Άρδην τ. 10-19, Άρδην τ.11, Περιοδικό Άρδην

Με αφορμή τα γεγονότα της Θεσσαλονίκης, Άρδην τ. 11

Το επικίνδυνο πρόσωπο του παλαιοελλαδιτισμού ή

ΠΩΣ ΝΑ ΚΑΝΕΙΣ ΜΙΑ ΠΕΤΥΧΗΜΕΝΗ ΠΡΟΒΟΚΑΤΣΙΑ!

του Βλάση Αγτζίδη

Η ανάδυση της μικρασιατικής ταυτότητας σήμερα στους ελληνικούς προσφυγικούς πληθυσμούς και η διεκδίκηση ισότιμης συμμετοχής στο έθνος-κράτος των Ελλήνων, δημιουργεί μεγάλη αμηχανία στο παραδοσιακό παλαιοελλαδίτικο κατεστημένο, το οποίο με μεγάλη χαρά θα εκχωρούσε ένα σύγχρονο μικρασιατικό κίνημα (με πρωτοπορία του τον ποντιακό χώρο) στους ακροδεξιούς, είτε θα το σπίλωνε με ανυπόστατες κατηγορίες, αρνούμενο να το αποδεχτεί ως μια υπαρκτή συνιστώσα. Έχουν ήδη εκφραστεί αντιμικρασιατικές και αντιπροσφυγικές απόψεις από την ομάδα του «Ιού» (δηλαδή Κωστόπουλος, Τρίμης, Ψαρράς), τον Ριχάρδο Σωμερίτη και τον Κώστα Πλεύρη.

 

 

 

του ΒΛΑΣΗ ΑΓΤΖΙΔΗ

 

Μετά την ψήφιση του ιδιώνυμου από τον Ελ. Βενιζέλο, αλλά και σ’ όλη τη μεταπολεμική περίοδο, η προσφιλής μέθοδος αντιμετώπισης του εργατικού κινήματος από τις αυταρχικές ελλαδικές κυβερνήσεις, ήταν η ταύτισή του με τις αντιδραστικές θέσεις του ΚΚΕ για την αυτονομία της Μακεδονίας και κατ’ επέκταση με τα συμφέροντα και τις μεθοδεύσεις της Διεθνούς και της Μόσχας. Η αντιμετώπιση αυτή οδήγησε σε επεξεργασία αριστοτεχνικών μεθόδων προβοκάτσιας, με συνήθως εγγυημένα αποτελέσματα. Η πρακτική αυτή μπορεί να ξεπεράστηκε με την πτώση της δικτατορίας. Όμως η δομή της σκέψης της ελλαδικής ακροδεξιάς φαίνεται ότι διαχύθηκε στην κοινωνία και βρήκε πρόσφορο έδαφος σε πρόσωπα και ομάδες που λεκτικά βρίσκονται στον αντίποδά της.

Θεατές αυτής της αντιστροφής των ρόλων βρεθήκαμε να είμαστε όλοι όσοι παρακολουθήσαμε, τα όσα απίθανα ακολούθησαν τα γεγονότα της Θεσσαλονίκης, που έγιναν με αφορμή το ελληνοτουρκικό συνέδριο για τους Βενιζέλο και Κεμάλ Ατατούρκ στις 30 Οκτωβρίου του 1997.  Η ανάδειξη της βιντεοταινίας με το χουντικό γλέντι των Εκαμιτών και η άμεση σύνδεσή της με τα γεγονότα και τους διαδηλωτές, ολοκλήρωσε το τοπίο. Πρωτοσέλιδη υστερία για τα «ακροδεξιά δίκτυα στην αστυνομία» και για τους εθνικιστές της «περίεργης πόλης» της Θεσσαλονίκης. Η δολοφονία του Λαμπράκη και οι παρακρατικές οργανώσεις της εποχής εκείνης ζωντάνεψαν ξαφνικά. Όλοι νοιώσαμε το φόβο, αντίστοιχο με αυτόν του ’63, γιατί όχι και του ’67, για αυτά που μας ετοίμαζαν οι επίδοξοι παραξικοπηματίες! Σύμφωνα με τους πρωτεργάτες της μεθόδευσης (Κωστόπουλος, Τρίμης, Ψαρράς, Παρασκευόπουλος) το αυγό του φιδιού έχει ήδη επωαστεί  και απαρτίζεται από τους φασίστες νοσταλγούς της χούντας που έχουν έτοιμοπόλεμα δίκτυα στην αστυνομία, τις ακροδεξιές ομάδες μαζί με τους πρόσφυγες: Πόντιους, Κύπριους, Κούρδους κ.ά. Παράλληλα, έκπληκτοι είδαμε τους, τάχα, αντιεξουσιαστές και επαναστάτες:

-να εισάγουν την επικίνδυνη αστυνομική λογική της συνομωσίας για την κατανόηση των κοινωνικών φαινομένων,

-να απαιτούν την επέμβαση των μηχανισμών καταστολής,

-να υποστηρίζουν με φανατισμό την άσκηση διπλωματίας από τους Έλληνες και Τούρκους κεφαλαιοκράτες, στηλιτεύοντας παράλληλα τους -ταξικά προλετάριους- διαμαρτυρόμενους για την άσκηση αυτή,

-να αναπαράγουν τις βασικές συνταγές του Στέιτ Ντιπάρντμεντ για την ομαλοποίηση των ελληνοτουρκικών σχέσεων (επιχειρηματικά φόρουμ και ανάπτυξη κοινών ελληνοτουρκικών συμφερόντων),

-να διευρύνουν το επικίνδυνο χάσμα μεταξύ Αθήνας και Θεσσαλονίκης θέτοντας υπό κρίση, με οξύ τρόπο, τη δεύτερη,

-να συκοφαντούν μαζικούς κοινωνικούς χώρους προσφύγων, όπως τους Πόντιους, τους Κύπριους, τους Κωνσταντινουπολίτες, Ίμβριους κ.ά. εκφράζοντας με τον πιο ανάγλυφο τρόπο την ιδεολογική αλλοτρίωση, εφόσον οι ασφαλείς στο λεκανοπέδιο «αντιεθνι­κιστές» μας, τυχαία ιδεολογικά τοποθετημένοι, κατακρίνουν κοινωνικούς χώρους φυσικά δομημένους (το μοντέλο αυτό θυμίζει τη σταλινική αντιμετώπιση των εθνών-εχθρών του λαού),

-να παραγνωρίζουν πλήρως την πραγματική κοινωνία των πολιτών που δημιουργείται σήμερα σε αρκετούς μικρασιατικούς συλλόγους, όπως π.χ. στους «Ακρίτες του Πόντου», κ.ά.

Για να δούμε όμως πως είναι τα πράγματα. Γιατί πιθανότατα να είναι πολύ πιο σοβαρά.

Καταρχάς, όπως ήδη φαίνεται, η παρουσία φιλοχουντικών «σταγονιδίων» στην αστυνομία απέχει πολύ από την ύπαρξη οργανωμένων παρακρατικών μηχανισμών, τύπου εποχής Λαμπράκη, όπως προσπάθησαν να μας πείσουν. Η τελεσίδικη απάντηση που θα δώσει, πιστεύω σύντομα, η υπηρεσιακή έρευνα που πραγματοποιεί το υπουργείο Δημόσιας Τάξης, θα αποκαλύψει το τοπίο. Πάντως ο ίδιος ο κ. Ρωμαίος, ως υπουργός Δημόσιας Τάξης, δήλωσε στις 18 Νοεμβρίου: «… δεν φαίνεται να αποτελούν οργανωμένη ομάδα, αλλά πρόκειται για μεμονωμένες περιπτώσεις».  Θα ήταν βεβαίως τραγικό να υπάρχουν τέτοιοι μηχανισμοί 23 χρόνια μετά την πτώση της χούντας, ενώ υπήρχε δημοκρατική διακυβέρνηση και εδικότερα σοσιαλιστική για 15 περίπου χρόνια. Κάπου το σχήμα μπάζει! Είδαμε διάφορους, τύπου «Ιού» [δηλαδή Κωστόπουλος, Τρίμης και Ψαρράς (δις) για να αποφύγουμε το απρόσωπο] ή Ρ. Σωμερίτη ή Παρ. Παρασκευόπουλου, να ολοφύρονται για την ανοχή των αστυνομικών, εννοώντας βεβαίως τα κυρίαρχα χουντικά δίκτυα (sic!), προς τους «άθλιους εθνικιστές» πρόσφυγες από την Κύπρο, τον Πόντο, το Κουρδιστάν κ.ά., τη στιγμή που τα τουρκικά μέσα ενημέρωσης δεν μιλούσαν για καμιά ανοχή της αστυνομίας στα συγκεκριμένα γεγονότα. Είδαμε επίσης τους ίδιους να γίνονται βασιλικότεροι του βασιλέως, εφόσον οι ίδιοι οι Τούρκοι δεν συνέδεσαν τους διαδηλωτές με τους ακροδεξιούς, αντίθετα προσπάθησαν να τα φορτώσουν όλα στους «φανατικούς Ρωμιούς του Πόντου».

Με όλα αυτά, και με έντεχνη μεθόδευση, δημιουργήθηκε μια παραπλανητική εικόνα, εξαπατήθηκε η κοινή γνώμη και συγκαλύφθηκαν οι πραγματικοί υπεύθυνοι των επεισοδίων, που δεν είναι άλλοι από τους αμαθείς και ανιστόρητους οργανωτές της «ημερίδας». Οι διαμαρτυρίες των προσφυγικών οργανώσεων στη Θεσσαλονίκη, με αφορμή το Συνέδριο για τους Βενιζέλο-Ατατούρκ και την πρόταση -που απ’ ότι λέγεται κατέθεσε ο βιομήχανος Μπουτάρης στο Δήμαρχο Θεσσαλονίκης και δεν διέψευσε μέχρι τώρα ο ίδιος- περί μετονομασίας της οδού Αγίου Δημητρίου σε οδό Κεμάλ Ατατούρκ, ανέδειξαν τις δυσκολίες ενός όντως επικίνδυνου εγχειρήματος. Λάδι στη φωτιά έριξε και ο φουνταμενταλιστικός λόγος του Π. Παπασαραντόπουλου. Οι οργανωτές του Συνεδρίου φρόντισαν να κατηγορήσουν και πάλι τους «δαίμονες», δηλαδή τους κακούς εθνικιστές. Φταίνε όμως οι «δαίμονες» στην προκειμένη περίπτωση;

Κατ’ αρχάς οι διοργανωτές της ημερίδας λησμόνησαν ότι η Θεσσαλονίκη του 1997 δεν είναι η Θεσσαλονίκη του 1908, δεν είναι δηλαδή η πόλη των Τούρκων εθνικιστών, των Νεοτούρκων, αλλά αντιθέτως είναι πλέον η πόλη των θυμάτων τους. Δυστυχώς οι διοργανωτές ξέχασαν ότι η κοινωνία της Θεσσαλονίκης συγκροτείται από όσους επέζησαν από τις εθνικές εκκαθαρίσεις που πραγματοποίησε ο τουρκικός εθνικισμός και ο κεμαλικός ολοκληρωτισμός. Κάτι σημαίνει -για όποιον βεβαίως έχει στοιχειώδεις ιστορικές γνώσεις και κάποιο πολιτικό κριτήριο- το ότι η κοινωνία της Θεσσαλονίκης αποτελείται στο μεγαλύτερο μέρος της από Ίωνες, Ανατολικοθρακιώτες και Πόντιους. Εφόσον η Πόλις υπάρχει όπου υπάρχουν οι πολίτες της, η σύγχρονη Θεσσαλονίκη είναι η Σμύρνη, η Κωνσταντινούπολη και η Τραπεζούντα.  Και είναι γνωστό ότι για όλον τον προσφυγικό ελληνισμό, ο Κεμάλ Ατατούρκ και ο τουρκικός εθνικισμός, αποτελεί την προϋπόθεση της εξόντωσης και της εκδίωξής του από τις γενέθλιες κοιτίδες του. Σε επίρρωση όλων αυτών έρχεται η ύπαρξη του νεοπροσφυγικού προβλήματος με την έλευση στην Ελλάδα δεκάδων χιλιάδων Ποντίων  προσφύγων από την πρώην Σοβιετική Ένωση. Δηλαδή Μικρασιατών προσφύγων, οι οποίοι απώλεσαν τις πατρίδες τους εξ αιτίας του τουρκικού εθνικισμού και του Κεμάλ Ατατούρκ. Σήμερα ο πληθυσμός αυτός κρατά ανοιχτό, αντικειμενικά, το προσφυγικό ζήτημα βιώνοντας την αρχική εκδίωξη από τον μικρασιατικό Πόντο και την εξαθλίωση την οποία του επεφύλαξε ο σύγχρονος ελλαδισμός. Αυτά όλα βεβαίως δεν μπορούν να τα κατανοήσουν οι απόγονοι του παλαιοελαδίτικου, κατά των προσφύγων, ρατσισμού. Ο περί εθνικιστών αφορισμός τα καλύπτει όλα! Ανεξαρτήτως του αν αυτός που ανοίγει δρόμο στην ελλαδίτικη ακροδεξιά είναι η ομόλογός της ελλαδίτικη Αριστερά και ο αυτοαποκαλούμενος «αντιεθνικιστικός χώρος», που έχει επιλέξει να  αγνοεί τα υπαρκτά προβλήματα, εκχωρώντας τη διαχείρισή τους στους, δυστυχώς εξυπνότερους, ακροδεξιούς. Όπως βεβαίως δεν μπορεί να κατανοήσει ότι η μοναδική σοβαρή αντίσταση στην ακροδεξιά επέλαση θα αποτελέσει η κοινωνία των προσφύγων, εφόσον η ελλαδίτικη ακροδεξιά, παρόλο το μεταμορφισμό της, υπήρξε βαθύτατα αντιπροσφυγική και υπεύθυνη σε μεγάλο βαθμό για την προσφυγοποίησή τους.

 

Η Θεσσαλονίκη των προσφύγων

 

Εφόσον οι εμπνευστές της πρωτοφανούς προβοκάτσιας εμφανίστηκαν αγνοούντες, ως μη όφειλαν, βασικών ιστορικών γεγονότων και κοινωνικών παραμέτρων θα πρέπει να τους θυμίσουμε ότι ο χώρος της Θεσσαλονίκης κατά την οθωμανική της περίοδο, υπήρξε η μήτρα του τουρκικού εθνικισμού. Το 1911 οι Νεότουρκοι αποφάσισαν στην πόλη αυτή την εξόντωση των μη τούρκικων εθνοτήτων. Στην απόφαση Συνεδρίου τους γράφτηκε: «Η Τουρκία πρέπει να γίνει μωαμεθανική χώρα, όπου η μωαμεθανική θρησκεία και οι μωαμεθανικές αντιλήψεις θα κυριαρχούν και κάθε άλλη θρησκευτική προπαγάνδα θα καταπνίγεται… Αργά ή γρήγορα θα πρέπει να πραγματοποιηθεί η πλήρης οθωμανοποίηση όλων των υπηκόων της Τουρκίας. Και είναι ολοκάθαρο ότι αυτό δεν μπορεί να γίνει με την πειθώ. Άρα πρέπει να χρησιμοποιηθεί ένοπλη βία… Το δικαίωμα των άλλων εθνοτήτων να έχουν δικές τους οργανώσεις θα πρέπει να αποκλειστεί. Κάθε μορφή αποκέντρωσης και αυτοδιοίκησης θα θεωρείται προδοσία προς την τουρκική αυτοκρατορία.»

Αυτή υπήρξε η βάση των εκτεταμένων εθνικών εκκαθαρίσεων, οι οποίες στοίχισαν στους Έλληνες της καθ’ ημάς Ανατολής, 1.000.000 νεκρούς την περίοδο 1915-1924. Αυτή την απόφαση των Νεοτούρκων ολοκλήρωσε ο κεμαλισμός, με αποτέλεσμα την υποχρεωτική προσφυγοποίηση 1.500.00 Ελλήνων από τις πατρίδες τους, το 1922. Οι 400.000 περίπου προέρχονταν από το μικρασιατικό Πόντο, οι 250.000 από την Ανατολική Θράκη και οι υπόλοιποι από τη Δυτική Μικρά Ασία και την Καππαδοκία. Περίπου 70.000 πρόσφυγες εγκαταστάθηκαν στη Σοβιετική Ένωση, στις ήδη υπάρχουσες ελληνικές κοινότητες. Στην Ελλάδα οι πρόσφυγες πέρασαν από τις εξευτελιστικές διαδικασίες των λοιμοκαθαρτηρίων της Μακρονήσου, του Χαρμάν Κιοϊ κ.ά. Με βάση τα στοιχεία της Κοινωνίας των Εθνών, σε πολλές περιοχές της νέας τους εγκατάστασης κατά τα πρώτα χρόνια πέθανε από τις κακουχίες το 20% των προσφύγων, ενώ αντιστοιχούσε 1 γέννηση σε 3 θανάτους. Μεγάλο μέρος των προσφύγων αυτών εγκαταστάθηκε στη Θεσσαλονίκη. Ο αρχικός εκνευρισμός που ένοιωσαν οι ντόπιοι για τους πρόσφυγες πήρε σύντομα τη μορφή εχθρότητας. Οι πρόσφυγες αντιμετώπισαν πραγματικό μίσος από τους ντόπιους, ενώ αποτέλεσαν δεξαμενή άσκησης πολιτικής των ήδη υπαρχόντων ελλαδικών κομμάτων. Το κράτος της Ελλάδας, καθώς και οι διάφορες κομματικές γραφειοκρατίες εξουσίας, κατάκλεψαν την Ανταλλάξιμη Περιουσία των προσφύγων. Δεν είναι υπερβολή να ισχυριστούμε ότι ο ελλαδισμός (στη δεξιά και στην αριστερή εκδοχή του) λειτούργησε ως βαμπίρ, εκμεταλλευόμενος στο έπακρο τις προσφυγικές ομάδες, οικονομικά, πολιτιστικά και πολιτικά. Γιατί η εγκατάσταση των προσφύγων στην Ελλάδα σήμαινε τη μαζική προλεταριοποίησή τους και κατά συνέπεια την πολιτική τους περιθωριοποίηση. Το αποτέλεσμα αυτής της κατάστασης ήταν η επικράτηση της βούλησης όλων των Ελλαδικών κομμάτων (από την άκρα Δεξιά έως την άκρα Αριστερά) για αποσιώπηση των τραγικών γεγονότων, εξαφάνιση της προσφυγικής ιστορικής μνήμης και βαλκανιοποίησης των προσφύγων.

Οποιοσδήποτε νηφάλιος παρατηρητής των γεγονότων θα περίμενε να έχουν τα μικρασιατικά ιδιαίτερη θέση στη συλλογική μνήμη των νεοελλήνων, καθώς και στη γνώση που αναπαράγεται μέσω της εκπαιδευτικής διαδικασίας στη σύγχρονη Ελλάδα. Συμβαίνει όμως ακριβώς το αντίθετο, δημιουργώντας εύλογα ερωτήματα για τα βαθύτερα αίτια. Μερικά συμπεράσματα αυτής της αναζήτησης  είναι ότι η αποσιώπηση υπήρξε το αποτέλεσμα της οριστικής κυριαρχίας των ελλαδικών ομάδων στο έθνος-κράτος των Ελλήνων. Οι πολυάριθμοι Έλληνες από το μικρασιατικό και τον ανατολικοθρακικό χώρο, που ανέρχονταν στο 35% περίπου του συνολικού πληθυσμού της Ελλάδας, ενσωματώθηκαν ως πρόσφυγες στην κοινωνική δομή. Κατά συνέπεια, ήταν αδύνατο να διεκδικήσουν ειρηνικά οποιοδήποτε μερίδιο συμμετοχής στο έθνος-κράτος, ως ομάδες με σαφή συνείδηση της καταγωγής τους. Από την άλλη, οι ελλαδικές ομάδες εξουσίας, οι οποίες είχαν αποτύχει στον αποτελεσματικό χειρισμό της μικρασιατικής κρίσης, αντιμετώπισαν την πρόκληση της στερέωσης της εξουσίας τους, που αμφισβητούνταν έντονα εκ των πραγμάτων. Εξ άλλου, οι κυρίαρχες ομάδες και τα κόμματα εξουσίας, είχαν βγει κερδισμένες από τη Μικρασιατική Καταστροφή, με την ανάθεση σ΄ αυτές, με τη συνθήκη της Λωζάννης, της διαχείρισης των ανταλλάξιμων μουσουλμανικών περιουσιών.

Στα κίνητρα που οδήγησαν στην αποσιώπηση, μπορούν να συμπεριληφθούν οι πολιτικές αποφάσεις για κλείσιμο του μικρασιατικού ζητήματος, μια απόφαση με την οποία οι μικρασιάτες πρόσφυγες διαφωνούσαν ριζικά και μαχητικά, και η αλλαγή των προτεραιοτήτων στην εξωτερική πολιτική. Η Τουρκία γινόταν πλέον ο απαραίτητος σύμμαχος στην περιοχή, με τη μεσολάβηση του Μουσολίνι κατ’ αρχάς. Στη συνέχεια, όταν ο εξωτερικός εχθρός εντοπίστηκε στο Βορρά, η Τουρκία έγινε πολύτιμος σύμμαχος στα νατοϊκά πλαίσια. Έτσι, η ιστορική μνήμη των προσφύγων θα έπρεπε να εξοβελιστεί. Οι ίδιοι οι πρόσφυγες θα έπρεπε να αλλοτριωθούν και να ελλαδιτοποιηθούν. Σε μεγάλο βαθμό το μοντέλο αυτό πέτυχε. Πέτυχε με την απόλυτη σύμπραξη της ελλαδικής Αριστεράς, η οποία ακολούθησε μια αντίστοιχη στάση. Η ανάδυση της προσφυγικής μνήμης συνέβη και πάλι στη δεκαετία του ’80, σαν αποτέλεσμα μιας απραγματοποίητης μέχρι σήμερα κάθαρσης από το μικρασιατικό δράμα. Δυστυχώς την ανάδυση αυτή δεν μπορούν, ή δεν θέλουν, να αντιληφθούν οι σχολιαζόμενοι σε τούτο το σημείωμα.

Όσον αφορά τα πρόσφατα γεγονότα της Θεσσαλονίκης -τα οποία είναι καταδικαστέα ανεπιφύλακτα- νομίζω ότι θα έπρεπε να διερευνηθεί η υπόθεση ότι επιδιώχτηκαν από τους διοργανωτές της ημερίδας, οι οποίοι παρόλο το αρνητικό κλίμα της πόλης και τις βάσιμες υποψίες περί γεγονότων, αρνήθηκαν να την αναβάλουν, εκθέτοντας τους προσκεκλημένους τους συνειδητά σε κίνδυνο. Η παραγνώριση των γεγονότων αυτών, τόσο από τους διοργανωτές της «ημερίδας», όσο και από αυτούς που εξαπέλυσαν την υστερική αντιπροσφυγική καμπάνια, αξιοποιώντας βεβαίως τις διαφωνίες του ποντιακού χώρου και την αφέλεια των ανίκανων «ηγετών» του,  είναι λυπηρό γεγονός εφόσον υποθηκεύουν τις σοβαρές προσπάθειες προσέγγισης των λαών της Ελλάδας και της Τουρκίας. Γιατί τα γεγονότα χρησιμοποιήθηκαν έντεχνα για το εσωτερικό παιχνίδι εντυπώσεων όχι μόνο στην Ελλάδα, αλλά και στην Τουρκία. Η εκτεταμένη αναφορά των τουρκικών ΜΜΕ ότι υπεύθυνοι ήταν οι «Fanatic Pontus Rumlari», μόνο αρνητικό ρόλο μπορεί να έχει σε μια πραγματική προσέγγιση των λαών των δύο χωρών, εφόσον προδιαθέτει αρνητικά ακόμα και τους ελληνόφωνους μουσουλμάνους της γειτονικής χώρας. Ίσως να  ήταν και αυτό μέσα στις επιδιώξεις όλων αυτών που δημιούργησαν τις προϋποθέσεις των επεισοδίων.

 

 

Τα κίνητρα της προβοκάτσιας

 

Όσον αφορά το ερώτημα περί των κινήτρων αυτών που υποκίνησαν τα γεγονότα, η απάντηση δόθηκε, όσον αφορά τους διοργανωτές της «ημερίδας», από τον Γ. Λιάπη:  «Κανείς δεν θα αντιδρούσε στη Θεσσαλονίκη αν οι Τούρκοι και οι Έλληνες βιομήχανοι έκαναν αυτό που κάνουν οι …κανονικοί επιχειρηματίες και βιοιμήχανοι: Δουλειές, μπίζνες -πως το λένε; Θα συναντιόντουσαν ωραία και καλά, «τόσα βάζω εγώ», «άλλα τόσα εσύ», «έτσι θα το δουλέψουμε το μπουνταλάδικο καταναλωτικό κοινό», «τόσα θα βγάλουμε», «αυτές τις μίζες θα δώσουμε», «εκείνο το μπαχτσίσι θα προσφέρουμε» -τέτοια. Αυτοί, όμως, θέλησαν να παρουσιαστούν σαν διπλωμάτες και ιστορικοί! Σιγά, δηλαδή, που ενδιαφέρονταν για το Μουσταφά Κεμάλ και τον Ελευθέριο Βενιζέλο… Κι αυτό το παραμύθι ήταν που δεν κατάπιαν κάποιοι Θεσσαλονικείς, με αποτέλεσμα (έτσι και αλλοιώς καταδικαστέα) εκτόξευση αβγών, ζαρζαβατικών και κερμάτων….»  (Γ. Λ., «Το παραμύθι» εφημ. Ελευθεροτυπία, 31 Οκτωβρίου 1997, σελ. 8).

Όσον αφορά για τα κίνητρα του βουλευτή επικρατείας Παρ. Παρασκευόπουλου, η απάντηση -υποθέτω- μπορεί να βρεθεί με τη γνώση της πολιτικής του προϊστορίας: Παλαιοελλαδίτης που βρέθηκε στη Θεσσαλονίκη λόγω σπουδών, μέλος του ΚΚΕ και πρόεδρος του Εργατικού Κέντρου εξαιτίας της κομματικής του ιδιότητας, μεταπηδά στο Συνασπισμό και από εκεί στο ΠΑΣΟΚ, του οποίου εκλέγεται βουλευτής επικρατείας, δίχως να εκτεθεί στο εκλογικό σώμα. Κατά συνέπεια η ανάγκη «κοινωνικής παρέμβασης» καθορίζεται από δύο πράγματα: την πλήρη αμφισβήτηση που υφίσταται από τα δύο προηγούμενα κόμματα, όπου συμμετείχε και από το δοτό της εκλογής του. Ο χύδην «αντιεθνικισμός» αποτελεί τη καλύτερη κολυμβήθρα για εξιλέωση. Έτσι λοιπόν η «αντιεθνικιστική» καμπάνια και η ταύτιση των διαδηλωτών με τους «καταραμένους εθνικιστές» υπήρξε ένας όντως έξυπνος αντιπερισπασμός για την παραδοσιακά αφελή ελλαδική Αριστερά.

Όσον αφορά τους Ριχάρδο Σωμερίτη και τον «Ιό» (δηλαδή Κωστόπουλο, Τρίμη, Ψαρρά) τα πράγματα είναι πιο σύνθετα. Ο πρώτος, κλασικός παλαιοελλαδίτης όπως φαίνεται, δεν πρέπει να έχει πάρει και πολύ είδηση το τι συμβαίνει στις προσφυγικές ομάδες και τι σημαίνει μικρασιατική αφύπνιση. Η αντιπροσφυγική του διάθεση είχε ήδη κατατεθεί  στο «Βήμα της Κυριακής» στις 31 Μαρτίου 1996, όταν είδε το φως ένα αποκαλυπτικό άρθρο του με τίτλο «Η ανατολίτικη μιζέρια μας». Στο άρθρο αυτό οι πρόσφυγες και οι προσφυγογενείς, οι οποίοι σημειωτέον αποτελούν το ένα τρίτο του πληθυσμού της Ελλάδας, παρουσιάζονταν ως φορείς της «ανατολίτικης μιζέριας» και της ανάμνησης της επίσης «καταραμένης» (ο χαρακτηρισμός δικός μου) «καθ’ημάς Ανατολής»! Κατηγορούνταν επιπλέον ως βασικοί εκφραστές της «εθνικιστικής» υστερίας με το Μακεδονικό. Τέτοιες κατηγορίες είχαμε να ακούσουμε περίπου 70 χρόνια, από την εποχή που οι ένοχοι για την Μικρασιατική Καταστροφή  αποκαλούσαν τους πρόσφυγες «τουρκόσπορους» και πρότειναν να τους αφαιρεθεί τελείως το δικαίωμα της ψήφου  γιατί «δεν είχαν την πολιτική ωριμότητα».

Ο «Ιός» (δηλαδή Κωστόπουλος, Τρίμης, Ψαρράς) αποτελεί μια πιο επικίνδυνη (ιδεολογικά εννοείται) περίπτωση. Μπορεί να θεωρηθεί το αντίστοιχο του Κώστα Πλεύρη, εφόσον οι δυο τους εξέφρασαν τόσο καθαρά την αντιμικρασιατική στάση. Η οπτική του «Ιού» (των Κωστόπουλου, Τρίμη, Ψαρρά), αλλά και τα κίνητρά του, παρουσιάζουν εξαιρετικό ενδιαφέρον για όσους μελετούν το ελλαδικό αριστερό φαινόμενο. Η επιβίωση και ο «εκσυγχρονισμός» των ακραίων απόψεων της πρωτόγονης περιόδου της ελλαδίτικης αριστεράς, αποτελεί ένα εντυπωσιακό γεγονός. Στοιχεία που χαρακτηρίζουν τις αναλύσεις τους είναι η ιδεολογικοποίηση της πραγματικότητας, η επιλεκτική χρήση στοιχείων και η ξύλινη γλώσσα.  Η πολιτική σύγκρουση των μελών της ομάδας του «Ιού» με το «αστικό κράτος της Ελλάδας» και τον εθνικισμό, τους οδήγησε στη συμμαχία με τους εχθρικούς εθνικισμούς (στη βάση της αρχής: ο εχθρός του εχθρού μου είναι φίλος μου). Έτσι, αποτέλεσαν τη δημοσιογραφική τουλάχιστον δίοδο διάχυσης στην ελληνική κοινή γνώμη των βασικών αρχών του σλαβομακεδονικού και τουρκικού εθνικισμού.  Αποκορύφωμα της συγκεκριμένης προπαγάνδας των Κωστόπουλου, Τρίμη, Ψαρρά υπήρξε η  άθλια αντιπροσφυγική παρουσίαση του Μικρασιατικού Ζητήματος το 1992, εβδομήντα χρόνια μετά τη μεγάλη τραγωδία του 1922. Ο χαρακτηρισμός της Μικράς Ασίας ως το «Βιετνάμ των Ελλήνων» απέδειξε ότι η ιστορική εμπειρία ελάχιστα επηρέασε τις ελλαδίτικες παλαιοκομμουνιστικές ομάδες. ΄Ετσι λοιπόν ο «Ιός», παραγνώρισε πλήρως την ύπαρξη ελληνικών πληθυσμών, αναπαρήγαγε πιστά την αντιδραστική άποψη και στάση της αριστεράς του ΣΕΚΕ που προπαγάνδισε τότε στο μέτωπο την «απεργία πολέμου» (συμβάλλοντας έτσι στην ήττα και στην εξόντωση των ελληνικών μικρασιατικών πληθυσμών από τον τουρκικό εθνικισμό). Η άποψη των Κωστόπουλου, Τρίμη, Ψαρρά, εβδομήντα χρόνια μετά τη μικρασιατική τραγωδία, πλησιάζει πολύ την ιστορική ερμηνεία περί μικρασιατικού που έχουν και οι Γκρίζοι Λύκοι. Στο ατόπημα αυτό αντέδρασαν μόνο οι προσφυγικές οργανώσεις, οι οποίες πικρά διαπίστωσαν ότι οι ελλαδίτικη ακροαριστερά τους αντιμετώπιζε και στη δεκαετία του ’90 μάλλον ως «Βιετναμέζους πρόσφυγες», εφ’ όσον παραγνώριζε την τρισχιλιόχρονη παρουσία τους στις ιστορικές τους πατρίδες. Μόνο που η αντιμετώπιση αυτή συνεχίστηκε με θαυμαστή συνέπεια. Έτσι οι Κωστόπουλος, Τρίμης, Ψαρράς, ανακάλυψαν το 1997 ότι από το «Βιετνάμ των Ελλήνων» ξεπήδησαν και μερικές περίεργες ελληνικές ομάδες, όπως οι Πόντιοι για παράδειγμα, οι οποίοι δεν μπορούσαν να βολευτούν στα κλασικά πολιτικά σχήματα της «νέας τάξης πραγμάτων». Έτσι, το πλέον εύκολο ήταν να εκχωρηθούν στην ακροδεξιά και να χαρακτηριστούν ως ύποπτοι για την εκκόλαψη του αβγού του φιδιού. Είναι τραγικό που το σχήμα αυτό πέρασε ασχολίαστο. Φανταστείτε να κατηγορούσαν τους Παλαιστίνιους πρόσφυγες γιατί αντιδρούν στο σιωνισμό, ή τους Εβραίους γιατί αντιδρούν στο ναζισμό, ή τους Ινδιάνους που γενοκτονήθηκαν από τους Αγγλοσάξωνες γιατί τολμούν να θυμούνται την τραγική τους μοίρα. Στην Ελλάδα όμως όλα είναι δυνατά, εφόσον, απ’ ότι φαίνεται, το αυγό του φιδιού εκκολάπτεται από πολλούς, πολύ διαφορετικούς μεταξύ τους χώρους. Επίσης η ιστορική μνήμη έχει μικρό βάθος και η κυρίαρχη ιδεολογία (αριστερή και δεξιά) είναι βασισμένη στην εξαφάνιση της μικρασιατικής παραμέτρου και στη βαλκανιοποίηση των Μικρασιατών. Απ’ ό,τι φαίνεται, σήμερα η «βρωμοδουλειά» γίνεται απ’ όλο αυτό τον εσμό των αυτοακκιζόμενων «αντιεθνικιστών», οι οποίοι προτιμούν να εκχωρήσουν το μικρασιατικό χώρο (των προσφύγων εννοείται) στην ελλαδίτικη ακροδεξιά, παρά να τον αποδεχτούν ως υπαρκτή πολιτική συνιστώσα.

Βεβαίως μια από τις απορίες μου είναι το γιατί αυτοί που εθίγησαν άμεσα από την προβοκάτσια δεν έκαναν συγκεκριμένες πράξεις αντίστασης. Γιατί, για παράδειγμα ο κ. Μ. Χαραλαμπίδης, που ευθέως κατηγορήθηκε, δεν έδωσε μια συνέντευξη Τύπου και δεν προκάλεσε εκδηλώσεις διαμαρτυρίες. Νομίζω ότι άλλη μια απορία μου, για άλλη μια φορά, θα μείνει αναπάντητη!

 

 

Η ελληνοτουρκική επαναπροσέγγιση

 

Παρ’ ότι έγινε στη Θεσσαλονίκη, το ερώτημα για τη δυνατότητα επαναπροσέγγισης των λαών της Ελλάδας και της Τουρκίας, ανεξαρτήτως της πολιτικής που ακολουθούν οι κυβερνήσεις στις δύο χώρες, παραμένει. Ο μέχρι σήμερα προβληματισμός ξεκίνησε από διάφορες προσπάθειες, άλλες αμφιλεγόμενες και άλλες έντιμες. Έχει προκληθεί μεγάλη συζήτηση και έχει εμφανιστεί και αξιοσημείωτη αντιπαράθεση, ενώ έχει αναδειχθεί για άλλη μια φορά το μεγάλο ζήτημα του τρόπου προσέγγισης των δύο (και περισσότερων) λαών που κατοικούν ένθεν και ένθεν του Αιγαίου. Από τη μια οι κινήσεις γύρω από τα βραβεία «Ιπεκτσί» και τα κυνικά συμφέροντα των επιχειρηματιών. Από την άλλη οι αδελφοποιήσεις πόλεων, η ανάδειξη των κοινών στοιχείων και οι κοινές πολιτιστικές εκδηλώσεις, όπως η αδελφοποίηση της Λάρισας με το Ουργκούπ της Καππαδοκίας (το πάλαι ποτέ ελληνικό Προκόπι, απ’ όπου προέρχονται οι πρόσφυγες της περιοχής Λάρισας), οι κοινές εκδηλώσεις Ελλήνων και Τούρκων στην Πέργαμο που οργανώθηκαν από τη Νομαρχία Λέσβου και το Δήμο Περγάμου (Bergama στα τουρκικά) κ.ά.

Είναι ήδη φανερό ότι η τάση για εκδηλώσεις τέτοιου τύπου, που στοχεύουν στην αλληλογνωριμία των λαών μεγαλώνει από χρόνο σε χρόνο. Πάει καιρός όμως που οι δικοί μας πρόσφυγες άρχισαν να επισκέπτονται τις γενέθλιες κοιτίδες τους στον Πόντο, στην Ανατολική Θράκη και στην Ιωνία. Το ίδιο, αν και σε μικρότερη κλίμακα, παρατηρήθηκε και στους Τούρκους «ανταλλάξιμους» του 1923. Η διαφορά με τις σημερινές τάσεις είναι ότι τώρα αρχίζουν να παίρνουν πρωτοβουλίες και οι διάφοροι τοπικοί θεσμοί. Κατά συνέπεια, η διαμόρφωση ενός κώδικα αρχών με βάση τον οποίο θα γίνει η, επίσημη τουλάχιστον, επαναπροσέγγιση των λαών είναι αναγκαία. Ο κώδικας αυτός θα εξαχθεί από την καλή γνώση της ιστορίας των περιοχών με τις οποίες επιχειρείται η ανάπτυξη σχέσεων και από την αξιοποίηση των υπαρκτών ελληνικών προσφυγικών πληθυσμών.

Εάν δεν τηρηθούν οι δύο αυτές προϋποθέσεις, το εγχείρημα της επαναπροσέγγισης κινδυνεύει να ακυρωθεί από το προκατειλημμένο πολιτικό περιβάλλον. Ένα περιβάλλον που είτε άκριτα προτρέπει σε ανάπτυξη άνευ όρων σχέσεων (π.χ. ο προαναφερόμενος παλαιοελλαδίτικος εσμός), είτε επίσης άκριτα απορρίπτει κάθε προσπάθεια.  Γιατί δυστυχώς η πολιτική σκέψη στην Ελλάδα είναι διχασμένη μεταξύ ενός απίθανου ενδοτισμού και ενός μικροελλαδίτικου τοπικισμού. Αυτός ο «απίθανος ενδοτισμός» που εύκολα θα αποσιωπήσει τις εθνικές εκκαθαρίσεις που πραγματοποίησε ο τουρκικός εθνικισμός προκειμένου να δημιουργήσει το εθνικό κράτος των Τούρκων, θα δείξει κατανόηση για την αυταρχική φύση αυτού του κράτους και θα ανεχθεί την οργουελιανής μορφής καταστροφή του ιστορικού παρελθόντος της Μικράς Ασίας και τη δημιουργία ενός νέου, αποεθνικοποιημένου και τουρκικού. Από την άλλη, ο μικροελλαδίτικος τοπικισμός (τον οποίον οι σχολιαζόμενοι τον αποκαλούν «εθνικισμό») εύκολα και με υστερικό τρόπο καταδικάζει τις προσπάθειες επικοινωνίας των λαών, καθώς και την ποικιλία των απόψεων που συγκροτούν αυτό που θα μπορούσε να ονομαστεί «μικρασιατική αφύπνιση». Επίσης υποβαθμίζει τη σημασία των ελληνικών μικρασιατικών προσφυγικών πληθυσμών προς όφελος επαγγελματιών αγκιτατόρων. Παράλληλα μ’ όλα αυτά, αποδέχεται τη δαιμονολογική προσέγγιση της Τουρκίας και αναπαράγει ακρίτως τις δυτικές απόψεις περί ισλαμικού  κινδύνου, αποδεικνύοντας το μικρό βάθος της σύγχρονης ελληνικής σκέψης.

Από τα παραπάνω αναδεικνύεται η μεγάλη αναγκαιότητα για πλήρη γνώση των παραμέτρων που συνθέτουν τις ελληνο-τουρκικές σχέσεις, για αποκωδικοποίηση της παλιάς μας σχέσης με τους λαούς της Τουρκίας και για συνειδητοποίηση των ιστορικών εκκρεμοτήτων, που ακόμα παραμένουν ανεξάρτητα από τη θέληση του οιουδήποτε αναλυτή. Για τους λόγους αυτούς, η ιστορική μνήμη των προσφυγικών ελληνικών πληθυσμών γίνεται εξαιρετικά επίκαιρη, ενώ η ανασύνθεση των προσφυγικών ταυτοτήτων αποτελεί πλέον αναγκαιότητα. Η άποψή μου είναι ότι ο αποφασιστικός παράγοντας για την όποια επαναπροσέγγιση πρέπει να βασίζεται στη θέληση των ελληνικών μικρασιατικών πληθυσμών. Θέληση την οποία οι Ελλαδικοί θα πρέπει να λάβουν υπ’ όψη. Ήδη στο 4ο Παγκόσμιο Συνέδριο του Ποντιακού Ελληνισμού (Καλοκαίρι 1997) αντιμετωπίστηκε θετικά η πρόκληση. Ας περιμένουμε και τη θέση των προσφύγων από τη Δυτική Μικρά Ασία, την Ανατολική Θράκη, καθώς και των Κωνσταντινουπολιτών, Ιμβρίων και Τενεδίων. Εν κατακλείδι λοιπόν, οι πρωταγωνιστές, αλλά και οι επικριτές της επαναπροσέγγισης, θα πρέπει να πάρουν υπ’ όψη τους τη θέληση των ελληνικών προσφυγικών πληθυσμών του 1922. Κανείς βεβαίως δεν θα έπρεπε να συνεργήσει και να αποδεχτεί την εφιαλτική απόκρυψη της ελληνικότητας των μνημείων που επιχειρεί σε μεγακλίμακα το τουρκικό κράτος. Και για το τελευταίο, μια πρόταση προς τον υπουργό Πολιτισμού και τις νομαρχιακές αυτοδιοικήσεις του Έβρου, της Λέσβου, της Σάμου, της Ρόδου κ.λπ.: Εκδόστε έξυπνα επιστημονικά φυλλάδια που αναφέρονται στην ιστορία της ευρύτερης περιοχής σας, πριν αυτή κατατεμαχιστεί με τα σύγχρονα σύνορα. Αναφέρετε την πραγματική ιστορία της περιοχής σας (Θράκης, Αιολίας, Ιωνίας κ.ά.) Προβάλετε την ελληνικότητα των μνημείων που τόσο έντεχνα αποκρύπτει ο τουρκικός σωβινισμός και τέλος μοιράστε σε μόνιμη βάση τα έντυπα αυτά στους χιλιάδες τουρίστες που διασχίζουν κάθε μέρα τα σύνορα. Έτσι θα αποκατασταθεί η αλήθεια και θα μπορέσουμε όλοι μαζί να οικοδομήσουμε στέρεες και μόνιμες σχέσεις με τους λαούς της Τουρκίας.

Και πάνω απ’ όλα, για να μπορέσουμε να ξαναχτίσουμε τις γέφυρες με την απέναντι όχθη, θα πρέπει ανεπιφύλαχτα να καταγγέλουμε κάθε προσπάθεια υπονόμευσης και κάθε προβοκάτσια που θα σκαρφιστούν τα διάφορα πρόσωπα του παλαιοελλαδιτισμού.

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*