6η Πανελλήνια Συνδιάσκεψη Άρδην, Άρδην τ.82

Η ελληνική οικονομία και προοπτικές διεξόδου

Από την 6η Πανελλήνια Συνάντηση του Άρδην που πραγματοποιήθηκε τον Οκτώβριο του 2010

του  Κώστα Γεώρμα από το Άρδην τ. 82

Επιτρέψτε μου να ξεκινήσω με μια παράθεση από τη δεκαετία της έναρξης των εθνικοαπελευθερωτικών αγώνων:
[Θέλω να τονίσω] «την τεραστία σημασία του θέματος της πολιτικής εξουσίας και της οικονομικής ανεξαρτησίας. Πρέπει επίσης να ξεκαθαρίσω [αυτούς τους στόχους], γιατί αυτοί οι δυο στόχοι είναι πολύ στενά συνδεδεμένοι. Ο ένας μπορεί κάποτε να προηγείται του άλλου, όπως συνέβη μια ορισμένη στιγμή στην Κούβα, αλλά κανονικά πηγαίνουν πάντα ζευγαρωμένοι και πρέπει να συναντηθούν, είτε θετικά όπως στην Κούβα που, αφού επέτυχε την πολιτική της ανεξαρτησία, αφιερώνεται αμέσως στο να επιτύχει και την οικονομική, είτε αρνητικά, στην περίπτωση των χωρών που επιτυγχάνουν την πολιτική τους ανεξαρτησία ή αποβλέπουν σ’ αυτήν και που, στην αδυναμία τους να εξασφαλίσουν την οικονομική τους ανεξαρτησία, αφήνουν την πολιτική τους ανεξαρτησία να αδυνατίσει, μέχρι που τη χάνουν ολοκληρωτικά». Αυτά λοιπόν έλεγε ο Γκεβάρα τον Μάιο του 1960, στην Κούβα.
1. Στοιχεία περί της παγκόσμιας διάστασης της κρίσης
Μολονότι δευτερεύον στο θέμα μας, θα παραθέσω μια σειρά από λόγους για τα αίτια της παρούσας παγκόσμιας οικονομικής κρίσης. Όπως είναι πλέον φανερό, η παρούσα παγκόσμια οικονομική κρίση είναι πολλαπλής φύσεως και δεν επικεντρώνεται απλώς στα χρηματοοικονομικά. Είναι μία κρίση της πραγματικής οικονομίας, μιας παλιάς μορφής παραγωγής και κατανάλωσης και συνδέεται με συγκεκριμένες πηγές ενέργειας, με αντιστοίχους τρόπους μεταφοράς προϊόντων, με αλλαγές στην τεχνολογία.
Για να κατανοήσουμε αυτή την κρίση πρέπει να ανατρέξουμε στην κρίση του 1970. Το κεφάλαιο απάντησε σε εκείνη την κρίση με τρεις τρόπους:
Α) Με ένα νέο κύμα παγκοσμιοποίησης και φιλελευθεροποίησης, που διεύρυνε τις αγορές, ανοίγοντας καινούργιες και εκθέτοντας στις δυνάμεις της παγκοσμιοποίησης πολλές κλειστές οικονομίες. Μεγάλο ρόλο εδώ έπαιξαν και οι κυρίαρχες ελίτ αυτών των οικονομιών, οι οποίες, συμμαχώντας με τις κυρίαρχες σε παγκόσμιο επίπεδο ελίτ, υιοθέτησαν ένα μοντέλο κατανάλωσης και άντλησης κοινωνικού κύρους, αντιγράφοντας τα καταναλωτικά πρότυπα και προϊόντα της Δύσης και κυρίως των Ηνωμένων Πολιτειών.
Β) Στον τομέα της παραγωγής έλαβαν χώρα σημαντικές μεταρρυθμίσεις. Είχαμε την αλλαγή μέσα στη γραμμή παραγωγής και την υιοθέτηση μεταφορντικών μοντέλων ευέλικτης παραγωγής, καθώς και την εισαγωγή νέων τεχνολογιών. Σταδιακά, η εξειδικευμένη εργασία απέκτησε όλο και πιο μεγάλη εξουσία σε αντίθεση με την ανειδίκευτη. Ο κατακερματισμός της εργατικής τάξης συντελέστηκε και μέσω των μεγάλων εισροών μεταναστευτικής εργασίας.
Γ) Μία από τις συνέπειες των παραπάνω αλλαγών ήταν η μακροπρόθεσμη μεταφορά εισοδήματος από την εργασία προς το κεφάλαιο και η συνακόλουθη αύξηση των κοινωνικών ανισοτήτων. Στις χώρες του ΟΟΣΑ, τα εισοδήματα της εργασίας υποχώρησαν από τα ¾ του εθνικού εισοδήματος, τη δεκαετία του 1970, στα 2/3 το 2005.
Οι τρεις παραπάνω παράγοντες φαίνεται ότι πλέον έχουν φθάσει στα όρια των δυνατοτήτων τους. Η διεύρυνση της παγκοσμιοποίησης προκάλεσε την είσοδο, με όρους ανταγωνιστικούς προς τη Δύση, μιας σειράς χωρών της Ασίας (Ιαπωνία αρχικά, Κίνα, Κορέα, Ινδία στη συνέχεια). Επιπλέον, αναδεικνύονται σταδιακά ως οικονομικές δυνάμεις μια σειρά από άλλες χώρες του παλιού Τρίτου Κόσμου (Βραζιλία, Μεξικό, Μέση Ανατολή, Τουρκία κ.λπ.)
Δ) Οι οικονομικές ανισότητες και η συγκέντρωση του πλούτου σε λίγα χέρια οδήγησαν στον περιορισμό της ζήτησης. Στοιχείο που έγινε προσπάθεια να ξεπεραστεί με την υπερχρέωση, μέσω του δανεισμού, των νοικοκυριών.
Ε) Ένα άλλο στοιχείο που επέτεινε την κρίση ήταν η φούσκα της τεχνολογίας, στην οποία το κεφάλαιο είχε βασίσει πολλές ελπίδες για υψηλή κερδοφορία. Η έκρηξη αυτής της φούσκας ήταν το κρίσιμο στοιχείο που οδήγησε το κεφάλαιο, στην αναζήτησή του για κερδοφόρους τομείς, να στραφεί στα στεγαστικά δάνεια και την καταναλωτική πίστη, γεγονός που με τη σειρά του δημιούργησε την κρίση που βιώνουμε.
2. Παθογένειες της παγκοσμιοποιημένης ψωροκώσταινας
Το αναπτυξιακό μοντέλο της υποτέλειας
Το ελληνικό μοντέλο οικονομικής ανάπτυξης, που σήμερα αντιμετωπίζει μια βαθιά κρίση, είναι ένα μοντέλο οι απαρχές του οποίου διακρίνονται ήδη στα πρώτα μετεμφυλιακά χρόνια. Όχι τυχαία, τα χρήματα της αμερικάνικης βοήθειας, αντί να χρησιμοποιηθούν, όπως και στις άλλες δυτικές χώρες, για την ανάπτυξη της παραγωγικής δομής, εδώ καταναλώθηκαν για την επέκταση των μικροαστικών στρωμάτων και τη διαμόρφωση συναινετικών, ως προς τις πολιτικές της τότε εξουσίας, τάξεων. Η οικοδομή, τα δημόσια έργα, τα περίπτερα, ήταν οι «δυναμικοί τομείς» ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας της εποχής. Εγκαταλείπεται η πολιτική του προστατευτισμού «ως αντιπαραγωγική». Μια έκθεση της Παγκόσμιας Τράπεζας, στις αρχές της δεκαετίας του ’50, πρότεινε ως αναπτυξιακούς τομείς για τη χώρα τον τουρισμό και τις κατασκευές. Σημειώνεται επίσης ότι η αντεθνική οικονομική πολιτική που ακολουθήθηκε εκείνη την περίοδο είχε ως αποτέλεσμα τη μετανάστευση εκατοντάδων χιλιάδων Ελλήνων στο εξωτερικό, και μάλιστα πολύ δυναμικών μερίδων του πληθυσμού. Να σημειώσω ωστόσο ότι, όπως και την περίοδο πριν από την κρίση του 2008, έτσι και την περίοδο 1955-1972, η ιδιωτική κατανάλωση είχε υπερδιπλασιαστεί, με ό,τι αυτό συνεπαγόταν πολιτικά.
Επισημαίνω αυτά τα σημεία γιατί παρόμοιες καταστάσεις βιώνουμε και μετά τη μεταπολίτευση. Ακόμα και σήμερα, οι άρχουσες ελίτ προτείνουν παρόμοιες πολιτικές. Οι κυρίαρχες επιλογές είναι η ναυτιλία, ο τουρισμός, οι κατασκευές, με κύριο παράγοντα την κατασκευή οικιών, η αναπαραγωγή της μικρομεσαίας δομής. Ακόμα και στον τομέα των επιχειρήσεων κυριαρχεί η οικογενειακή δομή, αφού και μεγάλες επιχειρήσεις σπάνια προχωρούν σε συγχωνεύσεις.
Την παρασιτική δομή της ελληνικής οικονομίας στήριξαν σε σημαντικό βαθμό οι τράπεζες. Η είσοδος της χώρας στην ΟΝΕ εξασφάλισε χαμηλά επιτόκια και, στη συνέχεια, τη διοχέτευση κεφαλαίων σε τομείς όπως η κατασκευή πολυτελών κατοικιών, εξοχικών κατοικιών, πισινών, ακριβών αυτοκινήτων και ταξιδιών σε εξωτικές χώρες.
Όμως η παρασιτική δομή της κατανάλωσης στηρίζεται σε δύο ακόμα παράγοντες. Ο ένας είναι τα κοινοτικά κονδύλια και ο άλλος είναι η διαφθορά/παραοικονομία. Τα κοινοτικά κονδύλια ήταν αυτά που σε μεγάλο βαθμό αντικατέστησαν τα φθίνοντα μεταναστευτικά εμβάσματα. Ο Ανδρέας Παπανδρέου, που ήταν ενάντια στην ΕΟΚ των μονοπωλίων, χρησιμοποίησε κατάλληλα τις κοινοτικές χρηματοδοτήσεις από τα Μεσογειακά Ολοκληρωμένα Προγράμματα. Οι ευρωπαϊκές οδηγίες ήταν για μεγάλα και λίγα έργα, έτσι ώστε οι επενδύσεις αυτές να έχουν πολλαπλασιαστικά παραγωγικά αποτελέσματα, όμως ο αρχηγός των μικρομεσαίων βρήκε σε αυτά το χρηματοδοτικό μέσο που χρειαζόταν για να στηρίξει την εκλογική του πελατεία. Έτσι, τα έργα έγιναν χιλιάδες, ενώ η περίοδος αυτών των προγραμμάτων έμεινε γνωστή για το ότι τα χρήματα μοιράζονταν αφειδώς και χωρίς κανέναν έλεγχο. Η πρώτη αυτή περίοδος χρήσης των κοινοτικών κονδυλίων εκτίναξε τη διαφθορά, βούλωσε το στόμα όλου του εποικοδομήματος, της πνευματικής ελίτ και των ΜΜΕ, αφού όλοι μπούκωσαν με τα δισεκατομμύρια που τους μοίραζαν οι σοσιαλιστές μέσω διαφημίσεων, μελετών και συμβουλευτικών υπηρεσιών. Παράλληλα, σφυρηλάτησε τη συμμαχία ΠΑΣΟΚ με τους συνδικαλιστές, αφού σε αυτούς μοιράστηκαν δεκάδες εκατομμύρια ευρώ μέσω του κόλπου των Κέντρων Επαγγελματικής Κατάρτισης και της αναβάθμισης των δεξιοτήτων των συνδικαλιστών!
Το ζήτημα της διαφθοράς
Ένα από τα κεντρικά ζητήματα, με τα οποία έχουμε λίγο ασχοληθεί, είναι αυτό της διαφθοράς. Ας δούμε γιατί αυτή αποτελεί σημαντικό ζήτημα.
Η διαφθορά είναι παράγοντας που εμποδίζει την ανάπτυξη. Η καλή διακυβέρνηση, από την άλλη, είναι αποφασιστικός παράγοντας για την ανάπτυξη. Ακόμα πιο σημαντικό είναι το γεγονός ότι η διαφθορά επηρεάζει αρνητικά τα δημοσιονομικά μιας χώρας. Πώς γίνεται αυτό;
1. Η διαφθορά περιορίζει τη συλλογή φόρων. Έτσι, τα δημόσια έσοδα επηρεάζονται, δημιουργούνται κίνητρα για περίπλοκους φορολογικούς νόμους και διαφθείρονται οι δημόσιοι μηχανισμοί. Παράλληλα, διαφθείρονται οι πολίτες, αφού εθίζονται σε αναξιοπρεπείς συναλλαγές. Τέλος, ενισχύονται οι κοινωνικές ανισότητες, αφού οι κατέχοντες μεγαλύτερη εξουσία κατορθώνουν να διαφεύγουν του συστήματος.
2. Η διαφθορά αυξάνει τις δημόσιες δαπάνες. Πολύ απλό. Για να πάρει κάποιος ένα έργο πρέπει να λαδώσει. Το λάδωμα αυτό, βέβαια, έχει ως συνέπεια την αύξηση του κόστους των έργων, αλλά και την χαμηλή ποιότητά του.
3. Η διαφθορά επηρεάζει το δημόσιο χρέος και συνιστά παράγοντα κινδύνου για τον χρηματοοικονομικό τομέα. Εκεί όπου υπάρχει διαφθορά και αδιαφάνεια, οι αποφάσεις σχετικά με το δημόσιο χρέος εμπεριέχουν μεγαλύτερο κίνδυνο. Επιπρόσθετα, όσο μια χώρα διαστρεβλώνει και κρύβει το πραγματικό χρέος της, τόσο εισαγάγει τον παράγοντα της αποσταθεροποιητικής αβεβαιότητας και μεγαλώνει η πιθανότητα μιας δημοσιονομικής κρίσης. Από αυτή την άποψη, δεν ήταν τόσο αθώα η εκστρατεία του Παπανδρέου στα διεθνή μέσα ενημέρωσης. Ήθελε ακριβώς να δημιουργήσει, μέσω της διαφήμισης της χρεοκοπίας της χώρας, τις συνθήκες δημοσιονομικής αποσταθεροποίησης και να πετύχει, από τη μία, να μας χώσει στη μέγκενη του ΔΝΤ και από την άλλη να απαξιώσει τη Ν.Δ.
4. Η διαφθορά επηρεάζει την παραγωγικότητα, την ανταγωνιστικότητα και την οικονομική ανάπτυξη. Η διαφθορά αυξάνει το κόστος της επιχειρηματικότητας και έχει ως συνέπεια μικρότερη απόδοση των επενδύσεων. Σύμφωνα με τον Ντάνιελ Κάουφμαν, υπάρχει στενή σχέση μεταξύ διαφθοράς και του δείκτη ανταγωνιστικότητας μιας χώρας.
Για την Ελλάδα, υπολογίζεται ότι το έλλειμμα του προϋπολογισμού θα ήταν μικρότερο κατά 4%, τα τελευταία πέντε χρόνια, εάν η διαφθορά ήταν κάπως μικρότερη.
Βέβαια, η διαφθορά σχετίζεται με την παραοικονομία και τη φοροδιαφυγή. Ας μην ξεχνάμε ότι ο «μεγάλος εκσυγχρονιστής» Σημίτης ήταν αυτός που κατάργησε τα τεκμήρια, την ίδια ώρα που η Ζήμενς χρηματοδοτούσε το κόμμα του.
Σύμφωνα με κάποιες έρευνες, στην παραοικονομία επιδίδονται κυρίως νοικοκυριά που ζουν σε αστικές περιοχές. Μεγάλο ποσοστό συμμετοχής έχουν οι απασχολούμενοι στο δημόσιο, αλλά από κοντά έρχονται και όσοι απασχολούνται στον ιδιωτικό τομέα. Ακόμα πιο ενδιαφέρον είναι ότι συμμετέχουν σε αυτή νοικοκυριά με σχετικά υψηλές δαπάνες. Με άλλα λόγια, όλο αυτό το κύκλωμα της παραοικονομίας τρέφεται σε μεγάλο βαθμό και από την επιθυμία για «πλούσια και ελεύθερη ζωή» και είναι και αυτό παράγοντας που επιτείνει την υπερκαταναλωτική μανία των Ελλήνων.
Σύμφωνα με υπολογισμούς μου, τα φακελάκια για την υγεία άγγιζαν το 0,6% του ΑΕΠ, ενώ η μη είσπραξη οφειλών από φόρους αγγίζει τα 38 δισ. Συνυπολογίστε τα 4 δισ. εισφοροδιαφυγή και την τρομακτική φοροδιαφυγή και βλέπουμε πού οφείλεται το χρέος.
Όλο αυτό το κύκλωμα διαφθοράς, παραοικονομίας, υποστηρίζει την …παραγωγική ανάπτυξη της Δύσης και την ελληνική υπανάπτυξη, καθότι οι ελληνικές ελίτ, και συνακόλουθα και τα μεσοστρώματα, έχουν υιοθετήσει πλήρως το αμερικάνικο-δυτικό καταναλωτικό πρότυπο σε όλα τα επίπεδα.
Το γεγονός ότι η οικονομία μας βρίσκεται στη σημερινή κατάσταση και η χώρα ένα βήμα πριν από την απώλεια κυριαρχικών δικαιωμάτων οφείλεται, στο μεγαλύτερο μέρος, στις πολιτικές αποφάσεις των ελίτ και κύρια βέβαια του ΠΑΣΟΚ.
Η υπονόμευση της ανταγωνιστικότητας της οικονομίας
Το κομματικό σύστημα στην Ελλάδα κοιτά να διαμορφώσει έναν επιχειρηματικό τομέα που να εξαρτάται απόλυτα από αυτό, ακόμα, για παράδειγμα, και για την αδειοδότηση μιας επιχείρησης. Επιθυμεί τη συγκέντρωση σε συγκεκριμένες περιοχές για να είναι καλύτερος ο έλεγχός του (από το Κολωνάκι). Επίσης, τον θέλει εθισμένο στα μπαξίσια για τη διασφάλιση της λειτουργίας του. Η ίδια η παραοικονομία (40% του ΑΕΠ), η φοροδιαφυγή, η εισφοροδιαφυγή, οι μίζες, είναι δημιουργήματα του κομματικού συστήματος.
Μια από τις παθογένειες της λειτουργίας του κυρίαρχου κομματικού συστήματος καρτέλ είναι το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών. Δηλαδή, το γεγονός ότι εισάγουμε πολύ περισσότερα από ό,τι εξάγουμε. Η συστηματική υπονόμευση της ανταγωνιστικότητας και της επιχειρηματικότητας γίνεται για τον απλούστατο λόγο ότι οι πολιτικές ελίτ δεν επιθυμούν έναν δυναμικό ιδιωτικό τομέα, διότι η ανάπτυξη ενός τέτοιου τομέα δημιουργεί έναν πολιτικά ανεξέλεγκτο παράγοντα. Χαρακτηριστικά αναφέρω ότι, όσον αφορά στις εξαγωγές, η ανάγκη του κυρίου Σημίτη να διατηρήσει την πολιτική ηγεμονία οδήγησε στην πολιτική της σκληρής δραχμής, η οποία μακροπρόθεσμα, και σε συνάφεια και με άλλους παράγοντες, υπονόμευσε τις εξαγωγικές δυνατότητες της χώρας.
Αναφέρω χαρακτηριστικά ότι ο λόγος εξαγωγών/εισαγωγών έχει καταρρεύσει από 60% το 1987, στο 32% το 2002. Τα τελευταία χρόνια παρουσιάζει μία βελτίωση και αυτό οφείλεται αφενός στην κρίση, αλλά και στη διεύρυνση των εξαγωγών μας προς τρίτες χώρες. Γεγονός που δείχνει προς τα πού θα μπορούσε να στραφεί μια πολιτική που θα είχε ως γνώμονα το εθνικό συμφέρον. Δείγμα πάντως του παρασιτικο-καταναλωτικού και ελλειμματικού προτύπου που έχει αναπτυχθεί είναι ότι, εάν υπολογιστούν μόνο τα αγαθά, την τελευταία δεκαετία, οι εισαγωγές είναι υπερτριπλάσιες των εξαγωγών.
Όχι τυχαία, όλη την προηγούμενη περίοδο, οι εξελίξεις στον παραγωγικό τομέα της οικονομίας ήταν δυσμενείς. Υπήρξε εγκατάλειψη της παραγωγής προϊόντων υψηλής ποιότητας και υψηλής προστιθέμενης αξίας και έτσι περιορίστηκε η δυνατότητα διείσδυσης των προϊόντων μας στις διεθνείς αγορές. Παράλληλα, παρατηρείται μια σταδιακή τεχνολογική, καινοτομική, οργανωτική και ποιοτική απαξίωση της παραγωγικής υποδομής στη μεταποίηση και τη γεωργία
Όσον αφορά τις επενδύσεις, χαρακτηριστική είναι η μοίρα του αναπτυξιακού νόμου. Επί ΝΔ, ο νόμος διαμορφώθηκε το 2004. Σήμερα, υπάρχουν ακόμα εκκρεμότητες σε πληρωμές προς όσους εντάχθηκαν σε αυτόν, ύψους δύο δισ. ευρώ.
Οι Ολυμπιακοί Αγώνες αποτέλεσαν το κύκνειο άσμα για οποιαδήποτε πρόταση μιας άλλης οικονομικής πολιτικής. Οι ταχείες διεκπεραιώσεις των έργων, η επικέντρωση των επενδύσεων στο κέντρο, η απομάκρυνση πόρων από την παραγωγική προσπάθεια ενέτειναν μια σειρά από παθογένειες της ελληνικής οικονομίας και, παράλληλα, επέτρεψαν τη δημιουργία ενός στρατού υποστηρικτών του συστήματος με υψηλότατους μισθούς και προσκολλημένων σε κομμάτια των αρχουσών ελίτ.
Η ανεξέλεγκτη εισροή μεταναστευτικού εργατικού δυναμικού είναι ένας άλλος παράγοντας, που και αυτός συνέτεινε στη διατήρηση της παρασιτικής δομής της οικονομίας και της αναπαραγωγής της μικρομεσαίας δομής. Επιπλέον, καλλιέργησε τον ναρκισσισμό των ελληνικών νοικοκυριών, επέτεινε την καλλιέργεια εκμεταλλευτικών συνειδήσεων, ενίσχυσε την ευελιξία στην αγορά εργασίας, καταργώντας κάθε έννοια εργατικού δικαίου, αύξησε κατακόρυφα την κερδοφορία επιχειρήσεων και κατακερμάτισε την εργατική τάξη περαιτέρω, αφού, ως γνωστόν, από την εισροή μεταναστευτικού δυναμικού επωφελούνται κυρίως τα ανώτερα εισοδηματικά στρώματα και τα ανώτερα τμήματα των εργαζομένων.
Το δημοσιονομικό έλλειμμα
Ασφαλώς εδώ υπάρχει ένα παράδοξο. Όλα τα προηγούμενα χρόνια, η χώρα γνώρισε μια συνεχή αύξηση του ΑΕΠ. Ταυτόχρονα, υπήρξε αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας. Καθώς και αύξηση των επενδύσεων παγίου κεφαλαίου. Παράλληλα, είχαμε πολύ χαμηλά επίπεδα εθνικής αποταμίευσης (δημόσιος και ιδιωτικός τομέας), τόσο χαμηλά που δεν επέτρεπαν τη χρηματοδότηση των επενδύσεων. Η τελευταία γινόταν μέσα από δανεισμό. Όχι τυχαία, παράλληλα με την εκτόξευση του δημόσιου χρέους στο 125% του ΑΕΠ, το 2010, το ιδιωτικό χρέος από 43,3% το 2000 έφτασε το 107% το 2010.
Από πού δημιουργήθηκαν αυτά τα προβλήματα; Το δημόσιο έλλειμμα προέκυψε από τρεις παράγοντες Α) Από τη φορολογική πολιτική και την μη καταπολέμηση της φοροδιαφυγής, που απέφυγε τη φορολόγηση των ευπορότερων στρωμάτων και των κερδών του κεφαλαίου και προώθησε τις εισπράξεις από έμμεσους φόρους. Υπενθυμίζουμε τις απαλλαγές των τζιπ από τη φορολογία, επί κυρίου Σημίτη, καθώς και την κατάργηση των τεκμηρίων. Β) Από τη διαφθορά και τα τεράστια ποσά που έφυγαν σε μίζες, υπερτιμολογήσεις των κρατικών προμηθειών σε φάρμακα, αποφυγή φόρων με λάδωμα, αποφυγή τελωνειακών τελών με λάδωμα κ.λπ. Γ) από τις κομματικές προσλήψεις στον ευρύτερο δημόσιο τομέα και την πολιτική μονιμοποίησης των συμβασιούχων. Επίσης, αναφορικά με το ιδιωτικό χρέος, αυτό προέκυψε από τη δανειακή μεγέθυνση της ιδιωτικής κατανάλωσης, κυρίως των ανωτέρων στρωμάτων.
Η ένταση των περιφερειακών ανισοτήτων
Η κρίση θα επιτείνει ακόμα περισσότερο τις περιφερειακές ανισότητες. Η αρνητική αυτή εξέλιξη, που είναι και συνέπεια της πλήρους απουσίας περιφερειακής πολιτικής, οφείλεται καταρχήν στην υποχώρηση του δευτερογενούς τομέα της οικονομίας (μεταποίηση, βιομηχανία κ.λπ.) και την ανάπτυξη του τριτογενούς (υπηρεσίες, εμπόριο κ.λπ.). Επίσης, όπως επισημάνθηκε, βασική αφορμή για την ένταση της ανισορροπίας υπήρξαν οι Ολυμπιακοί Αγώνες της Αθήνας του 2004, αλλά και η εκτίναξη των τιμών του Χρηματιστηρίου Αθηνών το 1999, το 2000 και το 2001. Είναι χαρακτηριστικό ότι, σε αυτήν την τριετία, η συμμετοχή της Βόρειας Ελλάδας στο κατά κεφαλήν ΑΕΠ της χώρας υποχώρησε από το 30,8% στο 25,8%, ενώ στην Αττική αυξήθηκε από 37,1% στο 45,8%, για να φτάσει το 2007 –τελευταία χρονιά για την οποία είναι οριστικά τα στοιχεία της Γιουροστάτ– στο 49,9%. Αυτό πολύ απλά σημαίνει ότι για κάθε δύο ευρώ πλούτου που παράγεται στην Ελλάδα, το ένα ευρώ αφορά την Αττική και το άλλο ένα ευρώ όλη την υπόλοιπη χώρα.
Η υπονόμευση της κοινωνίας
Το ζήτημα είναι: έφαγαν όλοι μέσα από αυτή τη διαδικασία; ΟΧΙ.
Τα επίπεδα της φτώχειας στη χώρα μας παραμένουν από τα υψηλότερα στην ΕΕ και σήμερα είναι στο 21%. Έχουμε από τα υψηλότερα ποσοστά εργασιακής φτώχεια, που αγγίζει το 14%. Τα τελευταία χρόνια, οι αντεθνικές πολιτικές των ελίτ οδήγησαν στην έκρηξη και της παιδικής φτώχειας, που αγγίζει το 23%, ένα ποσοστό που δείχνει ότι το μέλλον μας είναι υπονομευμένο. Οι κοινωνικές ανισότητες επίσης αυξήθηκαν. Είμαστε στις πρώτες χώρες της ΕΕ αναφορικά με το εύρος των κοινωνικών ανισοτήτων. Είμαστε στην ίδια θέση με τις ΗΠΑ αναφορικά με τις ιδιωτικές δαπάνες για την υγεία, αφού το πολυδιατυμπανισμένο ΕΣΥ υπονομεύτηκε συστηματικά από τη σοσιαλιστική νομενκλατούρα. Υπολογίζονται σε ένα δισ. τον χρόνο οι δαπάνες των νοικοκυριών μόνο για φροντιστήρια, απέναντι σε ένα εγκαταλελειμμένο εκπαιδευτικό σύστημα. Η διάρρηξη της κοινωνικής συνοχής όλα τα προηγούμενα χρόνια ήταν συστηματική και επίμονη. Τα όποια επίπεδα συνείδησης γειτονιάς είχαν μείνει στις κατώτερες τάξεις διασπάστηκαν από την απότομη εισροή μεταναστών. Τα ναρκωτικά ναρκοθέτησαν μεγάλο μέρος της νεολαίας και κατέστρεψαν τους Τσιγγάνους. Η πορνεία υπονόμευσε ακόμα περισσότερο την οικογένεια.
3. Άξονες πολιτικής για μια εθνική, δίκαιη και βιώσιμη οικονομική πολιτική
Το κεντρικό πολιτικό ζήτημα σήμερα είναι ένα. Οι άρχουσες πολιτικές ελίτ αυτής της χώρας, με κύριο εκφραστή το ΠΑΣΟΚ, έχουν κατορθώσει να διαμορφώσουν μια οικονομία υποτέλειας, διαφθοράς και μιζέριας. Το τελευταίο στάδιο του κομματικού συστήματος καρτέλ, ενός συστήματος που ζει και χρηματοδοτείται από την κοινωνία, αλλά στρέφεται ενάντια στην κοινωνία, είναι η καταστροφή της κοινωνίας στην οποία κυριαρχεί. Η διατήρηση της εξουσίας, που αποτελεί το υπέρτατο αγαθό, στρέφεται όχι μόνο ενάντια στην κοινωνία, αλλά και ενάντια στην ίδια την εθνική ύπαρξη.
Το σύστημα, για να υπάρξει όμως, καλλιέργησε τους υποστηρικτές του. Αυτοί δεν είναι άλλοι από μία γενιά, η οποία σήμερα είναι η ενεργός γενεά και αυτή που δρα οικονομικά, η οποία συντηρεί ένα επίπλαστο επίπεδο ευημερίας και μετακυλίει το κόστος στις επόμενες, καταδικάζοντάς τες σε χαμηλότερα επίπεδα ευημερίας. Είναι αυτός ο παρασιτικός, αντιπαραγωγικός, αντεθνικός, ιδεολογικά και σεξουαλικά επαμφοτερίζων εσμός, που, μέσα από τα ΜΜΕ, τα πανεπιστήμια, τους συνδικαλιστικούς φορείς, την τοπική αυτοδιοίκηση, τα κόμματα του Μνημονίου, διαμορφώνουν αυτό που οι φορτηγατζήδες επονόμασαν «Χούντα», συμπληρώνοντας βέβαια, «Χούντα είναι και θα την τσακίσουμε».
Δυστυχώς ή ευτυχώς, οι τομείς διαμόρφωσης παρεμβάσεων είναι πολλαπλοί. Πάντως, ένα από τα κεντρικά στοιχεία της παρέμβασης θα πρέπει να είναι η δημιουργία δικτυώσεων, με άτομα, ομάδες ή φορείς που η κρίση θα απελευθερώσει –ήδη απελευθερώνει– από τη μέγκενη του κομματικομιντιακού κατεστημένου.
Δημόσιος τομέας
Το κράτος, τα παλιά χρόνια, αποτελούσε ένα από τα κεντρικά στοιχεία παρέμβασης. Όχι τυχαία. Ο ρόλος του είναι κομβικός σε πολλούς τομείς. Το πρόβλημα με το ελληνικό κράτος δεν είναι τόσο η διόγκωσή του, όπως προσπαθούν να μας πείσουν οι μαινάδες του ΣΕΒ, του Μέγκα και της Καθημερινής, όσο ότι δεν υπηρετεί αυτό για το οποίο υπάρχει. Και αυτό είναι τα συμφέροντα του ελληνικού λαού.
Η επίθεση ενάντια στο κράτος δεν έχει να κάνει ούτε και με το γεγονός ότι υπάρχει η επιθυμία να καταστεί πιο αποτελεσματικό. Στην πραγματικότητα, αυτό που επιζητείται είναι να απαλειφθούν από αυτό σημαντικές λειτουργίες, έτσι ώστε να περάσουν στον ιδιωτικό τομέα και δη στο ξένο κεφάλαιο.
Είναι γεγονός ότι ο κρατικός συνδικαλισμός, για ευνόητους λόγους, πασοκοκρατείται. Ωστόσο, η επίθεση που θα δεχτούν τα δημοσιοϋπαλληλικά στρώματα θα είναι πρωτοφανής. Είναι για πρώτη φορά που οι δημόσιοι υπάλληλοι πληρώνουν άμεσα την ανικανότητα της κυβέρνησης που ψήφισαν. Πλέον, κάθε απόφαση του Γιωργάκη, που ψήφισαν και χειροκροτούσαν, έχει άμεση επίπτωση στην τσέπη του κάθε δημοσίου υπαλλήλου, ενώ το γεγονός ότι στο κυριαρχεί προσκήνιο ο πιο ανίκανος υπουργός Οικονομικών των τελευταίων δεκαετιών, ο απόλυτος γιέσμεν των φορέων της παγκοσμιοποίησης, αποτελεί εχέγγυο για τη μείωση του εισοδήματός τους τουλάχιστον κατά 40 με 50%.
Ζητήματα όπως η διαφθορά –και όχι η διαφάνεια– η καταπολέμηση της εισφοροδιαφυγής, η εφαρμογή των νόμων, αποκτούν σήμερα κρίσιμες πολιτικές διαστάσεις. Να επισημάνω ότι όλο αυτό το κύκλωμα της διαφθοράς έχει στόχο να τσακίσει την αξιοπρέπεια των Ελλήνων και να τους διαμορφώσει έτσι ώστε να αισθάνονται έρμαια του κάθε ενός που διαθέτει μία μορφή εξουσίας στα χέρια του. Συνεπώς, το σύστημα είναι έτσι δομημένο ώστε να μην παράγει ανεξάρτητους και αυτόνομους ανθρώπους, αλλά γλείφτες της εκάστοτε εξουσίας.
Παράλληλα, τα παραπάνω πρέπει να συνδυαστούν με προτάσεις για την επανεξέταση του δημόσιου τομέα, την ορθολογικοποίηση των διαδικασιών και την κατανομή των πόρων. Το κράτος πρέπει να καταστεί φορέας οικονομικού δυναμισμού και μετασχηματισμού, φορέας επιβολής της κοινωνικής δικαιοσύνης και υποστηρικτής των εκφάνσεων της κοινωνικής αλληλεγγύης.
Κατασκευές υποδομών
Η πρώτη προτεραιότητα είναι επενδύσεις στις υποδομές για το μέλλον, για τη διάχυση του οποιουδήποτε νέου οικονομικού υποδείγματος. Άλλωστε, μία από τις συνέπειες της απουσίας εθνικής στρατηγικής για την οικονομία και της διαφθοράς είναι η απουσία υποδομών. Υποδομών στις μεταφορές, τις τηλεπικοινωνίες, τη μεταφορά ηλεκτρικού ρεύματος, κ.λπ. Και εδώ, ο ρόλος του κράτους είναι αποφασιστικός. Η κυβέρνηση, ακολουθώντας ένα ακραία νεοφιλελεύθερο σχέδιο, θα επιδιώξει να ιδιωτικοποιήσει ό,τι υπάγεται στην αρμοδιότητα του κράτους. Έτσι, για παράδειγμα, αντί να παρουσιάσει ένα σχέδιο για την επέκταση του σιδηροδρομικού δικτύου, ώστε αυτό επιτέλους να καλύψει το σύνολο της επικράτειας, προσπαθεί να καταργήσει ακόμα και αυτό που υπάρχει. Τα ίδια θα ακολουθήσει και στον τομέα της υγείας, με το κλείσιμο νοσοκομείων, και στον τομέα της παιδείας, με το κλείσιμο σχολών. Όχι τυχαία, παράλληλα, δίνει και ένα δισεκατομμύριο για «έρευνα», για να βουλώσει τα στόματα των πανεπιστημιακών.
Περιφερειακή ανάπτυξη-Μεταφορά της πρωτεύουσας
Δεν υπάρχει περίπτωση βιώσιμης ανάπτυξης χωρίς ένα συνολικό σχεδιασμό ανάπτυξης της περιφέρειας. Στόχος του σχεδιασμού είναι η κάλυψη των αναγκών σε τοπικό επίπεδο. Μόνο έτσι θα καταστεί δυνατό όχι μόνο να συγκρατηθεί ο πληθυσμός στην περιφέρεια, αλλά και αυτή να καταστεί ελκυστική για όλες τις εκπαιδευτικές βαθμίδες των Ελλήνων. Το σύνολο των πολιτικών προτάσεων πρέπει να διαπερνάται από αυτή τη μεταβλητή. Το αίτημα της μεταφοράς της πρωτεύουσας πρέπει να ξαναγίνει στοιχείο του πολιτικού λόγου.
Βιώσιμη ανάπτυξη
Α) Πόλεις
Θα ξεκινήσω από το ζήτημα των πόλεων, που είναι κεντρικό στο στοίχημα της βιώσιμης ανάπτυξης, αλλά και της αξιοπρεπούς διαβίωσης. Το γεγονός ότι, στη χώρα μας, ακόμα και οι περιοχές των αρχουσών τάξεων μοιάζουν με εγκαταλελειμμένες περιοχές είναι χαρακτηριστικό της παρασιτικής ανάπτυξης. Ακόμα και η ασχήμια των πόλεων μας δεν στοχεύει σε τίποτε άλλο παρά στο να τσακίσει μία αξιοπρεπή ταυτότητα, αφού η ομορφιά συμβάλλει σε αυτή. Σήμερα είναι αναγκαίες οι επενδύσεις σε βιώσιμες πόλεις, γεγονός που συνεπάγεται αλλαγές σε πολλαπλά επίπεδα. Η αναδιαμόρφωση των πόλεων πρέπει να στοχεύει στην αναζωογόνηση των δημόσιων χώρων, την ανασύσταση των γειτονιών, τη δημιουργία παραγωγικών δραστηριοτήτων στο τοπικό επίπεδο, την παροχή υπηρεσιών –κοινωνικών και άλλων στο τοπικό επίπεδο.
Β) Γεωργία
Δεν μπορεί να υπάρξει ανεξάρτητη οικονομική πολιτική χωρίς τη διασφάλιση της διατροφικής ανεξαρτησίας. Η παραμέληση της γεωργίας είναι τέτοια που μας έχει οδηγήσει σε εξάρτηση ακόμα και σε βασικά αγαθά όπως το σιτάρι, για να μη μιλήσουμε για το κρέας. Έτσι, η μεταστροφή προς τη βιολογική γεωργία αποτελεί μία μόνο παράμετρο των προτάσεών μας. Κεντρικός μας στόχος πρέπει να είναι η κάλυψη των αναγκών του πληθυσμού και ο κάθετος περιορισμός των εισαγωγών.
Βέβαια, όλα αυτά συνεπάγονται και μια σειρά από άλλες παρεμβάσεις. Η υποστήριξη των ντόπιων ποικιλιών και ρατσών, με παράλληλη ανάπτυξη της έρευνας πάνω σε αυτές. Η άμεση διασύνδεση παραγωγών με τους καταναλωτές μέσα από τη δημιουργία «δικτύων εταιρικότητας», όπου οι συγκεκριμένοι καταναλωτές αγοράζουν από συγκεκριμένους παραγωγούς. Η αναβίωση των συνεταιρισμών. Η παρουσία στις λαϊκές μόνο παραγωγών (σε όλο το φάσμα προϊόντων που παρέχουν). Η μεταποίηση των αγροτικών προϊόντων στο τοπικό επίπεδο και η ενίσχυση της συνάφειας μεταξύ ντόπιων παραγωγών και μεταποίησης. Η ανάπτυξη άλλων παράλληλων δραστηριοτήτων που σχετίζονται με την αναβάθμιση του τοπικού περιβάλλοντος, όπως, για παράδειγμα, η υποστήριξη φυσικών λιπασμάτων, ζωοτροφών, αναδασώσεων, προστασία υδάτων κ.λπ.
Γ) Μεταποίηση-ενέργεια
Στον τομέα της ενέργειας, είναι απαραίτητη η υποστήριξη της ανάπτυξης ήπιων μορφών ενέργειας (βιοκαύσιμα, βιομάζα, αιολική, ηλιακή κ.λπ.), αφού πέραν των κλιματικών αλλαγών, αυτές οι μορφές ενέργειας είναι φιλικές, εάν υλοποιηθούν με συγκεκριμένο τρόπο, με την περιφερειακή ανάπτυξη, και συμβάλλουν στην ενεργειακή ανεξαρτησία της χώρας και την απεξάρτηση από το πετρέλαιο.
Πράσινη οικονομία δεν σημαίνει μόνο ανακύκλωση και φωτοβολταϊκά. Πρέπει να γίνει δουλειά στη δημιουργία, στο σύνολο της μεταποίησης, με τη διαμόρφωση «βιώσιμων» προϊόντων, ενώ θα πρέπει να υπάρξουν διασυνδέσεις μεταξύ μεταποίησης και γεωργίας για τη διαμόρφωση νέων προϊόντων. Αναφέρω ένα παράδειγμα βιώσιμου προϊόντος, που δεν είναι άλλο από την παραδοσιακή κουρελού, όπου χρησιμοποιείς παλιά υλικά για να δημιουργήσεις ένα καινούργιο. Αναφορικά με τη διασύνδεση γεωργίας-μεταποίησης, αναφέρω ένα τέτοιο παράδειγμα. Τα εργοστάσια του Λαναρά που παράγουν νήματα θα μπορούσαν να έρθουν σε συνεννόηση με τους αγρότες που παράγουν βαμβάκι. Οι τελευταίοι θα μπορούσαν να αλλάξουν τις καλλιέργειές τους σε βιολογικό βαμβάκι και με τη σειρά τους τα εργοστάσια να παράγουν βιολογικά νήματα, τα οποία να γίνονται βιολογικά ενδύματα, μία αγορά που θα ανοίξει στο μέλλον.
Πράσινη μεταποίηση σημαίνει επίσης παραγωγή πλαστικών από φυσικά υλικά, νέα υλικά για οικοδόμηση πιο φιλικά στο περιβάλλον, περιορισμός της κατανάλωσης ενέργειας και άλλα.
Το τρίτο είναι η ενίσχυση της αμυντικής και ναυπηγοεπισκευαστικής βιομηχανίας. Εδώ δεν έχουμε παρά να αντιγράψουμε τις επιτυχίες των γειτόνων μας. Στον τομέα αυτό καταγράφονται σκάνδαλα τεραστίων μεγεθών. Σκάνδαλα που δεν σχετίζονται μόνον με τις μίζες, αλλά και με το γεγονός ότι είμαστε η μοναδική, εξ όσων γνωρίζω, χώρα στον κόσμο που δεν κάνει χρήση των αντισταθμιστικών ωφελημάτων. Περιττό να επισημάνω ότι αυτοί οι τομείς θα προωθήσουν και τη βιομηχανική έρευνα στη χώρα, ενώ έχουν μεγάλη δυνατότητα να βοηθήσουν και το έλλειμμα μέσω των εξαγωγών.
Δ) Επενδύσεις για βιώσιμες μεταφορές
Την ίδια ώρα που οι άρχουσες ελίτ ξηλώνουν και το εναπομείναν σιδηροδρομικό δίκτυο της χώρας, οι διεθνείς οργανισμοί καλούν για ανάπτυξη των σιδηροδρομικών μεταφορών. Ζούμε σε μία χώρα της οποίας το δίκτυο παραμένει στα σύνορα του 19ου αιώνα, δείγμα και αυτό του πώς συνδέεται το αίτημα της οικονομίας με την εθνική ανεξαρτησία. Η επέκταση του σιδηροδρομικού δικτύου στο σύνολο της χώρας αποτελεί κεντρικό αίτημα της επόμενης περιόδου, αφού τα οφέλη από αυτό είναι πολλαπλά. Είναι γνωστό ότι η κατασκευή του σιδηρόδρομου είναι πιο εύκολη, απαιτεί λιγότερα κεφάλαια, είναι πιο φιλική προς το περιβάλλον και συνεισφέρει σε μια ισόρροπη ανάπτυξη. Ό,τι ακριβώς δηλαδή σιχαίνονται οι μεγαλοεργολαβικές ελίτ της χώρας.
Ε) Το αίτημα της κοινωνικής οικονομίας
Το μεγαλύτερο πρόβλημα της χώρας, μετά από την κυριαρχία των αντεθνικών, υποτελών και εξαχρειωμένων ελίτ, αποτελεί η διαμόρφωση του χόμο πασόκους. Ο κατακερματισμός της κοινωνίας, η υπονόμευση της κοινωνικής αλληλεγγύης είναι παράγοντες που θα δυσκολέψουν πολύ οποιεσδήποτε κινήσεις για ένα άλλο μέλλον για τη χώρα.
Έτσι, το αίτημα για την προώθηση της κοινωνικής οικονομίας έχει μια ιδιαίτερη πολιτική βαρύτητα. Χαρακτηριστικό της κοινωνικής οικονομίας είναι ότι καλλιεργεί αρχές όπως η τοπική αλληλεγγύη, η τοπική ανάπτυξη, η δικτύωση φορέων που εμπνέονται από ίδιες αρχές και αξίες, η κοινωνική δικαιοσύνη και η ισόρροπη ανάπτυξη. Μέχρι σήμερα, ο τομέας αυτός είναι υπονομευμένος στην Ελλάδα. Αποτελούμε τη μόνη ίσως χώρα στην Ευρώπη χωρίς ένα νομοθετικό πλαίσιο για την κοινωνική οικονομία. Εναντίον της στρέφονται μια σειρά από συμφέροντα όπως τα ΚΕΚ, αυτοί που εκμεταλλεύονται τη μεταναστευτική εργασία κ.λπ., αφού εργασίες που θα προσέφεραν οι κοινωνικές επιχειρήσεις, όπως π.χ. η κατάρτιση, μεταφράζονται σε κέρδη γι’ αυτούς. Συνεπώς, το εγχείρημα είναι απαραίτητο, αλλά και πάλι θα έχει να αντιμετωπίσει όλο το κύκλωμα της διαφθοράς. Η προώθηση της κοινωνικής οικονομίας θα μας δώσει τη δυνατότητα να έρθουμε σε επαφή με στρώματα που ενώ από τη μία έχουν μια θετική προσέγγιση στο τοπικό, από την άλλη επηρεάζονταν έως σήμερα από τις εθνοπροδοτικές ελίτ.
Επιπλέον, θα πρέπει να τονιστεί και η αυτοδιαχειριστική διάσταση της κοινωνικής οικονομίας. Η κοινωνική οικονομία μπορεί να συνεισφέρει στην επαναλειτουργία προβληματικών επιχειρήσεων από τους ίδιους τους εργαζόμενους. Γνωρίζουμε όλοι την αντίστοιχη περίπτωση της Αργεντινής, όπου οι εργαζόμενοι επέλεξαν τον δρόμο της μετατροπής των επιχειρήσεων σε κοινωνικές επιχειρήσεις. Εκεί, οι εργαζόμενοι, μέσα από τη διεκδίκηση των δεδουλευμένων, πέρασαν στο στάδιο της νομικής διεκδίκησης της περιουσίας του εργοστασίου και της επαναλειτουργίας του.
ΣΤ) Η ανάπτυξη της κοινωνικής πολιτικής
Ένα άλλο στοιχείο που χρειάζεται να καλλιεργηθεί είναι το ζήτημα της κοινωνικής πολιτικής. Η κοινωνική πολιτική εμπεριέχει τις αξίες της αλληλεγγύης και της κοινωνικής δικαιοσύνης και από την άλλη αποτελεί έναν αποφασιστικό παράγοντα για μια δυναμική οικονομία και κοινωνία. Ιδιαίτερα για τη χώρα μας, η ανάπτυξη των κοινωνικών υπηρεσιών είναι απαραίτητο στοιχείο για την αντιμετώπιση κρίσιμων ζητημάτων όπως για παράδειγμα η ενίσχυση της οικογένειας και των γεννήσεων. Στον τομέα της παιδείας, οι αλλαγές πρέπει να είναι επίσης ριζικές, αφού η παιδεία συνδέεται άμεσα με το μέλλον μιας χώρας. Επιπλέον, ο τομέας της κοινωνικής πολιτικής είναι ένας ευνοϊκός τομέας για την ανάπτυξη κοινωνικών επιχειρήσεων. Βέβαια, οι άρχουσες ελίτ έχουν φροντίσει να υποθηκεύσουν και αυτό το πεδίο, μέσω της ιδιωτικοποίησης της υγείας, της παιδείας και της φροντίδας.
ΕΠΙΛΟΓΟΣ
«Η θέση της χώρας μας είναι απελπιστικά δύσκολη αυτή τη στιγμή. Χρειάζεται η ενεργός συμμετοχή των πολιτών προς την κατεύθυνση της αναζήτησης των καλύτερων, δυνατόν, διαχειριστών της δυσκολότερης συγκυρίας στη μεταπολεμική μας ιστορία». Τα λόγια αυτά προέρχονται από ένα μέλος των ελίτ, τον Παναγιώτη Γεννηματά, επίτιμο πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων.
Για να συνεχίσει ο ίδιος: «Οι ευθύνες των πολιτών είναι μεγάλες. Ναι μεν είναι τα θύματα μιας απελπισμένης προσπάθειας να συγκεντρωθούν χρήματα, στον βαθμό όμως που υφίστανται αυτή την, άδικη εν πολλοίς, αφαίμαξη, έχουν την υποχρέωση να συνειδητοποιήσουν τις ευθύνες τους ως πολίτες και ως φορολογούμενοι και να αναζητήσουν, για την ερχόμενη πενταετία, την καλύτερη δυνατή κυβέρνηση που θα υπερασπίσει την αποτελεσματικότητα και την εθνική αξιοπρέπεια».
Η Κούβα, έλεγε ο Τσε Γκεβάρα, θα είναι ανεξάρτητη όταν θα ’χει αξιοποιήσει όλες της τις δυνατότητες, όλον της τον φυσικό πλούτο και όταν θα έχει βεβαιωθεί, διά των εμπορικών συμφωνιών της με τον κόσμο ολόκληρο, ότι καμία μονόπλευρη ενέργεια μιας οποιασδήποτε δύναμης δεν μπορεί να την εμποδίσει να διατηρήσει τον ρυθμό της παραγωγής της, σε όλα της τα εργοστάσια και σ’ όλες της τις εξορμήσεις, μέσα στα πλαίσια του προγραμματισμού που έχουμε θεμελιώσει
Το αίτημα λοιπόν πρέπει να είναι η οικονομική ανεξαρτησία, η δίκαιη διανομή εισοδημάτων και το τέλος τη πολιτικής δωροδοκίας. Το αίτημα πρέπει να είναι η βιώσιμη ανάπτυξη, η αξιοπρεπής διαβίωση και η αξιοπρεπής εργασία. Το αίτημα πρέπει να είναι η ενίσχυση του κράτους και η καταπολέμηση της διαφθοράς. Το αίτημα πρέπει να είναι η περιφερειακή ανάπτυξη, αφού οι άνθρωποι στο τοπικό επίπεδο διαθέτουν αυτό που το κέντρο δεν μπορεί να διαθέτει, γνώση της λεπτομέρειας, του συγκεκριμένου χρόνου, τόπου και γεγονότων, των συγκεκριμένων αναγκών και επιθυμιών. Το όραμα για μια εθνική οικονομία του μέλλοντος σημαίνει μια Ελλάδα με μεγαλύτερη κοινωνική συνοχή, μια Ελλάδα με ενισχυμένη τη διάσταση της αλληλεγγύης. Συνεπώς, σήμερα, είναι απαραίτητη η δικτύωση με φορείς που κινητοποιούνται σε αντίστοιχους οικονομικούς τομείς, έτσι ώστε η δημιουργία δικτύων να καταπολεμήσει τον κατακερματισμό που καλλιεργούν οι άρχουσες υπόδουλες ελίτ, να οργανώσει τις όποιες υπάρχουσες πρωτοβουλίες και να διαμορφώσει εκείνη την πολιτική δυναμική που είναι απαραίτητη για την υλοποίηση ενός μοντέλου οικονομίας εθνικά ανεξάρτητης, δίκαιης και βιώσιμης.
Το αίτημα σήμερα, όπως έλεγε και ο Καζαντζάκης, είναι ο καθένας από μας να δρα ως εάν το μέλλον της χώρας να εξαρτιόταν από αυτόν.

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*