Άρδην τ. 1-9, Άρδην τ.8, Περιοδικό Άρδην

ΣΤΑ ΜΟΝΟΠΑΤΙΑ ΤΗΣ ΟΥΤΟΠΙΑΣ, Άρδην τ. 8

ΣΤΑ ΜΟΝΟΠΑΤΙΑ ΤΗΣ ΟΥΤΟΠΙΑΣ

Του Γιώργου Καραμπελιά

Η βασική διαχρονική αρχή της καπιταλιστικής παραγωγής υπήρξε, μέχρι τα τέ­λη της δεκαετίας του 1970, η αδιάκοπη μεγέθυνση των επιχειρήσεων, των παραγωγικών μονάδων, της κλίμακας της παραγωγής (…). Όσο

μεγαλύτερη η επιχείρηση και η παραγωγική μονάδα τόσο χαμηλότερο το κόστος, κλπ. κλπ. Έτσι γινόταν όλο και πιο απόμακρη από τους άμεσους παραγωγούς η παραγωγική διαδικασία και η δυνατότητα επηρεασμού των αποφάσεων σε εργοστάσια που πλησίαζαν τις 50 ή 100 χιλιάδες εργαζομένους, όπως στις αυτοκινητοβιομηχανίες του Ντητρόϊτ ή της ΦΙΑΤ στο Τορίνο. Η «επιστημονική οργάνωση της εργασίας», ο ταιηλορισμός, η διάσπαση της εργασίας σε μια πληθώρα απομονωμένων χειρισμών, ήταν «ο νόμος και οι προφήτες». Μια τέτοια οργάνωση της εργασίας κατέστρεφε κάθε δυνατότητα αυτοδιαχείρισης από τους παραγωγούς και στο μόνο που μπορούσε να τους στρέψει ήταν είτε στη διεκδίκηση καλύτερων μισθών είτε στην καταστροφή του ιεραρχικού συστήματος. (…)

Βέβαια ο επιχειρηματικός και παραγωγικός γιγαντισμός αντιμετώπιζε κριτική. Ήδη ο περίφημος «νόμος του Πάρκινσον» έδειχνε πως όσο αυξάνονται τα μεγέθη μιας επιχείρησης τόσο εντείνεται η αδιαφάνεια ανάμεσα στα διαφορετικά ιεραρχικά επίπεδα και η γραφειοκρατικοποίηση, με αποτέλεσμα οι οικονομίες κλίμακας να αναιρούνται τελικά από το βάρος της γραφειοκρατικής δομής. Στο επίπεδο της οργάνωσης της παραγωγής είχε σωστά επισημανθεί πως ο ταιηλορισμός είναι αποδοτικός μέχρις ενός σημείου, πέραν του οποίου επιτείνει την ανομία της οργάνωσης της παραγωγής.

Αλλά και στο επίπεδο της παγκόσμιας οργάνωσης της παραγωγής, η αυξανόμενη διεθνοποίηση –από τα τέλη της δεκαετίας του ’60 και μετά– θα παραπέμπει όλο και περισσότερο στην πολυεθνική επιχείρηση και στην παγκόσμια οργάνωση της αγοράς, ενώ οι δασμοί των βιομηχανικών χωρών θα πέσουν από το 40% το 1947, όταν ιδρύθηκε η GΑΤΤ, στο 5% το 1990 και, σήμερα, μετά το «γύρο της Ουρουγουάης», τείνουν προς το μηδενισμό τους. Έτσι η οικονομία στο σύνολο της, μοιάζει να βαδίζει προς μια αναπόφευκτη παγκοσμιοποίηση και γιγαντοποίηση που κάνει όλο και πιο απίθανη τη δυνατότητα ενός κοινωνικού ελέγχου πάνω στη μεγαμηχανή.

Ωστόσο, η δεκαετία του 1970 θα δει την κρίση της μεγάλης επιχείρησης και της ταιηλορικής παραγωγικής μονάδας να κορυφώνεται. (…) Η μεγάλη μονάδα παραγωγής θα γίνει η έδρα των κινητοποιήσεων του εργάτη-μάζα και η ακρόπολη της ακαμψίας του εργατικού εισοδήματος. Στην Ιταλία, η Φίατ-Μιραφιόρι θα μειώσει κατά δεκάδες χιλιάδες το προσωπικό της, ενώ στην Αμερική, οι μεγάλες αυτοκινητοβιομηχανίες θα χάσουν πάνω από 300.000 εργαζόμενους. Στη Γαλλία, μέσα σε δεκαπέντε χρόνια (1980-1994), οι βιομηχανικοί εργάτες των μεγάλων εργοστασίων θα πέσουν από 6 εκατομμύρια σε 4.8 εκατομμύρια. Το μέγεθος των μονάδων παραγωγής θα μειωθεί και ένα μεγάλο μέρος της παραγωγής θα παραχωρηθεί σε επιχειρήσεις υπεργολαβίας, σύμφωνα με το γιαπωνέζικο πρότυπο. Στα ευαίσθητα σημεία της αλυσίδας παραγωγής, τα ρομπότ θα αντικαταστήσουν τους εργάτες, ενώ η ίδια η αλυσίδα θα αντικατασταθεί, στην τελική φάση της συναρμολόγησης των αυτοκινήτων, από την κατασκευή του αυτοκινήτου από μια ενιαία εργασιακή ομάδα.(…) Η ανειδίκευτη εργασία αντικαθίσταται εν μέρει από το ρομπότ ή εξορίζεται εκτός εργοστασίου μέσω του φασόν και της υπεργολαβίας. Ο μέσος όρος απασχόλησης των παραγωγικών μονάδων μειώνεται και η «τρίτη Ιταλία», η Ιταλία του κέντρου με τις μικρές παραγωγικές μονάδες, γίνεται το πρότυπο αυτής της νέας παραγωγικής αναδιάρθρωσης. Όσο για τον ανερχόμενο τομέα των ηλεκτρονικών, η Silicon Valley αποτελείται από μικρές παραγωγικές μονάδες ειδικευμένης εργασίας (βέβαια η ανειδίκευτη εργασία έχει εξοριστεί στην Μαλαισία ή το Μεξικό, όπου παράγονται τα microchips των υπολογιστών). Μέσα στο εργοστάσιο, οι ιεραρχικές βαθμίδες περιορίζονται ριζικά και συχνά τα γραφεία βρίσκονται στον ίδιο όροφο με την μονάδα παραγωγής, κατά το σκανδιναυικό πρότυπο. Οι μικρές παραγωγικές μονάδες, με τη χρήση της πληροφορικής, τη διασύνδεσή τους με τράπεζες δεδομένων, την ευλυγισία τους στην παραγωγή, σύμφωνα με τις απαιτήσεις της αγοράς, και την ώσμωση ανάμεσα στη διεύθυνση και την παραγωγή, ανεβάζουν κατά πολύ την παραγωγικότητά τους και οι περιβόητες «οικονομίες κλίμακας» συχνά αντιστρέφονται. Η ανειδίκευτη εργασία, τουλάχιστον στη Δύση, εκτοπίζεται εκτός βιομηχανικής παραγωγής, στις υπηρεσίες, όπου και επεκτείνεται το part time και η α­πασχόληση των γυναικών.1

Όμως και σε ό,τι αφορά το μύθο των πολυεθνικών, η κρίση υπήρξε σαρωτική. Ενώ οι πωλήσεις των 500 μεγαλύτερων πολυεθνικών επιχειρήσεων, σύμφωνα με τον κατάλογο του περιοδικού Fortune, αντιπροσώπευαν το 40% του ΑΕΠ των καπιταλιστικών χωρών το 1960, έφτασαν σχεδόν στα 60% το 1979 για να πέσουν στο 38% το 1993.2 Πρόκειται κυριολεκτικά για κατάρρευση του επιπέδου συγκεντροποίησης της παραγωγής. Και θα πρέπει να περιμένουμε ότι θα συνεχίζεται η συρρίκνωση του ποσοστού των μεγάλων πολυεθνικών, για όλα τα επόμενα χρόνια, στο βαθμό που αναπτύσσονται οι μεγάλες επιχειρήσεις και οι πολυεθνικές τωn νέων βιομηχανικών χωρών. Αυτή η εξέλιξη βέβαια δεν είναι μονοδιάστατη. Οι πολυεθνικές εξακολουθούν να διεισδύουν σε νέες αγορές, αλλά όλο και πιο συχνά αποκεντρώνουν την παραγωγή ή αναπτύσσουν κοινές επιχειρήσεις με ντόπιες ή παραχωρούν μεθόδους και σήματα. Έτσι, για παράδειγμα, η Κόκα-κόλα στην Ελλάδα και τη Βουλγαρία θα παράγεται από την ελληνική εταιρεία 3Ε η οποία πλη­ρώνει royalties στη μητρική εταιρεία.

Ο Σουμάχερ στο κλασσικό πλέ­ον βιβλίο Small is beautiful (Το μικρό είναι όμορφο)3 θα δείξει τα πλεονεκτήματα της μικρής επιχείρησης απέναντι στη μεγάλη. Και εάν αυτό αποτελεί ήδη μια πραγματικότητα στα πλαίσια του ίδιου του καπιταλισμού και της παντοδυναμίας της αγοράς, μπορούμε να φανταστούμε τι θα σήμαινε σε μια κοινωνία οργανωμένη σύμφωνα με τις ανάγκες της και όχι σύμφωνα με τους νόμους της αγοράς. Ακόμα και στο μικρότερο χωριό θα ήταν δυνατό να παραχθούν βασικά αγαθά με τις πιο σύγχρονες μεθόδους. (…) Πράγματι, τι απαγορεύει να παράγονται στα ελληνικά νησιά αγροτικά και βιομηχανικά προϊόντα που κάποτε παρήγοντο εκεί, αν όχι η λογική της τουριστικής μονοκαλλιέργειας και κάποιου συγκριτικού ψευδοπλεονεκτήματος;

Τέλος, σε ό,τι αφορά την αυξανόμενη παγκοσμιοποίηση, αυτή είναι γεγονός, όσο είναι γεγονός και η ταυτόχρονη περιφερειοποίηση των ανταλλαγών. Σε ό,τι αφορά την Ευρωπαϊκή Ένωση είναι ήδη γνωστό πως το 60% περίπου των ανταλλαγών της αφορά ανταλλαγές στο εσωτερικό της. Στη Λατινική Αμερική -κλασικό παράδειγμα μονοδιάστατης σχέσης με τις παλιές αποικιακές δυνάμεις και το Βορρά και σχεδόν ολοκληρωτικής ανυπαρξίας ανταλλαγών σε περιφερειακό επίπεδο, παρά την κοινή κουλτούρα και γλώσσα- τα πράγματα δείχνουν να αλλάζουν ταχύτατα. Μέσα σε 5 χρόνια, από το 1989 μέχρι το 1993, οι εξαγωγές των χωρών του Mercosur, της Κοινής αγοράς του νότιου κώνου της Λατινικής Αμερικής, που αφορούν τις μεταξύ τους ανταλλαγές, πέρασαν από το 8,2% του συνόλου στο 18,5%4.

Στην Ασία, οι εξαγωγές προς άλλες ασιατικές χώρες πέρασαν από το 32% του συνόλου το 1967 σχεδόν στο 50% το 19885 και το ποσοστό συνεχίζει να ανεβαίνει. Όσο για την… Ελλάδα μέχρι το 1994, μέσα σε τέσσερα χρόνια, έχουν πολλαπλασιαστεί επί τρία οι ανταλλαγές με τις βαλκανικές χώρες. Δηλαδή ο γιγαντισμός, η ιεραρχικοποίηση, η παγκοσμιοποίηση, είναι μια πραγματική τάση, αλλά εξίσου πραγματική είναι και η αντίστροφη τάση για τη σμίκρυνση, τη μείωση των ιεραρ­χικών επίπεδων, την περιφερειακή ενσωμάτωση. Είναι ζήτημα μοντέλου κοινωνικών σχέσεων σε τοπικό, εθνικό και παγκόσμιο επίπεδο, η ανάπτυξη της μιας ή άλλης τάσης(…) Πολλοί θα μπορούσαν να ισχυριστούν πως αυτά τα φαινόμενα αφορούν μόνο τις αναπτυγμένες κοινωνίες, ενώ στις καθυστερημένες καπιταλιστικές χώρες κάτι τέτοιο δεν είναι δυνατό. Και όμως έχουμε πολλά παραδείγματα φτωχών χωρών, ή έστω συγκεκριμένων περιοχών, που κατορθώνουν να ισορροπούν καλύτερα από αρκετές «αναπτυγμένες». Κλασικό είναι το παράδειγμα της Κεράλα στην Ινδία. Αυτό το μικρό για τα μεγέθη της Ινδικής Ένωσης κράτος, με τα 29 εκατομμύρια κατοίκους του, διαφοροποιείται ριζικά από την υπόλοιπη Ινδία. Εδώ η παιδική θνησιμότητα φτάνει τους 17 θανάτους ανά χίλια παιδιά (στο επίπεδο της Ουάσιν­γκτον των ΗΠΑ) έναντι 79 για το σύνολο της Ινδίας, η θνησιμότητα των μητέρων στη γέννα είναι 50 φορές μικρότερη από τον εθνικό μέσο όρο(!), η πληθυσμιακή άνοδος είναι μόνο 1,1%, και ο μισός πληθυσμός εφαρμόζει μεθόδους αντισύλληψης, δεν υπάρχουν σχεδόν καθόλου παραγκογειτονιές και τα παιδιά πηγαίνουν στο σχολείο αντί να δουλεύουν. Η οικονομία στηρίζεται στην ανάπτυξη των τοπικών επιχειρήσεων, η γη είναι μοιρασμένη στους αγρότες, οι συνεταιρισμοί είναι αναπτυγμένοι και το κράτος επενδύει στον κοινωνικό τομέα.6

Είναι λοιπόν εφικτή η «ουτοπία» μιας άλλης οικονομικής ανάπτυξης όπου οι παραγωγοί αναλαμβάνουν οι ίδιοι τη διαχείριση των επιχειρήσεων, η κοινωνία ενσωματώνει την οικονομία στις συνολικές της ανάγκες και δεν κατευθύνεται από την οικονομία και η περιφερειακή ανάπτυξη επεκτείνεται σε βάρος των αφηρημένων παγκόσμιων ρευμάτων.

Προς αυτήν την κατεύθυνση συγκλίνουν πολλές από τις νέες τεχνολογικές δυνατότητες της εποχής. Η πληροφορικοποίηση παγκoσμιοποιεί αλλά ταυτόχρονα «τοπικοποιεί», γιατί δίνει τη δυνατότητα στο πιο απομακρυσμένο χωριό να παράγει ή να πληροφορείται σύμφωνα με την τελευταία λέξη της τε­χνικής7.

Οι εναλλακτικές πηγές ενέργειας είναι η πιο σημαντική προσφορά προς αυτή την κατεύθυνση. Η παραγωγή ηλεκτρισμού από τον ήλιο και τον αέρα απαλλάσσει τις τοπικές κοινωνίες από την εξάρτηση από το κράτος, τις πολυεθνικές του πετρελαίου και την αμερικανική ηγεμονία. Και μολονότι η στρατηγική του κεφαλαίου είναι ο στραγγαλισμός των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, αυτές αναπτύσσονται και προδιαγράφουν ένα διαφορετικό μέλλον ενεργειακής αυτονομίας. Στη Δανία, το 1994, το 3% της ηλεκτρικής ενέργειας προερχόταν από τον άνεμο, στην Καλιφόρνια παράγεται τόση ενέργεια όση χρειάζεται το Σαν Φραντσίσκο και στην Ινδία εγκαινιάστηκε ένα πρόγραμμα ευρείας παραγωγής ηλεκτρισμού από τον άνεμο. Παράλληλα, η παραγωγή από την ηλιακή ενέργεια διευρύνεται διαρκώς και όχι μόνο μέσω εργοστασίων μετατροπής αλλά ακόμα και μέσω «οικιακών» μονάδων. Πάνω από 200.000 σπίτια στο Μεξικό, την Ιν­δονησία, τη Νότια Αφρική και την Σρι Λάνκα παίρνουν τον ηλεκτρι­σμό τους από φωτοβολταϊκά συ­στήματα εγκατεστημένα στις ορο­φές των σπιτιών τους8.

 

Βέβαια, ένα εύλογο ερώτημα που ανακύπτει είναι εάν με αυτόν τον τρόπο κηρύσσουμε μια επιστροφή στην αυτάρκεια και τα κλειστά σύνορα ως απάντηση στην πα­γκοσμιοποίηση, λογική η οποία υπήρξε σε ένα βαθμό επιλογή χωρών όπως η Αλβανία με τα επακόλουθα που γνωρίζουμε. Κατ’ αρχήν είναι προφανές πως δεν αναφερόμαστε στο ίδιο κοινωνικό και οικονομικό μοντέλο με εκείνο του μαρξιστικού(;) κολλεκτιβισμού, το οποίο αντικατέστησε την παντοδυναμία της αγοράς από εκείνη του κράτους. Στα μοντέλα που αναφερόμαστε η αγορά δεν καταργείται, απλώς περιορίζεται στην κάλυψη αναγκών που μπορεί να καλύψει καλύτερα και κοινωνικά αποδοτικό­τερα. Αυτός ο περιορισμός της α­γοράς πραγματοποιείται τόσο με την επέκταση της κοινωνικής οικονομίας όσο και με την επανενσωμάτωση ποικίλων δραστηριοτήτων στην κοινότητα, που ο καπιταλισμός έτεινε να εμπορευματοποιεί στο έπακρο. Το ίδιο συμβαίνει με τις διεθνείς ανταλλαγές. Οι ανταλ­λαγές δεν καταργούνται αλλά, για λόγους κοινωνικής συνοχής και προστασίας του περιβάλλοντος, περιορίζονται όσο το δυνατόν περισσότερο στους τομείς των υλικών αγαθών και επεκτείνονται σε εκείνους των άϋλων αγαθών, των επιστημονικών και πολιτιστικών ανταλλαγών, της επικοινωνίας. Αυτό το μοντέλο είναι μια πραγματική τάση στην ίδια τη σημερινή κοινωνία και βέβαια δεν μπορούμε να το φανταστούμε να εγκαθιδρύεται «σε μια και μόνο χώρα» (…)

Η επέκταση του «τρίτου τομέα»

Εδώ και τουλάχιστον εκατό χρόνια, ο οικονομικός ρόλος του κράτους ως ρυθμιστή της οικονομικής και κοινωνικής ζωής καθώς και ως άμεσου εργοδότη διευρύνεται στα πλαίσια του καπιταλισμού (η κρατική ρύθμιση της οικονομικής ζωής και η ανάδειξη του κράτους-επιχειρηματία και του κοινωνικού κράτους σε επίκεντρο της ανάπτυξης). Όμως εδώ και δέκα ή δεκαπέντε χρόνια, και ακόμα πιο έντονα μετά την κατάρρευση των ανατολικών κοινωνιών, αναπτύσσεται η τάση για περιορισμό του κράτους. Οι ιδιωτικοποιήσεις γενικεύονται, η απορρύθμιση των εξωτερικών συναλλαγών επεκτείνεται και οι κρατικοποιημένες σοσιαλιστικές οικονομίες ιδιωτικοποιούνται ταχύτατα. Παρ’ όλο λοιπόν που το κράτος παραμένει ακόμα ο κύριος εργοδότης και ρυθμιστής της οικονομικής ζωής στον καπιταλιστικό κόσμο, η μακρόχρονη τάση στην ενίσχυσή του μοιάζει να υποχωρεί. Αναδεικνύονται νέοι μηχανισμοί ρύθμισης και παρέμβασης, όπως η Παγκόσμια Τράπεζα, το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, ο ΟΟΣΑ, ενισχύονται οι οργανισμοί του ΟΗΕ (FΑΟ, UNICEF, Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας, Διεθνής Οργάνωση Εργασίας, Αναπτυξιακό Πρόγραμμα, κ.λπ.), υπογράφονται όλο και περισσότερες διεθνείς συμβάσεις, κ.ο.κ. Προπαντός δε, ενισχύονται οι περιφερειακοί οικονομικοί οργανισμοί, Ευρωπαϊκή Ένωση, ΝΑFΤΑ, Mercosur, ΑSΕΑΝ, κ.λπ., οι οποίοι μεταβάλλονται σταδιακά σε παράγοντες οικονομικής ρύθμισης, κατά το πρότυπο της «υπερκυβέρνησης» των Βρυξελλών(…)

Την ίδια στιγμή, «ανεπαισθήτως» θα λέγαμε, αναπτύσσεται και μάλιστα με μεγάλη ταχύτητα ο λεγόμενος «τρίτος τομέας» της οικονομίας, ανάμεσα στο κράτος και την ιδιωτική επιχείρηση, ο συνεταιριστικός και κοινωνικός τομέας της παραγωγής και της αναπαραγωγής, που θεωρείται ο ταχύτερα αναπτυσσόμενος τομέας σε όλο τον καπιταλιστικό κόσμο! Συνεταιριστικές τράπεζες, μη κερδοσκοπικές παραγωγικές επιχειρήσεις, ιδιαίτερα σε τομείς της αγροτικής παραγωγής, και της κατάρτισης, στον Τρίτο Κόσμο, οργανώσεις ενίσχυσης του Τρίτου Κόσμου και αντιμετώπισης των ναρκωτικών με παραγωγικές δραστηριότητες, ή εκδόσεων και προστασίας του περιβάλλοντος στον αναπτυγμένο κόσμο, ενώσεις εθελοντικής εργασίας, οργανώσεις γειτονιάς και… ινστιτούτα ερευνών, κ.λπ. Ο «τρίτος τομέας» μεταβάλλεται σε έναν ισχυρό οικονομικό παράγοντα, έξω από το κύκλωμα της αγοράς και την κρατική μηχανή, έστω και αν συχνά χρηματοδοτείται από κρατικές πηγές.

Για να έχουμε μια εικόνα της έκτασης του εναλλακτικού τομέα στην χώρα της απορρύθμισης, στις ΗΠΑ, ας ακούσουμε τον πρόεδρο του Ιδρύματος Οικονομικών Τάσεων (Foundation of Economic Treds) της Ουάσινγκτον, Τζέρεμυ Ρίφκιν:

«Πρέπει να το χωνέψουμε πως ο δημόσιος τομέας και οι επιχειρήσεις είναι όλο και λιγότερο ικανές να εξασφαλίσουν μια στοιχειώδη οικονομική εξασφάλιση για εκατομμύρια Αμερικανών και Ευρωπαίων. Ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού δεν έχει άλλη διέξοδο από το να υπολογίζει στον εαυτό του, επανενεργοποιώντας τη συλλογική δραστηριότητα, έτσι ώστε να περιορίσει τις καταστροφές που προκαλούν οι πολυεθνικές επιχειρήσεις και η παρακμή των δημοσίων υπηρεσιών… Ο συνεταιριστικός τομέας, ο λεγόμενος «τρίτος τομέας»- που ονομάζεται επίσης κοινωνία των πολιτών- δηλαδή η κοινωνική οικονομία ή η εθελοντική προσφορά, είναι ένας χώρος όπου οι συμβασιακές σχέσεις υποχωρούν απέναντι στους κοινοτικούς δεσμούς και όπου η προσφορά του χρόνου στον άλλο υποκαθιστά τις σχέσεις στην αγορά εργασίας… Οι εθελοντικές οργανώσεις βρίσκονται στην υπηρεσία εκατομμυρίων Αμερικανών σε όλες τις γειτονιές και τις κοινότητες της χώρας.

Στις Ηνωμένες Πολιτείες υπάρχουν περίπου 1,4 εκατομμύρια μη κερδοσκοπικές οργανώσεις των οποίων ο κύριος στόχος είναι οι υπηρεσίες που προσφέρονται στον πληθυσμό και η προώθηση κάποιου στόχου. Χρηματοδοτούνται εν μέρει από ιδιωτικές δωρεές που συμπληρώνονται από κρατικές επιχορηγήσεις. Ο «τρίτος τομέας» γνωρίζει έ­ναν ρυθμό ανάπτυξης δύο φορές ταχύτερο από τον δημόσιο και τον ιδιωτικό τομέα και η συμβολή του στο ΑΕΠ ξεπερνάει ήδη το 6,5% του εθνικού εισοδήματος και απασχολεί 10,5% του ενεργού πλη­θυσμού»9.

Στη Γαλλία ο Τιερύ Ζαντέ (Thierry Jeantet) στην έκθεσή του για την κοινωνική οικονομία στη Συμβουλευτική Επιτροπή της Κοινωνικής Οικονομίας, στις 28 Φεβρουαρίου 1995, παρουσίασε στοιχεία σύμφωνα με τα οποία ο κοινωνικός τομέας, αρχίζοντας από ασφαλιστικές εταιρείες, τράπεζες και συνεταιρισμούς και φθάνοντας μέχρι τις περιβαλλοντικές οργανώσεις, απασχολούσε το 1994 1,7 εκατομμύρια εργαζόμενους και δημιούργησε 470.000 θέσεις εργασίας ανάμεσα στο 1984 και το 199410.

Ο αριθμός των κάθε είδους οργανώσεων που δημιουργούνται κάθε χρόνο είναι περίπου 60.000 (έναντι 40.000 πριν από 10 χρόνια) και συνολικά φθάνουν τις 700.000 οργανώσεις11.

Και βέβαια, μπορούμε να συνεχίσουμε με τις εναλλακτικές επιχειρήσεις και την Οικοτράπεζα στη Γερμανία, στο Βέλγιο, την Ολλανδία κ.λπ. Στον Τρίτο Κόσμο η έκταση του φαινομένου είναι ίσως ακόμα μεγαλύτερη. Μόνο στο Ρίο ντε Τζανέϊρο υπάρχουν 1.500 οργανώσεις του τρίτου τομέα, ενώ πολύ συχνά οι παραγκογειτονιές και η «μαύρη εργασία» είναι οργανωμένες σύμφωνα με τις αρχές του κοινωνικού τομέα. Στη «φτωχότερη χώρα του κόσμου», το Μπάνγκλαντες, η Granmeen Bank (δανείζει άτοκα ή με πολύ χαμηλά επιτόκια τους αγρότες στην κατεύθυνση μιας οικολογικά βιώσιμης αγροτικής παραγωγής. Στην Ινδία σε κάθε ένα από 600.000 χωριά υπάρχει κάποια μορφή συνεταιρισμού ή οργάνωση αλληλοβοήθειας. Όσο για το Mondragon, στη Χώρα των Βάσκων, στην Ισπανία, αποτελεί ήδη… ένα τουριστικό αξιοθέατο της Ισπανίας%..)

Κατά συνέπεια, η διαπίστωση πως η δεκαπενταετία 1980-95 ήταν εκείνη της απορρύθμισης, της κρίσης του πολιτικού ριζοσπαστισμού, της συρρίκνωσης της αριστεράς, μπορεί να εξισορροπήσει με τη διαπίστωση πως ήταν ταυτόχρονα η περίοδος της ανάδυσης και ενίσχυσης των οικολογικών οργανώσεων και της εναλλακτικής οικονομίας.

Η «ουτοπία» μιας οικονομίας ενταγμένης στην κοινωνία, που περιορίζει την κυριαρχία του εμπορεύματος δεν θα αναζητηθεί σε κάποια θεωρητική κατασκευή αλλά στην ίδια την πραγματικότητα. Αυτό είναι ένα επιπλέον στοιχείο διαφοροποίησης της μετακομμουνιστικής αντίληψης από τον μαρξισμό/λενινισμό της «μεγάλης νύχτας»…

1. Βλέπε το θεμελιώδες έργο των Michael Piore, Charles Sabel,, The second Industrial Divide, Basic Books, Νέα Υόρκη 1984 και το εξίσου βασικό έργο των γερμανών κοινωνιολόγων, Horst Kern και Michael Schumann, σε γαλλική μετάφραση La fin de la division du travail? Editions de la Maison des Sciences de l’Homme, Παρίσι 1989.

  1. The Economist, A multinational Survey, 24-30 Ιουνίου 1995, σελ.7 του αφιε­ρώματος.
  2. E.F. Schumacher, Small is Beautiful, A study of Economics as if People Mattered, Blond & Briggs, Λονδίνο, 1973.

4.   Economist, 26 Νοεμβρίου-2 Δεκεμ­βρίου 1994, σελ. 52, Πηγή UΝ.

  1. RAMSES, op.cit., σελ. 298.
  2. Βλέπε Monde Diplomatique, Γενάρης 1995, σελ. 26-27, Claire Brisset, «Les plus criantes inegalités, fragile ciment de l’ Union indiene «.
  3. Ο θεωρητικός της παγκοσμιοποίη­σης Roland Robertson θα μιλήσει για glocalisation (συνολικοτοπικοποίηση), για να αποδώσει αυτή τη νέα πραγματικότητα του τοπικού, που είναι ταυτόχρονα και παγκόσμιο. Βέβαια, αυτή η συνολικοτοπικοποίηση μπορεί να πάρει δύο κατευθύνσεις, είτε εκείνη της παγκόσμιας ομοιομορφίας, είτε της αναπαραγωγής της πολυμορφίας πέρα από τη δημιουργία μιας κοινής παραγωγικής βάσης. Βλέπε, Roland Robertson, «Glocalization: Time-space Homogeneity-Heterogeneity», in Featherstone, Lash, Robertson (edit), Global Modernities, Sage, London, Thousand Oaks, New Delhi, 1995.
  4. Christopher Flavin, Nicholas Lenssen, Power Surge: Guide to the Coming Energy Revolution, Norton, Νέα Υόρκη 1994, Αποσπάσματα in “Harnessing the Sun and the Wind”, The State of the World, Earthscan, Λονδίνο 1995, σελ. 58-75.
  5. Jeremy Rifkin, The End of Work: The Decline of the Global Labour Force and the Dawn of the Post Market Era, Jeremy P. Tarcher-Putman, Νέα Υόρκη, 1995 and Courrier International No 243, 5 Ιουλίου 1995.
  6. Alain Lebaude, “Les Valeurs de l’ Economie Sociale”, Le Monde,  8 Μαρτίου 1995, Initiatives, σελ. 1.

11. Le Monde, 3 Ιουνίου 1995, σελ. 7.

12. Βλέπε, για τη συνολική ανάπτυξη του εναλλακτικού τομέα, Grigori Lazarev, Vers un éco-développement participatif, L’ Harmattan, Παρίσι 1993. Το βιβλίο εκτός από θεωρητική πρόταση αποτελεί τη σύνθεση των εμπει­ριών του «Ταμείου Εξοπλισμού των Ηνωμένων Εθνών», από τη συμμετοχή του σε διάφορα εναλλακτικά προ­γράμματα. Για το Mondragon βλέπε, William Foote Whyte and Kathleen King Whyte, Making Mondragon, IIr Press-Cornell University, Ιθάκη, Νέα Υόρκη, δεύτερη έκδοση αναθεωρημένη, 1991. Για το Μπάνγκλαντες βλέπε Bernard Hours, Monique Selim, Une entreprise de développement au Bangladesh: Le centre de Savar, L’ Harmattan, Παρίσι 1989. Για τη Γερμανία, δες Holm Detlev Kohler, Οικο­νομία και Αυτονομία, Εναλλακτικές Εκ­δόσεις, υπό έκδοση.

*Από το ομώνυμο βιβλίο του Γιώργου Kαραμπελιά, Στα μονοπάτια της ουτοπίας, για την υπέρβαση του δυτικού παραδείγματος, Λιβάνης-«Νέα Σύνορα», Αθήνα 1995, δημοσιεύουμε ένα απόσπασμα από το τελευταίο κεφάλαιο (σελίδες 259-271 του πρωτοτύπου).

Ένα Σχόλιο

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*