Άρδην τ. 83, Πολιτισμός - Βιβλία - Ιστορία - Θεωρία

Διάλογος σχετικά με την έκδοση Αγαθάγγελου από τον Ρήγα

Στη διεύθυνση του περιοδικού στάλθηκε μια επιστολή του φίλου και συνεργάτη μας Δημήτρη Καραμπερόπουλου, σχετικά με το εάν ο Ρήγας Φεραίος ήταν ή όχι εκδότης της πρώτης έντυπης έκδοσης του Αγαθάγγελου, θέση την οποία υποστήριξε ο Γ. Καραμπελιάς, στο τεύχος 81, του περιοδικού και την οποία ο Δ.Κ. απορρίπτει. Επειδή ο Γ. Κ. επιθυμεί να απαντήσει στην επιστολή του, δημοσιεύουμε σε δύο στήλες αφ’ ενός την επιστολή του Δ.Κ. και αφ’ ετέρου την απάντηση του Γ. Κ.
Η σύνταξη του Άρδην


Προς το περιοδικό Άρδην και τον κ. Γιώργο Καραμπελιά

του Δημήτρη Καραμπερόπουλου

Πώς μια ατεκμηρίωτη ιστορικά γνώμη μετατρέπεται σε «ιστορικό τεκμήριο»: Η περίπτωση της αποδιδόμενης στον Ρήγα έκδοσης των χρησμών του Αγαθάγγελου.
Σχετικά με τα αναγραφόμενα στο κείμενο (Άρδην, τεύχος 81, Ιούλιος-Σεπτέμβριος 2010, σελ. 72-73), για την αποδιδόμενη στον Ρήγα έκδοση των χρησμών του Αγαθάγγελου, θα ήθελα να παρατηρήσω τα κάτωθι:
Α) Μετά την προτροπή σου, έγινε η συστηματική έρευνα, για να τεκμηριωθεί οριστικά κάτι που δεν έχει γίνει μέχρι τώρα, αν ο Ρήγας ήταν εκδότης του Αγαθάγγελου, όπως δηλαδή διαλεύκανα και τα άλλα θέματα σχετικά με τον Ρήγα: το όνομα και την καταγωγή του, τα πρότυπα του Φυσικής Απάνθισμα, της Χάρτας της Ελλάδος, ότι τα Ολύμπια ήταν μετάφραση του Ρήγα, την άδικη κρίση του Ιω. Φιλήμονα, την ορθόδοξη πίστη του κ.ά. Για τον σκοπό αυτό μελετήθηκε μεθοδικά το αντίτυπο του Αγαθάγγελου της Βιέννης, καθώς επίσης το βιβλίο με τους χρησμούς του Αγαθάγγελου του Ζηλοπροφήτου του 1838, ο οποίος για πρώτη φορά κάνει αναφορά πως δήθεν ο Ρήγας εξέδωσε τον Αγαθάγγελο στη Βιέννη. Στη συνέχεια διερευνήθηκε αν γράφουν κάτι σχετικό οι κατήγοροι του Ρήγα, οι συγγραφείς οι μέχρι την έκδοση του Ζηλοπροφήτου του 1838 και οι άλλοι δύο εκδότες του Αγαθάγγελου του 1837 και 1838. Τέλος διερευνήθηκαν όλα τα έργα του Ρήγα με σκοπό να δούμε αν υπάρχουν νύξεις για χρησμολογικές παραδόσεις ή προφητικούς, λαϊκούς χρησμούς, για την απελευθέρωση από τους Οθωμανούς.
Β) Από την ενδελεχή αυτή έρευνα (Δημ. Καραμπερόπουλος, «Ήταν τελικά ο Ρήγας εκδότης του Αγαθάγγελου;», έκδοση της Επιστημονικής Εταιρείας Μελέτης Φερών-Βελεστίνου-Ρήγα, Αθήνα 2009), δεν προέκυψαν στοιχεία που να επιβεβαιώνουν την αυθαίρετη αυτή άποψη του Ζηλοπροφήτου, πως ο Ρήγας ήταν εκδότης του Αγαθάγγελου της Βιέννης. Μάλιστα, υπογραμμίσθηκε το γεγονός ότι την άποψη αυτή του Ζηλοπροφήτου αποδέχθηκε ο Αλέξης Πολίτης στη μελέτη του, η οποία δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Ο Ερανιστής, τόμ. 7 (Δεκέμβριος 1969), σελ. 173-192, και στην οποία ξεκάθαρα ομολογεί ότι εξέλαβε ως αληθινή την άποψη του Ζηλοπροφήτου, χωρίς να ερευνήσει περισσότερο «για την αλήθεια της πληροφορίας», με το αιτιολογικό ότι εφόσον κανείς από τους μεταγενέστερους δεν έγραψε εναντίον των αναγραφομένων του Ζηλοπροφήτου, άρα είναι σωστή. Μα το καθήκον του ερευνητή είναι να διερευνά την «αλήθεια της πληροφορίας», να τεκμηριώνει τη βασιμότητά της ή να την απορρίπτει. Κάτι που δεν έγινε από τον Αλ. Πολίτη, αλλά στηρίχθηκε στο ισχνό επιχείρημα, πως αφού κανείς δεν έγραψε εναντίον αυτής της άποψης του Ζηλοπροφήτου, άρα είναι σωστή. Ενώ θα έπρεπε να εξετασθεί το περιεχόμενο του βιβλίου για μια ενδοκειμενική τεκμηρίωση, αν δηλαδή περιέχονται χαρακτηριστικές λέξεις που ο Ρήγας χρησιμοποιεί, αν γράφουν κάτι σχετικό οι κατήγοροι του Ρήγα, που μερικοί ήταν σύγχρονοί του στη Βιέννη και κληρικοί, αν γράφουν κάτι σχετικό οι άλλοι συγγραφείς που ασχολούνται με τον Ρήγα μέχρι την έκδοση του Ζηλοπροφήτου του 1838, αν γράφουν κάτι και οι άλλοι δύο εκδότες των χρησμών του Αγαθάγγελου, (1837 και 1838), αν ο Ρήγας στα έργα του γράφει κάτι σχετικό με τους χρησμούς του Αγαθάγγελου ή αν χρησιμοποιεί τέτοιες χρησμολογικές φράσεις. Τίποτε από όλα αυτά δεν καταγράφεται από τον Αλέξη Πολίτη στη μελέτη του. Απλά και μόνο, χωρίς να κάνει την αρμόζουσα διερεύνηση, αποδέχεται τη γνώμη του Ζηλοπροφήτου, ο οποίος μάλιστα δεν είχε το θάρρος να αναγράψει το όνομά του, αλλά χρησιμοποίησε ψευδώνυμο. Δεν γράφεται έτσι η ιστορία.

Γ) Το γεγονός ότι, υπό την καθοδήγηση του Λ. Βρανούση, ανακάλυψε ο Αλ. Πολίτης, στην Εφημερίδα των Αδελφών Πούλιου, «βινιέτες πανομοιότυπες με εκείνες του Αγαθάγγελου», όπως σημειώνεται στο κείμενο, δεν σημαίνει ότι ο Ρήγας το εξέδωσε. Απλά και μόνο δηλώνει ότι εκδόθηκε από το τυπογραφείο των Πούλιων. Ούτε αυτό είναι επιχείρημα πατρότητας έκδοσης του Αγαθάγγελου από τον Ρήγα.
Δ) Οι συγγραφείς που έχουν γράψει σχετικά με τον Ρήγα Βελεστινλή και διεξοδικά τους μνημονεύω στη μελέτη μου (Λ. Βρανούσης, Κ. Θ. Δημαράς, Δ. Λουκάτος, Π. Κιτρομηλίδης, Κ.Μ. Γουντχάους), και αναφέρονται στο Άρδην, αποδέχθηκαν την ατεκμηρίωτη αυτή γνώμη του Αλ. Πολίτη χωρίς οι ίδιοι να διερευνήσουν τη βασιμότητα αυτής της γνώμης. Κανείς τους δεν μελέτησε συστηματικά, διεξοδικά τα σχετικά κείμενα. Όλοι χρησιμοποιούν το «ίσως, μάλλον πιθανόν», δηλωτικά πως δεν είναι σίγουροι. Και έτσι «μια ατεκμηρίωτη ιστορικά γνώμη μετατρέπεται σε ιστορικό τεκμήριο». Έγινε, όπως γράφεις, η γνώμη αυτή «κυρίαρχη εκδοχή» από τους συγγραφείς, οι οποίοι όμως δεν διερεύνησαν το σχετικό θέμα. Επειδή μια γνώμη είναι «κυρίαρχη», δεν σημαίνει ότι είναι και σωστή επιστημονικά, εφόσον διαπιστωθεί ότι είναι ατεκμηρίωτη. Τότε ανατρέπεται και καταγράφεται η τεκμηριωμένη άποψη.

Ε) Επειδή αναφέρεις και τον Λέανδρο Βρανούση, παραθέτω το σχετικό κείμενό του στη σελίδα 14 της μελέτης μου, στο οποίο (Λ. Βρανούσης, Ρήγας, Βασική Βιβλιοθήκη, αρ. 10, Αθήνα 1954, σελ.80-81) εμφαντικά γράφει ότι «λένε πως το τύπωσε σε μια νέα έκδοση τώρα στη Βιέννη ο Ρήγας». Ο Βρανούσης δεν ήταν βέβαιος, διότι δεν είχε κάνει σχετική μελέτη, αλλά μεταφέρει την περιρρέουσα άποψη. Γι’ αυτό και γράφει «λένε». Πάντως όσοι ιστορικοί, και δεν είναι τυχαίοι, (Αικατερίνη Κουμαριανού, Γιάννης Καράς, Δημ. Παντελοδήμος, Κώστας Πέτσιος κ.ά.) λάβανε την ερευνητική μου μελέτη «Ήταν τελικά ο Ρήγας εκδότης του Αγαθάγγελου» και τη μελέτησαν, εντυπωσιάστηκαν από την τεκμηρίωση και πείστηκαν με τα συμπεράσματά της.

ΣΤ) Το επιχείρημα του Αλ. Πολίτη, που μνημονεύεις, ότι ο Ζηλοπροφήτης «όσα αναφέρει για την έκδοση του Ρήγα αποδείχθηκαν ακριβή», και εξ αυτού ορμώμενος θεωρεί ότι ο Αγαθάγγελος της Βιέννης είναι έκδοση του Ρήγα, δείχνει ακριβώς το συλλογιστικό λάθος του Αλ. Πολίτη, που συνεχίζεται και στο κείμενο του Άρδην. Είναι ακριβή τα όσα γράφει ο Ζηλοπροφήτης σχετικά με το αντίτυπο των χρησμών του Αγαθάγγελου της Βιέννης. Προφανώς είχε μπροστά του αντίτυπο της έκδοσης αυτής. Πουθενά όμως στην έκδοση αυτή δεν αναγράφεται ο εκδότης. Ούτε υπάρχει κάποιo στοιχείο που να δείχνει πως έχει σχέση με τον Ρήγα, όπως έχουμε δείξει στη μελέτη μας. Ο Ζηλοπροφήτης την απέδωσε αυθαίρετα στον Ρήγα. Και αυτή η αυθαιρεσία θα έπρεπε να εξεταστεί συστηματικά, μεθοδολογικά, και να τεκμηριωθεί και να μην θεωρείται εκ των προτέρων ως «ιστορικό τεκμήριο», κάτι που έγινε με την έκδοση της σχετικής μας μελέτης από την Επιστημονική Εταιρεία Μελέτης Φερών-Βελεστίνου-Ρήγα το 2009.

Ζ) Δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί ως «εσφαλμένη εμμονή» η άποψη που δημοσιεύθηκε στη μελέτη «Ήταν τελικά ο Ρήγας εκδότης του Αγαθάγγελου;» και τούτο διότι στηρίζεται σε μια συστηματική διερεύνηση του θέματος και με την παράθεση τεκμηριωμένων στοιχείων, όπως περιγράφηκε στην αρχή. Απεναντίας, ο χαρακτηρισμός αυτός θα μπορεί να αποδοθεί σε όλους εκείνους οι οποίοι ανεξέταστα, χωρίς συστηματική μελέτη, δέχονται τις σχετικές αστήρικτες και ατεκμηρίωτες εκπεφρασμένες απόψεις του Ζηλοπροφήτου και του Αλ. Πολίτη.
Η) Σχετικά τώρα με την άποψη που διατυπώθηκε ότι «η συνθετικότητα του έργου του Ρήγα» υποβαθμίζεται από την τεκμηριωμένη μελέτη πως ο Ρήγας δεν ήταν εκδότης του Αγαθάγγελου, αυτή η άποψη δεν μπορεί να ισχύει και τούτο διότι το έργο του Ρήγα είναι αυτοδύναμο και δεν χρειάζεται «δεκανίκια», πως οι σκλαβωμένοι Έλληνες θα ελευθερωθούν με τη βοήθεια των Μεγάλων Δυνάμεων, όπως εκφράζεται στους χρησμούς του Αγαθάγγελου. Πουθενά στα έργα του ο Ρήγας, ούτε στον Θούριο και τον Ύμνο Πατριωτικό, ούτε στην Επαναστατική Προκήρυξη, ούτε στα Δίκαια του Ανθρώπου και το Σύνταγμα, κάνει έκκληση στις Μεγάλες Δυνάμεις να βοηθήσουν την επανάσταση που ετοίμαζε. Τον καιρό που άλλοι λόγιοι (Κοραής, Μαρτελάος, Περραιβός κ.ά.) υμνούσαν τον Ναπολέοντα Βοναπάρτη ως ελευθερωτή τον λαών και προσδοκούσαν από αυτόν την ελευθερία από τον Οθωμανό δυνάστη, ο Ρήγας τύπωνε την εικόνα του Μεγάλου Αλεξάνδρου για να δώσει στους σκλαβωμένους πρότυπο ανδρείας και αποφασιστικότητας. Διαχρονικό τούτο το μήνυμα του Ρήγα Βελεστινλή.
Γι’ αυτό και η μελέτη μας αυτή, όπως και εκείνη που τεκμηριώνει την ορθόδοξη πίστη του (Ρήγας και Ορθόδοξη Πίστη, έκδ. Επιστημονικής Εταιρείας Μελέτης Φερών-Βελεστίνου-Ρήγα, Αθήνα 2005 και 2008), καθώς επίσης και οι εκδόσεις των έργων του Ρήγα, για πρώτη φορά ολοκληρωμένες και με ευρετήρια, τα εισαγωγικά κείμενά μας, οι καινούργιες έρευνες των τελευταίων δεκαετιών, καθώς και όλες οι άλλες μελέτες μας δεν «εμφανίζουν τον Ρήγα ως μια μονοδιάστατη “διαφωτιστική” καρικατούρα», όπως αναγράφεται στο κείμενο του Άρδην. Αντίθετα, τεκμηριώνουν την πολύπλευρη φυσιογνωμία του Ρήγα ως διαφωτιστή, επαναστάτη, πολιτικό νου, στρατιωτικό νου, μάρτυρα, εθνεγέρτη και οραματιστή μιας δημοκρατικής πολιτείας στον βαλκανικό χώρο. Μοναδική φυσιογνωμία στην Ιστορία του Νεώτερου Ελληνισμού και των Βαλκανίων.

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΙΚΑ

Για να έχουν ωστόσο οι αναγνώστες του Άρδην μία όσο το δυνατόν πληρέστερη άποψη, καλό θα είναι να διαβάσουν το «Τελικό Συμπέρασμα» της μελέτης μας, ή αν θέλουν μπορούν να επισκεφθούν την ιστοσελίδα και να μελετήσουν και σε PDF όλη τη μελέτη (www.karaberopoulos.gr/karaberopoulos/b_r12.asp):
Το τελικό συμπέρασμα συνοψίζεται στα κατωτέρω:
1) Η μία και μοναδική αναφορά ότι ο Ρήγας ήταν ο εκδότης του Αγαθάγγελου της Βιέννης ήταν εκείνη του Ζηλοπροφήτη, ο οποίος, σαράντα χρόνια μετά τον θάνατο του Ρήγα, το 1838, τη μνημονεύει, χωρίς να τεκμηριώνει όμως την άποψή του αυτή, δίνοντας την εντύπωση πως αυθαίρετα την αποδίδει στον Ρήγα, ίσως για να προσδώσει κύρος στη δική του έκδοση. Ομοίως και ο Αλ. Πολίτης αποδέχεται την «αλήθεια της πληροφορίας» του Ζηλοπροφήτη, δίχως να διερευνήσει και να τεκμηριώσει αυτή την πληροφορία. Στη συνέχεια, και οι συγγραφείς του Ρήγα ακολούθησαν την άποψη αυτή ανεξέταστα, δίχως να μελετήσουν και να διερευνήσουν την αλήθεια της πληροφορίας του Ζηλοπροφήτη και του Αλ. Πολίτη.
2) Από τη διερεύνηση του αντιτύπου του «Αγαθάγγελου» του αποδιδόμενου στον Ρήγα διαπιστώθηκε ότι το βιβλίο αυτό δεν έχει πρόλογο, ούτε υποσημειώσεις, ούτε διορθώσεις ή παρατηρήσεις, όπως ο Ρήγας συνήθιζε να βάζει σε όλα του τα έργα. Επίσης, από την ενδοκειμενική διερεύνηση του βιβλίου του Αγαθάγγελου, δεν εντοπίστηκαν χαρακτηριστικές λέξεις ή φράσεις, που ο Ρήγας χρησιμοποίησε σε όλα του τα βιβλία όπως έχουμε δείξει. Επίσης, δεν αναγράφεται ο εκδότης ή ο επιμελητής της έκδοσης του Αγαθάγγελου, ενώ ο Ρήγας πάντοτε σε όλα του τα έργα ανέγραφε «εξεδόθη παρά Ρήγα Βελεστινλή Θετταλού».
3) Σε όλα τα γνωστά έργα του Ρήγα Βελεστινλή δεν θα συναντήσει κανείς κάποιες χρησμολογικές παραδόσεις ή προφητικούς, λαϊκούς χρησμούς, για την απελευθέρωση από τους Οθωμανούς.
4) Την εποχή της έκδοσης του Αγαθάγγελου στη Βιέννη, ο Ρήγας, όπως δηλώνει στο Φυσικής Απάνθισμα, Βιέννη 1790, μετέφραζε το Πνεύμα των νόμων του Μοντεσκιέ, που έχει σχέση με τα συστήματα διακυβερνήσεως των κρατών, δείγμα της ενασχόλησής του με πολιτικοκοινωνικά θέματα.
5) Οι κατήγοροι του Ρήγα, που ήταν σύγχρονοί του και ορισμένοι ήταν και κληρικοί, δεν μνημονεύουν στις κατηγορίες τους εναντίον του Ρήγα την έκδοση του Αγαθάγγελου. Εάν ο Ρήγας είχε εκδώσει τους Χρησμούς του Αγαθάγγελου, το πιο πιθανό θα το γνώριζαν, εφόσον μερικοί ήταν και κληρικοί, και θα μνημόνευαν μια τέτοια προσπάθεια του Ρήγα. Δεν αναφέρουν κάτι για την προσγραφόμενη αυτή έκδοση στον Ρήγα.
6) Οι συγγραφείς, οι οποίοι έγραψαν για τον Ρήγα μέχρι το 1838, και δεν είναι τυχαίοι, δεν κάνουν μνεία μιας τέτοιας αποδιδόμενης στον Ρήγα έκδοσης των Χρησμών του Αγαθάγγελου. Μόνο ο Ζηλοπροφήτης, μετά σαράντα χρόνια, τον μνημονεύει ως εκδότη της ανώνυμης αυτής έκδοσης. Αν γνώριζαν, το πιο πιθανό θα έγραφαν κάτι σχετικό. Από όλους αυτούς τους συγγραφείς ουδείς αναφέρει τον Ρήγα ως εκδότη του Αγαθάγγελου. Επίσης, ούτε οι άλλοι δύο εκδότες του Αγαθάγγελου του 1837 και 1838 μνημονεύουν τον Ρήγα ως εκδότη του Αγαθάγγελου. Καταλήγοντας, μπορούμε να πούμε ότι η περίπτωση της ατεκμηρίωτης απόδοσης στον Ρήγα Βελεστινλή της έκδοσης των Χρησμών του Αγαθάγγελου δείχνει ξεκάθαρα το πώς μια ατεκμηρίωτη ιστορικά γνώμη μετατρέπεται σε «ιστορικό τεκμήριο». Η ατεκμηρίωτη αυτή γνώμη φυσικά διορθώθηκε με την πραγματοποίηση για πρώτη φορά της συστηματικής μας μελέτης «Ήταν τελικά ο Ρήγας εκδότης του Αγαθάγγελου», όπως διορθώθηκαν με ανάλογες μελέτες και άλλα θέματα σχετικά με τον Ρήγα, που μνημονεύθηκαν στην αρχή του κειμένου.

20 Οκτωβρίου 2010
Δρ. Δημήτριος Καραμπερόπουλος
Πρόεδρος Επιστημονικής Εταιρείας
Μελέτης Φερών-Βελεστίνου-Ρήγα

Aπάντηση

του Γιώργου Καραμπελιά
Δεν θα επιθυμούσα να συνεχίσω τη συζήτηση για το σχετικό ζήτημα, μια και την ουσία των απόψεών μου την έχω εκθέσει διά μακρών στα πρόσφατα αφιερώματα του περιοδικού και θα παρουσιάσω εκτενέστερα σε σχετικό βιβλίο. Ωστόσο, επειδή το ζήτημα έχει μια ευρύτερη ιδεολογική σημασία, θα προσπαθήσω και πάλι να διευκρινίσω ορισμένα ζητήματα.
Α) Κατ’ αρχάς, περί τίνος πρόκειται. Όπως ίσως πολλοί γνωρίζουν, το 1751, γράφτηκε από τον Θεόκλητο Πολυειδή το χρησμολογικό κείμενο  που έγινε γνωστό ως οι Χρησμοί του Αγαθάγγελου. Το κείμενο  παρουσιάζεται ως έργο του ιερομόναχου «Ιερώνυμου Αγαθάγγελου», που γεννήθηκε στη Ρόδο και το έγραψε στα ιταλικά το 1279. Αυτό το ιταλικό κείμενο υποτίθεται ότι μετέφρασε στα ελληνικά ο Θεόκλητος Πολυειδής, αρχιμανδρίτης της Λειψίας. ιταλικό κείμενο, βέβαια, δεν βρέθηκε ποτέ, διότι πραγματικός συγγραφέας του βιβλίου είναι ο Θ. Πολυειδής. Ο Αγαθάγγελος, που συγκεχυμένα προέβλεπε την απελευθέρωση των Ελλήνων μετά την παρέμβαση κάποιου «ξανθού γένους» –των Γερμανών πιθανότατα ή και των Ρώσων–, κυκλοφορούσε ευρύτατα επί αρκετά χρόνια ως χειρόγραφο. Παρά δε τη διάψευση των ελπίδων των Ελλήνων μετά τα ορλωφικά, ο μύθος του «ξανθού γένους» γνώρισε και πάλι μια νέα άνθηση κατά τον πόλεμο των «τριών ιμπερίων», δηλαδή της Αυστρίας και της Ρωσίας κατά της Τουρκίας (1787-1792). Στις αρχές της δεκαετίας του 1790, και όσο διαρκούσε ακόμα ο πόλεμος, τυπώθηκε για πρώτη φορά στη Βιέννη –και μάλιστα με χαρακτηριστικές προσθήκες έναντι του πρωτότυπου χειρογράφου, που οδηγούσαν σε ταύτιση του ξανθού γένους με τους Ρώσους. Το 1838, στην Ερμούπολη της Σύρου, πραγματοποιήθηκε από τον λεγόμενο «Ζηλοπροφήτη» μια έκδοση του Αγαθάγγελου1, η οποία, επικρίνοντας την έκδοση της Βιέννης για τις ελλείψεις της και τις αλλαγές που περιείχε, συγκριτικά με το χειρόγραφο κείμενο, ανέφερε ότι εκδότης της προφητείας υπήρξε ο Ρήγας Βελεστινλής. Το 1969, βρέθηκε και η σχετική έκδοση του Αγαθάγγελου στη βιβλιοθήκη του Νικόλαου Πολίτη από τον Αλέξη Πολίτη και εκδόθηκε. Έτσι η πληροφορία του Ζηλοπροφήτη θεωρήθηκε επιβεβαιωθείσα και η σχετική βιβλιογραφία στο εξής θεωρεί δεδομένη την έκδοση των Χρησμών από τον Ρήγα.
Ωστόσο, και παρ’ όλα αυτά, σε όλες τις εκδόσεις των Απάντων του Ρήγα, τόσο της Βουλής των Ελλήνων όσο και της “Επιστημονικής Εταιρείας Μελέτης Φερών-Βελεστίνου-Ρήγα”, που έχει δημιουργήσει ο Δημήτρης Καραμπερόπουλος, δεν περιλαμβάνεται η σχετική έκδοση. Μάλιστα, ο επιμελητής της έκδοσης της Βουλής, ο Πασχάλης Κιτρομηλίδης, ενώ διά μακρών συζητά την έκδοση αυτή του Ρήγα σε βιβλία του, ακόμα και του 19982, την αποσιωπά πλέον εντελώς στην Εισαγωγή του των Απάντων, καθώς και σε επιγενέστερα κείμενά του. Ορμώμενος από αυτή την απουσία, ρώτησα τον φίλο και συνεργάτη Δημήτρη Καραμπερόπουλο για ποιο λόγο δεν περιλαμβάνεται ούτε στην έκδοση των Απάντων που έχει πραγματοποιήσει η εταιρεία, την οποία δημιούργησε και της οποίας προεδρεύει. Γνωρίζοντας μάλιστα τις γενικότερες απόψεις του, οι οποίες δεν ταυτίζονται με εκείνες τις αντιλήψεις που θέλουν τον Ρήγα απλό κακέκτυπο μιας ακραίας δυτικοφροσύνης, θεωρούσα πως θα αναλάμβανε να θεραπεύσει αυτή την έλλειψη. Έτσι εξεπλάγην ιδιαίτερα όταν, σε μια μικρή μελέτη, ο Δημήτρης αναλαμβάνει αυτός –πρώτος και μοναδικός– όχι απλώς να αναρωτηθεί για την ακρίβεια των λεγομένων του «Ζηλοπροφήτη», αλλά να την απορρίψει διαρρήδην, χωρίς στην πραγματικότητα να διαθέτει στοιχεία που να πείθουν γι’ αυτό, στηριζόμενος σε απλές υποθέσεις.
Β) Γιατί θεωρήθηκε και μοιάζει απολύτως αξιόπιστη η πληροφορία του Ζηλοπροφήτη; Διότι η έκδοσή του αποτελεί κυριολεκτικά φιλολογική έκδοση σπάνιας αρτιότητας, σχολιασμένη με χιλιάδες παραπομπές που αφορούν κάθε σχεδόν φράση του κειμένου, ενώ περιλαμβάνει και εκτενή εισαγωγή (σελίδες γ΄- έως κζ΄) και 112 σελίδες κειμένου με σημειώσεις (χαρακτηριστικά, η έκδοση του Ρήγα, που περιλαμβάνει μόνο το κείμενο του Πολυειδή, είναι μόλις 45 σελ.).
Στην εισαγωγή, υπάρχει σχετικά εκτενής πραγμάτευση του ζητήματος της έκδοσης της Προφητείας από τον Ρήγα, σε τρία διαφορετικά σημεία.
Αυτή η εικόνα εμβρίθειας που αποπνέει η έκδοση του «Ζηλοπροφήτη» είναι  που έπεισε και ερευνητές τόσο σοβαρούς όσο ο Κ.Θ. Δημαράς, ο Λ. Βρανούσης, ο Δ. Λουκάτος, πολύ πριν γίνει η δημοσίευση του Αλέξη Πολίτη, πως η πληροφορία του Ζηλοπροφήτου σχετικά με τον Ρήγα ήταν πιθανότατα ακριβής. Εξάλλου, οι επαναλαμβανόμενες στην εισαγωγή του επικρίσεις κατά της προχειρότητας της εκδόσεως του Ρήγα υποκρύπτουν και την επικριτική διάθεση εναντίον του, την οποία αναζητά ο Δ. Καραμπερόπουλος. Η δε ανωνυμία τού επιτρέπει ευκολότερα να φανερώσει τα μύχια αισθήματά του. Ο Κ.Θ. Δημαράς αναφέρει, μιλώντας για τους επικριτές του Ρήγα: «Κάτι ανάλογο (με τον σφοδρό επικριτή του Ρήγα, Κύριλλο Λαυριώτη) θα μπορούσε να λεχθεί και για έναν εκδότη του Αγαθάγγελου στα 1838: μας πληροφορεί για την έκδοση την οποία είχε κάνει ο Ρήγας, για τον οποίο όμως μιλεί με έκδηλη δυσμένεια»3.
Ο Κωνσταντίνος Οικονόμος και ο Ζηλοπροφήτης
Από την πρώτη στιγμή θα μπορούσε κάποιος να υποπτευθεί βάσιμα πως ο ίδιος ο Κωνσταντίνος Οικονόμος είχε κάποια ανάμειξη στην έκδοση του «Ζηλοπροφήτη»! Και σ’ αυτό συνηγορούσαν ήδη οι πολύ συχνές αναφορές στον Αγαθάγγελο και η ενασχόλησή του με αυτόν. Ο Οικονόμος, ήδη από το 1832, αναφέρεται στην έκδοση της Βιέννης:
τὸ δ’ οὖν τυ­πω­θὲν βι­βλιά­ριον τοῦ Ἀ­γα­θαγ­γέ­λου καὶ αὐ­τὸς μέ­μνη­μαι ἰ­δῶν, καὶ ἀ­να­γνοὺς ἔ­τι παῖς ὧν (πε­ρὶ τὸ 1792-95)… Τοῦτο δ’ οὔν τό ἔκτυπον τοῦ Ἀγαθαγγέλου μέμνημαι ὅτι ὁ ἀείμνηστος πατήρ ὁ ἡμέτερος παραβάλλων πρός ἄλλον, παλαιόν του Ἀγαθαγγέλου χειρόγραφον… εὕρισκε τό τετυπωμένον ἐν πολλοῖς διαφέρον τοῦ ἡμετέρου χειρογράφου, καί πολλαχοῦ ἐλλειπές καί συγκεκομμένον καί τήν ἔκδοσιν οὐκ ἐπήνει…4
Την ίδια ακριβώς παρατήρηση θα κάνει στη συνέχεια σε έντυπη μορφή και ο Ζηλοπροφήτης!
Μια σημαντικότερη ένδειξη μας προσφέρει η σχετικά εκτενής αναφορά του Οικονόμου και του Νεόφυτου Βάμβα στον Αγαθάγγελο, στη διαμάχη τους γύρω από το ζήτημα της μετάφρασης του Ευαγγελίου και της αυτοκεφαλίας της ελληνικής Εκκλησίας. Ο Αγαθάγγελος και οι προφητείες του μεταβλήθηκε σε όργανο μάχης εναντίον των υποστηρικτών του Αυτοκεφάλου, και ίσως σε ανατρεπτικό κείμενο εναντίον του καθεστώτος. Αναφέρει σχετικά με την έκδοση του Αγαθαγγέλου ο Βάμβας στον κατά Οικονόμου λίβελο:
Ἀγαθάγγελλοι  καὶ ἄλλα τοι­αῦτα βι­βλία προλέγοντα μετα­βολὰς πραγμάτων ἐκ­δίδονται καὶ διασπείρονται εἰς τὸν κοι­νὸν λαὸν, διὰ νὰ ταράττωσι τὴν εὐπιστίαν του, καὶ νὰ ἐξάπτωσιν εἰς τὴν καρδίαν του ἐλπίδας ἄλλας, καὶ φόβους πε­ρὶ τῶν καθεστώτων5.
Εδώ, στην ουσία, ο Βάμβας κατηγορεί τον Οικονόμου και τον κύκλο του ότι ανακινούσαν επαναστατικές κινήσεις κατά του καθεστώτος, χρησιμοποιώντας τον Αγαθάγγελο, όπως θα κάνουν ο Παπουλάκος και ο Κοσμάς Φλαμιάτος, μετά από μερικά χρόνια.
Η απάντηση του Οικονόμου στη σχετική κατηγορία του Βάμβα δεν μας πείθει καθόλου σε ό,τι αφορά  στη μη ανάμειξή του στο ζήτημα:
Ἐπαναστατικούς τινας ἀνατρο­πεῖς τῶν καθεστώτων διακηρύττει τοὺς ἐργολάβους τῶν, ὧν μέμνηται, βιβλίων. Πλὴν (κατ’ εὐτυχίαν τῶν ἐκδοτῶν), ὁ Ἀγα­θάγγελος ἐτυπώθη πολ­λοὺς πρότερον ἐνιαυτοὺς πρὶν ἴδῃ τὸ ὄνει­ρον ὁ Κ. Βάμβας. Ἐτυπώθη τὸ πρῶ­τον εἰς ἀνώνυμον πόλιν τῆς Εὐρώπης (ἴσως ἐν Βιέννῃ), τριάκοντα ἔτη πρὸ τῆς Ἑλληνικῆς ἐπα­ναστάσεως.6
Ο σχετικός διάλογος απαντά και στο ερώτημα γιατί ο «Ζηλοπροφήτης» χρησιμοποίησε ψευδώνυμο! Διότι, όπως και στην εποχή του Ρήγα, ο Αγαθάγγελος αποτελούσε κείμενο οιονεί ανατρεπτικό για την καθεστηκυία τάξη!
Εξάλλου, στη σχετική ανταλλαγή λιβέλων, η οποία εγκαινιάζεται το 1834, ο Οικονόμου χρησιμοποιεί, σύμφωνα με την παλιά καλή τακτική της εποχής της τουρκοκρατίας, είτε παρένθετα πρόσωπα, τα οποία εμφανίζει ως συγγραφείς των κειμένων, είτε αρχικά και ψευδώνυμα7. Το κρυφτούλι φαίνεται να λαμβάνει τέλος όταν ο Οικονόμος εκδίδει το 1839 ένα εκτενές κείμενο8, με το οποίο αναλαμβάνει να απαντήσει συνολικά στους αντιπάλους του. Ο Βάμβας, στην άμεση απάντησή του  με νέο λίβελο, χαιρετίζει την αυτoαποκάλυψη του αντιπάλου του: «Τέ­λος πάν­των ὁ Κύ­ριος Οἰ­κο­νό­μος ἀ­φή­σας τὴν ἀ­γεν­νῆ κρυ­ψι­μα­χί­αν ἐ­φά­νη εἰς τὸ μέ­σον κα­θω­πλι­σμέ­νος μὲ τρι­α­κο­σί­ας ἑ­ξή­κον­τα καὶ ὀ­κτὼ πε­πυ­κνω­μέ­νας σε­λί­δας»9.

Σημειώσεις

1. Ευσεβούς τινός συντάκτου, κατά χάριν μεν του Ιησού του Δόντος τοις δόσι μάρτυσιν αυτού το πνεύμα της Προφητείας, κατ’ αποστολικόν δε του Παύλου Ζήλου. Τόνδε τον τρόπον ελαχίστου Ζηλοπροφήτου, Σύνταγμα Πνευματικόν, Διχή διηρημένας, εις θεωρητικόν τε και Πρακτικόν. Εν Ερμουπόλει, εκ της τυπογραφίας Γ. Μελισταγούς 1838.
2. Πασχάλης Κιτρομηλίδης, Νεοελληνικός διαφωτισμός, ΜΙΕΤ, Αθήνα, 1999, σσ. 308-310 και Ρήγας Βελεστινλής, θεωρία και πράξη, Βουλή των Ελλήνων, Αθήνα 1998, σσ. 56-57.
3. Κ.Θ. Δημαράς, Ιστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας, Γνώση, Αθήνα 2000, σ. 229.
4. Βλ. Αλέξης Πολίτης, «Η προσγραφόμενη  στον Ρήγα πρώτη έκδοση του Αγαθαγγέλου», Ο Ερανιστής, τόμ. 7 (Δεκέμβριος 1969), σσ. 173-192, εδώ σ. 175.
5. Νεόφυτος Βάμβας, Περί της Νεοελληνικής εκκλησίας, Αθήνα, Αύγουστος 1838.
6. Επίκρισις εις την περί Νεοελληνικής Εκκλησίας Σύντομον απάντησιν του Σοφολογιωτάτου Διδασκάλου κυρίου Νεοφύτου Βάμβα. Υπό του Πρεσβυτέρου και Οικονόμου Κωνσταντίνου του εξ Οικονόμων. Εκ της Τυπογραφίας Κ. Ράλλη, Αθήνησιν, 1839, σ. 330.
7. Βλέπε σχετικά τον λίβελο του Θεόκλητου Φαρμακίδη, Ο ψευδώνυμος Γερμανός (Αθήνα 1838), στον οποίο κατηγορεί ανοικτά τον Οικονόμο ότι κρύπτεται πίσω από τον Ιερομόναχο Γερμανό: «Ὅθεν καὶ λέγομεν, ὅτι καὶ ἡ φωνή, φωνὴ Οἰκονόμου, καὶ αἱ χεῖρες, χεῖρες Οἰκονόμου» (σ. 5).
8. Κωνσταντίνος Οικονόμος, Επίκρισις εις την περί Νεοελληνικής Εκκλησίας Σύντομον απάντησιν του Σοφολογιωτάτου Διδασκάλου κυρίου Νεοφύτου Βάμβα, Αθήνα 1939.
9. Νεόφυτος Βάμβας, Αντεπίκρισις εις την υπό του Πρεσβυτέρου και Οικονόμου Κωνσταντίνου του εξ Οικονόμων Επίκρισιν, Αθήνα 1839, σ. 3.

Ο Ρήγας, οι Μαρκίδες Πούλιοι και ο πυρήνας της Βιέννης

Γ. Ο Δ.Κ. πολύ εύκολα και αβασάνιστα παραβλέπει και αυτό το ενισχυτικό της πληροφορίας του Ζηλοπροφήτη στοιχείο. Και όμως, δεν πρόκειται για στοιχείο ασήμαντο, δεδομένου ότι μας πληροφορεί πως το τυπογραφείο όπου εκδόθηκε ο Αγαθάγγελος είναι το ίδιο με αυτό που χρησιμοποιούσε ο Ρήγας για την έκδοση των βιβλίων του στη Βιέννη. Και τα βιβλία δεν εκδίδονταν κατά δεκάδες ή εκατοντάδες στα τυπογραφεία της εποχής. Η παραγωγή τους ήταν επίπονη και μακρά, και γι’ αυτό η έκδοση του Αγαθάγγελου στο τυπογραφείο, όπου την ίδια περίοδο ξημεροβραδιαζόταν ο Ρήγας για την έκδοση του Σχολείου των Ντελικάτων Εραστών, θα έπρεπε τουλάχιστον να αντιμετωπιστεί με πολύ μεγαλύτερη προσοχή και βάσανο.
Βέβαια, το τυπογραφείο των αδελφών Πουλίου ήταν στην πραγματικότητα το τυπογραφείο του Μπαουμάιστερ, στο οποίο οι ίδιοι εργάζονταν. Αυτό το τυπογραφείο τους το παραχώρησε ο Μπαουμάιστερ, μετά το 1792, και για ορισμένα χρόνια εμφανίζονται να πραγματοποιούνται ταυτόχρονα εκδόσεις στο όνομα και των δύο τυπογράφων. Στο όνομα του Μπαουμάιστερ, φέρεται να έχουν εκδοθεί, το 1791 και το 1792, ακόμα δέκα βιβλία, στα πέντε εκ των οποίων αναμειγνύεται ο Αθανάσιος Ψαλίδας, ως συγγραφέας, επιμελητής ή μεταφραστής, και στα δύο ο σύντροφος του Ρήγα στην υπέρτατη θυσία, ο Κύπριος Ιωάννης Καρατζάς
Εντυπωσιάζει η σχέση του Ψαλίδα με τη Ρωσία και τη Μεγάλη Αικατερίνη και στα πέντε βιβλία που εξέδωσε, ενώ ακόμα και το πρώτο φιλοσοφικό του κείμενο, Η Αληθής Ευδαιμονία, περιλαμβάνει, στην εισαγωγή του, έναν εκτενή χαιρετισμό προς τη Μεγάλη Αικατερίνη.
Νομίζω ότι η εικόνα γίνεται πολύ πιο σαφής και οι «συμπτώσεις» πάρα πολλές για να είναι τυχαίες. Οι Μαρκίδες Πούλιοι εκδίδουν από το 1790 την Εφημερίδα, η οποία θα κλείσει μόνο μετά τη σύλληψη του Ρήγα –οι ίδιοι θα αποφύγουν την παράδοση στους Τούρκους μόνο διότι ήταν Αυστριακοί υπήκοοι–, η οποία εκθειάζει τις νίκες των Ρώσων και Αυστριακών εναντίον των Τούρκων, εκδίδουν τις Συνθήκες μεταξύ Ρωσίας και Τουρκίας, καθώς και τα βιβλία του Ψαλίδα και του Καρατζά. Εδώ εκδίδεται το Σχολείο των Ντελικάτων Εραστών και όλα τα επιγενέστερα βιβλία του Βελεστινλή, νόμιμα και παράνομα, ενώ στο ίδιο τυπογραφείο έχει τυπωθεί και ο Αγαθάγγελος. Το τυπογραφείο των Μαρκιδών Πουλίου αποτελεί μία εκδοτική και ιδεολογικοπολιτική εστία, προφανώς τη σημαντικότερη της Βιέννης. Αυτή η ομάδα των ενθουσιωδών νεαρών –ο Ρήγας, τριάντα πέντε χρονών, είναι ο μεγαλύτερος ηλικιακά– κινείται μεταξύ μιας ιδεολογικής αποδοχής νεωτεριστικών ιδεών, επικρίνει ταυτόχρονα τις ακραίες αγνωστικιστικές τοποθετήσεις, εκδίδει θρησκευτικά και χρησμολογικά κείμενα –Αγαθάγγελος και περιγραφή Αγίου Όρους από τον Ψαλίδα– και υποστηρίζει τη Ρωσία κατά της Τουρκίας.
Η συγκυρία του «πολέμου των τριών Ιμπερίων» επιτείνει την πολιτικο-εκδοτική δραστηριότητα των Ελλήνων της Βιέννης, ενώ το τέλος του πολέμου, στα 1792, θα οδηγήσει σε μια σχετική χαλάρωση της πολιτικά προσανατολισμένης δραστηριότητάς τους. Ωστόσο ο ίδιος βασικά πυρήνας –εκτός από τον Ψαλίδα–, Ρήγας, Μαρκίδες Πούλιοι, Καρατζάς, εμπλουτισμένος με νέα μέλη, θα ενεργοποιηθεί και πάλι στα 1796-1797, σε μια ριζικά νέα γεωπολιτική και ιδεολογική συγκυρία.
Κατά συνέπεια, είναι απολύτως εξηγήσιμη και η προσγραφόμενη σε αυτόν έκδοση του Αγαθαγγέλου, με τις προαναφερθείσες φιλορωσικές προσθήκες, και μάλιστα τη στιγμή που ο πόλεμος θα συνεχιζόταν για δύο χρόνια ακόμα… Δεν πρέπει δε να ξεχνάμε πως, το 1790, ο Ρήγας βρέθηκε για πρώτη φορά στην Αυστρία, ως διερμηνέας και γραμματικός του Χριστόδουλου Κιρλιάνου, τον οποίο ο αυτοκράτορας της Αυστρίας κάλεσε για να τιμήσει με τον τίτλο του βαρόνου φον Λάνγκφελντ, για τις εκδουλεύσεις που είχε προσφέρει στα αυστριακά στρατεύματα κατοχής της Βλαχίας, κατά τη διάρκεια του ρωσοαυστριακού πολέμου εναντίον της Τουρκίας! Ο Ρήγας εγκαταλείπει τη Βλαχία και τον φιλότουρκο Μαυρογένη για να υπηρετήσει τον συνταχθέντα με τους εχθρούς των Οθωμανών, Κιρλιάνο.
Δ) Ο Κωνσταντίνος Δημαράς, ο Λέανδρος Βρανούσης και ο Δημήτριος Λουκάτος έχουν αναφερθεί στην έκδοση των Χρησμών από τον Ρήγα πολύ πριν τον Αλέξη Πολίτη, που δημοσίευσε το κείμενό του το 1969. Ο Λ. Βρανούσης το 1954, ο Κ.Θ. Δημαράς το 1957 και ο Δ. Λουκάτος το 1962. Πώς λοιπόν προβαίνει σε τέτοιον αναχρονισμό ο Δ. Κ.; Γράφει χαρακτηριστικά  ο Κ.Θ. Δημαράς  το 1957:
Μια δεύτερη πεποίθηση που διατρέχει τον λόγιο ελληνισμό σε όλα τα χρόνια της Τουρκοκρατίας είναι εκείνη που υπόσχεται, στηριγμένη επάνω σε προφητικά δεδομένα, την ανάσταση του γένους μέσα από τα ερείπια. [ ]. Η κίνηση αυτή κορυφώνεται καμιά πενηνταριά χρόνια πριν από τον Αγώνα όταν ο Θεόκλητος Πολυείδης παρουσιάζει τους περίφημους Χρησμούς του Αγαθαγγέλου, όπου μέσα από έναν προφητισμό θεληματικά αόριστο μπορούσε εύκολα να αντλήσει το γένος την αναγκαία αισιοδοξία για τα μεγάλα έργα στα οποία είταν προορισμένο. Ας μη ξεχνούμε ότι το έργο το συνέταξε ο Θεόκλητος γύρω στα 1750, ότι πολλά του χειρόγραφα κυκλοφορούσαν στα χρόνια 1770 με 1780 και ότι –πολύ χαρακτηριστικά– πρώτη έκδοσή του φαίνεται να έκανε ο Ρήγας1.
Όταν όμως βεβαιώνεται για την πατρότητα της έκδοσης, μετά τη σχετική έρευνα στην οποία είχε συμμετάσχει, καθοδηγώντας τον νεαρό τότε Αλ. Πολίτη, γράφει:
Η έκδοση αυτή, της οποίας μόλις στους καιρούς μας έγινε γνωστό με ακρίβεια το περιεχόμενο, δεν φαίνεται να έχει υποστεί την επίδραση των ιδεών του Ρήγα. ίσως εκφράζει απλώς την θέλησή του να χρησιμοποιήσει πιο εντατικά, με τον τυπογραφικό πολλαπλασιασμό, τον εθνεγερτικό χαρακτήρα τον οποίον είχε πάρει το κείμενο στις ελληνικές συνειδήσεις2.
Κατά συνέπεια, τα «ίσως, πιθανώς» κ.λπ. αφορούν, όπως προαναφέρω ad nauseam, μόνο την πριν το 1969 περίοδο.

1. Κ.Θ. Δημαράς, «Ψυχολογικοί παράγοντες του Εικοσιένα: Λόγος Πανηγυρικός», Αθήνα 1957. Αναδημοσιεύεται στο, Κ.Θ. Δημαράς, Ιστορικά Φροντίσματα, επιμ. Αλέξης Πολίτης, Πορεία, Αθήνα 1992, σσ. 212-213.
2. Κ.Θ Δημαράς, Ιστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας, Γνώση Αθήνα 92000, σ. 227.

Ε) Νομίζω πως έχει ήδη απαντηθεί το ζήτημα με την προηγούμενη τοποθέτησή μου. Όταν έγραφε ο Βρανούσης το 1954, η μόνη πηγή που διέθετε  –ίσως και χωρίς ακόμα τότε να το έχει ο ίδιος μελετήσει πρωτογενώς– ήταν το κείμενο του Ζηλοπροφήτη, γι’ αυτό και η έκφραση «λένε».
Αργότερα, το 1969, όταν ήρθε στο φως η έκδοση του Αγαθαγγέλου από τον Ρήγα, τότε και ο Βρανούσης  προέτρεψε τον Αλέξη Πολίτη να μελετήσει τις βινιέτες του τυπογραφείου των αδελφών Μαρκιδών Πουλίου, ώστε να  έχει μια ακόμα ισχυρή ένδειξη για την ταυτοποίηση του εκδότη, δηλαδή του Ρήγα.
Και τελικώς, όπως αναφέρει ο Αλέξης Πολίτης, «Την ταυτότητά του με την λεγόμενη έκδοση του Ρήγα την πιστοποίησε ο κ. Κ.Θ. Δημαράς, ο οποίος και με καθοδήγησε στην παραπέρα έρευνα»1.
Κατά συνέπεια, και ο Βρανούσης και ο Δημαράς «διερεύνησαν το σχετικό θέμα», τουλάχιστον όσο και ο φίλος Δημήτρης, και συνέβαλαν στη δημοσίευση της σχετικής μελέτης του Αλέξη Πολίτη. Και νομίζω πως δεν διακρίνονται για το αβασάνιστο των συμπερασμάτων τους.
Ούτε, εξάλλου, συγγραφείς όπως ο Κιτρομηλίδης και ο Γουντχάους θα συμφωνούσαν τόσο πρόθυμα, εάν δεν είχαν και οι ίδιοι διερευνήσει, έστω και στοιχειωδώς, το σχετικό ζήτημα. Ο Άλκης Αγγέλου, μιλώντας για την πληθώρα των εκδόσεων στη δεκαετία του 1790, σημειώνει: «Παρών όμως είναι, από την δική του σκοπιά πάντοτε, και ο Ρήγας με την έκδοση των Χρησμών του Αγαθαγγέλου»2 .
Οι Γ. Λαδάς – Αθ. Χατζηδήμος, στην κλασική πλέον Ελληνική βιβλιογραφία των ετών 1791-1796, που έχει συνταχθεί πριν τη δημοσίευση του Αλέξη Πολίτη, γράφει: «Εκδότης είναι ο Ρήγας ο Θετταλός, όπως αναγράφεται στο βιβλίο του Ζηλοπροφήτου».3
Ο Θωμάς Παπαδόπουλος, στην Ελληνική Βιβλιογραφία (1466ci–1800) που εξεδόθη από την Ακαδημία Αθηνών το 1984 (σ. 366), αναφέρει: «Πολυείδης Θεόκλητος, Προφητεία του Αγαθαγγέλου [εκδότης Ρήγας Φεραίος, Εν Αγαθουπόλει [=Βιέννη ᾳτοθ ][1791]».
Τέλος, και ο υποφαινόμενος, εδώ και ορισμένα χρόνια, έχει διερευνήσει τις σχετικές πηγές και έχει καταλήξει σε ανάλογα με τους προηγουμένους συμπεράσματα.
ΣΤ) Τι σημαίνει άραγε πως ο Ζηλοπροφήτης απέδωσε «αυθαίρετα» στον Ρήγα τη σχετική έκδοση, σαράντα μόλις χρόνια μετά τον θάνατό του; Πώς το γνωρίζει αυτό ο Δ.Κ.; Ο τρόπος που γράφει ο Ζηλοπροφήτης για τον «Ρήγα τον Θετταλό» υποδεικνύει, προφανέστατα, πως δεν «απέδωσε» κάτι, αλλά απλούστατα το γνώριζε. Το γεγονός ότι, για εκατόν τριάντα χρόνια –μέχρι την ταυτοποίηση της έκδοσης του Ρήγα–, όλοι οι ερευνητές και οι ιστορικοί που τη γνώριζαν αποδέχτηκαν αυτή την πληροφορία, δεν είναι ασφαλώς τυχαίο. Την αποδέχτηκαν δε όχι μόνο γιατί προερχόταν από μια αξιόπιστη πηγή, αλλά και διότι ταίριαζε και με τα υπόλοιπα δεδομένα του ζητήματος, δηλαδή τη χρονική στιγμή, την ατμόσφαιρα, καθώς και άλλες πληροφορίες που διαθέτουμε. Μετά δε την ταυτοποίηση της έκδοσης της Βιέννης, αυτή η γενική πεποίθηση εδραιώθηκε και με νέα σημαντικά στοιχεία. Όσο για την «αυθαιρεσία» του Ζηλοπροφήτη, δεν αναρωτιέται ο φίλος Δημήτρης γιατί άραγε δεν υπήρξε καμία αμφισβήτηση των λεγόμενων μετ’ επιτάσεως από τον Ζηλοπροφήτη εναντίον του Ρήγα, από τους συγκαιρινούς του, που προφανώς θα τον αμφισβητούσαν εάν όσα έγραψε αποτελούσαν μυθεύματα;
1. Αλέξης Πολίτης, ό.π.
2. Άλκης Αγγέλου, Των Φώ­των Β΄, Όψεις του νεοελληνικού Διαφωτισμού, ΜΙΕΤ, Αθήνα 1999, σ. 247.
3. Γεώργιος Λαδάς, Αθανάσιος Χατζηδήμος, Ελληνική Βιβλιογραφία,των ετών 1791-1795, σ. 107.

Ζ)  Πιστεύω πως το όλο ζήτημα αποτελεί συνέπεια μιας παρεξηγήσεως την οποία απέδωσα με τον όρο «εσφαλμένη εμμονή». Εμμονή την οποία αρνείται να εγκαταλείψει ή έστω να απαλύνει ο Δ.Κ., αποδίδοντας στον Ζηλοπροφήτη, τον Δημαρά, τον Βρανούση, τον Λουκάτο, τον Πολίτη, το Θ. Παπαδόπουλο, τον Κιτρομηλίδη, τον Αγγέλου και πολλούς άλλους, ανάμεσά τους και εμένα, ως εμμένοντες «χωρίς συστηματική μελέτη» και «ανεξέταστα».
Η) Ο πρόεδρος της Επιστημονικής Εταιρείας Μελέτης Φερών-Βελεστίνου-Ρήγα γνωρίζει πολύ καλά πως, παρότι ο Ρήγας παρήγαγε όντως ένα αυτόνομο έργο, ταυτόχρονα όμως συνέδεε απόλυτα τις κινήσεις του με την ευρύτερη διεθνή και ιδιαίτερα ευρωπαϊκή συγκυρία. Δεν ξεκινούσε να κάνει μια επανάσταση «στον αέρα», δοθέντος μάλιστα του πραγματικού συσχετισμού δυνάμεων.
Στην πρώτη περίοδο της ιδεολογικοπολιτικής του δραστηριότητας, την λιγότερο έντονη και ώριμη οργανωτικά, κατά το 1790-1791, τόσο ο ίδιος όσο και ο περίγυρός του είναι έντονα προσανατολισμένοι προς τη ρωσική πολιτική. Παράλληλα, βέβαια, συμμερίζονται κάποια από τα ιδεώδη και τις αντιλήψεις του Διαφωτισμού, πράγμα που εξάλλου κάνει και η Αυτοκράτειρα Πασών των Ρωσιών, που αλληλογραφούσε με τον Βολταίρο.
Γενικότερα, οι Έλληνες των ηγεμονιών, αλλά και της Βιέννης, μπορούσαν εύκολα να συνδυάζουν ακόμα την αρχαιοελληνική δημοκρατική παράδοση, τη δυτική διαφωτιστική παιδεία και τη ρομαντική φιλολογία, με την πίστη στην Ορθοδοξία και τον απελευθερωτικό ρόλο της Άρκτου.
Ο Ρήγας, ο μεγαλωμένος στην Κωνσταντινούπολη και τις ηγεμονίες, στο κλίμα των Φαναριωτών και στον απόηχο των Ορλωφικών, συνδεδεμένος με τους φιλορώσους Υψηλάντηδες, μαθητής του Καταρτζή, δεν ήταν δυνατόν παρά να προσβλέπει και στη ρωσική βοήθεια για την ευόδωση των στόχων του γένους.
Είναι τέτοια η υποτίμηση και η παρασιώπηση της έκδοσης του Αγαθαγγέλου, ώστε ακόμα και ο ίδιος ο Αλέξης Πολίτης, ενώ αναφέρεται στις ελλείψεις της έκδοσης του Ρήγα σε σχέση με την έκδοση του «Ζηλοπροφήτη», δεν θεώρησε άξια μνημόνευσης μια ιδιαίτερα σημαντική προσθήκη, την οποία μάλιστα είχε ήδη επισημάνει ο Νικόλαος Πολίτης1. Πρόκειται για την άμεση αναφορά στον ρόλο της Ρωσίας για την απελευθέρωση του «Βυζαντίου»2.
Όπως τονίζει και ο Γιάννης Κορδάτος, αναφερόμενος στην ιδεολογία που διαπνέει την Εφη­μερίδα: «Η στροφή όμως προς τη Γαλλική Δημοκρατία γίνεται κυρίως ύστερ’ από το 1795.[ ] Γι’ αυτό η ελληνική Εφημερίς της Βιέννης με μεγάλο ενθουσιασμό γράφει για τις νίκες του ρωσικού στόλου στα 1790-1791. Κι αφήνει κι’ όλας να πιστευτεί πως με μια ρωσογραικική συμμαχία η Τουρκιά χάνεται»3. Πράγματι, στην Εφημερίδα μπορεί κανείς να διαβάσει, και μάλιστα στα πρώτα φύλλα της:
Ἑ­νω­μέ­νοι οἱ Ροῦσ­σοι μί­αν φο­ρὰν μὲ τοὺς Γραι­κοὺς τῆς Κων­σταν­τι­νου­πό­λε­ως τοὺς εἶ­ναι πολ­λὰ εὔ­κο­λον εἰς τὸ νὰ καύ­σουν τὰ κα­ρά­βια εἰς τοὺς λι­μέ­νας καὶ τὰ ὀ­σπί­τια εἰς τὴν Κων­σταν­τι­νού­πο­λιν, ὄν­τας ὅ­λα ἀ­πὸ ξύ­λα σχε­δὸν κτι­σμέ­να καὶ δὲν εἰμ­πο­ροῦν καμ­μί­αν ἀν­τί­στα­σιν νὰ κά­μουν. Οἱ Τοῦρ­κοι ὅ­που ἔ­χουν πλού­τη καὶ εὑ­ρί­σκουν κα­ρά­βια θέ­λουν φύ­γει πρω­τυ­τέ­ρα ἀ­πὸ τὸν και­ρὸν εἰς τὴν Ἀ­σί­ας. Καὶ οὕ­τως κα­τα­τρο­πώ­νε­ται ἡ Κων­σταν­τι­νού­πο­λις4.
Μέσα σε ένα τέτοιο κλίμα ζουν οι Έλληνες των ηγεμονιών, της Νότιας Ρωσίας και της Κεντρικής Ευρώπης, ενώ και οι συνομιλίες Ρωσίας-Αυστρίας για τον διαμελισμό της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας βρίσκονταν σε προχωρημένο στάδιο. Οι Τούρκοι ετοιμάζονταν να επιστρέψουν στην… κόκκινη Μηλιά, εγκαταλείποντας την Κωνσταντινούπολη.
Και μόνο η έκρηξη της Γαλλικής Επανάστασης και κυρίως η εκτέλεση του Λουδοβίκου 1Ζ΄ και οι ναπολεόντειοι πόλεμοι θα μεταβάλουν άρδην το κλίμα. Πλέον η Ρωσία και η Αυστρία θα ταχθούν, έστω πρόσκαιρα, υπέρ της «ακεραιότητας» της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, ενώ οι ελπίδες των Ελλήνων θα αρχίσουν να στρέφονται προς την πλευρά της Γαλλίας.
Ο Ρήγας, στη δεύτερη περίοδο μετά το 1797, προσδοκά πολλά από την επαναστατική Γαλλία και τον Ναπολέοντα, όπως σε όλη την Ευρώπη οι καταπιεζόμενοι και υπόδουλοι λαοί. Οι Έλληνες περισσότερο απ’ όλους. Στα Επτάνησα, θα υποδεχθούν με ενθουσιασμό τον στρατηγό Ζαντιγί και θα κάψουν το λίμπρο ντ’ όρο, γεγονός που θα γεμίσει ενθουσιασμό τον Ρήγα, ως ο προάγγελος μιας εξόρμησης των γαλλικών επαναστατικών στρατιών προς τα ανατολικά.
Υπό αυτές τις συνθήκες του επαναστατικού ενθουσιασμού, ο Ρήγας θα διαμορφώσει το σχέδιο της απελευθέρωσης της Ελλάδας και όλων των Βαλκανίων από τον οθωμανικό ζυγό, προσδοκώντας βοήθεια από τον Ναπολέοντα, ο οποίος, με τις στρατιές του, είχε ήδη ανατρέψει την ηγεμονία της Αυστρίας στην Ιταλία, είχε «απελευθερώσει» τα Ιόνια Νησιά και ετοιμαζόταν να εκστρατεύσει στην Αίγυπτο και να καταλάβει τη Μάλτα.
Το σχήμα του Ρήγα –που έχει αντικαταστήσει τη Ρωσία της Αικατερίνης με τη ναπολεόντειο Γαλλία– θα επαναλάβει, υπερθεματίζοντας, την ίδια περίοδο, ο συνήθως μετρημένος Κοραής, όταν στο Σάλπισμα Πολεμιστήριον θα καλεί τους Έλληνες σε εξέγερση και συμπαράταξη με τους Γάλλους και θα μιλάει για ένα νέο έθνος, τους «Γραικογάλλους»5!
Ο Ρήγας τότε αποφασίζει να περάσει στην ανοικτή επαναστατική δράση και ετοιμάζει πυρετωδώς την επαναστατική του Προκήρυξη, τη Νέα Πολιτική Διοίκησι  και τον Θούριο, τα οποία τυπώνει κρυφά τις νύκτες του Οκτωβρίου στο τυπογραφείο των αδελφών Πουλίου. Στην τελευταία του επιστολή προς τον σύντροφό του Κορωνιό, στην Τεργέστη, δύο μήνες μετά την «απελευθέρωση» των Ιονίων, στις 5 Αυγούστου 1797, ο τόνος γίνεται πλέον ασθματικός και επείγων, «δὲν εἶ­ναι πλέ­ον και­ρὸς διὰ βι­βλί­α»:
Ἀ­πὸ Βου­κου­ρέ­στι μὲ γρά­φουν οἱ φί­λοι μας Θεσ­σα­λοί, Ἠ­πει­ρώ­ταις καὶ Ἀ­θη­­ναί­οι. βρυ­χών­ται ὡ­σὰν λι­ον­τά­ρια! Μὲ λέ­γουν ὅ­τι δὲν εἶ­ναι πλέ­ον και­ρὸς διὰ βι­βλί­α, ἀλ­λὰ πρέ­πει να πλεύ­σω εἰς τὴν πα­τρί­δα καὶ να γρά­ψω εἰς αὐ­τοὺς τὴν ὥ­ραν τῆς ἀ­να­χω­ρή­σε­ώς μου, ἐ­πει­δὴ καὶ αὐ­τοὶ μι­σεύ­ουν ὀ­γλή­γο­ρα εἰς τὸν τό­πον τους6.
Γνωρίζουμε εξάλλου τις επαφές του με τους Γάλλους προξένους στη Μολδοβλαχία7. Όσο για τον Χριστόφορο Περραιβό (1774 – 1863), δεν ήταν απλώς ένας φιλογάλλος «λόγιος», όπως αναφέρει ο Δ.Κ., αλλά ένας επαναστάτης και σύντροφος του Ρήγα. Ο Περραιβός είχε συλληφθεί μαζί με τον Ρήγα από τους Αυστριακούς στην Τεργέστη και θα κάνει πρώτος γνωστό το έργο του Ρήγα, καθώς και τον Θούριο και τον Πατριωτικό Ύμνο, που θα εκδώσει ήδη το 1798 στην Κέρκυρα, μια και το πρωτότυπο του Ρήγα είχε κατασχεθεί και χαθεί. Ο πρόξενος μάλιστα της Γαλλίας Μπρεσέ, στην Τεργέστη, θα επιχειρήσει και μια δειλή παρέμβαση υπέρ του Ρήγα στον Αυστριακό διοικητή της Τεργέστης8.
Ο Περραιβός είχε ταχθεί ανοικτά υπέρ των Γάλλων και, τον αμέσως επόμενο χρόνο, ταυτόχρονα με την έκδοση των πατριωτικών ύμνων του Ρήγα, θα εκδώσει και ένα φιλογαλλικό άσμα9 ανάλογο με εκείνο του Κοραή.
Ενώ βέβαια είναι γνωστές οι δύο επιστολές του νεαρότερου μέλους της «οργάνωσης» του Ρήγα, του Πέτροβιτς, προς τον Αββά Σεγιές, με τις οποίες καλεί τη Γαλλία να συνδράμει τους Έλληνες επαναστάτες10.
1. Βλ. Ν. Πολίτης, «Δημώδεις δοξασίαι περί αποκαταστάσεως του ελληνικού έθνους», Λαογραφικά Σύμμεικτα, τόμ. Α. Αθήνα 1920, σ. 25.
2. Βλ. Ο Αγαθάγγελος, ήτοι προφητείαι περί του μέλλοντος των εθνών, έκδοσις 9η, Εν Αθήναις, Βιβλιοπωλείον Μιχαήλ Σαλίβερου, ά.χ. σ. 24. Βλ. Αλέξης Πολίτης, «Η προσγραφόμενη στον Ρήγα πρώτη έκδοση του Αγαθάγγελου», Ο Ερανιστής, Ζ (1969), αρ. 42 σσ. 173-192., σσ.25-26 της εκδόσεως.
3. Βλ. Γιάννη Κορδάτου, Ρήγας Φεραίος και βαλκανική ομοσπονδία, Εκδόσεις Συλλογή, Αθήνα 2008, σ. 78.
4. Εφημερίς, ό.π., σ. 69. Εφημερίς: η αρχαιότερη ελληνική εφημερίδα που έχει διασωθεί, Βιέννη 1791-1797, εκδότες: οι αδελφοί Μαρκίδες Πούλιου (ερευνητική, συλλεκτική και εκδοτική φροντίδα, προλεγόμενα,\ή σημειώσεις, κ.τ.λ., Λ. Βρανούσης). Κέντρον Ερεύνης του Μεσαιωνικού και Νέου Ελληνισμού (Ακαδημία Αθηνών), τόμος 1ος , έτος 1791 Αθήνα 1995, σ. 69
5. Αδαμ. Κοραής,  Σάλπισμα Πολεμιστήριον. Εν Αλεξανδρεία, εκ της ελληνικής τυπογραφίας Ατρομήτου του Μαραθωνίου. 1801 Φωτοανατύπωση του Ε.Ι.Ε.,
6. Λ. Βρανούσης, Ρήγας, ό.π., σ. 87.
7. Λ. Βρανούσης, Ρήγας, ό.π.,
8. Βλ. Απόστολος Δασκαλάκης, Ρήγα Βελεστινλή, Επαναστατικά σχέδια και επαναστατικόν τέλος, Βαγιονάκης, Αθήνα 1979, σσ. 120.
9. «Ύμνος εγκωμιαστικός παρ΄ όλης της Γραικίας προς τον Αρχιστράτηγον Μποναπάρτε» [Βλ. Επαναστατικά τραγούδια του Ρήγα και ο Ύμνος στον Μποναπάρτε του Περραιβού, ΚΕΜΝΕ, Ακαδημίας Αθηνών, Αθήνα 1998.]
10. Κων. Αμάντου, Ανέκδοτα έγγραφα περί Ρήγα Βελεστινλή και των συν αυτώ μαρτυρησάντων Εκ των εν Βιέννη αρχείων εξαχθέντα και δημοσιευθέντα. Έκδοση της Επιστημονικής εταιρείας Μελέτης «Φερών – Βελεστίνου – Ρήγα», Αθήνα 1997 (πρώτη έκδοση 1930), σσ. 125-129, 137-139.

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΙΚΑ
1. Στο πρώτο σημείο έχω ήδη απαντήσει διά μακρών.
2. Είναι προφανές ότι σε μία έκδοση του Αγαθάγγελου σαν αυτή της Βιέννης, που  δεν  αποτελούσε «κριτική έκδοση», αλλά αναπαραγωγή του χρησμολογικού κειμένου του Πολυείδη, για πλατιά λαϊκή χρήση, δεν ήταν δυνατόν να υπάρχει ούτε πρόλογος, ούτε υποσημειώσεις, ούτε αναφορά εκδότη ή επιμελητή. Η σύγκριση με τα υπόλοιπα κείμενα του Ρήγα είναι έωλη. Τα λοιπά κείμενα, μεταφράσεις, κ.λπ. της πρώτης εκδοτικής δραστηριότητας του Ρήγα μάλλον απαιτούσαν πρόλογο, υποσημειώσεις κ.λπ. Σε πλήρη αντίθεση με την έκδοση του Αγαθαγγέλου, που μπορούσε να έχει εκείνη τη στιγμή μόνο προπαγανδιστικό-πολιτικό χαρακτήρα ή εμπορικό ή, ακόμα, και τα δύο ταυτόχρονα. Επομένως, δεν υπάρχει κάποια δυνατότητα «ενδοκειμενικής διερεύνησης», όπως αναφέρει ο Δ. Καραμπερόπουλος, διότι επρόκειτο για κείμενο του Πολυείδη και όχι του Ρήγα. Εξ άλλου ένα κείμενο που επρόκειτο να κυκλοφορήσει για προπαγανδιστικούς-πολιτικούς λόγους, όπως αργότερα ο Θούριος ή η Επαναστατική Προκήρυξη ήταν αδύνατο εκ προοιμίου να αναφέρει, τυπογραφείο, εκδότη και πόλη έκδοσης.
3-4. Πρόκειται για λανθασμένο επιχείρημα, διότι κατασκευάζει ένα εντελώς ανύπαρκτο σχήμα αντιπαράθεσης μεταξύ χρησμολογικών παραδόσεων και διαφωτιστικής δραστηριότητας, που καμία σχέση δεν έχει με την πραγματικότητα του προεπαναστατικού ελληνισμού, που συνδύαζε τον διαφωτισμό με τον προφητισμό και τη χρησμολογική παράδοση1.
Αυτή την ιδιαιτερότητα αδυνατούν να κατανοήσουν οι σύγχρονοι Έλληνες και ξένοι ιστορικοί της «διαφωτιστικής» παράδοσης. Χαρακτηριστικά, ο κατά τα άλλα αξιόλογος νεοελληνιστής Ρίτσαρντ Κλόγκ, αναφερόμενος στον σημαντικό λόγιο του 18ου αι., Νικόλαο Ζερζούλη, διερωτάται:
Ο Ζερζούλης σπούδασε για εφτά χρόνια στη Δυτική Ευρώπη, και απέκτησε μια γερή γνώση της λατινικής, της γαλλικής και της ιταλικής γλώσσας. Αφού διηύθυνε την Αθωνιάδα Σχολή στο Άγιον Όρος για ένα διάστημα ως διάδοχος του Ευγένιου Βούλγαρη, μετακινήθηκε στη Μολδαβία για να αναλάβει τη διεύθυνση της πριγκηπικής Ακαδημίας μέχρι τον θάνατό του το 1772. Δεν θεωρούσε καθόλου αντιφατικό το να μεταφράζει έργα του Κρίστιαν Βολφ για την αριθμητική, τη γεωγραφία και την τριγωνομετρία, για την πειραματική φυσική του οπαδού του Νεύτωνα Πήτερ Βαν Μούσενμπροκ, ακόμα και ένα μέρος των Βάσεων του Νεύτωνα, και ταυτόχρονα να συνθέσει το 1767 το: Ἑρμηνεία περί ἀναστάσεως Κωνσταντινουπόλεως, σύντομος εἰς τοὺς χρησμοὺς Λέοντος τοῦ Σοφοῦ[1].
Είναι ολοφάνερη η αδυναμία του Άγγλου νεοελληνιστή να κατανοήσει τον «εκλεκτισμό» και τις «αντιφάσεις» του Ζερζούλη, που από τη μία πλευρά μετέφραζε κείμενα διαφωτιστών και από την άλλη εξέδιδε τους Χρησμούς του Λέοντα του Σοφού και του Στεφάνου Αλεξανδρείας για την ανάσταση του γένους, σύμφωνα με τους οποίους η Κωνσταντινούπολη επέπρωτο να απελευθερωθεί το 1774 από τους Ρώσους.
Εξέχοντες διαφωτιστές, όπως ο Ευγένιος Βούλγαρις, υποστήριζαν την ύπαρξη των θαυμάτων, ενώ ακόμα και ο Κοραής, στην Αδελφική Διδασκαλία, θα υποστηρίζει την καταγωγή των Αγαρηνών (Τούρκων) από την Άγαρ της Παλαιάς Διαθήκης.
Με αυτά τα δεδομένα, το παράδοξο θα ήταν μάλλον εάν ο Ρήγας, που είχε τη στόφα ενός ανθρώπου ο οποίος συνδύαζε θεωρία και πράξη, δεν παρενέβαινε στη συγκυρία του πολέμου. Γι’ αυτό ακριβώς και ήταν εύλογη και η έκδοση του Αγαθάγγελου από αυτόν, και όχι απλώς η επιμονή του σε  «πολιτικοκοινωνικά θέματα», τη στιγμή που μαινόταν ο πόλεμος.
5. Είναι προφανές ότι μόνο το αντίθετο επιχείρημα θα μπορούσε να ισχύσει. Όλοι όσοι ήθελαν να εμφανίσουν τον Ρήγα ως «άθεο», διαφωτιστή και «γαλλόφρονα» προφανώς και θα  αποσιωπούσαν την έκδοση του Αγαθάγγελου. Αντιστρόφως δε, οι οπαδοί του δυτικού διαφωτισμού και της Γαλλικής Επανάστασης επίσης θα αποσιωπούσαν το γεγονός, δεδομένου ότι ο επαναστάτης Ρήγας του 1797-1798, ένθερμος υποστηρικτής της Γαλλίας και του Ναπολέοντα, είχε κυκλοφορήσει ένα βιβλιαράκι, το οποίο εκθείαζε τον ρόλο των Ρώσων στην απελευθέρωση των Ελλήνων!  Όπως προανέφερα, όμως, ο «Ζηλοπροφήτης», πιθανότατα ιερωμένος ή στενά συνδεδεμένος με τους εκκλησιαστικούς κύκλους, προβαίνει σε μια μάλλον ηθελημένη εξαντλητική κριτική του Ρήγα για την «κακή έκδοσή του». Αυτές είναι οι κατηγορίες εναντίον του Ρήγα που αναζητά ο Δ. Κ.
6. Η επιμονή μου στην εξονυχιστική διερεύνηση του ζητήματος δεν οφείλεται σε κάποια δογματική εμμονή, αλλά στο ότι αποδίδω ιδιαίτερη σημασία στην έκδοση του Αγαθαγγέλου από τον Ρήγα τη στιγμή του πολέμου των «τριών ιμπερίων».
Πρώτον, διότι καταδεικνύει πως ο Ρήγας δεν ήταν μονόπλευρα προσανατολισμένος στον «διαφωτισμό», ως εάν ήταν ένας Γάλλος αγνωστικιστής, αλλά ήταν ένας Έλληνας επαναστάτης της εποχής του.
Γι’ αυτό εξάλλου και  αυτή η έκδοση αγνοείται από τη συντριπτική πλειοψηφία των διαφωτιστών ή εκσυγχρονιστών και μεταμοντέρνων ιστορικών, ή στην καλύτερη περίπτωση υποβαθμίζεται.
Δεύτερον, και εξίσου σημαντικό αν όχι σημαντικότερο, είναι το ότι αυτή η έκδοση του Ρήγα, το 1790-1791, στη Βιέννη, μας παρουσιάζει έναν Ρήγα με πολιτικά ενδιαφέροντα και δραστηριότητες (τουλάχιστον εκδοτικές), ήδη από εκείνη την περίοδο και επομένως καλύπτει ένα μεγάλο κενό στην ιστοριογραφία για την πορεία της πολιτικοποίησής του. Διότι το Σχολείο των ντελικάτων εραστών και το Φυσικής Απάνθισμα, καθώς και η μετάφραση του Μοντεσκιέ, που είχε προαναγγείλει, δεν αρκούσαν για να ερμηνεύσουν τον άνθρωπο της δράσης του 1797, ούτε τη συνωμοτική, οργανωτική του δραστηριότητα, η οποία δεν μπορούσε να ολοκληρωθεί μόνο σε μερικούς μήνες. Αν αντίθετα είχε ήδη εκδώσει το 1790 -1791 ένα φυλλάδιο με πολιτικούς-προπαγανδιστικούς στόχους, τότε καταδεικνύεται πως, τουλάχιστον από εκείνη την εποχή, θέτει πολιτικούς στόχους στη δραστηριότητά του και κατά συνέπεια από τότε πρέπει να συνήψε τις πρώτες του επαφές ή να ενδυνάμωσε παλαιότερες. Πάντως, με τον Αγαθάγγελο μπορούμε να διαπιστώσουμε μια δραστηριότητα βάθους τουλάχιστον επτά ετών.
Επιπλέον, αυτή η έκδοση, ενισχύει την πεποίθηση πως οι επιλογές των «συμμαχιών» του Ρήγα δεν φανερώνουν κάποια μονοδιάστατη προσκόλληση στη μία ή την άλλη μεγάλη δύναμη, και επομένως δεν μπορεί να χαρακτηριστεί γαλλόφιλος, ούτε ρωσόφιλος, αλλά κρίνονται από τα συμφέροντα του ελληνικού γένους. Στην πρώτη περίοδο, ήταν η Ρωσία που βρισκόταν σε πόλεμο με τους Οθωμανούς, στη δεύτερη περίοδο, η Γαλλία που είχε συνταράξει το status quo στην Ευρώπη και με τον Ναπολέοντα απειλούσε όλη την Ανατολή!
Εν κατακλείδι, το ζήτημα της έκδοσης του Αγαθαγγέλου είναι εξαιρετικά σημαντικό από ένα πλήθος απόψεων και είναι ιδιαίτερα λυπηρό το ότι ο Δημήτρης Καραμπερόπουλος επιστρατεύει με ανεξήγητη εμμονή το πάθος του για τον Ρήγα και το κύρος της Εταιρείας σε μια χαμένη υπόθεση – μια και τα δεδομένα δεν μπορούν να αμφισβητηθούν. προπαντός δε, προσφέρει όπλα σε όσους θέλουν να συσκοτίσουν το αληθινό πρόσωπο του Ρήγα. Διότι βέβαια αυτό είναι το σημαντικότερο σημείο –το οποίο εξηγεί, αντιστοίχως, και τη δική μου «εμμονή» στο ζήτημα–, ότι δηλαδή αυτή τη σημαντική παράμετρο της δραστηριότητας και της προσωπικότητας του Ρήγα την καλύπτει ένας πέπλος σιωπής. Αυτό που περιμένω λοιπόν από τον πρόεδρο της Επιστημονικής Εταιρείας Μελέτης Φερών-Βελεστίνου-Ρήγα είναι να διερευνήσει ενδελέχεστερα το ζήτημα και να εντάξει την έκδοση αυτή στα έργα που εξέδωσε ο Ρήγας, σπάζοντας τη σιωπή που άλλοι έχουν επιβάλει ακόμα και στις εκδόσεις της Βουλής των Ελλήνων.  Πάντως ο υποφαινόμενος είναι διατεθειμένος να συμμετάσχει σε οποιαδήποτε δημόσια συζήτηση για το ζήτημα.

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*