Άρδην τ. 80

Ισραήλ – Τουρκία: φιλεχθροί;

Σ. Τζεμ Ογκούζ – Κυριακή, 13 Ιουνίου 2010, Εφημερίδα Χουριέτ 

Κατά τους τελευταίους μήνες έχω συχνά αντιμετωπίσει το ερώτημα του γιατί το Κόμμα της Δικαιοσύνης και της Ανάπτυξης είναι τόσο «ενθουσιασμένο» σχετικά με την επιδείνωση των σχέσεων μεταξύ της Τουρκίας και του Ισραήλ. Βρίσκω τέτοιες ερωτήσεις, αλλά και τη λογική που κρύβεται από πίσω τους, αφελείς και προκατειλημμένες, και σε αντικατάσταση αυτών, διατυπώνω ένα άλλο ερώτημα, το οποίο πιστεύω ότι παρέχει περισσότερες εξηγήσεις για την κατάσταση: Πώς θα ήταν τα πράγματα στις σχέσεις μεταξύ των δύο χωρών, εάν στην Τουρκία βρισκόταν άλλο κόμμα στην εξουσία;
Πιστεύω, σε αντίθεση με την περίοδο του μέλιτος κατά τη δεκαετία του 1990, ότι και σε αυτή την περίπτωση θα επικρατούσε κρίση. Η μόνη διαφορά θα ήταν στο στυλ και τους τόνους της ρητορικής. Υπάρχουν πολλοί λόγοι που στοιχειοθετούν ένα τέτοιο επιχείρημα, αλλά εδώ θα εκθέσω μόνο τρεις, τους οποίους θεωρώ θεμελιώδεις:
Ο πρώτος σχετίζεται με τη συγκυρία που διαμορφώθηκε έπειτα από την αμερικανική κατοχή του Ιράκ. Παραδοσιακά, η τουρκική εξωτερική πολιτική βασίζεται σε τρεις κύριες ταυτότητες, διαμορφωμένες μέσα από την αίσθηση του ανήκειν που έχει αναπτύξει ο τουρκικός λαός από την εποχή των Οθωμανών: Την τουρκική, τη δυτική και τη μουσουλμανική. Ανάλογα με τις παραμέτρους του διεθνούς συστήματος, σε διαφορετικές στιγμές η μία μπορεί να συγκρούστηκε με την άλλη, αλλά οι επιτυχίες στην εξωτερική πολιτική όλων των κυβερνώντων κομμάτων, κατά τη διάρκεια της ρεπουμπλικανικής εποχής, εξαρτώνταν στενά από την αρμονία αυτών των τριών ταυτοτήτων.
Οι αρνητικές συνέπειες του αμερικανικού φιάσκου στο Ιράκ έχουν ενισχύσει άτσαλα τη μουσουλμανική ταυτότητα της χώρας. Η πιθανότητα διάσπασης του Ιράκ σε τρία επιμέρους κράτη έχει προσληφθεί ως άμεσος κίνδυνος για την εθνική ασφάλεια της Τουρκίας. Την ίδια αίσθηση έχουν και οι υπόλοιποι μουσουλμάνοι γείτονες του Ιράκ, και αυτό το γεγονός παρέχει τη βάση για την αλληλεγγύη μεταξύ της Τουρκίας και αυτών των χωρών, ιδιαίτερα των αραβικών κρατών της Μέσης Ανατολής.
Εν τω μεταξύ, αναπόφευκτα εμφανίστηκε και μια λαϊκή διάσταση αυτής της επαναπροσέγγισης. Εδώ και αρκετό καιρό, η άσκηση της εξωτερικής πολιτικής έχει καταστεί πιο δημοκρατική και συμμετοχική από ποτέ. Στον σημερινό κόσμο οι κυβερνήσεις, και ιδιαίτερα αυτές που λειτουργούν στο πλαίσιο δημοκρατικών συστημάτων, δεν μπορούν να αρνηθούν τις τάσεις της κοινής γνώμης. Εάν το κάνουν, το αναπόφευκτο αποτέλεσμα θα είναι να καταγράψουν απώλειες στις εκλογές. Η κατάρρευση των κυβερνήσεων, που άλλοτε ήταν μέρος της διεθνούς συμμαχίας που είχε οικοδομήσει η κυβέρνηση Μπους κατά τη διάρκεια της κατοχής του Ιράκ, αποτελεί ένα πολύ καλό παράδειγμα αυτού του φαινομένου.
Η τουρκική κοινή γνώμη δεν μένει ανεπηρέαστη από τέτοιες εξελίξεις. Η στιγμή που καταποντίστηκε η εικόνα του Ισραήλ στην Τουρκία ήταν όταν οι τηλεοράσεις αναμετέδωσαν εικόνες Ισραηλινών στρατιωτών να σπάζουν με πέτρες το χέρι ενός Παλαιστίνιου. Από τότε, ο αρνητικός αντίκτυπος της «δυσανάλογης» χρήσης ισχύος από τους Ισραηλινούς στρατιώτες εναντίον των Παλαιστίνιων έχει μεγαλώσει σαν χιονοστιβάδα στο εσωτερικό της τουρκικής κοινής γνώμης. Η δολοφονία Τούρκων πολιτών κατά τη διάρκεια της κρίσης του στολίσκου ανθρωπιστικής βοήθειας προς τη Γάζα ολοκλήρωσε αυτήν τη διαδικασία και συνέπεσε με την αποξένωση του τουρκικού λαού από τη Δύση, η οποία πρώτα και κύρια προκλήθηκε από την υποκρισία αρκετών ευρωπαϊκών χωρών [ ].
Ο τρίτος λόγος συνδέεται με μια πρόσφατη αλλαγή σε ζωτικές για την εθνική ασφάλεια συνθήκες. Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1990, αυτό που έφερε κοντά τις δύο χώρες ήταν η ανάγκη να αντιμετωπίσουν τη Συρία και το Ιράν. Εξαιτίας της υποστήριξης που παρείχαν στην τρομοκρατική οργάνωση των Κούρδων του PKK, αυτές οι δύο χώρες αντιμετωπίστηκαν από την Τουρκία ως μείζονες απειλές. Θα θυμάστε πολύ καλά ότι η Άγκυρα και η Δαμασκός βρίσκονταν στα πρόθυρα του πολέμου, λίγο πριν εξαναγκαστεί ο ηγέτης του PKK, Οτσαλάν, να εγκαταλείψει τη Συρία.
Ωστόσο, από τότε έχει κυλήσει πολύ νερό στο αυλάκι. Σήμερα υπάρχει πλήρης κατανόηση σχετικά με το κουρδικό ζήτημα και το PKK, μεταξύ της Τουρκίας από τη μια πλευρά και του Ιράν και της Συρίας από την άλλη. Οι τρεις χώρες πραγματοποιούν ακόμα και κοινές στρατιωτικές επιχειρήσεις.
Αντίθετα, πάνω στο κουρδικό ζήτημα και στο σχετιζόμενο με αυτό μέλλον του Ιράκ εμφανίστηκε μεγάλη απόκλιση στις θέσεις του Ισραήλ και της Τουρκίας. Το ενδιαφέρον του Ισραήλ για τους Κούρδους του Ιράκ χρονολογείται από το 1960 και περιγράφεται πολύ παραστατικά σε ένα βιβλίο του Σλόμο Νακντιμόν με τίτλο Η διάψευση της ελπίδας. Κατά τη δεκαετία του 2000 αυτά τα συμφέροντα αναγεννήθηκαν. Αναντίρρητα, η ίδρυση ενός κουρδικού κράτους στην περιοχή λειτουργεί προς το συμφέρον του Ισραήλ, ενώ το τουρκικό κατεστημένο αντιμετωπίζει αυτό το ενδεχόμενο ως ζωτική απειλή. Στο ίδιο μήκος κύματος, οι αναφορές των τουρκικών μυστικών υπηρεσιών ότι υπάρχουν ολοένα και πιο πυκνές επικοινωνίες μεταξύ «απόστρατων» Ισραηλινών και Κούρδων του PKK, ενισχύουν την αποξένωση του τουρκικού κατεστημένου από το Ισραήλ.
Μέσα σε ένα τέτοιο κλίμα, ένας διαχωρισμός είναι όντως αναπόφευκτος. Πιστεύω ότι, από εδώ και πέρα, οι πολιτικοί ηγέτες και των δύο χωρών θα πρέπει να βρουν τρόπους να ζουν ως «φιλεχθροί». Διότι η περαιτέρω επιδείνωση των σχέσεων και ο λαϊκισμός θα καταστρέψει πρώτα και κύρια την πολιτική τους καριέρα.
Μετάφραση Γ.Ρ.

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*