλυση, όλες αυτές οι μορφές οργάνωσης τι μπορούν να λύσουν, πώς μπορούν ν’ απαντήσουν σ’ αυτό το πρόβλημα της τεράστιας μεταλλαγής που πραγματοποιείται σήμερα και που εκφράζεται με την εμφάνιση ενός νέου τύπου εργατικής τάξης, των πρόσκαιρα εργαζόμενων, του φεμινιστικού κινήματος που αναζητά το δρόμο του, όλης αυτής της τεράστιας μάζας των διανοούμενων που δεν είναι διανοούμενοι, των φοιτητών, που είναι φοιτητές – εργαζόμενοι, όλων αυτών των ανθρώπων στην ευρωπαϊκή κοινωνία που πραγματικά δεν ξέρουν τι κάνουν, τι λόγο ύπαρξης έχουν. Υπάρχει μια κρίση της αξιοπρέπειας της εργασίας μέσα από την ίδια αυτή τη διαδικασία. Και όμως, στην ιστορία του καπιταλισμού, η προώθηση μιας κάποιας αξιοπρέπειας της εργασίας υπήρξε κάτι πολύ σημαντικό.

Μια νέα ταξική σύνθεση

ΡΗΞΗ: Από τη στιγμή που λες πως δεν υπάρχει διέξοδος από αυτό που λέμε κίνημα, έτσι όπως έχει υπάρξει μέχρι σήμερα, θα περάσουμε στο επόμενο ζήτημα, το ζήτημα της σύνδεσης αυτής της μάζας των ανθρώπων με αυτό που ονομάζουμε εξασφαλισμένη εργατική τάξη. Και αν δεν υπάρχει δυνατότητα ρήξης με το Κράτος από το κάθε κομμάτι μόνο του, μήπως υπάρχει δυνατότητα ενοποίησης αυτών των δύο δυνάμεων της εργατικής τάξης; Γιατί κατά την άποψη μου, σήμερα υπάρχουν δυο δυνάμεις της εργατικής τάξης, μια που είναι εξασφαλισμένη και μια άλλη που δεν είναι, οι προλετάριοι, αν θες.

Φ. Γκουαταρί: Ω, ακριβώς σ’ αυτό το σημείο, τουλάχιστον από την άποψη του λεξιλογίου, μπορώ να πω ότι θα απομακρυνόμουν από τον Τόνι (σ.τ.μ. εννοεί το Νέγκρι). Ακριβώς αυτή η έννοια της εργατικής τάξης δεν είναι για μένα τόσο προφανής.

Εγώ πιστεύω περισσότερο ότι υπάρχει μια διαδικασία παραγωγής υποκειμενικότητας που είναι ομογενοποιημένη αλλά και πολωτική. Πρόκειται δηλαδή για μια υποκειμενικότητα που έχει τρεις πόλους: ένας πόλος είναι η παραγωγή των ελίτ που κατέχουν την χρηματιστική, οικονομική, γραφειοκρατική εξουσία, όλες τις μορφές εξουσίας και ελέγχου πάνω στην κοινωνία. Ένας δεύτερος πόλος είναι οι εξασφαλισμένοι∙ αλλά εξασφαλισμένοι δεν είναι μόνο η εργατική τάξη αλλά όλοι οι άνθρωποι που έχουν κάποια κοινωνική υπόσταση, σίγουρα καταπιεσμένοι, υποταγμένοι στις ελίτ, αλλά που ανήκουν σε διάφορες κατηγορίες. Θέλω να πω ότι κατά την άποψη μου, οι αστυνομικοί, οι δάσκαλοι, οι κοινωνικοί λειτουργοί, ή οι άνθρωποι που εργάζονται στα εργοστάσια της Ρενώ ανήκουν στην ίδια κοινωνική κατηγορία. Δεν υπάρχει ταξική διαφορά ανάμεσα τους. Έχει σημασία αυτό. Γιατί το να τοποθετείς στην ίδια τάξη τους υπάλληλους της αστυνομίας και τους εργάτες της Ρενώ ή τα στελέχη, κ.λπ., βάζει κάποια προβλήματα που θα πρέπει κανείς να τα σκεφτεί καλά.

Και τέλος, ο τρίτος πόλος, οι μη εξασφαλισμένοι που αποτελούνται τόσο από τους κατ’ εξοχήν μη-εξασφαλισμένους, την τεράστια μάζα των ανθρώπων που εξαρτώνται άμεσα από το Welfare State (Κράτος Προνοίας), όσο και από την δυνατότητα απώλειας της εξασφάλισης που διαπερνά τις δυο πρώτες κατηγορίες. Δηλαδή, ακόμα και οι ελίτ, και οπωσδήποτε οι εξασφαλισμένοι, απειλούνται μόνιμα από ένα σύστημα μη–εξασφάλισης. Το πιο τέλειο παράδειγμα αυτής της μη–εξασφάλισης που διαχέεται στην ατμόσφαιρα το βρίσκουμε στην ΕΣΣΔ, στην Πολωνία, όπου μπορεί κανείς να είναι μέλος του Πρεζίντιουμ και από τη μια μέρα στην άλλη να βρεθεί… Είναι πολύ ενδιαφέρον να δει κανείς πως αυτή η αβεβαιότητα στην απασχόληση επιδρά και υποκειμενικά στους ανθρώπους. Στις Ηνωμένες Πολιτείες η εγγύηση της κοινωνικής θέσης είναι πολύ μερική. Υπάρχουν άτομα πολύ νεαρής ηλικίας που είναι δυνατό να έχουν μυθικά συμβόλαια για δυο ή τρία χρόνια, να δουλεύουν σαν τρελοί (αυτό ισχύει κύρια στον τομέα της πληροφορικής), αλλά μόλις λήξει το συμβόλαιο, τέρμα, έχουν τελειώσει, είναι δυνατό να ξαναβρεθούν μέσα στα σκατά από τη μια μέρα στην άλλη. Και οι συνδικαλιστικές δομές στις Ηνωμένες Πολιτείες είναι ακόμα πιο κορπορατίστικες στο βαθμό που η εξασφάλιση μετράει τόσο πολύ. Μπορεί λοιπόν να δει κανείς τι σημαίνει η λέξη διεκδίκηση της εξασφάλισης που διαπερνά όλους τους εξασφαλισμένους.

Για μένα λοιπόν το ζήτημα είναι αυτοί οι τρεις πόλοι της ίδιας υποκειμενικότητας (γιατί πρόκειται για την ίδια υποκειμενικότητα, με την έννοια ότι το ιδανικό που κατασκευάζεται, δηλαδή η εξασφάλιση), αποτελεί επιθυμία και των δυο άλλων πόλων. Αν δεν κρατηθώ στη θέση μου, αν δεν αγκιστρωθώ, θα πέσω στην κατάσταση της μη–εξασφάλισης. Η ιδέα ότι θα μπορούσε κανείς να εισχωρήσει στις ελίτ αποκλείεται. Εκεί οι φραγμοί είναι τόσο ισχυροί όσο εκείνοι που χώριζαν την αριστοκρατία από την τρίτη τάξη. Αλλά ο κίνδυνος να βρεθεί κανείς στην κατάσταση της μη-εξασφάλισης υπάρχει παντού.

Και η υποκειμενικότητα των μη–εξασφαλισμένων δεν είναι κάτι που έχει αφεθεί στην τύχη. Με την έννοια ότι αυτοί δεν είναι μια απόφυση εξωτερική προς το προλεταριάτο. Δεν πρόκειται για εκείνο που οι μαρξιστές είχαν χαρακτηρίσει μ’ αυτή την απαίσια έκφραση λούμπεν – προλεταριάτο. Καθόλου. Οι μη–εξασφαλισμένοι οργανώνονται, κατασκευάζονται από τον παγκόσμιο ενσωματωμένο καπιταλισμό με βιομηχανικό τρόπο. Δεν πρόκειται για ένα τεράστιο κατακάθι, αντίθετα είναι τέλεια ελεγχόμενο (αναφέρομαι, για παράδειγμα, στο τι συμβαίνει στα αμερικάνικα γκέτο, στο Λος Άντζελες, κ.λπ.). Είναι οργανωμένοι σαν σε στρατόπεδα, πρόκειται ακριβώς για ένα είδος Γκουλάγκ. Αρκεί να δει κανείς τα γκέτο των νέγρων, μη–εξασφαλισμένων, που ζουν σε τεράστιους χώρους, μέσα σε τροχόσπιτα, επειδή δεν πληρώνουν φόρους, κ.λπ. Είναι αληθινά στρατόπεδα. Βλέπει κανείς καθαρά την περιχαράκωση, την παγίωση του συστήματος της μη-εξασφάλισης. Η βιομηχανία παγίωσης των περιθωριακών έχει να κάνει μ’ αυτή την κατασκευή υποκειμενικότητας.

Το πρόβλημα της συμμαχίας, είναι ένα πρόβλημα που τίθεται. Δεν τίθεται με όρους εργατικής τάξης εξασφαλισμένης και εργατικής τάξης μη–εξασφαλισμένης. Πιστεύω ότι αυτή η κατηγορικοποίηση είναι πολύ περιοριστική. Πιστεύω ότι τίθεται περισσότερο με όρους συστημάτων αγώνα που διαπερνούν τις αλληλουχίες, συστήματα απόλυτα ανομοιογενή. Γιατί πως μπορούμε να κάνουμε το άθροισμα του κινήματος των γυναικών, του κινήματος των περιθωριακών, των αντιρατσιστών, των ομοφυλόφιλων, των γέρων, των παιδιών, πως να κάνουμε ένα κοινό πρόγραμμα με τις γυναίκες, τους πούστηδες, τους ποιητές, τους μαύρους, τα παιδιά; Όλα αυτά δεν στέκουν μαζί… και όμως, μέσα απ’ όλα αυτά υπάρχουν συστήματα ρήξης, υπάρχουν συστήματα αμφισβήτησης των στόχων της κοινωνίας.

ΡΗΞΗ: Αυτό δε θα μπορούσε να χαρακτηριστεί σαν το παγκόσμιο (καθολικό) προλεταριάτο;

Φ. Γκουαταρί: Γιατί να τ’ ονομάσεις προλεταριάτο; Γιατί να ονομάσεις προλεταριάτο τις γυναίκες, τους γέρους, τους ανθρώπους που θέλουν να κάνουν ποίηση, γιατί;

ΡΗΞΗ: Γιατί πέρα απ’ αυτούς που χαρακτηρίζεις ελίτ, οι υπόλοιποι δεν έχουν τίποτε, είναι μη–εξασφαλισμένοι, δεν μπορούν παρά να γίνουν προλετάριοι.

Φ. Γκουαταρί: Αν θέλεις μπορείς να τους ονομάσεις έτσι. Δεν είμαι καθόλου σεχταριστής, είμαι πολύ ανοιχτός. Αλλά πιστεύω ότι αυτή η ιστορία του προλεταριάτου γεννάει διαρκώς μια παρεξήγηση σε σχέση με τις εργατικές τάξεις, μας πηγαίνει πάντα πίσω στο μύθο του προλεταριάτου.

Εργατική τάξη και συμμαχίες

ΡΗΞΗ: Πρόκειται για ένα ζήτημα προγράμματος κοινωνίας. Ότι δηλαδή, μονάχα ξεκινώντας από ένα δοσμένο τρόπο παραγωγής μιας κοινωνίας μπορούμε να έχουμε και ένα πρόγραμμα εναλλακτικό. Το πρόβλημα μου σε σχέση με όλες αυτές τις περιθωριακές ομάδες που τοποθετούνται έξω από την εργασία είναι ότι σε μια καπιταλιστική κοινωνία, όπου τόσο η υλική όσο και η μη υλική παραγωγή περνούν μέσα από έναν τύπο εργασίας, δεν μπορείς να έχεις ένα άλλο μοντέλο κοινωνίας, που να είναι ταυτόχρονα εφικτό και επαναστατικό, δίχως να έχεις έναν έλεγχο στην εργασία της υπάρχουσας κοινωνίας. Και αυτό νομίζω είναι το πρόβλημα που αντιμετωπίζει το επαναστατικό κίνημα εδώ και 15 χρόνια.

Φ. Γκουαταρί: Ας πάρουμε το παράδειγμα της Βραζιλίας. Πρόκειται για ένα ενδιαφέρον παράδειγμα σήμερα γιατί βλέπουμε σ’ αυτό τη σύγκλιση ιστορικών φαινομένων σε πλήρη αναντιστοιχία μεταξύ τους. Εδώ και τρία χρόνια οικοδομήθηκε ένα κόμμα το Κόμμα της Εργασίας (Κ.Ε.), με ηγέτη το γνωστό συνδικαλιστή Λούλα.

Υπάρχει λοιπόν αυτό το συνδικαλιστικό κίνημα που έχει συσπειρώσει γύρω του εντελώς ανομοιογενή στοιχεία, κυρίως στην περιοχή του Ρίο και του Σάο Πάολο. Κατ’ αρχήν συσπείρωσε όλα τα υπολείμματα των διάφορων μικρό-ομάδων, τροτσκιστές, μαοϊκούς κ.λπ., και ταυτόχρονα, πράγμα απολύτως παράδοξο, τα κινήματα των μαύρων, των ομοφυλόφιλων, των φεμινιστριών, το οικολογικό κίνημα, κ.λπ. Συν την καθολική εκκλησία που το υποστηρίζει, και που η υποστήριξη της δεν είναι διόλου πλασματική.

Βλέπουμε λοιπόν εδώ με ένα παράδειγμα ιστορικό, ζωντανό, πραγματικά εκπληκτικό, πως αυτή η σύγκλιση είναι δυνατή. Βλέπουμε μια μορφή άρθρω­σης των αγώνων. Αλλά αυτό το πολιτικό κίνημα ξεκίνησε από μια εργατική τάξη, άσχημα εξασφαλισμένη αλλά πάντως εξασφαλισμένη, αν λάβουμε υπόψη ότι στα 120 εκατομμύρια κατοίκων της Βραζιλίας υπολογίζεται ότι μονάχα 20 εκατομμύρια περίπου ζουν σε εκχρηματισμένη οικονομία. Πρόκειται λοιπόν για μια εργατική τάξη ενσωματωμένη, άσχημα ενσωματωμένη βέβαια….

Φαντάσου λοιπόν ότι επανερχόταν κανείς στον ξεπερασμένο λόγο της ομαδούλας: Συσπείρωση γύρω από την εργατική τάξη, η εργατική τάξη αυτό, η εργατική τάξη εκείνο… Αν οι εξασφαλισμένες εργατικές τάξεις, όσο προνομιούχες και αν είναι, ενώνονται με βάση τον δικό τους παράγοντα ανασφάλειας, μ’ αυτό το κίνημα κοινωνικού μετασχηματισμού, τότε εντάξει, οι εξασφαλισμένες εργατικές τάξεις είναι μια μειοψηφία ανάμεσα στις άλλες — διαφορετικά θα ξαναπέσουμε αναπόφευκτα στα παλιά σχήματα: πρωτοπο­ριακή οργάνωση, οργάνωση της εργατικής τάξης, ιμάντας μεταβίβασης, κ.λπ. Γιατί ένα από τα δυο μπορεί να γίνει: ή πιστεύουμε ότι η λύση της σημερινής κρίσης περνάει από μια ξέφρενη βιομηχανοποίηση, περνάει από τη απογείωση των υπανάπτυκτων χωρών δηλαδή μια γενικευμένη ιαπωνοποίηση του πλανήτη, και τότε, εντάξει, ας προχωρήσουμε με τις εργατικές τάξεις αλλά θα εκδημοκρατικοποιήσουμε, θα τα τακτοποιήσουμε, σύμφωνοι, αν σκεφτόμαστε έτσι σύμφωνοι, ας κάνουν υπομονή οι περιθωριακοί, ας συσπειρωθούν ή ας κάνουν μια κοινώνική συμμαχία, σοσιαλ-περιθωριο-δημοκρατική, για να ξεπεράσουν τις δύσκολες μέρες. Πρόκειται τελικά για την φιλελεύθερη οπτική.

Αν όμως δεν κάνουμε αυτή την επιλογή, τη λύτρωση δηλαδή μέσα από την άνοδο του παγκόσμιου καπιταλισμού και το σύστημα του εκβιομηχάνισης, τότε ναι, υπάρχουν εξασφαλισμένες εργατικές τάξεις, όπως υπάρχουν και διανοούμενοι, όπως υπάρχουν άνθρωποι που βρίσκονται στη μια ή την άλλη κατάσταση, μ’ όλα αυτά είναι που προσπαθεί κανείς να δει ένα κίνημα κοινωνικού μετασχηματισμού. Δεν είναι λοιπόν οι εξασφαλισμένες εργατικές τάξεις σαν τέτοιες, εξασφαλισμένες ή μη που επειδή βρίσκονται στην παραγωγή υλικών αγαθών, έχουν την πρωτοκαθεδρία, που κατέχουν το κλειδί των κοινωνικών μετασχηματισμών, την αλήθεια της κοινωνικής αλλαγής. Γιατί άλλωστε οι άνθρωποι που εργάζονται στην διανοητική παραγωγή, στη θεωρητική παραγωγή·είναι το ίδιο σημαντικό σήμερα να εργάζεσαι στα μαθηματικά, τη φυσική, ανθρωπιστικές επιστήμες με το να δουλεύεις για την κατασκευή εξαρτημάτων αυτοκινήτων.

ΡΗΞΗ: Με τη μόνη διαφορά ότι οι διανοούμενοι μπορούν να γίνουν ελίτ ενώ άλλοι όχι.

Φ. Γκουαταρί: Δεν είναι βέβαιο.

ΡΗΞΗ: Ναί, αλλά οι ελίτ προέρχονται από τους διανοούμενους, έστω και αν αυτοί είναι πρώην εργάτες που γίνονται διανοούμενοι, δηλαδή άνθρωποι που διοικούν.

Φ. Γκουαταρί: Κατά τη γνώμη μου η σωστή διάκριση δεν είναι εργάτης – διανοούμενος. Η σωστή διάκριση είναι εξασφαλισμένος μη–εξασφαλισμένος. Γιατί υπάρχουν άνθρωποι που ενώ δουλεύουν στην υλική παραγωγή ανήκουν στις ελίτ, και ταυτόχρονα υπάρχουν διανοούμενοι που είναι μη–εξασφαλισμένοι. Θέλω να πω ότι είναι περισσότερο ζήτημα υποκειμενικών πολώσεων. Υπάρχουν υψηλά ειδικευμένοι εργάτες που συμπεριφέρονται σαν ελίτ, που είναι μικρά αφεντικά. Και τέλος πάντων συχνά αυτοί είναι που υποστηρίζουν τις ελίτ στην εξουσία. Ποιος υποστηρίζει σήμερα το Ρήγκαν, τη Θάτσερ, κλπ., μήπως η αμερικάνικη αστική τάξη; Υπάρχει μια συντηρητική ελιτίστικη κοινή γνώμη που διαπερνά τόσο τους εξασφαλισμένους όσο και τις ελίτ.

Επαναστατικό υποκείμενο ή αλληλουχία;

ΡΗΞΗ: Σε σχέση μ’ αυτή την ιδεολογική κρίση που υπάρχει παντού, πως μπορούμε να δούμε, σε μια προοπτική, αυτό που ονομάζουμε επαναστατικό υποκείμενο σαν φορέα ενός νέου προγράμματος κοινωνίας;

Φ. Γκουαταρί: Εγώ δεν μιλάω με όρους επαναστατικού υποκείμενου, μιλάω με όρους αλληλουχιών. Η αλληλουχία είναι ακριβώς αυτό το είδος καθολικού αστερισμού που αντιπροσωπεύει το Κόμμα Εργασίας στη Βραζιλία. Θεωρητικά αυτό είναι το υποκείμενο, μια αλληλουχία μπορεί να έχει μια τρομερή αποτελεσματικότητα, μπορεί να είναι πολύ πιο αποτελεσματική από τις υποτιθέμενες εντοπίσιμες υποκειμενικότητες. Και όχι μόνο θα μου φαινόταν παράλογο να ταυτίσουμε αυτή την αλληλουχία με την εργατική τάξη αλλά θα έλεγα ότι δεν πρόκειται απλά για ανθρώπινες αλληλουχίες. Αλληλουχίες είναι και οι τεχνολογικές επαναστάσεις, το ίδιο και οι αλλαγές στις σχέσεις ανάμεσα στους ανθρώπους και τα σημεία, τις παραστάσεις, τη μουσική, κ.λπ. Είναι και πράγματα όχι ανθρώπινα αυτά που κάνουν την επανάσταση, με την έννοια ότι, δίχως να πέσουμε σε κάποιο οικονομικό ή τεχνολογικό ντετερμινισμό, είναι προφανές ότι από μια στιγμή και μετά, αν θέλεις να συνεχίσει να είναι λειτουργικός ένας κάποιος κοινωνικός καταμερισμός εργασίας, δεν μπορείς να συνεχίσεις απεριόριστα να χώνεις τους ανθρώπους στα Γκουλάγκ, όπως γίνεται στην ΕΣΣΔ, γιατί τότε τίποτα δεν μπορεί να λειτουργήσει. Είναι σα να θέλεις να βάλεις μπροστά ένα αυτοκίνητο γεμίζοντάς το με νερό αντί για βενζίνη.

Οι νέοι τύποι οικονομίας, οι νέοι τύποι παραγωγής, δεν δουλεύουν παρά μονάχα με ένα είδος υποκειμενικότητας, με ένα είδος κοινωνικής γνώσης των ανθρώπων, και αν οι δομές δεν αλλάζουν, τίποτα δεν προχωράει.

Και αυτό είναι που συμβαίνει τώρα. Η επανάσταση σήμερα δεν είναι απλά αυτό που υπάρχει μέσα στα μυαλά των ανθρώπων, μέσα στις επιθυμίες των ανθρώπων, έτσι όπως ενσαρκώνονται από τις κοινωνικές ομάδες, κ.λπ. Είναι ακόμα κάτι αντίστοιχο μ’ αυτό που συνέβη πριν από τη Γαλλική Επανάσταση. Υπήρχαν τότε κάθε είδους ρεύματα, τάσεις, από την εποχή του Βολταίρου. Υπήρχε βέβαια μια αστική τάξη που δεν άντεχε άλλο αυτούς τους οικονομικούς φραγμούς που την εμπόδιζαν να λειτουργήσει, αλλά επίσης κάπου οι παλιές διανοητικές συντεταγμένες, οι παλιές τεχνολογικές συν­τεταγμένες δεν αντιστοιχούσαν πια σε τίποτα.

Και τώρα βρισκόμαστε μπροστά σε μια τέτοιου τύπου επανάσταση. Η αιτία δεν βρίσκεται μονάχα στην αθλιότητα, την ανεργία, την απελπισία, αλλά τίποτα δεν στέκει στα πόδια του. Τα παραδείγματα μου είναι πάντα σουρρεαλιστικά, μεταφυσικά. Ξέρεις τους σουρρεαλιστές που έβαζαν στο τραπέζι μια ομπρέλα πλάι σε μια ραπτομηχανή. Στη Γαλλία λοιπόν υπάρχει μια τεράστια κρίση της βιομηχανίας ομπρελών. Τις ομπρέλες που κοστίζουν 30 φράγκα όταν τις κατασκευάζουμε εδώ, θα τις παράγουν για 1 φράγκο στην Ταϊβάν. Κάποια στιγμή λοιπόν θα είναι αδύνατο να παραχθούν ομπρέλες.

Είναι λοιπόν και όλα αυτά, κατά τη γνώμη μου, το υποκείμενο. Δηλαδή δεν πρόκειται για υποκείμενο αλλά για αλληλουχία, για χώρο. Κι αυτά επίσης αποτελούν το υποκείμενο της ιστορίας. Δεν πρόκειται δηλαδή για τη σχέση με τις μάζες, πρόκειται για γεγονός ότι τίποτα δεν προχωράει, έχουν όλα μπλοκαριστεί.

Μ’ αυτό δεν θέλω να πω ότι υπάρχει μια αναγκαιότητα της επανάστασης, σα διαλεκτική αναγκαιότητα, γιατί οι αντιθέσεις είναι έτσι και το προλεταριάτο θα έρθει, κλπ., όχι. Υπάρχουν όμως ολόκληροι βιομηχανικοί κλάδοι που σταματούν εντελώς, υπάρχουν πόλεις που έχουν ολότελα παραλύσει. Και η απάντηση είναι πως όλα θα διορθωθούν μόνα τους, όπως λέει και η κυρία Θάτσερ. Μοιάζει σαν κάποιος να βρίσκεται σ’ ένα σπίτι που έχει πάρει φωτιά και να λέει ότι «η εμπειρία δείχνει ότι οι φωτιές πάντα σβήνουν». Βέβαια, αυτό είναι αλήθεια, όμως αν παραμείνεις μέσα θα καείς κι εσύ μαζί. Πράγματι δεν υπάρχει πυρκαγιά που να μην έσβησε με τον ένα ή άλλο τρόπο. Αυτό είναι η κρίση.

ΡΗΞΗ: Μήπως θα μπορούσες να αναπτύξεις λίγο περισσότερο την άποψη σου για τη μοριακή επανάσταση;

Φ. Γκουαταρί: Αποτελεί ακριβώς την προέκταση όλων αυτών που ανέφερα προηγούμενα. Είναι αυτή η επαναστατική αλληλουχία (προτιμώ να μιλάω για αλληλουχία και όχι για υποκείμενο γιατί ο όρος υποκείμενο είναι πολύ υποκειμενικός).

Αυτή τη στιγμή λοιπόν βλέπουμε πως οι συμμαχίες που εμφανίζονται είναι ένας εντελώς νέου τύπου. Όχι μόνο είναι δυνατές οι συμμαχίες ανάμεσα σ’ ένα κομμάτι των εξασφαλισμένων εργατικών τάξεων και τους νέους προλετάριους, αλλά είναι δυνατές και συμμαχίες ανάμεσα στο γυναικείο γίγνεσθαι, το παιδικό γίγνεσθαι… Κι έπειτα υπάρχουν ακόμα τόσοι τρόποι ν’ αλλάξεις τα πράγματα, να εισχωρήσεις μέσα σε διαδικασίες που γίνονται σαν τέτοιες παράγοντες αλλαγής, ακόμα και επαναστατικές. Κάπου ένας τύπος ποίησης, μουσικής, ευαισθησίας, δημιουργίας, ένας τύπος ρήξης, εγγράφεται σε ένα μετασχηματισμό. Κι αυτό είναι που εγώ χαρακτηρίζω σα μοριακή επανάσταση. Για μένα διέρχεται σε αντίθεση, όπως ένας τομέας σε σχέση με κάποιον άλλο τομέα, από τη μια πλευρά η κοινωνική επανάσταση και από την άλλη η μοριακή επανάσταση. Είναι κάτι που αλληλοδιασχίζεται.

Υπάρχει ένας νέος τύπος σχέσεων που αναπτύσσονται, ένας νέος τύπος αλήθειας, ένας νέος τύπος αποτελεσματικότητας. Όλες οι επαναστάσεις που αντιμετωπίζουμε έχουν τέτοια γνωρίσματα, είναι κάτι που σπάει, είναι μια προσπέλαση στην αλήθεια και κατ’ συνέπεια στη σημειωτική αποτελεσματικότητα ενός νέου τύπου. Η κοινωνική νόηση, κατά τη γνώμη μου, περνάει σήμερα και από την ποίηση, τη μουσική, την επινόηση ομάδων έκφρασης για παράδειγμα οι ελεύθεροι ραδιοσταθμοί, περνάει από το να αναλάβουμε σχέσεις χώρου. Για μένα δεν σημαίνει τίποτα ένας πολιτικός αγωνιστής που ζει σαν παπάς, σαν ασκητής, που έχει μια σεξουαλική, και στη συνέχεια συζυγική, ζωή ολότελα αντιδραστική.

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*