Άρδην τ. 10, Άρδην τ. 10-19, Περιοδικό Άρδην

Οδός Ασκληπιού, Άρδην τ. 10

του Γιώργου Μοράρη

Στην οδό Μασσαλίας και ακριβώς απέναντι απ’ το Πνευματικό Κέντρο έχουν εγκατασταθεί σήμερα τα έξι από τα άλλοτε δεκαοχτώ «βιβλιοπωλεία του δρόμου». Ακόμα τρία – τα ανακάλυψα στις αρχές αυτής της δεκαετίας – μπορεί να δει κανείς στην οδό Πειραιώς, απέναντι από το κτήριο του Ι.Κ.Α. Με άλλα λόγια έχουν επιβιώσει τα μισά. Οι πιο πολλοί από μας θα τα θυμούνται το 1936 έξω από το παλιό ταχυδρομείο, στην πλατεία Κοτζιά. Κατά τη διάρκεια του πολέμου στην οδό Πανεπιστημίου, μπροστά στη Βιβλιοθήκη. Και αργότερα, πριν γίνει το Πνευματικό Κέντρο και πάνε στην οδό Μασσαλίας, στην οδό Ασκληπιού.

Ως μαθητής τα πρόλαβα στην προτελευταία τους μετακίνηση. Έτσι κάθε φορά που το έσκαγα απ’ το σχολείο – και το έσκαγα θυμάμαι πολύ συχνά – πριν πάω στον Εθνικό Κήπο, πέρναγα από την Ασκληπιού. Ήταν ο αγαπημένος μου δρόμος κι ο απαραίτητος σταθμός μου.  Και τούτο όχι μόνο γιατί θα πέρναγα λίγη ώρα κοιτάζοντας και ξεφυλλίζοντας, με μια ευχαρίστηση σχεδόν νοσηρή, παλιά μεταχειρισμένα βιβλία, αλλά και γι’ άλλους λόγους που αναφέρω πιο κάτω και δείχνουν μια ιδιορρυθμία που με χαρακτήριζε. Πρέπει ωστόσο να πω και να τονίσω ότι ο δρόμος της Ασκληπιού είχε συνδέσει το παρελθόν του με πολύ ενδιαφέρουσες στιγμές της πνευματικής μας ζωής. Στο πλατύ κοινό βέβαια δεν ήταν γνωστές. Πράγματι, λίγοι, πολλοί λίγοι το ήξεραν και πρόσεχαν πως απέναντι απ’ τα υπαίθρια βιβλιοπωλεία ήταν κάποτε στο νούμερο τρία το σπίτι του Κωστή Παλαμά.  Ακόμα και πιο λίγοι γνώριζαν ότι σ’ αυτό το ιστορικό σπίτι, που στα δικά μου μαθητικά χρόνια είχε εγκατασταθεί το Φροντιστήριο Τζουγανάτου, συγκεντρωνόταν τα Σαββατόβραδα η αφρόκρεμα του πνευματικού μας κόσμου. Εκεί γίνονταν σοβαρές φιλολογικές συζητήσεις και απαγγελίες αδημοσίευτων ακόμη ποιημάτων. Εκεί ένα βράδυ ο οικοδεσπότης απήγγειλε σονέτα από τις «Πατρίδες» του· εκεί και ο Γρυπάρης μερικά σονέτα από τους περιλάλητους «Σκαραβαίους και Τερακότες», ο Νιρβάνας λίγα τετράστιχα από την «Πα… λαλέουσα» και ο Πορφύρας το χιλιοδιαβασμένο « Lacrimae rerum». Τέλος ο Καρκαβίτσας, ο μεγάλος αυτός τεχνίτης της δημοτικής, σ’ αυτό το σπίτι διάβασε μερικά διηγήματα από τα «Λόγια της Πλώρης», ενώ για πρώτη φορά συζητήθηκε και αργότερα εκδόθηκε από τον Χατζόπουλο το περίφημο, πρωτοποριακό περιοδικό «Τέχνη».

Να λοιπόν τι μπορεί να σου φέρει στη σκέψη ένας δρόμος σαν την Ασκληπιού. Κι αν το βλέμμα σου τρέξει λίγα μέτρα πιο κάτω από το σπίτι του ποιητή και φτάσει στη γωνία Ασκληπιού και Ακαδημίας, αμέσως θα σου έρθει στη σκέψη ο «Μαύρος γάτος», που ήταν, γύρω στα 1920, ένα αξιόλογο και πολύ γνωστό στέκι. Την ονομασία του το καφενείο αυτό – γιατί για καφενείο πρόκειται – τη δανείστηκε από το αντίστοιχο καφενείο της Μονμάρτης, το «Chat noir», που βρισκόταν σε μια υπόγεια αίθουσα του μπουλβάρ ντε Κλισύ και ήταν ένα πνευματικό στέκι με διεθνή φήμη.

Παρά τις όμορφες και ενδιαφέρουσες αυτές στιγμές της πνευματικής μας ζωής που έκλεινε μέσα στο παρελθόν της η οδός Ασκληπιού, δε με άγγιζε, είναι αλήθεια, τίποτα απ’ αυτά. Γι’ αυτό, και κάθε φορά που την κατηφόριζα από τη Σόλωνος προς την Ακαδημίας είχα την παράξενη εντύπωση πως βρισκόμουν – πού νομίζετε; – στο Παρίσι. Το σπίτι του Παλαμά, ή για να είμαστε πιο ακριβείς, το Φροντιστήριο Τζουγανάτου, ήταν για μένα η κατοικία του Σιλβέστρου Μπονάρ[1]και του αχώριστου γάτου του, του ηρωικού και φιλήδονου Αμίλκα, που ήταν ο νυχτερινός φύλακας των παλιών βιβλίων και χειρογράφων του σοφού αυτού γέροντα. Τον ηλικιωμένο αυτό ήρωα του Ανατόλ Φράνς, που αγαπάει όσο κανείς άλλος την πόλη των Λουτετσίων, τον ζήλευα κάθε φορά που άνοιγε το παράθυρο του, για να δει «τον Σηκουάνα, τις γέφυρες και το Λούβρο των Βαλουά». Ήμουν λοιπόν κι εγώ ένας λάτρης του Παρισιού; Σίγουρα ήμουν. Κι ας μην το ομολόγησα ποτέ ούτε στον εαυτό μου.

Στο απέναντι πεζοδρόμιο και σύρριζα στον μαντρότοιχο, που περιέτρεχε τότε το χώρο του σημερινού Πνευματικού Κέντρου, βρίσκονταν τα «ντουλάπια» με τα παλιά μεταχειρισμένα βιβλία. Αυτή η πλευρά της Ασκληπιού, σχεδόν απαρατήρητη για πολλούς περαστικούς, ήταν για μένα – ποιος θα το πίστευε; – τα παρόχθια βιβλιοπωλεία του Σηκουάνα, αυτά που βλέπει κανείς ακόμη και σήμερα ν’ απλώνονται από το Μουσείο d’ Orsdey ως τη γέφυρα Sully και από το Λούβρο ως τη γέφυρα Marie και είναι, μπορεί να πει κανείς, ένα από τα πιο όμορφα και πιο γραφικά μέρη του ποταμού. Οι βιβλιοπώλες, όταν δεν κάθονταν στα σκαμνιά τους, σουλατσάριζαν πέρα δώθε περιμένοντας τον πελάτη: τον μαθητή, τον φοιτητή ή τον οποιονδήποτε βιβλιόφιλο, που θα έβρισκε κάτι ενδιαφέρον στον πνευματικό θησαυρό τους και θα άρχιζε τα παζάρια. Πράγματι μόλις «οι έμποροι του πνεύματος» – όπως τους λέει ο Σιλβέστρος Μπονάρ ή πίσω απ’ αυτόν ο Ανατόλ Φράνς – αντιληφθούν πως σ’ ενδιαφέρει πολύ ένα βιβλίο, σου ανεβάζουν την τιμή όσο μπορούν πιο ψηλά, γιατί ξέρουν πως γρήγορα θα αναγκαστούν να την κατεβάσουν πάλι. Εκείνο ωστόσο που πρέπει να τονίσω εδώ, γιατί δείχνει σε τι νοσηρή κατάσταση έχει φτάσει η βιβλιομανία μου, είναι τούτο: ήμουν τόσο απασχολημένος με το βιβλίο ή τα βιβλία που αγόραζα, ώστε αν και τα επισκεπτόμουν συχνά αυτά τα «υπαίθρια βιβλιοπωλεία», δε θυμάμαι ποτέ να πρόσεξα τη φωνή, το βλέμμα ή το πρόσωπο κάποιου απ’ αυτούς τους βιβλιοπώλες. Και δεν ήμουν, είναι αλήθεια, σε θέση να πω την άλλη μέρα της αγοράς ενός βιβλίου από ποιόν «υπαίθριο βιβλιοπώλη» το αγόρασα. Τέλος τα βιβλία και τα σπίτια που έβρισκες σ’ αυτό το δρόμο είχαν, θα έλεγε κανείς, κάτι κοινό μεταξύ τους: άλλοι τα πρωτοδιάβασαν ή τα πρωτοκατοίκησαν.

 

Στο βάθος του δρόμου και προς τη μεριά που άλλοτε άκμαζε βουερός και γεμάτος καπνούς τσιγάρων ο «Μαύρος γάτος», το παλιό αυτό φιλολογικό στέκι, όπου δέσποζε η μορφή του ποιητή Γεράσιμου Σπαταλά και σύχναζε ένα πλήθος από λογοτέχνες: ο Λαπαθιώτης, ο Φιλύρας, ο Δάφνης, ο Καρυωτάκης, ο Άγρας, ο Πορφύρας ακόμα και ο Παλαμάς που σπάνια άφηνε την καρέκλα του γραφείου του και το σπίτι του, έβλεπα να προβάλλει – όσο παράξενο ή παράλογο κι αν φαίνεται – σ’ όλο το μεγαλείο της η Μονμάρτη, με τα καμπαρέ της, τα καφενεία της (ανάμεσά τους και το «Chat noir»)τα γραφικά της δρομάκια, όπως τα ζωγράφισε και τα έκανε σε μας γνωστά ο Μωρίς Ουτριλό, το παλιό της κοιμητήρι, που το στολίζουν και το διαφημίζουν σαν ένα μουσείο οι τάφοι της Αλφονσίνης Πλεσσί ή της Κυρίας με τις καμέλιες, του Αλέξανδρου Δουμά υιού, του Σταντάλ, του Ρενάρ, του Μπερλιόζ, του Ντεγκά, του Φραγκονάρ, του Γκωτιέ, του Ζιρωντού, του Λυσιέν και του Σασά Γκιτρύ, της κυρίας Ρεκαμιέ, του Αλφρέ ντε Βινύ και του μεγάλου Γερμανοεβραίου ποιητή Ερρίκου Χάινε, και τέλος με την περίφημη Sacre – Coeur που λευκάζει από μακριά και φαντάζει σαν οδαλίσκη ξαπλωμένη ολόγυμνη και με νωχέλεια στο ντιβάνι. Κι αυτή η πανοραμική άποψη της Μονμάρτης, είναι αλήθεια, δεν κρατούσε για πολύ. Ώσπου να βγω στην Ακαδημίας, είχε σβήσει από τα μάτια μου και τη σκέψη μου.

Σήμερα η οδός Ασκληπιού δε μου φέρνει στη μνήμη και την καρδιά το Παρίσι. Δεν υπάρχει τίποτα πια εκεί που θα μπορούσε να με κάνει να ξαναγίνω ο Σιλβέστρος Μπονάρ, ο φίλος, δηλαδή, και τακτικός επισκέπτης των Αθηναίων «bonquinistes». Η οδός Ασκληπιού είναι πια ένας δρόμος, όπως τόσοι και τόσοι άλλοι δρόμοι της Αθήνας. Περνάς από κει, όταν χρειάζεσαι κάτι. Όχι πια όπως άλλοτε, για να ζήσεις μια άλλη εποχή και μια άλλη πρωτεύουσα!

 

 



[1] Το σπίτι του Συλβέστρου Μπονάρ ήταν το ίδιο σπίτι που έζησε ο Ανατόλ Φράνς τα παιδικά και νεανικά του χρόνια. Επίσης είναι εξακριβωμένο πως όταν ο πατέρας του Ανατόλ Φράνς εγκαταστάθηκε στον αριθμό 19 της προκυμαίας Malaquais, κατοικούσε εκεί κάποιος Auguste – Henri de Bonnard, γεωλόγος και μέλος του Ινστιτούτου, όπως ήταν κι ο ήρωας του Ανατόλ Φράνς.

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*