Άρδην τ. 83

H «Σπίθα» και η πεδιάδα

Άρδην τ. 83, Δεκέμβριος 2010 – Ιανουάριος 2011

Πριν από λίγες μέρες, στις 17 Ιανουαρίου  2011, πραγματοποιήθηκε η δεύτερη μεγάλη ομιλία του Μίκη Θεοδωράκη, στα πλαίσια της νέας ανεξάρτητης Κίνησης Πολιτών που έχει ιδρύσει, της «Σπίθας».
Ο κόσμος ήταν πολύς, πάνω από 1500, και ως επί το πλείστον, πέρα από τους «συνήθεις υπόπτους», που παρευρίσκονται σε τέτοιου τύπου συγκεντρώσεις, ήταν λαϊκός: ένα ακροατήριο το οποίο έχει εξαφανιστεί τα τελευταία δεκαπέντε ή είκοσι χρόνια από τα μονότονα ραντεβού της αριστεράς, και εμφανιζόταν μόνο σποραδικά στους δρόμους ή στις συγκεντρώσεις, όταν ο κόμπος έφτανε στο χτένι, όπως συνέβη με το Κόσοβο, το Ασφαλιστικό, το Ιράκ ή ακόμα και με τη διαμάχη με τις ταυτότητες και το βιβλίο ιστορίας της ΣΤ΄ δημοτικού, ή στις διαδηλώσεις του περασμένου Μαΐου ενάντια στην έλευση Ερντογάν στην Αθήνα
H πρωτοβουλία του Μίκη Θεοδωράκη έχει ορισμένα πολύ θετικά στοιχεία. Το κυριότερο, κατάφερε, με τη λαϊκότητα και τη μαζικότητα που τη χαρακτηρίζει, να συνθέσει την αντίσταση ενάντια στο Μνημόνιο, και την οικονομική λεηλασία που υπόκειται η χώρα μας, με την αντίσταση ενάντια στο νεο-οθωμανισμό και την πάλη για την εθνική χειραφέτηση. Να την συνθέσει, μάλιστα, σ’ ένα σχήμα που, σήμερα, από πολλές απόψεις έχει την πρωτοβουλία της κινητοποίησης. Έτσι, την Δευτέρα 17/01, στον προθάλαμο του ΡΕΞ, συνωστίστηκαν πολλοί παράγοντες της «καθεστωτικής αμφισβήτησης» ή ακόμα και της «κριτικής συμπολίτευσης», δημοσιογράφοι, συνδικαλιστές, παράγοντες του ΣΥΡΙΖΑ, της ευρύτερης κεντροαριστεράς και πρώην μέλη του ΠΑΣΟΚ, μεταξύ των οποίων κι ένας κόσμος που μέχρι πρότινος έβλεπε ως πολύ «εθνικιστικές» τις θέσεις του Μίκη για το βιβλίο Ιστορίας ή τη Δραγώνα. Κι αυτό το γεγονός, δείχνει πόσο έχει αλλάξει η κατάσταση: Από την εποχή που δυνάμεις, που προωθούσαν τη σύνθεση των εθνικών ζητημάτων με τα κοινωνικά, ήταν αποκλεισμένες από την σφαίρα της άμεσης πολιτικής, και μπορούσαν να παρεμβαίνουν μόνο δια της πλαγίας, μέσω της ιδεολογίας ή του πολιτισμού, περάσαμε στην εποχή που η εκδήλωση της πρωτοβουλίας Θεοδωράκη μεταβάλλεται σε κεντρικό πολιτικό γεγονός.
Βέβαια, η ίδια η κοινωνία δεν θα κάνει εύκολα τα βήματα που απαιτούνται στον δρόμο της αναγέννησης και προπαντός της μορφοποίησης των αντιστασιακών αντανακλαστικών. Σήμερα, μπορεί όλοι, ή σχεδόν όλοι, πέρα από εκείνη την πολύ συγκεκριμένη ταξικά και κοινωνικά κατηγορία που εμπνέεται από τις θέσεις της Καθημερινής και τα γαυγίσματα του Πάγκαλου, να είναι ενάντιοι στο μνημόνιο και τις κυβερνητικές επιλογές, όμως, δεν υπάρχουν οι μηχανισμοί, οργανωτικοί και ιδεολογικοί, ώστε αυτή η διάχυτη δυσαρέσκεια να μετασχηματιστεί άμεσα σε ρεύμα αντίστασης. Και αυτό διότι το σύστημα ελέγχει τη συντριπτική πλειοψηφία των υπαρχόντων μηχανισμών και προσπαθεί να πνίξει εν τη γενέσει της κάθε αμφισβήτηση (κόμματα, ΜΜΕ, καθεστωτικοί διανοούμενοι, πράκτορες ξένων δυνάμεων).
Χαρακτηριστικά για την αδυναμία των πολιτών να μεταβάλουν ακόμα την οργή τους σε πρόταση είναι π.χ. και τα πορίσματα της έρευνας της Marc για το Έθνος της Κυριακής (16.01.2011). Σ’ αυτήν, ένα 65% των πολιτών φαίνεται να υποστηρίζει ότι τα κυβερνητικά μέτρα είναι «δυστυχώς επιβεβλημένα» και ότι «θα πρέπει να εφαρμοστούν», έναντι ενός 30,2% το οποίο υποστηρίζει ότι τα μέτρα πρέπει να αντιμετωπιστούν με απεργίες και μαζικές διαδηλώσεις. Αναφορικά με τη στάση απέναντι στο μνημόνιο, η κοινή γνώμη φαίνεται να είναι διχασμένη: Ένα 30,3% υποστηρίζει ότι ήταν ένα αναγκαίο κακό, ένα 33,5% ότι υπήρχαν περιθώρια να διαπραγματευτούμε ένα καλύτερο μνημόνιο, και μόνον ένα 34% συντάσσεται με το προφανές, ότι δηλαδή η υπογραφή του μνημονίου ήταν εξ ολοκλήρου λανθασμένη. Την ίδια αμφιθυμία, δείχνουν οι πολίτες απέναντι στο ΠΑΣΟΚ: Ένα 21,5% δηλώνει υποστήριξη προς την κυβέρνηση, ένα 26.2% δηλώνει ανοχή, ένα 29.7% απογοήτευση και μόνον ένα 21% δηλώνει ότι έχει εξοργιστεί με τη στάση των κυβερνώντων.
Όλα τα παραπάνω μας επιτρέπουν να κατανοήσουμε ποια είναι ακριβώς η παρούσα κατάσταση της ελληνικής κοινωνίας: Μια κοινωνία καταναλωτική, εθισμένη να λειτουργεί στον αυτόματο πιλότο, να ακολουθεί το κομματικό σύστημα και να παρακολουθεί τα τουρκικά σήριαλ στην τηλεόραση, δεν μπορεί να  μεταμορφωθεί ως δια μαγείας και εν μια νυκτί σε μαχητικό λαό, υπερασπιζόμενο τα εθνικά, κοινωνικά και πολιτικά του δικαιώματα. Δυστυχώς, πρέπει να περάσουμε από διάφορες φάσεις επώδυνων μετασχηματισμών και αναζητήσεων, πολιτικών και οργανωτικών, ώστε να καταλήξουμε στον δρόμο της αποτελεσματικής αντίστασης. Και σήμερα ζούμε μια τέτοια φάση, όπου η συγκυρία θέτει επιτακτικά ζητήματα, και ο κόσμος, ακόμα φοβισμένος, διστακτικός, και αρκετά αλλοπρόσαλλος, αναζητά αποτελεσματικά αναχώματα στις επιθέσεις που δεχόμαστε.

Η δυναμική της απεύθυνσης στον λαό
Στην πραγματικότητα έχουν αρχίσει να  εμφανίζονται τα πρώτα σκιρτήματα μιας  ενεργητικότερης στάσης, όπως καταδεικνύουν π.χ. οι κινητοποιήσεις για τα διόδια. Και αυτό συμβαίνει παρόλο που δεν υφίσταται κανένα οργανωτικό σχήμα, κανένα πολιτικό προσωπικό, ούτε και κοινωνική βάση έμπειρη από κινητοποιήσεις και συμμετοχή στα κοινά, ώστε να συγκροτηθεί άμεσα ένα συνεκτικό ρεύμα ανατροπής. Διότι οι «έμπειροι περί τα πολιτικά», ιδιαίτερα οι της Αριστεράς, είναι ακόμα ενταγμένοι σε άθλιους κομματικούς μηχανισμούς και εθνομηδενιστικά σχήματα, έχοντας αφήσει τη νέα κοινωνική και πολιτική διαμαρτυρία να αναζητά μόνη το δρόμο της. Με όλα τα καλά αλλά και τα κακά που έχει κάτι τέτοιο.
Εμείς όμως θα μείνουμε στην καλή πλευρά των πραγμάτων. Στο γεγονός ότι είμαστε μάρτυρες της ανάδυσης νέων αντιπολιτευόμενων δυνάμεων, πιο αυθεντικών, πιο υγιών και πιο αδέσμευτων. Δυνάμεων που είναι πιο κοντά στη λαϊκή συνείδηση και πιο κοντά στα προβλήματα της ελληνικής κοινωνίας. Οι καιροί επιβάλλουν την ιδεολογική και πολιτική προσέγγιση όλων αυτών των «νέων αντιπολιτευόμενων δυνάμεων», που ξεπήδησαν από τη κρίση του πολιτικού συστήματος των δύο τελευταίων χρόνων: από κομμάτια που προέρχονται από τη βάση του ΠΑΣΟΚ, κόσμο που για χρόνια έχει μείνει ανένταχτος και αποστασιοποιημένος από τον πολιτικό εκφυλισμό της ύστερης μεταπολίτευσης, μέχρι τις πρωτοβουλίες πολιτών ενάντια στο χρέος και τον επαχθή δανεισμό – και βέβαια τη Σπίθα του Μίκη, την πρωτοβουλία με την πιο μαζική απεύθυνση από όλες. Γιατί οι τόποι της αντίστασης αρχίζουν και συγκλίνουν, και οι πάγοι της ύστερης αποχαυνωτικής μεταπολίτευσης αρχίζουν και λιώνουν…
Παρόλο λοιπόν που μπορούμε να προβλέψουμε μια σχετικά επίπονη πορεία συγκρότησης νέων και αποτελεσματικών πολιτικών υποκειμένων, και παρόλο που στο παρελθόν δεν συμφωνούσαμε πάντα και σε όλα με τον Μίκη, στη μακρά διαδρομή του, δεν πρέπει και δεν μπορούμε να είμαστε φοβικοί ή εσωστρεφείς, δεν μπορούμε  να μείνουμε απαθείς και απόμακροι. Πρέπει να συμμετάσχουμε σε αυτή τη νέα ζύμωση που, για πρώτη φορά μετά από πολλά χρόνια, προοιωνίζεται κάτι  θετικό και ευρύτερο.
Η ανάλογη ζύμωση που είχε γίνει πριν από ορισμένα χρόνια με την περίπτωση του ΣΥΡΙΖΑ ήταν υπονομευμένη εξ αρχής από την εθνομηδενιστική ρητορεία των αριστερίστικων ομάδων και μεγάλου μέρους του Συνασπισμού. Η πρωτοβουλία που είχε πάρει αρχικά ο  Μανόλης Γλέζος για τη συγκρότηση του  ΣΥΡΙΖΑ οδηγήθηκε εν τέλει σε αδιέξοδο διότι δεν είχε ως αφετηρία πολιτικές θέσεις  αλλά την εσφαλμένη λογική της «ενότητας της Αριστεράς». Όπως πολλές φορές έχουμε τονίσει στο παρελθόν, δεν ξεκίνησε από την προβολή ορισμένων θέσεων, γύρω από τις οποίες θα έπρεπε και θα μπορούσαν να συνασπιστούν όλες οι δυνάμεις που θα το επιθυμούσαν, αλλά, αντίστροφα, γύρω από μια οργανωτικίστικη λογική «ενότητας της Αριστεράς», η οποία οδήγησε σε αδιέξοδο και ακύρωση ανθρώπων και προσπαθειών. Έτσι, μέσα από τους συμψηφισμούς και τους μέσους όρους, η προσπάθεια κατέληξε στη μεταβολή μιας πατριωτικής θέσης, όπως εκείνης του Μανόλη Γλέζου, στο εθνομηδενιστικό τελικό άθροισμα του ΣΥΡΙΖΑ!  Γι’ αυτό είχαμε αρνηθεί σε φίλους μας, όπως ο Μανόλης Γλέζος ή ο Παναγιώτης Λαφαζάνης, τη συμμετοχή μας σε ένα τέτοιο σχήμα.
Η λογική της πρωτοβουλίας του Θεοδωράκη είναι στον σωστό δρόμο. Διότι ξεκινάει αντίστροφα. Δεν καλεί κάποιους προνομιακούς συνομιλητές γύρω από ένα τραπέζι για τη διαμόρφωση ενός πολιτικού σχήματος. Αντίθετα, απευθύνεται στη λαϊκή πλειοψηφία και την καλεί να συσπειρωθεί γύρω από θέσεις και προτάσεις, άσχετα από κομματική, παραταξιακή προέλευση. Και καλεί όλο τον λαό να συγκροτήσει ομάδες πρωτοβουλίας γύρω από αυτές τις θέσεις.
Βέβαια, όπως προαναφέραμε, αυτή η διαδικασία απειλείται από τον αντίστροφο κίνδυνο, να μην μπορεί να πάρει κάποια άμεση και συνεκτική οργανωτική μορφή. Ωστόσο, για όσους είναι διστακτικοί και φοβούνται μήπως «κάψει» πρόωρα κάποιον κόσμο, δεν πιστεύουμε πως  υπάρχει τέτοιος κίνδυνος και δεν μπορεί να προκαλέσει και ζημιά, όπως έκανε ο ΣΥΡΙΖΑ. Και αυτό  διότι βρίσκεται στη σωστή κατεύθυνση και διαμορφώνει τους όρους για την εμφάνιση ενός κινήματος στην περίοδο που έρχεται.
Διότι μια ενότητα και ένα κίνημα που διαμορφώνεται γύρω από θέσεις και πάνω σε θέσεις δεν κινδυνεύει ούτε από αρχηγισμούς ούτε από σφάλματα των ηγετικών ομάδων, πράγμα που συνέβη με τις απίστευτες παλινωδίες παλιών μας φίλων, όπως ο Αλέκος Αλαβάνος στον ΣΥΡΙΖΑ. Διότι, ακόμα και αν εμείς ως Άρδην αλλάξουμε θέσεις, ακόμα και αν ο ίδιος ο Μίκης αλλάξει θέσεις, αυτό δεν αναιρεί το γεγονός πως αυτές οι θέσεις είναι που συσπειρώνουν τον λαό και αυτές αποτελούν τη βάση πάνω στην  οποία θα οικοδομηθεί το κίνημα που έρχεται στη χώρα μας. Ένα κίνημα στηριγμένο στις αρχές του πατριωτισμού, της κοινωνικής δικαιοσύνης, της περιβαλλοντικής ισορροπίας και της άμεσης δημοκρατίας.
Και ο Θεοδωράκης είναι μια εμβληματική  μορφή που εκπροσωπεί και εκφράζει εναργέστερα την αντιστασιακή παράδοση του ελληνισμού: στον πολιτισμό, με το τεράστιο μουσικό του έργο, και στην πολιτική, από την Αντίσταση μέχρι τους Λαμπράκηδες και την Αντίσταση στη δικτατορία. Γι’ αυτό και  μπόρεσε και μπορεί ακόμα πάρα πέρα να παίξει έναν αποφασιστικό ιστορικό ρόλο. Δηλαδή, να επιτρέψει να εκφραστεί ταχύτερα και  αποτελεσματικότερα εκείνο που -όπως προαναφέραμε- δεν μπορεί ακόμα να βρει τις κατάλληλες οργανωτικές και ιδεολογικές δομές. Ο Μίκης μπορεί να λειτουργήσει ως ένας επιταχυντής συνειδήσεων, και ως ένα σύμβολο συγκέντρωσης πολλαπλών αντιστάσεων. Γι’ αυτό και πρέπει όλοι χωρίς μεμψιμοιρίες να βάλουμε πλάτη.
Όπως τονίσαμε πρόσφατα και στη Ρήξη, μια «σπίθα μπορεί να βάλει φωτιά στην πεδιάδα»,  αρκεί αυτή να είναι έτοιμη να την δεχτεί και να μην είναι βάλτος που θα την πνίξει. Ο Μίκης άναψε τη σπίθα. Η επίπονη διαδικασία που ακολουθεί θα πρέπει να την μεταβάλει σε πυρκαγιά.
Άρδην

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*