περ. ΡΗΞΗ (1980-1993), ΡΗΞΗ τ. 16

Ταξική αυτονομία και Εθνικό

Συγγραφέας: της Σύνταξης ΡΗΞΗ τ. 16

Σήμερα το θέμα του στρατού, το εθνικό κ.λπ. έχουν μπει στην καθημερινότητα. Και μέχρι σήμερα πάνω σ’ αυτό το θέμα δεσπόζει ο λόγος του κυρίαρχου σοσιαλκαπιταλισμού: λόγος που με διαφορετικές εκδοχές, ανάλογα με την κυβέρνηση, συνοψίζεται στα εξής: «Για να αποφύγουμε τον πόλεμο, πρέπει να στηριχτούμε στους διεθνείς συσχετισμούς — παλατζάρισμα ανάμεσα σε NATO και Ανατολή — χωρίς να τους διαταράσσουμε σοβαρά, εξευμενίζοντας την Τουρκία (αποδοχή της διχοτόμησης στην Κύπρο και του τετελεσμένου της Τουρκικής κατάκτησης) και παράλληλα σχετική ενίσχυση του στρατού μη μας βρει και κανένα κακό. Επομένως ενίσχυση της πολεμικής βιομηχανίας, σε ένα κάποιο ποσοστό και εκσυγχρονισμός του στρατού. Στον εκσυγχρονισμό του στρατού περιλαμβάνεται και μια κάποια υποχώρηση στα αιτήματα της μάζας των φαντάρων για ανθρωπινότερες συνθήκες ζωής στο στρατό. Αλλά, προς Θεού, χωρίς να σπάσει η ιεραρχία κι η πειθαρχία και το τάϊσμα με όλο και παχουλότερους μισθούς των αξιωματικών, γιατί μπορεί να μας κάνουν και κανένα πραξικόπημα».

Απέναντι σ’ αυτή την κυρίαρχη λογική δεν υπάρχει ουσιαστικά κανένας αντίλογος. Και μάλιστα δεν υπάρχει σοβαρός αντίλογος ούτε καν από το χώρο που κατά τεκμήριο θα έπρεπε να προβάλει μια εναλλακτική λογική: τον ακροαριστερό, κι αυτό εξαιτίας της μεγάλης ιδεολογικής σύγχυσης που κυριαρχεί από την ουσιαστική ιδεολογικο-πολιτική διάλυση αυτού του χώρου. Και σ’ αυτό το ζήτημα η έλλειψη γραμμής είναι καθοριστική. Γιατί είναι ζήτημα περίπλοκο και δύσκολο. Το αποτέλεσμα αυτής της σύγχυσης είναι ότι και η δουλειά για το στρατό που είχε γίνει παλιότερα οδηγείται σε αδιέξοδο.

Γι’ αυτό γίνεται σήμερα αναγκαίο να υπάρχει ένα συστηματικό ξεκαθάρισμα των αντίστοιχων προβλημάτων που κάποτε θα μπορέσει ίσως να οδηγήσει σε μια παρέμβαση με νέο περιεχόμενο.

Εθνική ομοψυχία και ταξική σύγκρουση

Ένα ψευτοδίλημμα που προβάλλεται- από τους εγχώριους αριστεριστές είναι το ακόλουθο: όποιος υποστηρίζει πως στην Ελλάδα υπάρχει εθνικό ζήτημα, αυτός αναπόφευκτα θα πέσει στη λογική της «εθνικής ομοψυχίας». Επομένως τα πράγματα πρέπει να είναι καθαρά: ή υποστηρίζεις πως δεν υπάρχει εθνικό ζήτημα, οπότε είσαι «επαναστάτης», ή, αν αντίθετα υποστηρίζεις ότι υπάρχει εθνικό ζήτημα, τότε υποχρεωτικά πέφτεις στην παγίδα της εθνικής ομοψυχίας. Όσο για την πραγματικότητα, έ, πότε αυτά τα γκρουπούσκουλα λογάριασαν την πραγματικότητα ώστε να τη λογαριάσουν και τώρα;

Το παράδοξο δε που παρατηρείται είναι ότι αυτοί οι φοβεροί επαναστάτες που δε θέλουν την εθνική ομοψυχία, σπανίως τη σπάνε όταν πρόκειται για κάτι συγκεκριμένο, είτε στο δρόμο είτε στη διαδήλωση είτε στην απεργία. Μένουν πιστοί στον «προγραμματικό» επαναστατισμό και ασχολούνται με την άγρα μελών ή, άλλες εκδοχές, με τα μπαρ και τα έντυπά τους αποφεύγοντας κάθε σύγκρουση με το κράτος. Κατά τα άλλα όμως είναι καθαροί επαναστάτες. Αντίθετα βέβαια εμείς που θέλουμε την «εθνική ομοψυχία», εδώ και δέκα χρόνια δεν έχουμε σταματήσει να την σπάμε, στο δρόμο, τη διαδήλωση, την

απεργία, στις δίκες και τις φυλακές, και συγκρουόμαστε αδιάκοπα με τους «επαναστάτες» που πάνω στα συγκεκριμένα μας βρίζουν πάντα «εξτρεμιστές». Ποιος δε θα θυμηθεί τους επαναστάτες κάθε φορά που ήταν να γίνει κάποια «επικίνδυνη» διαδήλωση να κάνουν πάντα ό,τι περνάει από το χέρι τους για να μη σπάσει η εθνική ομοψυχία στην πράξη; Δεν έχει υπάρξει σύγκρουση και αντιπαράθεση, όχι μόνο από το Πολυτεχνείο του ’80 και μετά αλλά και πολύ παλιότερα, που αυτοί οι καθαροί επαναστάτες να μην προσπάθησαν να την σαμποτάρουν και να την υπονομεύσουν, και στο τέλος να συρθούν με το ζόρι σε μια αντιπαράθεση. Γι’ αυτό λοιπόν, ανάλογα με την περίπτωση, μας χαρακτηρίζουν ή εθνικιστές ή πιο συχνά εξτρεμιστές, αυθορμητιστές, αυτόνομους, κ.λπ. κ.λπ. Και όμως, σύμφωνα με τον περιβόητο διαχωρισμό τους, θα έπρεπε να είμαστε τα «καλά παιδιά» της εθνικής ομοψυχίας, όπως ακριβώς… είναι οι ίδιοι.

Αυτό το παράδοξο δεν μπορεί παρά να έχει μια και μόνο ερμηνεία, ότι η πραγματικότητα είναι ακριβώς αντίστροφη στην Ελλάδα. Μπορεί κανείς να διασπά την εθνική ομοψυχία αποτελεσματικά, με μεγάλη διάρκεια και με κάποιες πιθανότητες επιτυχίας στη συνολική κοινωνία, μόνο όταν αναγνωρίζει το εθνικό ζήτημα και κινείται με βάση αυτή την πραγματικότητα. Όποιος αντίθετα δεν κατανοεί το εθνικό ζήτημα δεν μπορεί παρά να είναι ή τροτσκιστικό υπόλειμμα του παρελθόντος ή νεαρός βλαστός του αστισμού που εξαγοράζει τις ταξικές ενοχές του με «ταξικές αναφορές», αλλά σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να έχει μια γραμμή σύγκρουσης για την Ελλάδα.

Με τον ίδιο τρόπο που στην Κατοχή, όποιος δεν κατανοούσε το εθνικό δεν μπορούσε να πάρει τα όπλα και παρέμενε ντιλετάντης (έστω και αν έκανε ακόμα και σωστές κριτικές σ’ αυτούς που τα πήραν), ανίσχυρος και άπρακτος, ακριβώς γιατί δεν κατανοούσε το κεντρικό. Με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που στο Βιετνάμ, την Κίνα, παλιότερα, τη Νικαράγουα σήμερα, κ.λπ. κ.λπ., επαναστάτες δεν είναι όσοι μιλάνε για ταξική καθαρότητα, αλλά εκείνοι που συνδυάζουν εθνική πραγματικότητα και ταξική σύγκρουση.

Γι’ αυτό και στην Ελλάδα είναι οι καθαροί επαναστάτες που αποφεύγουν σαν ο διάολος το λιβάνι τις κακοτοπιές της οποιασδήποτε σύγκρουσης με το κράτος, ενώ οι «εθνικιστές» κάνουν αυτή τη δουλειά για λογαριασμό των… «επαναστατών».

Εδώ θα πρέπει να κάνουμε μια διευκρίνηση. Στην εποχή μας, απέναντι στο ζήτημα του πολέμου και το εθνικό υπάρχουν δύο επαναστατικές τακτικές, δύο επαναστατικές τοποθετήσεις, ανάλογα με τη χώρα και τη συγκυρία. Στις χώρες που συμμετέχουν σε ιμπεριαλιστικούς πολέμους, άσχετα με το ποιος «επιτίθεται» και ποιος «αμύνεται» εκεί δεν χωράει καμιά συζήτηση. Αντίθεση στον πόλεμο που φτάνει και σε εμφύλιο. Και δε θα ανατρέξουμε στο Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, θα πάμε σε πρόσφατα παραδείγματα, στο αντιπολεμικό κίνημα στην Αμερική ενάντια των πόλεμο του Βιετνάμ, ενώ ακόμα πιο καθαρή περίπτωση ήταν ο πόλεμος των Φώκλαντ όπου «αμυνομένη» ήταν η ιμπεριαλιστική Αγγλία. Εδώ επρόκειτο για μια σαφή περίπτωση ιμπεριαλιστικού πολέμου. Όποιος δεν καταγγέλλει έμπρακτα τον πόλεμο παίζει υπέρ της εθνικής ενότητας.

Αντίθετα όπου υπάρχει εθνικό ζήτημα εκεί τα πράγματα αντιστρέφονται. Επαναστατική είναι η πολιτική που προσπαθεί να αφαιρέσει από την αστική τάξη την ηγεμονία στη διαχείριση των εθνικών ζητημάτων και να συνθέσει ταξικό κίνημα και εθνικό ζήτημα. Αυτό που συνέβη σε όλες τις μεγάλες αντιαποικιακές επαναστάσεις, αυτό που συνέβη στην Κομμούνα του Παρισιού, αυτό που συμβαίνει σήμερα στη Βόρεια Ιρλανδία. Εκεί ακριβώς επαναστάτες είναι όσοι συγκρούονται με την αστική τάξη και στα δύο μέτωπα της σύγκρουσης, και τα συνδυάζουν, εθνικό και ταξικό. Αντίθετα διάφορες λεπτές και καθαρές ψυχές «επαναστατών» που υπήρξαν και υπάρχουν και σ’ αυτές τις χώρες και που θέλουν να διαχωρίσουν τον «καθαρά» ταξικό αγώνα από τον εθνικό, παραμένουν στο περιθώριο χωρίς συνήθως να ενοχλούν έντονα ή να ενοχλούνται από το κράτος. Ακριβώς γιατί είναι «off».

Το ίδιο λοιπόν, αλλά σε πολύ μικρότερη κλίμακα και διαστάσεις συμβαίνει και στην Ελλάδα. Όποιος δεν κατανοεί ότι στο πεδίο της εξωτερικής πολιτικής η Ελλάδα αντιμετωπίζει μια εξωτερική σωβινιστική απειλή που έχει εκφραστεί με την κατάληψη της μισής Κύπρου και τις ενδημικές διεκδικήσεις στο Αιγαίο, τη Θράκη και την υπόλοιπη Κύπρο, τότε αυτός δεν καταλαβαίνει τίποτε από την ελληνική πραγματικότητα, και γι’ αυτό εξάλλου είναι «off» στη σύγκρουση και με το κράτος στα υπόλοιπα πεδία της ταξικής πάλης. Γιατί πράγματι όταν ζεις «έξω» από τη χώρα σου αποτελείς ένα στοιχείο που δεν έχει τα ιδεολογικά, ηθικά και πολιτικά κότσια να συγκρουστεί με το κράτος με διάρκεια και αποτελεσματικότητα. Στην καλύτερη περίπτωση είσαι ένα μικρό παράρτημα του ΚΚΕ στη αντινατοϊκή καμπάνια του. Και βέβαια δεν είναι τυχαίο το πόσο κοντά αυτές οι διάφορες ομαδούλες βρίσκονται με τον μεγάλο αδερφό στη θέση για τα «εθνικά».

Μια επιθετική στρατηγική

Αντίθετα η μόνη με συνέπεια επαναστατική πολιτική δεν μπορεί παρά να στηρίζεται σε μια και μόνη στρατηγική, την αμφισβήτηση της σοσιαλ-αστικής ηγεμονίας και στο ζήτημα του στρατού και σ’ εκείνο της «εθνικής άμυνας». Η μόνη επαναστατική τοποθέτηση είναι η μεταφορά της ταξικής πάλης μέσα στο στρατό, η κατάκτηση της προλεταριακής αυτονομίας σε ένα νέο πεδίο. Αμφισβήτηση, κριτική και καταστροφή του αστικού στρατού, όχι μέσα από την άρνηση της ύπαρξης ενός εθνικού ζητήματος, αλλά αντίθετα μέσα από την αποδοχή αυτής της πραγματικότητας και την υπονόμευση της σοσιαλ- αστικής ηγεμονίας. Και σοσιαλ-αστική ηγεμονία σημαίνει στρατοκρατία, σημαίνει πειθαρχία αστικού – φασιστικού τύπου, σημαίνει οι αποφάσεις στα χέρια των καραβανάδων. Αντίθετα, πάλη ενάντια σ’ αυτή σημαίνει μια άμυνα που μετατίθεται στα χέρια των φαντάρων, που χτυπάει την αστική πειθαρχία, που οδηγεί προοπτικά σε ένα σχήμα λαϊκής πολιτοφυλακής, σε μια σύγχρονη εκδοχή της. Έτσι λοιπόν πάλη ενάντια στην ταξική ηγεμονία της αστικής τάξης πάνω στο εθνικό ζήτημα και πάνω στο στρατό σημαίνει ταξική πάλη μέσα στο στρατό. Και μια τέτοια πάλη βέβαια δεν μπορούν και δεν πρόκειται να την διεξάγουν όσοι αρνούνται την ύπαρξη εθνικού προβλήματος. Μπορούν να την διεξάγουν μόνο όσοι, ξεκινώντας απ’ αυτή την διαπίστωση, παλεύουν ενάντια στην αστική ηγεμονία στο στρατό. Γιατί η ύπαρξη απειλής από τους σωβινιστές της Τουρκίας κατανοείται από το λαό και τους φαντάρους τόσο καλά ώστε δεν υπάρχει καμιά δυνατότητα δράσης μέσα στο στρατό μιας άποψης που θέλει να είναι γενικά και αφηρημένα αντιπολεμική. Αυτές οι απόψεις κυκλοφορούν μόνο έξω από το στρατό. Δεν είναι τυχαίο. Μέσα στο στρατό μόνο μια επαναστατική πολιτική μπορεί να υπάρξει: η αμφισβήτηση της αστικής ηγεμονίας στο εθνικό και το στρατό. Κύριοι καραβανάδες αρνούμαστε, έμπρακτα, την ηγεμονία σας, αρνούμαστε έμπρακτα το δικαίωμά σας να αποφασίζετε για τα πάντα, διεκδικούμε εμείς μια άλλου τύπου άμυνα που φτάνει μέχρι τα συμβούλια των φαντάρων και το λαϊκό στρατό.

Και έχουμε ήδη πολλά επιχειρήματα σε μια τέτοια κατεύθυνση.

Το γεγονός ότι ο στρατός «τους» είναι εκείνος που ξεπούλησε την Κύπρο. Το γεγονός ότι δεκάδες χιλιάδες νέοι προτιμούν να πάρουν τρελόχαρτο παρά να περάσουν από το καθαρτήριο του σοσιαλ-αστικού στρατού. Το γεγονός ότι ο στρατός τους έχει χρησιμοποιηθεί τόσες και τόσες φορές για την κατάπνιξη των λαϊκών ελευθεριών. Για όλους αυτούς και για χιλιάδες άλλους λόγους διεκδικούμε το δικαίωμα να αμφισβητούμε στο στρατοκρατικό μηχανισμό, στους σοσιαλ-καπιταλιστές στην εξουσία, το δικαίωμα βέτο πάνω στο ζήτημα της άμυνας και του στρατού.

Η άμυνα πρέπει να περάσει στα χέρια του λαού, στα χέρια των φαντάρων. Αυτή μόνο μπορεί να είναι μια κατεύθυνση σύγκρουσης μέσα στο στρατό και για το στρατό. Αυτή μόνο μπορεί να είναι μια απάντηση στη νέα συγκυρία.

Η καινούργια συγκυρία στο στρατό

Γιατί πράγματι στο στρατό υπάρχει μια νέα συγκυρία που καθορίζεται από την εξάλειψη προοδευτικά της λογικής του παλιού στρατού της Δεξιάς και το πέρασμα σε ένα στρατό «σύγχρονο», παρόμοιο με άλλα σοσιαλκαπιταλιστικά μοντέλα της Ανατολής και της Δύσης. Παράλληλα εμφανίστηκε και εδραιώθηκε η παρουσία της ΚΕΕΔ, του ΚΚΕ εσωτερικού, κ.λπ.

Είναι προφανές λοιπόν πως δεν αρκούν πια τα αρχικά αιτήματα του «εκδημοκρατισμού», που λίγο πολύ αποτέλεσαν τον κινητήρα του κινήματος. Σήμερα ο «εκδημοκρατισμός» πρέπει να πάει παραπέρα, στη διεκδίκηση της αντιπαλότητας των ταξικών συμφερόντων και οπτικών γύρω από το σύνολο των ζητημάτων του στρατού και της άμυνας. Αυτό βέβαια δεν μπορεί να γίνει μόνο προγραμματικά ή αφηρημένα, αλλά ξεκινώντας πάντα από τα συγκεκριμένα αιτήματα των φαντάρων.

Ξεκινώντας από αιτήματα οικονομικά που πρέπει να αξονιστούν γύρω από το ζήτημα του μισθού, που είναι ώριμο να μπει πια, και μάλιστα σε αντίθεση με τους παχυλούς μισθούς των αξιωματικών, περνώντας από τα ζητήματα συνθηκών ζωής και «πειθαρχίας» και φτάνοντας μέχρι συνολικά ζητήματα, όπως εκείνα των εξοπλισμών, ποιος αποφασίζει γι’ αυτούς και ποιος τους ελέγχει, κ.λπ. κ.λπ., όπως και ζητήματα προσανατολισμού της συνολικής πολιτικής της κυβέρνησης και του κράτους.

Στη νέα συγκυρία που θα εξελιχθεί βέβαια με μακρόσυρτους ρυθμούς — εκτός εξωτερικού «απροόπτου» — θα κληθούμε να απαντήσουμε και να παρέμβουμε σε αιτήματα αυτής της κατηγορίας. Γι’ αυτό αναπόφευκτα θα υπάρχει και ένα σταδιακό ξεκαθάρισμα οπτικών και προοπτικών.

Πάντως θα αρχίσει να μπαίνει δειλά – δειλά, αλλά προοδευτικά όλο και πιο έντονα, το αίτημα της πάλης ενάντια στον αστικό ή αν προτιμάτε σοσιαλ-αστικό στρατό. Και αυτή η πάλη δεν μπορεί να διεξαχθεί με στοιχειώδη σοβαρότητα και αποτελεσματικότητα παρά μόνο από εκείνη τη θέση που αναγνωρίζει την πραγματικότητα του εθνικού και έτσι μπορεί να προσφέρει στον κόσμο και τους φαντάρους μια αποτελεσματική δυνατότητα αντίστασης στον εκβιασμό της εθνικής ομοψυχίας που προβάλλουν οι σοσιαλ-αστοί. Η θέση της ταξικής αυτονομίας είναι σαφής: «εθνικό, ναι, αλλά ποια τάξη έχει το πάνω χέρι», και αυτό το αίτημα ταυτίζεται με εκείνο των συμφερόντων και των αιτημάτων των φαντάρων. Εξάλλου αυτή η παρέμβαση είναι η μόνη που μπορεί να δώσει και οποιαδήποτε εχέγγυα πως το εθνικό δε θα χρησιμοποιηθεί από την αστική τάξη για να περάσει την οποιαδήποτε σωβινιστική εκδοχή του εθνικού και να «καπελώσει» τις ταξικές αντιθέσεις.

Έτσι λοιπόν παρ’ όλο που σήμερα ηχεί κάπως σαν μουσική του μέλλοντος το αίτημα που θα μπαίνει στα επόμενα χρόνια είναι το αίτημα της πάλης ενάντια στον αστικό στρατό, της πάλης για να περάσει η άμυνα στα χέρια του λαού.

Αυτός είναι ο ιδιαίτερος τρόπος με τον οποίο εμείς στην Ελλάδα θα μπορέσουμε να βρεθούμε σε παρόμοιο μήκος κύματος με το μεγάλο αντιπολεμικό κίνημα που διαπερνάει την Δυτική Ευρώπη, κίνημα που τελικά στοχεύει στην καταστροφή του αστικού στρατού. Αυτό όμως πάντα ξεκινώντας από την ελληνική ιδιαιτερότητα της ύπαρξης εθνικού ζητήματος.

Σ’ αυτή την κατεύθυνση της πάλης, που θα πρέπει σταδιακά να φωτίσουμε τόσο στρατηγικά όσο και τακτικά, θα προωθήσουμε για μια ακόμα φορά τη σύγκρουση με το καθεστώς και την εθνική ομοψυχία, ενώ οι «επαναστάτες» για μια ακόμα φορά θα συνεχίσουν να ταλαντεύονται ανάμεσα στην προγραμματική επαναστατικότητα και την ατολμία ή ανυπαρξία της πράξης.

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*