περ. ΡΗΞΗ (1980-1993), ΡΗΞΗ τ.13

Πέρα από τη μισθωτή εργασία

Συγγραφέας:  Gorz André ΤΕΥΧΟΣ13

Η «κρίση της εργασίας» για την oποία γίνεται τόσος λόγος στη κοινωνιολογική φιλολογία εδώ και δέκα χρόνια, είναι μάλλον αδόκιμη έκφραση. Δεν είναι η εργασία που βρίσκεται σε κρίση, αλλά η μισθωτή εργασία, δηλαδή εργασία που υπαγορεύεται και πληρώνεται από έναν τρίτο: τον εργοδότη. Αυτή η κρίση αντιστοιχεί στην «αδιαφορία προς τη συγκεκριμένη εργασία», που πρόβλεπε ο Μαρξ στο βαθμό που θα αυξανόταν η κοινωνικοποίηση της εργασίας. Η αποστροφή που προκύπτει από αυτή την κατάσταση απέναντι στη μισθωτή εργασία —θα την ονομάσω ετερόνομη για να τη διακρίνω από τις αυτόνομες δραστηριότητες ή εργασίες— δεν είναι, πιστεύεται, μονάχα συνέπεια του κατακερματισμού της εργασίας ή της ιεραρχικής καταπίεσης. Και σαν απόδειξη φέρνω τα αποτελέσματα των παρακάτω δημοσκοπήσεων που έγιναν τόσο στη Δυτ. Γερμανία όσο και στη Σουηδία όπου ο εμπλουτισμός της εργασίας, η ελαστικότητα των ωραρίων, η υψηλή αναλογία μισθωτών μερικής απασχόλησης (25%) έκαναν την εργασία «πιο ανθρώπινη» από οπουδήποτε αλλού:

Τι είναι πιο σημαντικό; Ή μισθωτή εργασία σας ή αυτό που κάνετε έξω από τη (μισθωτή) εργασία σας;

 

Η εργασία

Σουηδία

1955

33%

Δραστηριότητες

 

1977

17%

εκτός εργασίας

Ο.Δ.Γ.

1962

 

36%

 

1976

 

56%

 

Στην ερώτηση: Θα θέλατε να μπορείτε να ζείτε χωρίς να είστε υποχρεωμένοι να εργάζεστε; έδιναν θετική απάντηση το 1978, στη Γαλλία, το 51% ατόμων ηλικίας από 18 μέχρι24, το 44% των ατόμων που ρωτήθηκαν, αλλά το 55% των ψηφοφόρων των κομμουνιστών, το 22% μόνο των αγροτών και το 38% των βιοτεχνών.

Στην ίδια ερώτηση που τέθηκε το 1981 σε ένα δείγμα μισθωτών της Βουργουνδίας, θετική απάντηση έδωσε το 61% αυτών που κέρδισαν από 4.000 —6.000 φράγκα, (48.000 – 72.000 δρχ.).

Στην ερώτηση: Εάν η εβδομάδα εργασίας σας ήταν κατώτερη από 30 ώρες, τι θα κάνατε στον ελεύθερο χρόνο σας; η οικογενειακή ζωή έρχεται πρώτη στις απαντήσεις με 51%, ακολουθούμενη από δραστηριότητες αυτόνομης παραγωγής «Θα έφτιαχνα περισσότερα πράγματα εγώ ο ίδιος και θ’ αγόραζα λιγότερα απέξω» τις οποίες βρίσκουμε ότι προτιμά το 42% των αγροτών και των μεσαίων στελεχών και το 45% των εργατών (εθνικός μέσος όρος: 39%) Η αποστροφή προς τη μισθωτή εργασία συμβαδίζει λοιπόν με τον πόθο για μια ζωή που να επιτρέπει περισσότερες αυτόνομες δραστηριότητες που έχουν περιεχόμενο σαν τέτοιες1.

Σε αντίθεση με αυτό όμως, η κοινωνία μας είναι οργανωμένη με τρόπο που να τις καθιστά αδύνατες: εάν θέλουμε να έχουμε τη δυνατότητα εργασίας, πρέπει κάποιος να μας απασχολήσει να μας διατάξει, να μας πληρώσει γι’ αυτό. Και τότε, στο 80% των περιπτώσεων, η ετερόνομη δουλειά δεν επιτρέπει παρά μια περιωρισμένη προσωπική επένδυση και, κυρίως στη Γαλλία, αφήνει λίγα περιθώρια επαγγελματικής εξέλιξης: φθείρεται κανείς χωρίς να προχωρά σε τίποτα.

Δεν θα υπάρχουν ποτέ πια αρκετές θέσεις πλήρους απασχόλησης για όλους

Το πρόβλημα λοιπόν είναιδιπλό. Συνίσταται στα εξής:

Στο να μετασχηματιστεί η μισθωτή εργασία έτσι ώστε να πάψει να είναι χωρίς νόημα και ακρωτηριαστική γι’ αυτούς που την κάνουν.

Να τεθούν στη διάθεση όλων —τόσο εδώ σ’ εμάς όσο και στον Τρίτο Κόσμο— τα μέσα που επιτρέπουν στον άνθρωπο να είναι ενεργητικός, παραγωγικός, δημιουργός πλούτου από μόνος του, με τρόπο αυτόνομο, χωρίς να εξουσιάζεται ούτε να πληρώνεται από κάποιον άλλο γι’αυτό.

Αυτή η ανάπτυξη των μέσων αυτόνομης εργασίας είναι μια αναγκαιότητα ιδιαίτερα προφανής στον Τρίτο Κόσμο, γιατί ποτέ η εκβιομηχάνιση ούτε, κυρίως η εξαγωγή (από εμάς) ετοιμοπαράδοτων εργοστάσιων θα προσφέρει μισθωτή απασχόληση στο 30, το 50 ή ακόμα και το 70% του πληθυσμού ο οποίος στις πιο φτωχές χώρες είναι στερημένος από κάθε δυνατότητα να παράγει με σταθερό τρόπο τα μέσα επιβίωσης του.

Στον Τρίτο Κόσμο το δικαίωμα στη δουλειά δεν μπορεί να είναι δικαίωμα σε μια μισθωτή απασχόληση· δεν μπορεί παρά να είναι το δικαίωμα στα μέσα εργασίας, και ειδικότερα, το δικαίωμα στη γη.

Η κατάσταση δεν είναι θεμελιακά διαφορετική σ’ εμάς. Γιατί δεν υπάρχουν, και κύρια δεν θα υπάρχουν ποτέ πια αρκετές θέσεις πλήρους απασχόλησης για όλο το οικονομικά ενεργό πληθυσμό, κι αυτό παρά την τεράστια σπατάλη στις βιομηχανοποιημένες κοινωνίες. Διότι μπήκαμε στην εποχή αυτής της κατάργησης της άμεσης μισθωτής εργασίας που πρόβλεπε ο Μαρξ ήδη από το 1845 (και που έπρεπε, σύμφωνα με αυτόν, να οδηγήσει στην κατάλυση του καπιταλισμού και στην πραγματοποίηση του «κομμουνισμού») και της οποίας η πραγματικότητα συνεχίζει να αμφισβητείται για λόγους ιδεολογικούς και πολιτικούς έστω και αν προκύπτει από έρευνες και μελλοντολογικές μελέτες που έγιναν, στην Ομοσπονδιακή Γερμανία και στις ΗΠΑ, κύρια από μη κυβερνητικά ιδρύματα. Θα αναφέρω μονάχα δυο αριθμούς: Σύμφωνα με την εμπιστευτική έρευνα της Siemens σ’ ένα μεγάλο δείγμα επιχειρήσεων που απασχολούν 2,7 εκατομμύρια υπάλληλους, το 1/3 περίπου των θέσεων γραφείου, το 25% των θέσεων στο λιανικό εμπόριο και το 28% στις δημόσιες υπηρεσίες, θα είναι σε θέση να αυτοματοποιηθούν πριν το 1990. Κι αυτό χωρίς να υπολογίσουμε τα αποτελέσματα της αυτοεκπαίδευσης και αυτοθεραπείας μέσω ηλεκτρονικού υπολογιστή που δεν καλύπτονται από τη μελέτη της Siemens.

Σύμφωνα με τη μελέτη που πραγματοποίησε το ίδρυμα ερευνών του Στάνφορντ για λογαριασμό της UAW (Ενωμένοι Εργάτες Αυτοκινήτων της Αμερικής), το 80% των θέσεων των εργατών θα έχει αυτοματοποιηθεί στις ΗΠΑ πριν από τα τέλη του αιώνα. Οι χειρώνακτες δεν θα αντιπροσωπεύουν λοιπόν πια παρά το 5 έως 8% του οικονομικά ενεργού πληθυσμού.

Η τεχνολογική επανάσταση που εξελίσσεται, εκείνη της μικροηλεκτρονικής. είναι το ίδιο σημαντική, από τη δυναμική της όσο και η πρώτη βιομηχανική επανάσταση. Η μηχανοποίηση και η καταστροφή της οικοτεχνίας συντέλεσαν στο να γεννηθεί η σοσιαλιστική θεωρία και το όραμα ενός μέλλοντος όπου η μισθωτή εργασία θα καταργούνταν πλατιά προς όφελος της εθελοντικής συνεργασίας. Το πρώτο σκέλος αυτής της προφητείας είναι στην πορεία της ολοκλήρωσης του, αλλά το αρχικό σοσιαλιστικό όραμα (οουενιστικό στην αρχή, στη συνέχεια μαρξιστικό,ανάμεσα στα άλλα) ενός ξεπεράσματος της μισθωτής σχέσης, μιας κατάργησης των εμπορευματικών σχέσεων μιας εξαφάνισης των συνόρων της τάξης, είναι σήμερα ξεχασμένο έστω κι αν η επικαιρότητά του είναι μεγαλύτερη παρά ποτέ. Το εργατικό και σοσιαλιστικό κίνημα ενδιαφέρεται πολύ περισσότερο να αγωνιστεί ενάντια στην αυτοματοποίηση και να διατηρήσει ή ακόμα να εξαπλώσει την μισθωτή εργασία σε νέα στρώματα παρά να θέσει την μικροηλεκτρονική επανάσταση κάτω από τον έλεγχο του για τους δικούς του σκοπούς. Το γεγονός ότι η μισθωτή είναι απ’ τη βάση της μια σχέση υποταγής και αλλοτρίωσης2, όποιο κι αν είναι το σύστημα της ιδιοκτησίας, αυτό το γεγονός έχει ευρέως ξεχαστεί από τους «παράγοντες» των κοινωνικών θεσμών. Έτσι όλα εξελίσσονται λες και όλοι, συνδικάτα, αφεντικά και κράτος, καθένας για τους δικούς του λόγους, ενώνονται στην ίδια άρνηση, να δουν την πραγματικότητα της μικροηλεκτρονικής επανάστασης και τις ακόλουθες συνέπειες της:

—Η μισθωτή εργασία δεν μπορεί να παραμείνει ούτε να ξαναγίνει εργασία πλήρους απασχόλησης για όλους. Εάν ο καθένας πρέπει να είναι σε θέση να βρίσκει μια μισθωτή απασχόληση, αυτή η απασχόληση δεν θα μπορεί να είναι πλήρες ωράριο. Δεν θα μπορεί να είναι η κύρια απασχόληση.

—Εάν θέλουμε να έχει ο πληθυσμός τη δυνατότητα να αγοράζει την αυξανόμενη μάζα του παραγμένου πλούτου με ολοένα και λιγότερη δουλειά, πρέπει να τελειώνουμε μ’ αυτή τη θεμελειακή προϋπόθεση του «νόμου της αξίας»; την πληρωμή των ατόμων σαν «εργαζομένων» σε αναλογία με τον αριθμό των ωρών εργασίας.

Θα χρειαστεί ένα εισόδημα που να εξασφαλίζεται ανεξάρτητα από αυτό τον αριθμό (ο όρος «μισθός» παύει να είναι κατάλληλος), σε συνάρτηση με τον παραγμένο κοινωνικό πλούτο, όπως το προβλέπουν άλλωστε κάποιες προδρομικές συλλογικές συμβάσεις που δεν μπορούν όμως να γενικευτούν στο καπιταλιστικό σύστημα.

Η αποδοχή αυτών των δυο συνεπειών της μικροηλεκτρονικής επανάστασης ισοδυναμεί με τη θέληση για μια κοινωνία όπου όλος ο κόσμος θα δουλεύει πολύ λιγότερο με αντίτιμο ένα μισθό ώστε να μπορούν όλοι να δουλέψουν για την κοινότητα στο σύνολο της. Πρέπει λοιπόν να βάλουμε σαν στόχο την εβδομάδα των 30 ωρών προς το 1990, αυτή των 20 ωρών πριν τα τέλη του αιώνα. Η μισθωτή απασχόληση θα πρέπεινα σταματήσει να είναι το κύριο περιεχόμενο της ζωής μας.

Αφεντικά και συνδικάτα αρνούνται να δουν το ζήτημα

Εάν αρνηθούμε αυτές τις προοπτικές θα συνεχίσουμε να προχωράμε προς μια κοινωνία όπου θα υπάρχουν γιαπαράδειγμα 30% άνεργοι (νούμερο που δόθηκε από το Michel Rocard αρχές του 1983 για τη δεκαετία του1990), 50% προσωρινά εργαζόμενοι χωρίς μόνιμο καθεστώς ούτε ειδίκευση ούτε επαγγελματική εξέλιξη, ούτε εγγύηση, περνώντας από τη μια άχαρη και κακοπληρωμένη δουλειά στην άλλη (όπως στην Ιαπωνία) και 20% μόνιμα εργαζόμενοι πλήρους απασχόλησης προστατευμένοι από ένα καταστατικό και τις συλλογικές συμβάσεις.

Είναι αυτό το είδος της δυαδικής κοινωνίας, κατά τα ιαπωνικά πρότυπα, προς το οποίο εξελισσόμαστε τώρα, κλείνοντας εντελώς τα μάτια για να μη δούμε τους δύο όρους της εναλλακτικής προοπτικής. Αυτή η εθελοτυφλία έχει βαθειές ρίζες τόσο στα αφεντικά όσο και στα συνδικάτα.

Για τα αφεντικά, η δουλειά πλήρους απασχόλησης, πρέπει να διατηρηθεί σαν κανόνας, ακόμα κι αν αυτό έχει σαν αποτέλεσμα μια τεράστια μάζα ανέργων, γιατί είναι το μόνο μέσο για να διατηρήσουν τις σχέσεις κυριαρχίας και βασίζονται στην ηθική της αποδοτικότητας. Η πλήρης απασχόληση σημαίνει ότι η ζωή του εργαζόμενου είναι οργανωμένη γύρω από τη δουλειά του, ότι χρωστά τον εαυτό του σ’ αυτήν, ότι ο εργοδότης ασκεί μια εξουσία πάνω σε όλες τις διαστάσεις της ζωής του μισθωτού. Εάν η μισθωτή εργασία δεν είναι πια παρά μια δραστηριότητα ανάμεσα στις άλλες, σε μια πολυπολική ύπαρξη, η υπακοή, η πειθαρχία, η ιεραρχική υποταγή δεν είναι δυνατόν να επιβληθούν στους μισθωτούς με αυταρχικό τρόπο: Θα πρέπει να κερδηθεί η συνεργασία τους.

Αυτό που ισχύει για τα αφεντικά, ισχύει επίσης σε κάποιο βαθμό, και για τους συνδικαλιστικούς μηχανισμούς.

Εάν οι άνθρωποι δεν δουλεύουν περισσότερο από τρεις ή τέσσερις μέρες τη βδομάδα, ή δυο εβδομάδες τον μήνα, ή πέντε μήνες το χρόνο και έχουν τη δυνατότητα να αναπτύξουν αυτοκαθοριζόμενες δραστηριότητες στον υπόλοιπο χρόνο, δεν είναι μόνο τα αφεντικά, είναι και το συνδικάτο που δεν θα έχει πια πάνω τους το ίδιο είδος κυριαρχίας. Ο μαζικός συνδικαλισμός θα έχει πια ξεπεραστεί ακριβώς γιατί δεν θα υπάρχουν πια οι μάζες. Η ιδιότητα του μισθωτού εργαζόμενου δεν θα είναι πια ο κύριος προσδιορισμός που χαρακτηρίζει ένα άτομο και αυτό εδώ θα απαιτήσει να προστατεύεται, να ακούγεται, να λαμβάνεται υπόψη στις άλλες του διαστάσεις, τουλάχιστον τόσο όσο και στη διάστασή του ως «μισθωτού». Η φύση της οργάνωσης, οι ρυθμοί και τα επίπεδα της συλλογικής δράσης πρέπει να επανεξεταστούν και να είναι ανοιχτά σε εξωοικονομικούς προβληματισμούς και, ιδιαίτερα, πολιτιστικούς με την πιο πλατιά έννοια, προβληματισμούς που το συνδικάτο δεν είναι παρά πολύ σπάνια προετοιμασμένο να υιοθετήσει.

Να γιατί το συνδικάτο επίσης, κυρίως στο επίπεδο του μηχανισμού), υπερασπίζεται την ιδεολογία της εργασίας πλήρους απασχόλησης και την κεντρική θέση της μισθωτής εργασίας στην ζωή του καθένα. Πρόκειται για την επιβίωση των δομών του, του είδους εξουσίας του, της βάσης της δύναμής του, που είναι η μάζα αυτών που εργάζονται μόνιμα, προστατευμένοι, καλυμμένοι από συλλογικές συμβάσεις.

Μια μάζα στερημένη από κάθε δικαίωμα και λόγο.

Όμως αυτή η βάση της συνδικαλιστικής δύναμης μειώνεται σταθερά. Αυτό το είδαμε στην αρχή αυτής της έκθεσης, στο παράδειγμα της Σουηδίας, ανάμεσα σ’ άλλα: η τάξη αυτών (αντρών και γυναικών) που ταυτίζονται με τη μισθωτή εργασία τους και τη μετατρέπουν στο κύριο περιεχόμενο της ζωής τους, αυτή η τάξη γίνεται μια αδύναμη μειοψηφία, μια μειοψηφία προνομιούχα. Η πλειοψηφία ήδη αποτελείται από εκείνους οι οποίοι —οι νέοι, οι περισσότερες γυναίκες, οι άνω των πενήντα ετών, οι υποαπασχολούμενοι και οι εντελώς άνεργοι κλπ.— περνούν από τη μία προσωρινή δουλειά στην άλλη, δουλεύουν σπάνια όλο το χρόνο, θεωρούν κάθε δουλειά σαν ένα τυχαίο και πρόσκαιρο μέσο επιβίωσης. Η τεχνολογική επανάσταση που εξελίσσεται κινδυνεύει να διογκώσει όλο και πιο γρήγορα αυτή τη μάζα που ονόμασα «μη-τάξη των μη εργαζόμενων». Όχι ότι δε δουλεύει: απλά δεν μπορεί να ταυτιστεί με τις δουλειές που εκτελεί ούτε να τοποθετηθεί σε μια θέση επακριβώς καθορισμένη μέσα στην κοινωνική διαδικασία της παραγωγής. Αυτή η μάζα των μεταβιομηχανικών προλετάριων είναι το προϊόν της αποσύνθεσης της κοινωνίας της εργασίας και των ταξικών δομών. Είναι στερημένη από τα πάντα, χωρίς θέση μέσα στη κοινωνία, χωρίς όνομα στο λεξιλόγιο της πολιτικής κοινωνιολογίας, χωρίς κανενός είδους εκπροσώπηση, χωρίς ικανότητα οργάνωσης ούτε μερίδιο εξουσίας.

Εάν, στο όνομα τηςιδεολογίας της μισθωτής εργασίας, το εργατικό κίνημα αγνοεί αυτή τη μάζα των χωρίς δικαίωμα· εάν αρνείται να λάβει υπόψη του, μέσα στη στρατηγική του, την ύπαρξη αυτής της μάζας προωθώντας —για να έχει ήσυχη την συνείδησή του— την ολοκληρωτικιά απραγματοποίητηαπαίτηση εργασίας πλήρους απασχόλησης για όλους —σε δουλειές που, επιπλέον, θα ήταν ευεργετικές,δημιουργικές, κοινωνικά χρήσιμες και αυτοδιαχειριζόμενες— τότε το εργατικό κίνημα θα παίξει, είτε το θέλει είτε όχι, ένα ρόλο συντηρητικό: εκπρόσωπος μιας ελίτ της εργασίας που ιδιοποιείται σε βάρος άλλων τις μόνιμες θέσεις εργασίας, τα επαγγέλματα του μέλλοντος και τις εξουσίες που απορρέουν από αυτά, το εργατικό κίνημα θα σχηματίσει εκ των πραγμάτων μια συμμαχία συντηρητική με τα αφεντικά και το Κράτος για να αρνηθεί το «μοίρασμα της απασχόλησης» και να περιθωριοποιήσει την πλειοψηφία του πληθυσμού. Μ’ αυτόν τον τρόπο θα οδηγηθούμε προς μια κατάσταση λατινοαμερικάνικου τύπου ως προς το σημείο, τουλάχιστον ότι η οργανωμένη κοινωνία αποκλείει και συνθλίβει μια πλειοψηφική μάζα των στερημένων από κάθε δικαίωμα και λόγο την οποία, μακροπρόθεσμα, θα φτάσει στο σημείο να καταστείλει με τη δικτατορία, είτε αυτή η δικτατορία είναι στρατιωτικού τύπου είτε, όπως στο Μεξικό, τηρεί τα νόμιμα προσχήματα ασκούμενη με τη μεσολάβηση ενός κράτους όπου το συνδικάτο είναι κομμάτι του.

Να διαχωρίσουμε δικαίωμα στην εργασία και δικαίωμα στην απασχόληση

Υπάρχει μόνο ένας δρόμος για να αποφύγουμε αυτή την εξέλιξη: το μοίρασμα των θέσεων εργασίας δηλ. η προγραμματισμένη και ταυτόχρονα διαπραγματευόμενη μείωση του χρόνου εργασίας. Πρέπει να δει κανείς καλά ότι αυτό δεν εμπεριέχει μόνο τη ρήξη με την ηθική της αποδοτικότητας αλλά επίσης τις δύο παρακάτω απόψεις: στο βαθμό που ο χρόνος εργασίας μειώνεται και η αντίληψη της «πλήρους απασχόλησης» χάνει όλο το νόημά της, το δικαίωμα στο εισόδημα δεν μπορεί πλέον να εξαρτάται από την ποσότητα της προσφερόμενης μισθωτής εργασίας- το δικαίωμα στην εργασία δεν μπορεί πια να είναι συνώνυμο του δικαιώματος σε μια μισθωτή απασχόληση. Ας δούμε αυτά τα δύο σημεία διαδοχικά:

Ένα εισόδημα ανεξάρτητο από τον εργάσιμο χρόνο

Ήδη από τώρα, για ένα αυξανόμενο ποσοστό του πληθυσμού, το δικαίωμα στο εισόδημα έχει αποσυνδεθεί από την εκπλήρωση μιας συγκεκριμένης εργασίας. Αλλά έχει αποσυνδεθεί με τρόπο υποτιμητικό, με μέτρα που διατείνονται ότι είναι εξαιρετικά και προσωρινά εναναμονή της «αποκατάστασης της πλήρους απασχόλησης». Η πραγματικότητα που η σημερινή πολιτική κρύβει είναι ότι πληρώνονται οι μεν για να δουλεύουν πλήρες ωράριο, και οι δε για να εμποδιστούν να εκτελέσουν μια οποιαδήποτε εργασία. Σ’ αυτή την δεύτερη κατηγορία θα βρείτε, αναμφισβήτητα, τα 2 εκατομμύρια ανέργους, περισσότερο ή λιγότερο επιδοτούμενους, αλλά επίσης τους πρόωρα συνταξιοδοτημένους αυτούς που στέλνονται σε «σχολές μαθητείας» για να αποκτήσουν πρακτικές γνώσεις τις οποίες δεν θα εφαρμόσουν ποτέ (εκτός και αν πραγματοποιηθεί το μοίρασμα της απασχόλησης), τους 600.000 νέους που αμείβονται για μαθητείες που σπάνια, καταλήγουν σε προσλήψεις, τις εκατοντάδες χιλιάδες φοιτητών που παρατείνουν τις σπουδές χωρίς προοπτική επαγγελματικής αποκατάστασης. Σ’ αυτούς που η «αγορά εργασίας» δεν μπορεί να απορροφήσει, σύμφωνα με τους κανόνες που διέπουν την «απασχόληση» εξασφαλίζεται ένα εισόδημα τις περισσότερες φορές μηδαμινό, που εμφανίζεται σαν μια ελεημοσύνη, όχι σαν ένα δικαίωμα.

Όσο περισσότερο αναπτύσσεται η αυτοματοποίηση και η πληροφορική στην παραγωγή, τόσο περισσότερο αυτή η κατάσταση θα γίνεται ανυπόφορη. Η αυτοματοποίηση προκαλεί τη συστολή της μάζας των καταβαλλόμενων μισθών και θέτει το οικονομικό σύστημα μπροστά στο ερώτημα: πώς να κάνει τον κόσμο να αγοράζει την προσφερόμενη παραγωγή; Πώς να εξασφαλίσει μια ζήτηση που να αντιστοιχεί στον παραγμένο πλούτο με μια όλο και πιο μικρή ποσότητα μισθωτής εργασίας; Αρχίζουμε να διαβλέπουμε την απάντηση που η εμπορευματική τάξη δίνει σ’ αυτό το ερώτημα: τα εμπορεύματα θα είναι επιφορτισμένα με την ευθύνη να αγοράζουν τους καταναλωτές τους οι πολίτες θα πληρώνονται για να αποκτούν προϊόντα και υπηρεσίες από την κατανάλωση των οποίων θα γίνονται τέτοιοι που η κοινωνία τους έχει ανάγκη να είναι. Η δραστηριότητα της κατανάλωσης, επειδή προσφέρει σ’ αυτήν (δηλαδή στην κοινωνία) ένα μέσο για να ομαλοποιεί και να ελέγχει τα άτομα, πρόκειται να γίνει ένα είδος αμειβόμενης εργασίας. Ο Ζακ Αταλί αυτό το ονομάζει η «κοινωνία της αυτοεπιτήρησης»: είναι αυτή που βλέπουμε να γεννιέται όταν άνθρωποι πληρώνονται για να καταναλώνουν ασκήσεις επαγγέλματος, μαθητείες και προγράμματα χωρίς προοπτική επαγγελματικής αποκατάστασης ιατροφαρμακευτικές καταναλώσεις και σε λίγο πολλά άλλα πράγματα ακόμα.3

Υπάρχει λοιπόν ένας τρόπος συντηρητικός, εξαπατητικός και κατασταλτικός για να εξασφαλιστεί στους πολίτες ένα εισόδημα που δεν είναι συνδεμένο με μια πραγματική εργασία. Εξαρτάται από το εργατικό κίνημα, κύρια, να επιβάλλει την καθιέρωση μιας εγγύησης του εισοδήματος που να είναι ένα δικαίωμα θετικό, φορέας ελευθερίας. Χωρίς να μπω εδώ σε λεπτομέρειες4 θα δείξω μόνο ότι η ιδέα αυτού του δικαιώματος είναι τόσο παλιά όσο και το ίδιο το εργατικό κίνημα. Στην ουσία, στην σύγχρονη μορφή του, ξεκινά από την αρχή ότι κάθε άνθρωπος έχει προς τηνκοινωνία ένα χρέος ωρών εργασίας που θα πληρώσει σ’ όλη τη διάρκεια της ζωήτου. Στις σημερινές συνθήκες, αυτό το χρέος ανέρχεται περίπου σε 20.000 έως 30.000 ώρες, δηλ. το ισοδύναμο των 10 έως 15 χρόνων εργασίας με πλήρες ωράριο που θα πρέπει να προσφερθεί μέσα σε διάστημα μιας πεντηκονταετίας. Σε αντάλλαγμα,η κοινωνία εγγυάται στον καθένα, σ’ όλη τη διάρκεια της ζωής του, ένα εισόδημα που του εξασφαλίζει τις στοιχειώδεις ανάγκες. Σύμφωνα με αυτή την αρχή ο πολίτης δεν αμείβεται πια σαν εργαζόμενος με βάση το κόστος αναπαραγωγής της εργατικής του δύναμης αμείβεται σαν ανθρώπινη ύπαρξη, σαν μέλος μιας κοινωνίας που απαιτεί λίγη άμεση εργασία για να παραχθεί αυτό που είναι απαραίτητο για όλους. Εκεί ακριβώς βρίσκεται ο «κομμουνισμός» όπως τον διέβλεπε ο Μαρξ και πριν από αυτόν οι ρικαρντιανοί σοσιαλιστές, και του οποίου τα βασικά χαρακτηριστικά έπρεπε να είναι: η κατάργηση της μισθωτής εργασίας, η εξάλειψη του νόμου της αξίας και των εμπορευματικών ανταλλαγών, ο θρίαμβος της εθελοντικής συνεργασίας και της αυτονομίας.

Η κυριαρχία μη οικονομικών αξιών

Η αναγκαιότητα να μη συγχέουμε το δικαίωμα στην εργασία, και το δικαίωμα σε μια μισθωτή απασχόληση αποκτά μέσα σ’ αυτήν την οπτική όλο της το νόημα. Εμπεριέχει την άρνηση της κυρίαρχης τάσης που είναι η παραγωγή να αποφασίζεται με βάση τον αριθμό «θέσεων που πρέπει να δημιουργηθούν» και άρα να θεωρείται σκοπός της παραγωγής όχι η χρησιμότητα των προϊόντων αλλά η διαφύλαξη ενός συστήματος κυριαρχίας που στηρίζεται στη μισθωτή σχέση. Η οικονομία του πολέμου και της βαρβαρότητας εμφανίζονται στον ορίζοντα αυτής της βιομηχανοκεντρικής ιδεολογίας της «εργασίας για την εργασία» και της «παραγωγής για την παραγωγή».

Το δικαίωμα στην εργασία, διάφορο από το δικαίωμα σε μια μισθωτή απασχόληση σημαίνει ότι πέρα από την ετερόνομη μισθωτή εργασία που παραμένει αναγκαία αλλά δεν καλύπτει πια τον περισσότερο χρόνο του καθένα, κάθε άνθρωπος έχει πρόσβαση σ’ ένα φάσμα το πλατύτερο δυνατό μέσων αυτόνομης εργασίας όπως και γνώσεων. Περιέγραψα αλλού5 αυτό που θα μπορούσε να είναι η άρθρωση της κοινωνικά αναγκαίας μισθωτής εργασίας με αυτόνομες, προαιρετικές δραστηριότητες. Το ουσιώδες είναι ότι αυτές οι δραστηριότητες, ατομικές ή συνεργατικές, εμπεριέχουν το σκοπό τους από μόνες τους, δηλαδή επιτρέπουν στα άτομα να χειραφετηθούν από τις σχέσεις χρήματος για να μεταφερθούν στη σφαίρα των μη οικονομικών σκοπών, όπου η «αξία» των δημιουργών δεν υπολογίζεται με βάση την τιμή τους αλλά την ικανοποίηση, τη χαρά και τις συναισθηματικές ανταλλαγές που αυτές προσφέρουν.

Η επέκταση της σφαίρας των οικονομικών δραστηριοτήτων και η επικράτηση των στόχων τους ήταν το χαρακτηριστικό του καπιταλισμού. Η αρχική απαίτηση του σοσιαλισμού ήταν να ξανατοποθετήσει το οικονομικό στη θέση του —δευτερεύουσα— και να οδηγήσει σε μια κατάσταση όπου τα άτομα δεν θα κυριαρχούνται πια από την αναγκαιότητα να πουλούν την εργασία τους. από τις μηχανές, από τους κατόχους των μηχανών και από τη δύναμη των αναγκών τους, αλλά όπου οι χώροι —ανοιχτοί στον εθελοντικό συνεταιρισμό και στη συνεργασία, σε δραστηριότητες εμπνευσμένες από την αγάπη του καλοφτιαγμένου έργου, από την απόλαυση του να δίνεις και να ανταλλάσσεις— θα συγκροτήσουν την κυρίαρχη σφαίρα. Από την ύπαρξη ή την απουσία αυτών των χώρων πρόκειται να εξαρτηθεί η έννοια ή η μη έννοια, της κατάργησης της μισθωτής εργασίας. σε ένα μεγάλο βαθμό, η επέκταση αυτών των χώρων πρόκειται να εξαρτηθεί από την πολιτιστική κοινωνική και οικονομική πολιτική. Αλλά καμιά πολιτική, κανένα κράτος δεν μπορούν από μόνα τους, να κάνουν τον καθένα να βρει μέσα του —όταν η μισθωτή εργασία θα πάψει να αποτελεί το κέντρο της ζωής μας— τις δυνάμεις, που θα του επιτρέψουννα βάλει στη θέση των παλιών καταναγκασμών και ειδώλων τους κανόνες που ταιριάζουν στους πόθους του και στην ολόπλευρη ανάπτυξή του.

1.         Αντιπαραθέτω τις αυτόνομες δραστηριότητες στην ετερόνομη εργασία, επειδή η μισθωτή είναι εξ ορισμού ετερόνομη. Αυτή η αντίθεση είναι πολύ πιο ουσιώδης και πλατειά απ’ ό,τι εκείνη ανάμεσα σε «εργασία ηλίθια» και «εργασία ενδιαφέρουσα και με περιεχόμενο». Oι στρατιωτικές έρευνες, για παράδειγμα παρά την ετερονομία τους και την αποτρόπαια φρίκη των αποτελεσμάτων τους. παρουσιάζουν συχνά ένα μεγάλο επιστημονικό ενδιαφέρον για τους ερευνητές που «αναμιγνύονται»σε αυτές. όντας, εντελώς αδιάφοροι για τον προορισμό τους.

2.         Επειδή ο μισθωτός δεν μπορεί να αναγνωρίσει τον εαυτό του στο προϊόν «του» ούτε, πιο συχνά, να γνωρίζει τον προορισμό του. και να είναι υπεύθυνοι για την πορεία του—όποια κι αν είναι άλλωστε η ειδικότητα και το σύμφυτο ενδιαφέρον της εργασίαςτου.

3.     Αναπτύσσοντας τις αναλύσεις του Ζακ Ατταλί, έδειξα στο έργο «Οι δρόμοι του Παραδείσου» (Εκδόσεις Galilée 1983), ότι ένα σύστημα που αμείβει τις δραστηριότητες της κατανάλωσης δεν διατηρεί από τον καπιταλισμό παρά τα επιφαινόμενα και τις σχέσεις κυριαρχίας, εξάρτησης: το ονομάζω «νεκρόζώντανος καπιταλισμός».

4.     Βλέπε, A.Gor/ ο.π.

5.     Βλέπε, Α. Gorz, ο.π.

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*