Άρδην τ. 1-9, Άρδην τ.6, Περιοδικό Άρδην

Είχα ένα όνειρο Άρδην τ. 6

Είχα ένα όνειρο
Του Γιώργου Καραμπελιά
Ποιό είναι άραγε το όνειρο μας μέσα στο ζόφο του λυκόφωτος της δυτικής δημοκρατίας, όταν δεν πεθαίνει απλώς μια μορφή ζωής, μια μορφή πολιτισμού, αλλά ο ίδιος ο άνθρωπος τέτοιος που τον γνωρίσαμε; Και αυτό το όνειρο μπορεί να πάρει συνεκτική μορφή, μπορεί να αγκαλιάσει το ατομικό και το συλλογικό, το μικροεπίπεδο και το μακροεπίπεδο; Αμφίβολο. Ο ίδιος ο κυρίαρχος «πολιτισμός» δεν ονειρεύεται πλέον, πορεύεται, σύμφωνα με ρυθμούς που του επιτάσσει η παγκόσμια ανακύκληση των κεφαλαίων, ασθμαίνων προς το οντολογικό και οραματικό του μηδέν. Το παλιό κομμουνιστικό κίνημα προσέφερε μια τέτοια συνολική πρόταση, ένα καθολικό όραμα, όπως έκανε κάποτε, πολύ παλιότερα, η καθολική εκκλησία, στην εκδοχή των Ιησουητών, ή μερικές εκδοχές του προτεσταντισμού, ή όπως κάνει σήμερα ο ριζοσπαστικός ισλαμισμός.
Γι’ αυτό ο κόσμος μας έχει μείνει μετέωρος, κομματιασμένος- τα όνειρα στην καλύτερη περίπτωση είναι μερικά, είτε ατομικά είτε συλλογικά.
Στο παρελθόν, τα όνειρα μου υπήρξαν θωρακισμένα με την βεβαιότητα του θριάμβου, με την αδήριτη πορεία της καθημερινότητας προς τη δυαδική εξουσία, την έκρηξη μιας επαναστατικής υποκειμενικότητας που θα ανέτρεπε την σιδηρά αλλά σαθρή αντικειμενικότητα των νόμων του εμπορεύματος. Το βασίλειο της αλληλεγγύης –η βασιλεία του νέου ή και του παλιού Θεού για κάποιους– θα εγκαθιδρυόταν στη θέση του «αμαρτωλού κόσμου» των δακρύων, του ανταγωνισμού, του αιματηρού και αιμάσσοντος ατομικισμού.
Έκτοτε τα όνειρά μου άλλαξαν προς δύο κατευθύνσεις. Εκείνη της αβεβαιότητας και της δυνητικότητας -ενός αγώνα που δεν έχει καμία προκαθορισμένη έκβαση- και εκείνη της συγκεκριμενοποίησης, του «εφικτού» όσο και μερικού «ονείρου». Το όνειρο μου έγινε τώρα βασανισμένο, μια τεκτονική σύσπαση, ρήγματα και χαράδρες το διαπερνούν, στενές κοιλάδες διαδέχονται απάτητες κορυφές και απόκρημνα περάσματα. Κάποτε, η υπέρβαση της μερικότητας, του στενού και ιδιαίτερου συμφέροντος, η αναγωγή στο πανανθρώπινο, στο καθολικό,
φάνταζαν ως ένα άλμα λυτρωτικό, ως μια επανάσταση, ως η «μεγάλη νύχτα». Καμία διαμεσολάβηση, κανένα ενδιάμεσο στάδιο, καμία «μετάβαση» χωροχρονική.
Ή «παγκόσμια επανάσταση» ή θάνατος. Και στο ίδιο φαντασιακό πεδίο κινούνται σήμερα οι ιδεολογίες των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, μιας ορισμένης οικολογίας των υπερεθνικών μη κυβερνητικών οργανισμών, και προφανώς του εμπορεύματος. Η αλληλουχία είναι άτομο/τάξη-κόσμος/σύμπαν. Βέβαια, στην πράξη, απεδείχθη ότι οι άνθρωποι -τουλάχιστον στη συντριπτική τους πλειοψηφία• έχουν οικογένεια, φίλους, χωριό ή γειτονιά, πατρίδα, γλώσσα, ιδιαίτερο πολιτισμό, θρησκεία κ.λπ. Στην πράξη απεδείχθη ότι τα έθνη και τα εθνικά ζητήματα όχι απλώς υπονόμευσαν τις ιδεολογίες μιας αφηρημένης παγκοσμιότητας, συχνά με τραγικό τρόπο, όπως έγινε στη Γιουγκοσλαβία, αλλά και ότι πίσω από τις ιδεολογίες της παγκοσμιότητας κρύβονταν ιδιαίτερα συμφέροντα χωρών και πολιτισμών, κατά τον ίδιο τρόπο που πίσω από τον σημερινό «ευρωπαϊσμό» κρύβονται τα γαλλογερμανικά συμφέροντα και πίσω από την θεωρία της παγκόσμιας τάξης τα αμερικάνικα.
Η αντιπαράθεση δύο μοντέλων
Απέναντι σε αυτή την τραγική διαπίστωση, της κατάρρευσης της παλιάς καλής καθολικότητας, υπάρχουν δύο δυνατές αντιδρά¬σεις. Η μία είναι η επιλογή της μερικότητας, της ιδιαιτερότητας, ως του μοναδικού και αποκλειστικού σημείου αναφοράς. Άτομο, θρησκεία, έθνος –για να μη φθάσουμε σε μορφές σχεδόν καρικατούρας, όπως αθλητικό σωματείο– γίνονται τα μοναδικά κλειδιά ερμηνείας της πραγματικότητας. Αυτή η επιλογή όχι μόνο καταδικασμένη στην αποτυχία ακριβώς γιατί η καθολικοποίηση των προβλημάτων είναι πρακτική και δεν είναι δυνατό να υπάρξει μια απάντηση μονοδιάστη, αλλά και κινδυνεύει να αφήσει ελεύθερο το πεδίο στην καθολικότητα του εμπορεύματος στην παγκοσμιοποίηση των πολυεθνικών.
Η δεύτερη είναι όχι η άποψη της καθολικότητας αλλά η μεταβολή της υπόστασής της, καθώς και του τρόπου που συγκροτείται. Σε αυτή την οπτική η καθολικότητα δεν προσεγγίζεται μέσα από την ισοπέδωση αλλά μέσα από την συμβολή της ιδιαιτερότητας, της μερικότητας, στο γενικό, στο καθολικό. Η συγκρότηση του παγκόσμιου πολιτισμού δεν θα είναι έτσι υποταγή στο Χολιγουντιανό μοντέλο γενίκευσης-ισοπέδωσης αλλά στη συνάντηση και τη διασταύρωση πολιτισμών. Η παγκόσμια οικονομία και κοινωνία δεν θα συγκροτηθεί μέσα από την απεριόριστη επέκταση των πολυεθνικών, αλλά μέσα από τη συγκρότηση σε εθνικό και περιφερειακό επίπεδο μορφών οικονομικής και κοινωνικής οργάνωσης που θα ανταποκρίνονται στα μεγέθη και τις δυνατότητες συμμετοχής των ίδιων των ανθρώπων σε αυτές. Η επαφή των κοινωνιών και οικονομιών θα γίνεται μάλλον μέσα από τη γενίκευση των κοινωνιών –πράγμα που είναι συμβατό με τη σημερινή τεχνολογική εξέλιξη του τομέα των πληροφοριών– και όχι από την εντατικοποίηση των εμπορικών ροών και ρευμάτων που προκαλεί οικονομική και κοινωνική αποσύνθεση στις πιο αδύνατες χώρες τεράστια οικολογικά προβλήματα σε παγκόσμια κλίμακα. Εξ άλλου, μόνο έτσι είναι δυνατό να υπάρξουν και να διευρυνθούν μορφές άμεσης και συμμετοχικής δημοκρατίας πράγμα, βέβαια, αδύνατο σε πλανητική κλίμακα. Το πρότυπο της αρχαίας ελληνικής δημοκρατίας έγινε δυνατό και εξαιτίας των μεγεθών της αρχαίας πόλης.
Κατά συνέπεια, η απόρριψη της παγκοσμιοποίησης δεν ανταποκρίνεται μόνο σε μια ανάγκη επιμονής στις ρίζες, στην τοπική κοινωνία και οικονομία, σε επιστροφή, αλλά και στις ανάγκες ενός εναλλακτικού μοντέλου κοινωνικής οργάνωσης το οποίο είναι δυνατό να στηριχθεί επιλεκτικά αλλά αποφασιστικά και στις νέες τεχνολογίες.

Μάαστριχτ η Βαλκάνια;
Για χώρες όπως η Ελλάδα υπάρ¬χουν, λοιπόν, πολλαπλές επιλογές συμμετοχής στο παγκόσμιο γίγνεσθαι. Η μία είναι η σημερινή επιλογή της παρασιτικής ενσωμάτωσης στην παγκοσμιοποίηση μέσω της συμμετοχής στην Ευρωπαϊκή Ένωση του Μάαστριχτ, που οδηγεί στο φτώχεμα των οικονομικών και κοινωνικών δεξιοτήτων και ίσως –ή σχεδόν μαθηματικά βέβαια– στην εθνική συρρίκνωση εξ αιτίας της τουρκικής απειλής. Πρόκειται για έναν παρασιτικό εκσυγχρονισμό.

Η δεύτερη επιλογή είναι εκείνη ενός αναχρονιστικού ονείρου, του ονείρου της επιστροφής στο παρελθόν του ελληνισμού, της ελληνικής κοινοπολιτείας που πλέον δεν υπάρχει, και ούτε έχουμε πια τα μεγέθη να θεμελιώσουμε, και το μόνο που μπορεί να κάνει είναι να οδηγεί σε ένα νεκρώσιμο ελλαδικό σόλο, σε ένα αδιέξοδο που εκτρέφει εν τέλει –ως αδιέξοδο– την πρώτη εκδοχή, του δήθεν μονόδρομου του παρασιτικού εκσυγχρονισμού. Είναι η λογική που δεν θέλει να χρησιμοποιήσει δημιουργικά την αμυντική αναγέννηση του ελληνικού εθνισμού, αλλά τη στρέφει στις αδιέξοδες και συχνά φαιδρές προσδοκίες κάποιου μαρμαρωμένου βασιλιά ή π.χ. μιας επιστροφής στην Κωνσταντινούπολη.
Η τρίτη επιλογή είναι εκείνη της δημιουργίας μιας βαλκανικής κοινοπολιτείας στα πλαίσια μιας Ευρώπης ισόρροπης και όχι μοχλού της παγκοσμιοποίησης των πολυεθνικών. Μιας κοινοπολιτείας που θα μεταβάλει και πάλι το βαλκανικό χώρο σε ισότιμο εταίρο της ευρωπαϊκής διαδικασίας και θα εξορκίσει οριστικά τους δαίμονες του πολέμου, του αλληλοσπαραγμού και της απομόνωσης. Μετά από εκατό πενήντα χρόνια απομόνωσης και αλληλσπαραγμού των βαλκανικών λαών, η βαλκανική κοινοπολιτεία φαντάζει ως η μοναδική επιλογή για τους βαλκανικούς λαούς. Ως η μοναδική επιλογή για τη θεμελίωση όχι μόνο μιας ειρηνικής Βαλκανικής αλλά και για την ανάδειξη ενός νέου υποδείγματος συμβίωσης, παραγωγής και κοινωνίας, ανταγωνιστικό προς εκείνο των πολυεθνικών.
Έτσι βλέπω και πάλι το ίδιο όνειρο, το όνειρο του Ρήγα Φεραίου, το όνειρο του Παναγιώτη Πανά, το όνειρο των σοσιαλιστών του Α’ Παγκόσμιου Πόλεμου αλλά και των πρώτων χρόνων της 3ης Διεθνούς. Το όνειρο της βαλκανι¬κής αδελφότητας. Ένα όνειρο που δεν έχει αποκλειστικά χωρο¬ταξική διάσταση αλλά αποτελεί και συμπύκνωση ενός κοινωνικού και πολιτισμικού μοντέλου, που συμπυκνώνει την αντίθεση μου στην παγκόσμια κυριαρχία του πολιτισμού του εμπορεύματος καί των πολυεθνικών, που επιτρέ¬πει την διαμόρφωση ενός οράμα¬τος.
Ίσως κάποιος πει, τα «λίγα» που ζητάς είναι πολλά. Ναι, έχω ένα όνειρο και πάλι.

ΜΠΟΛΙΒΑΡ
Για τους μεγάλους, για τους ελεύθερους, για τους γενναίους,
τους δυνατούς,
Αρμόζουν τα λόγια τα μεγάλα, τα ελεύθερα, τα γενναία,
τα δυνατά,
Γι’ αυτούς η απόλυτη υποταγή κάθε στοιχείου, η σιγή,
γι’ αυτούς τα δάκρυα, γι’ αυτούς οι φάροι,
κι οι κλάδοι ελιάς, και τα φανάρια
Όπου χοροπηδούνε με το λίκνισμα των καραβιών και
γράφουνε στους σκοτεινούς ορίζοντες των λιμανιών,
Γι’ αυτούς είναι τ’ άδεια βαρέλια που σωριαστήκανε στο
πιο στενό, πάλι του λιμανιού, σοκάκι,
Γι’ αυτούς οι κουλούρες τ’ άσπρα σκοινιά, κι οι αλυσίδες,
οι άγκυρες, τ’ άλλα μανόμετρα,
Μέσα στην εκνευριστικιάν οσμή του πετρελαίου,
Για ν’ αρματώσουνε καράβι, ν’ ανοιχτούν, να φύγουνε,
Όμοιοι με τραμ που ξεκινάει, άδειο κι’ ολόφωτο μεσ’
στη νυχτερινή των μπαχτσέδων,
Μ’ ένα σκοπό του ταξειδιού: προς τ’άστρα. […]
Μην ταραχθή κανείς. Κάτω εκεί, να, η λίμνη.
Από δω θα περάσουν, περ’ απ’ τις καλαμιές.
Υπονομεύτηκαν οι δρόμοι: έργο και δόξα του Χορμοβίτη
του ξακουστού, του άφταστου στα τέτοια.
Στις θέσεις σας όλοι. Η σφυρίχτρα ηχεί!
Ελάτες, ελάτε, ξεζέψτε. Ας στηθούν τα κανόνια, καθαρίστε με τα
μάκτρα τα κοίλα, τα φυτίλια
αναμμένα στα χέρια,
Τα τόπια δεξιά. Βρας!
Βρας, αλβανιστί φωτιά: Μπολιβάρ! […]
επίκλησις
Μπολιβάρ! Είσαι του Ρήγα Φεραίου παιδί,
Του Αντώνιου Οικονόμου –που τόσο άδικα τον σφάξαν–
και του Πασβαντζόγλου αδελφός,
Τ’ όνειρο του μεγάλου Μαξιμιλιάνου ντε Ρομπεσπιέρ
ξαναζεί στο μέτωπό σου.
Είσαι ο ελευθερωτής της Νότιας Αμερικής.
Δεν ξέρω πια συγγένεια σε συνέδεε, αν ήτανε απόγονος
σου ο άλλος Αμερικάνος, από το Μοντεβίντεο αυτός.
Ένα μονάχα είναι γνωστό, πως είμαι ο γυιος σου. […]
ΝΙΚΟΣ ΕΓΓΟΝΟΠΟΥΛΟΣ, Μπολιβάρ

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*