Άρδην τ. 10, Άρδην τ. 10-19, Περιοδικό Άρδην

«Παιδεικές» συμβουλές, Άρδην τ. 10

Γεωργίου Αλεξάκη, Δρα Φυσικών Επιστημών, Λέκτορα Πανεπιστημίου Αθηνών

Αν κάποιος σύμβουλος του Υπουργείου Παιδείας, παραγωγός εκπαιδευτικής πολιτικής της παρούσας κυβέρνησης που υποστηρίζει τη δημόσια και δωρεάν εκπαίδευση (βλέπε προγραμματικές δηλώσεις πρωθυπουργού, 10-10-96: «Βασική μας αρχή η υποστήριξη της δημόσιας παιδείας σε όλες τις βαθμίδες, μιας παιδείας ποιοτικά αναβαθμισμένης και αποτελεσματικής»), μπορούσε να μιλήσει ανοιχτά για τη διάσταση των εκπαιδευτικών πραγμάτων που βλέπει να έρχονται (σχεδιάζονται, αντιγράφονται, επιβάλλονται), με δεδομένη πλέον την παγκοσμιοποιημένη αγορά της εκπαίδευσης, με δεδομένη την προσωπική του αίσθηση για αδιαφορία της κοινωνίας μας να ενδιαφερθεί για μια δικιά της ελληνική εκπαιδευτική πολιτική (και όχι μόνο), έχοντας εγκλωβιστεί στην πίστη της για αδυναμία παρέμβασης στο δυτικό «εκσυγχρονιστικό» χείμαρρο σε όλους τους τομείς, αλλά και με δεδομένη τη δυσκολία του ιδίου να φανταστεί χωρίς να αντιγράψει, να σχεδιάσει κάτι πρωτότυπο, έξω από τα διδαχθέντα στα πλαίσια του δυτικού συστήματος εξειδίκευσής του και να συμβουλέψει για μια πολιτική παιδείας πιθανόν διαφορετική, ίσως και μη αποδοτική με τα γνωστά δυτικά κριτήρια αξιολόγησης, θα φανέρωνε ότι:

  • Η υπόθεση της δημόσιας και δωρεάν εκπαίδευσης, όπως τη ξέρουμε, είναι χαμένη αν η κοινωνία εξακολουθήσει να αδιαφορεί. Η αδιαφορία για την υπόσταση του κράτους σαν έκφραση συνοχής της κοινωνίας είναι κοινός τόπος των «εκσυγχρονισμένων» πολιτών «της πάρτης τους» που όλο και πληθαίνουν (όλο και τους πληθαίνουν). Η προγραμματισμένη ανάπτυξη της «κοινωνίας των ιδιωτών» περνά μέσα από την εκχώρηση του κράτους που χτίστηκε από τους πολίτες για τους πολίτες, πληρώθηκε με φόρους γενιών πολιτών, περνά μέσα από την εκχώρηση των τεραστίου όγκου υπηρεσιών του δημόσιου τομέα. Το κράτος, φυσικά, θα χάσει έσοδα. Αύριο, και οι φόροι υποχρεωτικά θα μειωθούν για να μπορέσουν να επενδύσουν τα ιδιωτικά συμφέροντα στους τομείς δραστηριοτήτων του δημοσίου τομέα που θα συρρικνώνονται, θα εκχωρούνται ελλείψει εσόδων και προσωπικού (πέντε συνταξιοδοτούνται ένας προσλαμβάνεται). Δασμοί, εισφορές, κλπ άρχισαν ήδη να καταργούνται από δικαστήρια (μεταχειρισμένα αυτοκίνητα) ή συμφωνίες (όπως οι δασμοί που πρόσφατα υποχρεώθηκε η Ε.Ε. να καταργήσει σε ηλεκτρονικούς υπολογιστές, λογισμικό  και λοιπά προϊόντα πληροφορικής, προκειμένου η «Αμερική» να πουλήσει και να μας εξοπλίσει υποχρεωτικά με τα προϊόντα της -οι ευρωπαίοι έχουν πολύ χαμηλά ποσοστά μηχανοργάνωσης της ζωής τους-). Ποιο κράτος, ποια έσοδα, ποιος προϋπολογισμός θα συντηρήσει δημόσια εκπαίδευση; Τα χρήματα είναι η πολιτική. Αν δεν βρεθούν «έξυπνοι» (στα πλαίσια της αγοράς) τρόποι αντίστασης, το «κράτος» γυμνό από δράσεις θα εγκαταλείψει σταδιακά την «κοινωνία», την παιδεία της, την υγεία της, το περιβάλλον, κλπ, μια και οι πολίτες του «αγανακτισμένοι» από τη χαμηλή ποιότητα των παρεχομένων υπηρεσιών (που οι ίδιοι προκάλεσαν) θα καταφεύγουν «ευχαρίστως» στην αγκαλιά των ιδιωτών.
  • Τα ευρωπαϊκά προγράμματα, για τις απορροφήσεις των οποίων τελευταία αγωνίζονται οι πάντες, και καλά κάνουν (η Ελλάδα πρέπει να μετατραπεί κι αυτή σε απορροφητήρα), υπηρετούν την εκπαιδευτική πολιτική της αγοράς της επαγγελματικής κατάρτισης και αποπροσανατολίζουν την εκπαιδευτική μας φιλοσοφία. Και μοιάζει η ιστορία της απορρόφησης των κοινοτικών κονδυλίων με το μύθο του Αισώπου με την αλεπού και το λελέκι. Τα κονδύλια δεν σερβίρονται όπως εμείς θέλουμε. Γιατί οι χρηματοδοτήσεις από ευρωπαϊκά προγράμματα άλλα θεραπεύουν και όχι το εκπαιδευτικό μας σύστημα όπως εμείς το αντιλαμβανόμαστε, προσαρμοσμένο στα δικά μας μέτρα και σταθμά, στο δικό μας πολιτισμό και πολιτική. Αλλά επειδή αυτά είναι ψιλά γράμματα και η εκπαίδευση είναι αγορά (έστω με ελληνική ιδιαιτερότητα αλλά αγορά) με νόμους οικονομικούς, πρέπει να ρίξουμε λεφτά για να απορροφήσουμε τα χρήματα αυτά. Πρέπει να αφήσουμε αυτά που εμείς κρίνουμε σημαντικά για να φτιάξουμε με τα λιγοστά μας χρήματα, και να κάνουμε αυτά που θέλουν οι άλλοι, την υποδομή που απαιτούν αυτά που μπορούν να χρηματοδοτηθούν. Επιβολή πολιτικής με τη χρηματοδότηση μεν, αλλά (εδώ δεν σηκώνει πολυτέλειες (!)) τα κονδύλια πρέπει να απορροφηθούν όσο υπάρχουν, γιατί κι αυτά σύντομα θα τελειώσουν (το επόμενο Κοινοτικό Πλαίσιο Στήριξης που θα αναφέρεται στην κατάρτιση και εξειδίκευση -δια βίου εκπαίδευση- θα μοιραστεί απ΄ ευθείας στους ιδιώτες). Τα χρήματα όμως που απαιτούνται για την απορρόφηση δεν υπάρχουν, δεν έχουν προβλεφθεί, γιατί το κράτος πρέπει να περικόψει δραστικά τις δαπάνες (Μάαστριχτ).
  • Η εισβολή της ιδιωτικής εκπαίδευσης σε «Πανεπιστημιακό» επίπεδο δεν χρειάζεται καν αναθεώρηση του συντάγματος, μια και ο όρος «τριτοβάθμια εκπαίδευση» με μια προπαγανδιστική ανανέωση επί της ουσίας της επαγγελματικής κατάρτισης (αυτή η αγορά ενδιαφέρει τους ιδιώτες) μπορεί να περικλείσει τις γνωστές φόρμες των «πανεπιστημιακών κολεγίων» χωρίς αντισυνταγματικότητες και ανάγκη αλλαγής του ΝΠΔΔ-καθεστώτος για τα πανεπιστήμια. Οι ιδιωτικές εκπαιδευτικές επιχειρήσεις κλέβουν έτσι λίγη από την αίγλη του πανεπιστημιακού επιπέδου (για διαφήμιση) μέσω μιας διευρυμένης ισοβάθμιας εκπαίδευσης χωρίς να είναι τυπικά πανεπιστήμια. Η κερκόπορτα της «τριτοβάθμιας εκπαίδευσης» θέλει προσοχή. Η «ανώτατη εκπαίδευση» μπορεί πολύ σύντομα να εκφυλιστεί σε όρο λεξικών, που θα απαντάται μόνο στο σύνταγμα. Οι ιδιώτες, ουσιαστικά, εκείνο που δεν θέλουν είναι η «ελεύθερη» πρόσβαση στα Πανεπιστήμια και λίγο νοιάζονται για την αναθεώρηση των σχετικών διατάξεων του συντάγματος. Ένα «τίτλο» θέλουν με «καθαρό όνομα», που αρχικά να μην συγκρούεται με τη συνταγματική συνείδηση της κοινωνίας (για αδρανοποίηση όσων θυμούνται τι λέει το Σύνταγμα), και μια θετικότερη στάση από την πολιτεία (θεσμούς), για να ανθίσουν, να χτίσουν γρήγορα τη φήμη τους και να πιάσουν γρήγορα πελάτες.
  • Οι στρατηγοί σχεδιασμού της παγκόσμιας αγοράς της εκπαίδευσης ποντάρουν στον επικρατούντα -βολικό γι αυτούς- δονκιχωτισμό της δημόσιας εκπαίδευσης με την παρούσα μορφή της, αλλά ακόμα και με τις συνθήκες της σχεδιαζόμενης απ’ αυτήν αμυντικής πολιτικής, στην επίθεση της «απελευθερωμένης» αγοράς της εκπαίδευσης. Τους βολεύει να υπάρχει η ψευδαίσθηση της διατήρησης των θέσεων ισχύος των δημοσίων εκπαιδευτικών συστημάτων (όπου τις έχουν ακόμα) και να συντηρείται η αναποτελεσματική αμυντική τους στάση με τα γνωστά «περιοριστικά», «προϋποθετικά», «απαγορευτικά» νομοθετήματα. Τους βολεύει να μην υποψιάζονται πως η απελευθέρωση των αγορών «εκσυγχρονίζει» συντάγματα, «αναβαθμίζει» ηθικές, αναπτύσσει «κοινωνικές» δυνάμεις. Η ιδιωτική εκπαίδευση, με κεντρικό άξονα την επαγγελματική κατάρτιση και σύμμαχο τη διαρκώς αυξανόμενη ανεργία (οι μηχανές αφού ακύρωσαν θέσεις σωματικής εργασίας, ακυρώνουν τώρα -με τη μορφή των ηλεκτρονικών υπολογιστών- και θέσεις πνευματικής εργασίας και αυτό δεν αλλάζει με τίποτα) και τις «εξασφαλίσεις» «εργασίας» (πλέον με τη μορφή της πάντοτε μερικής, μονίμως διαπραγματεύσιμης, συνήθως προσωρινής, αρκούντως εύπλαστης και ευστόχως μεταβλητής απασχόλησης) που επαγγέλλεται (γνωρίζουν πολύ καλά ότι ο πνιγμένος απ’ τα μαλλιά πιάνεται) έχει το πάνω χέρι στο παιχνίδι των προσδοκιών (δυτικού) «πολιτισμού» μας, στη θέα (θεά) της ατομικότητας (για την πάρτη μας), ό,τι και αν αυτό φτάσει -σε ακραίες συνθήκες- να σημαίνει για την κοινωνικότητα και τη θεμελιακή της υπόσταση για τον ανθρώπινο πολιτισμό (που ήδη «μορφώνει» τον απασχολήσιμο «άνθρωπο», το άτομο του επιχειρείν, το άτομο-επιχείρηση, που θα γνωρίζει τα πάντα -βλέπε και διεπιστημονικές μεταπτυχιακές σπουδές- για να καταφέρει να προσελκύσει πελάτες που θα ενοικιάσουν τις υπηρεσίες που γνωρίζει να προσφέρει/πουλάει).
  • Η μετατροπή του εκπαιδευτικού συστήματος σε πεδίο επαγγελματικής κατάρτισης είναι αναπόφευκτη σε περίπτωση που επιτραπεί η παράλληλη εδραίωση κάθετου ιδιωτικού εκπαιδευτικού συστήματος. Η συμβίωση των δύο συστημάτων θα είναι αδύνατη. Λόγω της παγκόσμιας απελευθέρωσης των αγορών (και της εκπαίδευσης φυσικά), η  -κατά τις επιταγές του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου- προσφυγή των ιδιωτικών εκπαιδευτικών ιδρυμάτων στα δικαστήρια ελέγχου κανόνων ελεύθερου ανταγωνισμού (η μόνη αποδεκτή αντίληψη κανόνων δεοντολογίας στο αύριο της παγκοσμιοποιημένης αγοράς των πάντων), λόγω αθέμιτου ανταγωνισμού των δημόσιων Πανεπιστημίων, επειδή χρηματοδοτούνται από το κράτος (όπως η προσφυγή που αντιμετωπίζει τώρα η Ε.Ε με τις κρατικές αερομεταφορές, που θα αναγκαστούν λόγω κατηγορίας τους για αθέμιτο ανταγωνισμό/κρατική επιχορήγηση να ιδιωτικοποιηθούν υποχρεωτικά για να εξακολουθήσουν να υπάρχουν), δεν θα επιτρέπει σκέψεις κρατικής χρηματοδότησης των δημόσιων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων. Αυτά απασχολούν ήδη το αμερικάνικο εκπαιδευτικό σύστημα -που διατηρεί ακόμα κάποιο τμήμα του (κυρίως αυτό της στοιχειώδους εκπαίδευσης) υπό την προστασία του κράτους- και δοκιμάζουν προγράμματα εγκαθίδρυσης απολύτως ιδιωτικών εκπαιδευτικών συστημάτων σε μικρές κοινωνίες, μετασχηματίζοντας και τα υπάρχοντα δημόσια σχολεία σε ιδιωτικά. Γιατί η κοινωνία πρέπει να πειστεί σύντομα. Γιατί η εκπαίδευση είναι η νέα παγκόσμια αγορά. Γιατί οι σπουδές είναι το νέο παγκόσμιο προϊόν. Γιατί τα κέρδη είναι τεράστια.

Επειδή εκτιμήσεις, όπως οι παραπάνω, στο μυαλό των συμβούλων πάντα συμβιούν με προτάσεις -αλλιώς δεν έχουν λόγο ύπαρξης (οι εκτιμήσεις και οι σύμβουλοι)-, ο σύμβουλος αυτός, παράγοντας πολιτική υπέρ της «δημόσιας και δωρεάν παιδείας», θα πρότεινε:

  • σκεφτόμενος την αναμενόμενη -λόγω κοινωνικής αδιαφορίας- επικράτηση των κανόνων της ελεύθερης αγοράς στην εκπαίδευση, την επιλογή μιας επιθετικής -και όχι αμυντικής- δημόσιας εκπαιδευτικής πολιτικής στη λογική του στρατηγικού σχεδιασμού παρεμπόδισης επικράτησης κάθετου ιδιωτικού εκπαιδευτικού μοντέλου. Οι όποιες απαγορευτικές νομοθεσίες και πλαίσια θα καταλήξουν να μας σέρνουν στα ευρωπαϊκά δικαστήρια (που θα εκσυγχρονιστούν κατάλληλα). Η μόνη θέση είναι η ελαχιστοποίηση των κερδών των ιδιωτών και μάλιστα σε ικανό χρονικό ορίζοντα που να υπερβεί το χρονικό διάστημα διείσδυσης που θα αντέχουν να χρηματοδοτούν την ύπαρξή τους στην αγορά. Μια τέτοια επιθετική πολιτική ξεκινά από το «πιάσιμο» της «αγοράς» από νωρίς. Τώρα!
  • γνωρίζοντας τα σχέδια διείσδυσης των ιδιωτικών εκπαιδευτικών υπηρεσιών (επαγγελματική κατάρτιση), την άμεση σχεδίαση και ταχύτατη εδραίωση συστήματος που θα καλύπτει τις δύο εκσυγχρονιστικά «προωθούμενες» βασικές μελλοντικές απαιτήσεις/ψευδαισθήσεις της κοινωνίας, την παροχή δυνατότητας ελεύθερης πρόσβασης (φυσικά των δυναμένων -λόγω μυαλού ή λόγω χρημάτων-) στα πάντα (μέσα και το πανεπιστήμιο) και την ευδοκίμηση της ανάδειξης της (φυσικά ομογενοποιημένης ή ψευδο-) διαφορετικότητας των πάντων (όπως οι γνωστές ιδιωτικές σπουδές για όλα τα βαλάντια, για όλα τα μυαλά, για όλα τα βίτσια και ταλέντα). Αν δημιουργηθεί ένα σύστημα που θα περιλαμβάνει τις καλύτερες ιδέες για προσέλκυση πελατών και στηριχθεί σε κανόνες προσφοράς και ζήτησης θα μπορέσει να ρίξει στάχτη στα μάτια του συστήματος της αγοράς για να επιβιώσει. Αρκεί να βρει «αποδεκτούς» τρόπους χρηματοδότησης, όπως κάλυψη του κόστους από εθελοντικό «φόρο» για τους -γενικώς- συνειδητούς «πολίτες» (συνδρομή μέλους στο club των χορηγών, αναλήψεις προστασίας σχολείων, ιδρυμάτων) ή εν δυνάμει πελάτες-υποψήφιοι γονείς (μικρές τοκιζόμενες δόσεις-προκαταβολές), υποχρεωτικό «φόρο» για τους πελάτες-γονείς, ξεχωριστά δηλωμένο στη φορολογική δήλωση για να ξέρουν τι πληρώνουν για εκπαίδευση των παιδιών τους (τι φόρος, τι δίδακτρα), κάποια συμβολικά «δίδακτρα» για γραμματειακή υποστήριξη (φόρος κύκλου εργασιών) ή αφορολόγητες δωρεές στον «εθνικό λογαριασμό παιδείας» (που φυσικά επενδύεται(;)), καταχωρούμενες στη φορολογική δήλωση και επιτρέπουσες στο φορολογούμενο τη μετάβαση σε κλίμακα μικρότερου φόρου. Ένας τέτοιος ή κάποιος τέλος πάντων μηχανισμός «κοινωνικής» («κινητρικής») χρηματοδότησης θα είναι απαραίτητος, λόγω συνεχούς μείωσης φόρων και κατάργησης δασμών στο σχεδιαζόμενο δημοσιονομικό περιβάλλον της κοινωνίας της αγοράς. Την πορεία της δημοσιονομικής συρρίκνωσης τη γνωρίζουν όλοι οι νυν προγραμματοτρεφόμενοι τομείς, που αντιλήφθηκαν πως το πρόβλημα των απορροφήσεων τακτοποιείται με ανακατανομή (μεταφορά) των κονδυλίων του προϋπολογισμού και ήδη σχεδιάζουν το μέλλον τους στο μη -κρατικά/κοινωνικά- προστατευόμενο αύριο. Και μια και ο κόμπος στο χτένι λέγεται πανεπιστήμιο, το επιχειρηματικό πανεπιστήμιο ήδη σχεδιάστηκε (Αμερική, Μ. Βρετανία) ως η αρμόζουσα λύση για την κοινωνία της αγοράς και των οικονομικών κινήτρων και με μια τέτοια αντιγραφή, τέλος πάντων, το πρόβλημα οικονομικής επιβίωσης και ο «κοινωνικός» ρόλος των πανεπιστημίων περνά στα χέρια των πανεπιστημίων (αυτονομία, αυτοτέλεια, αυτοδυναμία). Έτσι κι αλλιώς τα πανεπιστήμια σαν κέντρα εξουσίας χάνουν την αξία τους (ελεύθερη πρόσβαση, οικονομικές συναλλαγές με αγορά, κριτήρια αξιολόγησης) στην κοινωνία της αγοράς και το ενδιαφέρον των παραγωγών και διαχειριστών πολιτικής για έλεγχο εξουσίας εστιάζεται πλέον (εκτός του χρήματος) στη δικαστική εξουσία (όπως Αμερική).

Μπορεί κανείς να αισθάνεται ήσυχος για το αύριο μας, πως βρίσκεται σε καλά χέρια συμβούλων σύγχρονου στρατηγικού σχεδιασμού ή ανακούφιση που δεν είναι αυτός παραγωγός εκπαιδευτικής πολιτικής, να τον βασανίζει (;) η σκέψη των γενιών που θα περπατήσουν πάνω στους δικούς του σχεδιασμούς, που θα ακολουθήσουν τις δικές του «παιδεικές» συμβουλές. Και επειδή ήθισται (σε όρους «αγοράς»), όσοι έχουν αναστολές να χάνουν και όσοι προτείνουν -ενίοτε αβασάνιστα- και εκπλήσουν, τολμώντες να νικούν, αυτοί που παράγουν πολιτική (δεν είναι αγορά ή είναι;) έχουν ευθύνη τόση, όσο το παρελθόν που παρέλαβαν και το μέλλον που θα παραδώσουν. Άλλο αν δεν το καταλαβαίνουν/καταλαβαίνουμε. Αλλά και γι αυτό δεν φταίνε αυτοί/εμείς. Φταίνε οι «δάσκαλοί» τους/μας. Φταίμε όλοι μας. Που συζητάμε την αγορά και όχι την παιδεία.

1894

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*