Άρδην τ. 80, Νεοθωμανισμός και Ελλάδα

ιστορικό βάθος έναντι στρατηγικού επεκτατισμού

του Γιώργου Καραμπελιά από το Άρδην τ. 80 Ιούνιος 2010

Η στρατηγική επίθεση της νεο-οθωμανικής Τουρκίας εναντίον της Ελλάδας δεν πραγματοποιείται μόνον ή κυρίως –τουλάχιστον σήμερα– με όχημα την απειλή χρήσης βίας και την οικονομική ισχύ, αλλά στηρίζεται αποφασιστικά στην ιδεολογική τρομοκρατία και την ιδεολογική και πνευματική υποταγή του ελληνισμού στην τουρκική στρατηγική. Αυτή η υποταγή εκφράζεται με πολλούς τρόπους.
Ο πρώτος και πλέον συνήθης είναι εκείνος του ωχαδερφισμού και της μικρότερης αντίστασης. Η λογική, «πού να ψάχνεις τώρα να αντισταθείς, η Τουρκία είναι ισχυρότερη και η υποταγή συμφερότερη». Είναι η λογική του διαχρονικού ναινέκου. Ίσως η πλέον εκτεταμένη, αλλά και η ευκολότερα αντιμετωπίσιμη, τουλάχιστον στο ιδεολογικό πεδίο, παρότι αποτελεί την πραγματική βάση όλων των στρατηγικών της υποταγής.
Ο δεύτερος είναι εκείνος της ψευδοταξικής αριστεράς κάθε είδους, η οποία φροντίζει να κλείνει αιδημόνως τα μάτια μπροστά στις απειλές κατά της εθνικής ανεξαρτησίας και αυτεξουσιότητάς μας, με πρόσχημα την εσωτερική «ταξική πάλη», η οποία αξιοδοτείται διαρκώς ως σημαντικότερη, με αποτέλεσμα να αφοπλίζει τον ίδιο το λαό απέναντι στη νεο-οθωμανική αλαζονεία. Και γι’ αυτούς έχουμε γράψει αναρίθμητες φορές, καταδεικνύοντας τον μονοφυσιτικό χαρακτήρα της ιδεολογίας τους, η οποία οδηγεί σε απονεύρωση των πατριωτικών αντανακλαστικών της Αριστεράς. Έτσι, άνθρωποι όπως ο Μανόλης Γλέζος, ο Παναγιώτης Λαφαζάνης ή ο Γιώργος Δελαστίκ, που έχουν παρόμοιες απόψεις με τις δικές μας στα μεγάλα εθνικά θέματα, αφοπλίζονται συμμετέχοντας σε σχήματα που όχι απλώς υποτιμούν αλλά συχνά αντιστρατεύονται κάθε πατριωτική διάσταση.
Τον τρίτο, τέλος, υιοθετεί μέρος του πάλαι ποτέ εθνικού χώρου, που αξιοδοτεί προνομιακά τον «ελληνισμό» και την «ορθοδοξία» έναντι των ελληνικών κρατών, της Ελλάδας και της Κύπρου. Σύμφωνα με αυτήν τη λογική έχει μεγαλύτερη σημασία η «επιβίωση» της Ορθοδοξίας και του «ελληνισμού» ως «ιδέας», παρά η διατήρηση του ελλαδικού και του κυπριακού κράτους, που υποστασιώνουν σήμερα αυτή την «ιδέα». [Και σε αυτή την αντίληψη, από άλλη αφετηρία, συμβάλ­λουν δυνάμεις που υποτιμούν τη σημασία της «ελλαδικότητας» έναντι άλλων μερικότερων ταυτοτήτων. Είναι όσοι, υποτιμώντας το ελληνικό κράτος, υπερτιμούν την «ποντιακότητα», τη «μικρασιατική ταυτότητα» ή την «κρητικότητα», και πάει λέγοντας, και οι οποίοι είναι έτοιμοι να συνταχθούν απλώς με μια ελληνική «πνευματικότητα» χωρίς σάρκα και… κράτος.] Έτσι, απαξιώνουμε την υπαρκτή μας πρωτεύουσα –Αθήνα– ή τη δυνητική –Θεσσαλονίκη– έναντι μιας φαντασιακής πρώην πρωτεύουσάς μας, της Κωνσταντινούπολης, που είναι σήμερα πρωτεύουσα του τουρκισμού και του νεο-οθωμανισμού. Από την ελεύθερη Παναγία τη Σουμελά της Βέροιας, είμαστε έτοιμοι να περάσουμε στη σκλαβωμένη του Πόντου. Και, εν τέλει, από τον Έλληνα αρχιεπίσκοπο, στον Πατριάρχη.
Εξελίσσεται ένα παιγνίδι που πολλές φορές έχουμε επισημάνει: η χρήση του Πα­τριαρχείου –κάποτε συμβόλου της ελληνικής παράδοσης και του Γένους– ως ό­πλου που διαχωρίζει την ελληνικότητα από το ελληνικό έθνος-κράτος. Διότι, σήμερα, το Πατριαρχείο είναι αιχμάλωτο της Τουρκίας και της νεο-οθωμανικής στρατηγικής. Και όχι με το είδος της αιχμαλωσίας που χαρακτήριζε το γένος μας επί τουρκοκρατίας (όταν αποτελούσε την κεφαλή ενός αιχμάλωτου γένους), αλλά με τη μορφή μιας «αποκομμένης κεφαλής» στο εσωτερικό ενός εχθρικού χώρου. Στο εσωτερικό ενός χώρου όπου πλέον δεν υπάρχει σχεδόν καθόλου ορθόδοξο ποίμνιο, ενώ ο ελληνισμός διαθέτει πλέον μια διακριτή κρατική και θρησκευτική υπόσταση. Εξ ου και οι συγκρούσεις του πα­τριάρχη με τον μακαριστό Χριστόδουλο. Διότι, όσο το Πατριαρχείο παραμένει στην Κωνσταντινούπολη, χωρίς μάλιστα να του δίνεται η δυνατότητα μιας ελεύθερης επικοινωνίας με τον υπόλοιπο ορθόδοξο κόσμο, και ο Πατριάρχης είναι υποχρεωτικά Τούρκος υπήκοος, τότε, απολύτως «φυσιολογικά», θα επιθυμεί τη συρρίκνωση της δικαιοδοσίας της ελλαδικής Εκκλησίας και την ενίσχυση της δικής του. Αυτό όμως, υπό τις παρούσες συνθήκες, σημαίνει την υπαγωγή των Ορθόδοξων της Ελλάδας, λιγότερο ή περισσότερο, στη δικαιοδοσία της νεο-οθωμανικής Τουρκίας. Έτσι, το Πατριαρχείο υποστηρίζει το σχέδιο Ανάν, την ένταξη της Τουρκίας στην Ε.Ε. κ.λπ., και μεταβάλλεται, εκόν ή άκον, στο εσωτερικό της χώρας, σε μέρος του φιλο-τουρκικού λόμπι. Ο Κύρκος, ο Καρράς, ο Βερέμης, ο Μουζέλης, η… Δραγώνα, είναι διαπρύσιοι και διαχρονικοί υπερασπιστές του Πατριαρχείου στη σύγκρουσή του με την ελλαδική Εκκλησία και τον «ελληνικό εθνικισμό».
Είναι προφανές πως μόνο μία λύση υπάρχει για να αρθεί η αιχμαλωσία και ο έλεγχος του Πατριαρχείου από την Τουρκία: η διεκδίκηση της απελευθέρωσής του από την τουρκική διοίκηση –να αρθεί η υποχρέωση τουρκικής υπηκοότητας για τον Πατριάρχη, να επιστραφεί η Σχολή της Χάλκης κ.λπ.– και, στον βαθμό που αυτοί οι όροι δεν ικανοποιούνται, να κηρυχθεί το πατριαρχείο εν διωγμώ και να καταφύγει στο Άγιον Όρος, ή τη Θεσσαλονίκη, που συμβολίζει τη συνέχεια της Ορθοδοξίας. Αυτή την πρόταση είχε κάνει, εξαιρετικά εύστοχα, πριν μερικά χρόνια ο Χρήστος Γιαν­ναράς. Πράγματι έγραφε σε άρθρο με τον τίτλο «Ο τελευταίος Πατριάρχης» στην Καθημερινή, στις 25/8/03:
Στοιχειώδης εκκλησιαστική αυτοσυνειδησία και ακόμα στοιχειωδέστερη επίγνωση της ελληνικής οικουμενικότητας θα απαιτούσαν να παραιτηθεί πάραυτα η ελλαδική εκκλησία από την παρά φύσιν αυτοκεφαλία της. Και όταν ο Ελληνισμός (όσος πια μας απομένει) ενοποιηθεί και πάλι εκκλησιαστικά, με άξονα το Πατριαρχείο της ελληνικής Oικουμενικότητας, τότε (και μόνο τότε) θα μπορεί ο θρόνος της άλλοτε Kωνσταντινούπολης να «παροικίσει» την κάποτε «συμβασιλεύουσα» Θεσσαλονίκη – όπως (αυτονόητα για όλους) το πατριαρχείο της Aντιόχειας «παροικεί» στη Δαμασκό. Και να δοκιμάσει την οικουμενικότητά του το Oικουμενικό Πατριαρχείο όχι με ρητορικές επικλήσεις ιστορικών τίτλων, αλλά με τη δυναμική (όση υπάρχει και αν υπάρχει) του Nέου Eλληνισμού1.
Ο Γιανναράς προκρίνει εδώ ανοικτά τη μεταφορά της ενοποιημένης εκκλησίας στη Θεσσαλονίκη, ως νέα έδρα του Οικουμενικού Πατριαρχείου και τη διασύνδεσή του με τη «δυναμική του νέου ελληνισμού». Διαφορετικά, οδηγούμαστε στην εκούσια υπαγωγή μας στον νεο-οθωμανισμό, όπως οι ιεράρχες της Κρήτης, που πήραν την του­ρκική υπηκοότητα για να μπορούν να είναι υποψήφιοι για τις επισκοπές της Τουρ­κίας και του Πατριαρχείου!
Αφοπλισμένοι κατέναντι του Νταβούτογλου;
Το δυστύχημα είναι πως ο ίδιος ο Χρήστος Γιανναράς, που παλαιότερα είχε κάνει αυτή την εύστοχη και ριζοσπαστική πρόταση, όχι μόνο την ξέχασε, αλλά έρχεται σήμερα να προτείνει την αποδοχή του νεο-οθωμανισμού, ως του πλαισίου μέσα στο οποίο θα πρέπει στο εξής να κινούνται οι Έλληνες, αφού είδε το φως του… Νταβούτογλου στις επισκέψεις του στο Φανάρι.
Και το εγχείρημα μοιάζει κραταιό. Σε έναν ελληνικό λαό και έναν κλήρο κυριολεκτικά εξουθενωμένους από τα αδιέξοδα, τη μιζέρια και τα σκάνδαλα της ελληνικής πολιτικής και εκκλησιαστικής ζωής, η αναφορά στο Πατριαρχείο μοιάζει με εμβάπτιση σε μια εξαγνιστική κολυμβήθρα, που μας θυμίζει τον «ένδοξό μας βυζαντινισμό», και αναρριπίζει τη χαμένη περηφάνια του γένους μας. Χωρίς να συνειδητοποιούμε ότι αυτή η φυγή προς το χθες αποτελεί μια ακόμα παγίδα, ανάλογη με εκείνη της αρχαιολατρίας πριν μερικά χρόνια.
Διότι η παρούσα κρίση επιτείνει τα φαινόμενα εγκατάλειψης του σκάφους της μητέρας Ελλάδας. Μια και η πατρίδα δεν έχει σωτηρία –μας λεν– ας προσπαθήσουμε να συνταχθούμε με τον ισχυρό της περιοχής, και ας κερδίσουμε ίσως κάποιες πρόσκαιρες εμπορικές συμφωνίες, κάποιες ανταμοιβές τύπου βραβείου Ιπεκτσί, κάποιες δεκάδες ή εκατοντάδες χιλιάδες δίσκους στην τουρκική αγορά. Και αν το τίμημα είναι η απώλεια κάποιου νησιού ή η μειωμένη κυριαρχία στη Θράκη ή η σταδιακή τουρκοποίηση της Κύπρου, όλα αυτά δεν έχουν μεγάλη σημασία σε μια μετα-εθνική και πολυ-πολιτισμική εποχή! Σε ό,τι αφορά στον χώρο των ναινέκων, των Μητσοτάκηδων, της Ρεπούση, το Καρρά, του Giorgos, δεν υπάρχει καμία έκπληξη. Εδώ και δεκαετίες αγωνίζονται για την «ελληνοτουρκική φιλία».
Το πρόβλημα όμως έχει μετατεθεί και στο εσωτερικό του κάποτε, λιγότερο ή περισσότερο, ενιαίου «πατριωτικού χώρου». Και το πρώτο βήμα είναι η γενίκευση της απογοήτευσης και της απελπισίας. «Η Ελλάδα διαλύεται», η ελλαδική εκκλησία είναι ετοιμοθάνατη, οι πολιτικοί είναι για το «Γουδί», θα πρέπει να ανεβάσουμε μια κυβέρνηση επιχειρηματιών.
Μια και λοιπόν δεν υπάρχει καμία σωτηρία, και δεν διαθέτουμε όραμα, ας αναζητήσουμε να τεθούμε υπό την σκέπη κάποιου ο οποίος διαθέτει… «όραμα». Στη συγκεκριμένη περίπτωση, του κυρίου Νταβούτογλου. Έτσι, ήδη πριν την έκδοση του βιβλίου του Στρατηγικό Βάθος, στα ελληνικά, και κυρίως μετά από αυτήν, άρχισε μια μυθοποιητική και εν πολλοίς μυθολογική αναφορά σε αυτό. Όντως, το βιβλίο του Νταβούτογλου είναι σημαντικό και αξίζει να το διαβάσουμε. Όχι όμως για να εκστασιαστούμε. Αλλά για να διδαχθούμε. Να διδαχθούμε πως, ένας δεδηλωμένος αντίπαλός μας, –που στο βιβλίο του θέτει ανοικτά θέμα νησιών του Αιγαίου και Κύπρου–, επιχειρεί να διαμορφώσει ένα στρατηγικό δόγμα για τη γεωπολιτική θέση της χώρας του και την εξωτερική της πολιτική. Όσο βέβαια για το αναλυτικό επίπεδο του βιβλίου σε καμιά περίπτωση δεν πρόκειται για κάποιον νέο Κλαούζεβιτς, χωρίς βέβαια να είναι αμελητέο. Απλούστατα, το βιβλίο του Νταβούτογλου καταγράφει τη μετάβαση από τον εσωστρεφή κεμαλισμό της περιόδου 1922-1974, στην ισλαμοκεμαλική σύνθεση, που γίνεται κυρίαρχη μετά τον Οζάλ, (αν όχι και από τον στρατηγό Εβρέν, μετά το 1980) και ενσωματώνει στην τουρκική πολιτική τα νέα στοιχεία που διαγράφονται:
Πρώτον, κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης, και του ανατολικού στρατοπέδου, με συνέπεια τη δραματική αλλαγή του άμεσου περίγυρου της Τουρκίας, τόσο στην Κεντρική Ασία, όσο στα Βαλκάνια αλλά και τη Μέση Ανατολή. Η αποσύνθεση της Σοβιετικής Ένωσης θα επιτρέψει τη δημιουργία μια σειράς μουσουλμανικών και τουρκόφωνων, στις περισσότερες περιπτώσεις, δημοκρατιών στην Κεντρική Ασία· η αποσύνθεση των Βαλκανίων και η ενίσχυση της ισλαμικής παραμέτρου σε αυτά –Αλβανία, Βοσνία, Κόσοβο– και την γενικευμένη υποχώρηση του ορθόδοξου κόσμου (Ρωσία, Σερβία, Ουκρανία, Βουλγαρία, Ρουμανία)· τέλος, θα αφήσει έκθετους τους συμμάχους της Σοβιετικής Ένωσης στον αραβικό κόσμο, Παλαιστινίους, Σύριους, Ιρακινούς, Υεμενίτες. Καθόλου τυχαία δε, ο Νταβούτογλου θα γεννηθεί στην Τασκένδη, το 1959.
Δεύτερον, ανάδυση του Ισλάμ, μετά την ισλαμική επανάσταση στο Ιράν, η οποία άλλαξε την όψη του κόσμου, και οδήγησε στη σύγκρουσή του με τη Δύση που είχε ως συνέπεια την επίθεση στους δίδυμους πύργους, τον πόλεμο στο Ιράκ και το Αφγανιστάν, την ισλαμοποίηση της παλαιστινιακής αντίστασης, την ανάδειξη της Χαμάς ως της κυριότερης συνιστώσας της.
Τρίτον, σταδιακή υποχώρηση της αμερικανικής υπερδύναμης, η οποία παρά την περίοδο της κλιντονικής θριαμβολογίας, και της αλαζονείας των νεο-συντηρητικών του Μπους, που ακολούθησαν, χάνει βαθμιαία την οικονομική δυνατότητα της μονοκρατορίας, μπροστά στη σταδιακή μεταφορά του κέντρου βάρους της οικονομικής συσσώρευσης στην Ασία. Και η θητεία του νεαρού τότε Νταβούτογλου στο Ισλαμικό Πανεπιστήμιο της Μαλαισίας, από το 1990 έως το 1995, την περίοδο της απόλυτης ηγεμονίας του πρώτου σύγχρονου καπιταλιστή ισλαμιστή, του Μαχαθίρ Μοχαμάντ, που είχε μεταβάλει την Μαλαισία σε μια «ισλαμική τίγρη», αποτελούσε ιδανική προπαρασκευή για τη διαμόρφωση μιας νέας γεωστρατηγικής ισλαμο-τουρκικής σκέψης, σε συνάφεια μεν και συνεργασία με τη Δύση, αλλά χωρίς ταύτιση μαζί της – όπως ακριβώς έκανε και ο Μαχαθίρ.
Τέταρτον, ενίσχυση –δημογραφική, οικονομική και στρατιωτική– της Τουρκίας, την ίδια στιγμή που οι περισσότεροι γείτονές της έχαναν δύναμη, ενώ παράλληλα αποκτούσε την ιδιότητα της προς ένταξη χώρας στην Ε.Ε., μετά την άρση του ελληνικού βέτο. Παράλληλα, η κουρδική απειλή έμοιαζε να υποχωρεί μετά τη σύλληψη/παράδοση Οτσαλάν.
Η Τουρκία αναδυόταν ως μια σημαντική περιφερειακή δύναμη, την ίδια στιγμή που όλοι σχεδόν οι γείτονές της βρίσκονταν σε κρίση, και επομένως διαμορφωνόταν ένα κενό ισχύος που αποτελούσε πρόκληση για οποιονδήποτε να σπεύσει να το καλύψει.
Αυτές είναι οι βασικές παράμετροι του νεο-οθωμανισμού και ο Αχμέτ Νταβούτογλου, έχοντας συλλάβει αυτή τη νέα πραγματικότητα, διατύπωσε το στρατηγικό δόγμα του στο βιβλίο του, που εξεδόθη το 2001 στην Τουρκία, με οξυδέρκεια και ακρίβεια. Τίποτε περισσότερο και τίποτε λιγότερο. Αμέσως μετά, ως σύμβουλος του Ερντογάν και του Γκιούλ, αρχικώς, και ως υπουργός εξωτερικών σήμερα, ανέλαβε να υλοποιήσει αυτές τις βασικές κατευθύνσεις σε ένα στρατηγικό περιβάλλον όλο και πιο ευνοϊκό για την Τουρκία. Τουλάχιστον μέχρι σήμερα. Βεβαίως, δεν πρέπει να ξεχνάμε πως ο Νταβούτογλου κτίζει πάνω σε μία παράδοση που έχει ήδη ζωή δεκαετιών και πως ο μέντορας τόσο του Ερντογάν όσο και του ιδίου υπήρξε ο πρώτος ισλαμιστής πρωθυπουργός της Τουρκίας Νετζμετίν Ερμπακάν.
Όμως, τα δομικά στοιχεία της τουρκικής νέο-οθωμανικής στρατηγικής ήταν σαφή και γνωστά εδώ και τουλάχιστον είκοσι χρόνια, από την εποχή του Οζάλ και μετά. Το 1998 στην εισαγωγή του βιβλίου μας Ισλάμ και κρίση του κεμαλισμού, γράφαμε:
Η ισλαμιστική και παντουρκική μετάλλαξη του κεμαλισμού, που εκφράζεται από τον Ερμπακάν και τον Τουρκές, έχει μια μακρά πορεία διαμόρφωσης ήδη από τη δεκαετία του ’60. Ο Ερμπακάν και ο Τουρκές εξέφραζαν τη βούληση, ήδη από τότε, για μια ενεργητικότερη επεκτατική πολιτική, τόσο απέναντι στην Ελλάδα (ο Ερμπακάν ως αντιπρόεδρος της κυβέρνησης Ετσεβίτ πρότεινε την κατάληψη ολόκληρης της Κύπρου στον Ετσεβίτ) όσο και μια πολιτική προσέγγισης με τις ισλαμικές δυνάμεις στην περιοχή καθώς και ανακίνησης του παντουρανισμού, σε αντιπαράθεση με τη Δύση. [ ] Η πολιτική ηγεμονία του Ερμπακάν και του κόμματός του ενσωματώνει τη λαϊκή-ισλαμική αμφισβήτηση, ιδιαίτερα των κουρδικών σουνιτικών πληθυσμών των μητροπόλεων, και θέλει να καθυστερήσει ή και να αποτρέψει την ανάδειξη της εθνικής ταυτότητας των Κούρδων και των άλλων μειονοτήτων. Κατά συνέπεια, αν δεν υπήρχε ο Ερμπακάν, το τουρκικό κατεστημένο θα έπρεπε να τον εφεύρει. Ο παραδοσιακός κεμαλισμός είναι ανίκανος να επιβιώσει από τη στιγμή και μετά που η σύμβαση του ενιαίου τουρκικού έθνους καταρρέει κάτω από τα κτυπήματα των Κούρδων ανταρτών. Έτσι βρισκόμαστε μπροστά στη σταδιακή διαμόρφωση ενός κράματος παντουρανισμού, ισλαμισμού και κεμαλισμού – που εντάσσει ευρέα λαϊκά στρώματα στις τάξεις του2.
Ήδη από τη δεκαετία του 1980, αντιστρατευόμαστε όλες τις «εύκολες λογικές» του λεγόμενου πατριωτικού χώρου, πασοκικής κοπής εκείνη την περίοδο, που, επί τη βάσει του κουρδικού κινήματος και των δυσκολιών που αντιμετώπιζε η Τουρκία, μετά το πραξικόπημα του στρατηγού Εβρέν το 1980, προφήτευε, με εμβρίθεια ημιμάθειας ή λεβαντίνικης και κωνσταντινουπολίτικης προκατάληψης, πως η Τουρκία όπου να ’ναι… διαλύεται, και εμείς δεν θα χρειαστεί να κάνουμε σχεδόν τίποτε γι’ αυτό. Εικοσιπέντε χρόνια πριν, στο περιοδικό Ρήξη, επισημαίναμε πως «η Τουρκία δεν θα αυτοδιαλυθεί αλλά αντίθετα διαθέτει πολλά στοιχεία εσωτερικού δυναμισμού και συνοχής». Όταν πραγματοποιήθηκε η κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης, οι ίδιοι ανέξοδοι και ανεγκέφαλοι «τουρκοφάγοι», υποστήριζαν πως η Τουρκία, μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, χάνει τη στρατηγική της σημασία για τη Δύση και επομένως ο ρόλος της θα… υποβαθμιστεί! Σε πλήρη αντίθεση, βέβαια, με ό,τι συνέβη και παρά τις προειδοποιήσεις μας ότι, αντιθέτως, ανοίγεται ένα τεράστιο γεωστρατηγικό πεδίο για την Τουρκία και κατά συνέπεια ο ρόλος της δεν μπορεί παρά να αναβαθμιστεί. Γι’ αυτό τονίζαμε, το 1998, πως «εκείνο που είναι απαράδεκτο στη χώρα μας, είναι η βαθύτατη άγνοια, όχι μόνο του ευρύτερου κοινού αλλά και των ελίτ για την Τουρκία», στο κείμενο της «Εισαγωγής» που προαναφέραμε.
Έτσι, κάποιοι από όλους εκείνους που στο παρελθόν υποτιμούσαν και περιφρονούσαν τους «τουρκαλάδες», κατατρομαγμένοι σήμερα από την τουρκική ισχύ, την οποία αίφνης συνειδητοποιούν, εκστασιάζονται μπροστά στο πόνημα του Νταβούτογλου, και μας καλούν –στην ίδια λογική της μικρότερης προσπάθειας που τους διέπνεε και όταν θεωρούσαν πως η Τουρκία θα αυτοδιαλυθεί– να… ενταχθούμε, με το αζημίωτο, υπό τη σκέπη της νεο-οθωμανικής Τουρκίας.

μια θεαματική μεταστροφή

Κ εντρική, εμβληματική, θα λέγαμε, μορφή αυτής της μεταστροφής, ο Χρήστος Γιανναράς, που εζήλωσε τη δόξα της ετέρας εμβληματικής μορφής της άλλοτε «νεο-ορθοδοξίας», του Στέλιου Ράμφου. Ο Ράμφος προσχώρησε ανενδοίαστα στον αμερικανοκρατούμενο εκσυγχρονισμό, κηρύττοντας την απόρριψη της ελληνικής ιδιοπροσωπίας, ως τη μοναδική σανίδα σωτηρία μας. Όμως, η εποχή της δυτικολαγνίας έχει πλέον παρέλθει στην Ελλάδα, ιδιαίτερα στους ιδεολογικούς χώρους, που κινούνταν ο Στέλιος Ράμφος. Πολύ δύσκολα ο χώρος της νεο-ορθοδοξίας θα μπορούσε να δεχθεί ανοικτά τον αμερικανισμό του Ράμφου, και μάλιστα τη στιγμή που καταρρέει η παγκοσμιοποίηση. Έστω και αν, προς στιγμήν, ιδιαίτερα μετά την επίθεση στους δίδυμους πύργους πέρασε κάποιες στιγμές δόξας με τα ολοσέλιδα άρθρα στην Καθημερινή. Αντίθετα ο Γιανναράς απεδείχθη οξυδερκέστερος. Σήμερα στην Ελλάδα, στο προσκήνιο δεν βρίσκεται η Δύση αλλά η τουρκική Ανατολή, τουλάχιστον ex aequo με τη Δύση και το πρόβλημα στην Ελλάδα δεν είναι ο αμερικανισμός που τρεμοσβήνει αλλά ο νεο-οθωμανισμός3. Σήμερα λοιπόν, ο αντιδυτικισμός και ο αντιδιαφωτισμός ενός μέρους της νεο-ορθοδοξίας μπορεί να μεταστραφεί, να εγκαταλείψει το ελληνικό-βυζαντινό κέλυφός του και να ενδυθεί το ισλαμο-οθωμανικό. Το μίσος για τον «ελλαδισμό», που εμφανιζόταν ενδεδυμένο τα υψηλότερα ιδεώδη του ελληνισμού, κατά τον 19ο αιώνα, μπορεί πλέον να μεταβληθεί σε όχημα υποταγής του ελλαδισμού σε κάποιο υπέρτερο «όραμα».
Πολλοί φίλοι θεωρούν πως υπερβάλλουμε στην κριτική μας. Κάποιοι μάλιστα ισχυρίζονται πως ορισμένα ολισθήματα του Γιανναρά, σε δύο ή τρεις επιφυλλίδες του στην Καθημερινή δεν αναιρούν τον συνολικά θετικό προσανατολισμό του ούτε διαγράφουν το παλιότερο και σπουδαίο έργο του. Με το τελευταίο συμφωνούμε απολύτως και έχουμε πολλές φορές –παρότι δεν προερχόμαστε από αυτό το ρεύμα– επισημάνει τον κεφαλαιώδη ρόλο που έπαιξε η νεο-ορθοδοξία στην Ελλάδα για την επανασύνδεση με την βυζαντινή παράδοσή μας, όσο και η γενιά του τριάντα για την επανασύνδεση με τη σύγχρονη λαϊκή παράδοση. Και η θέση του Χρήστου Γιανναρά σε αυτό το ρεύμα υπήρξε περίοπτη.
Ωστόσο, επειδή τα υστερνά τιμούν τα πρώτα, ο Χρήστος Γιανναράς, όλο και περισσότερο, τα τελευταία χρόνια ταυτίζεται με την λογική της εθνοαποδόμησης που ο ίδιος κατήγγελλε πριν ορισμένα χρόνια στο ρεπούσειο άγος· δυστυχώς, όχι με δύο ή τρεις επιφυλλίδες αλλά με δεκάδες, εκ των οποίων αρκετές αναφέρονται άμεσα στην αποδοχή του νεο-οθωμανικού πλαισίου και πολλές άλλες σε ζητήματα που εντάσσονται στην ίδια στρατηγική κατεύθυνση. Ίσως θέλησε και αυτός να επιβεβαιώσει τον κανόνα της μεταπολίτευσης, ότι, πριν αποχωρήσει οριστικά από το ιστορικό προσκήνιο, δεν πρόκειται να αφήσει κυριολεκτικά τίποτε όρθιο, καμία προσωπικότητα, καμία φιγούρα εντός του συστήματος. ακόμα και η πλέον «αμφισβητησιακή» ή αμφιλεγόμενη δεν θα μείνει αλώβητη από τον βαθύ κυματισμό που οδηγεί στην ηθική και πολιτική κατάρρευση. Ο Σαββόπουλος θα κάνει πρώτος τη βουτιά στην ασημαντότητα, και θα ακολουθήσουν τόσοι και τόσοι άλλοι. Και αυτή η έκλειψη των διανοουμένων και των πολιτικών –την ώρα που πελιδνός ο γερασμένος Άκης ψελλίζει ρητά άρρητα μπρος στις κάμερες– θα τροφοδοτεί τους Δεκέμβρηδες που ήρθαν και μέλλουν να έρθουν.
Χριστόδουλος και… Βενιζέλος έναντι του Ερντογάν
Ο Γιανναράς, το 2005, βρίσκεται ακόμα στον κολοφώνα της επιρροής του. Έχει μόλις πρωτοστατήσει με την αρθρογραφία του στον αγώνα εναντίον του Σχεδίου Ανάν, και οι Κύπριοι κυριολεκτικώς τον λατρεύουν, ενώ η επιρροή του έχει ξεπεράσει κατά πολύ τα όρια της παλιάς νεο-ορθοδοξίας και έχει επεκταθεί στο σύνολο του αποκαλούμενου «εθνικού» χώρου. Και, όμως, εντός ολίγου, θα αρχίσει τη μεγάλη στροφή του. Οι λυσσαλέες επιθέσεις ενάντια στον Χριστόδουλο θα τον φέρουν πιο κοντά στο «σύστημα», το οποίο υποτίθεται ότι βδελύσσεται και καταγγέλλει. Και προφανώς δεν αγνοεί ότι οι ενορχηστρωμένες επιθέσεις εναντίον του Χριστόδουλου και η συστηματική απαξίωσή του δεν έχουν άλλο στόχο παρά την αποκοπή της ορθοδοξίας από το λαϊκό σώμα και την υποταγή στην αποεθνοποιητική στρατηγική και του τελευταίου θεσμικού πυρήνα που αντιστέκεται. Και όλα αυτά άσχετα και πέρα από σφάλματα του Χριστόδουλου και της ιεραρχίας. Παρ’ όλα ταύτα, ο Γιανναράς εισέρχεται πλησίστιος στο παιγνίδι. Θα εμφανιστεί ακόμα και στην πρωϊνή εκπομπή του Κακαουνάκη για να καταγγείλει τον Χριστόδουλο! Θα εμφανιστεί σε τηλεοράσεις, θα δώσει συνεντεύξεις, θα ενταχθεί επί τέλους στο mainstream. Χαρακτηριστική για τη στροφή του ενάντια στην ελλαδική εκκλησία και απαρχή προσχώρησης στο πατριαρχικό στρατόπεδο είναι συνέντευξή του στην Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία, στις 13/02/2005, με τον χαρακτηριστικό τίτλο «Αγιατολάχ νιώθει ο Χριστόδουλος», στην οποία καλεί το Πατριαρχείο να καθαιρέσει τον αρχιεπίσκοπο Χριστόδουλο:
Δημοσιογράφος:  Αποτελεί λύση η απομάκρυνση του αρχιεπισκόπου; Ή θα ήταν μια λύση η σύγκληση της Ιεραρχίας;
– Η σύνοδος των εν ενεργεία μητροπολιτών (η λεγόμενη «Ιεραρχία») είναι το μόνο όργανο με αρμοδιότητα να αντιμετωπίσει τη δραματική θεσμική κρίση της ελλαδικής εκκλησίας. Βέβαια, το όργανο αυτό έχει αποδειχθεί στην πράξη τόσο άβουλο και αδρανές, που καταντάει ανύπαρκτο. [  ] (Ακριβώς όπως και τα μέλη των υπουργικών συμβουλίων ή οι βουλευτές κάθε κομματικού ποιμνιοστασίου). Γόνιμη λύση θα ήταν να προσφύγει μια ομάδα μητροπολιτών στο Οικουμενικό Πατριαρχείο και να ζητήσει τη σύγκληση Συνόδου Μείζονος και Υπερτελούς, που να δικάσει τη σκανδαλώδη περίπτωση «τυρείας» (φατριαστικής συσπείρωσης κληρικών με στόχο θρόνους επισκοπικούς και πρωτίστως τον αρχιεπισκοπικό), δηλαδή την αδελφότητα «Χρυσοπηγή», στην ελλαδική εκκλησία. Εκεί μοιάζει να βρίσκεται το νοσογόνο επίκεντρο της εκκλησιολογικής αλλοτρίωσης4.
Στην ίδια συνέντευξη καταγγέλλει τον Χριστόδουλο ως Αγιατολάχ με «ηγεμονική συμπεριφορά “εθνάρχη”» , «πατριωτικά ρητορεύματα», κ.λπ.
Επρόκειτο για μία ρήξη αποφασιστικής σημασίας. Και εμείς κάτι γνωρίζουμε από το συγκεκριμένο ζήτημα, διότι πληρώσαμε ακριβά την άρνησή μας να ταχθούμε με το «αντιχριστοδουλικό» στρατόπεδο, παρότι δεν είχαμε καμιά σχέση με εκκλησιαστικούς κύκλους ούτε με τον ίδιο τον Αρχιεπίσκοπο. Απλούστατα γνωρίζαμε πως η συντονισμένη εχθρική εκστρατεία εναντίον του Χριστόδουλου από τον σημιτικό εκσυγχρονισμό, τη νεο-φιλελεύθερη δεξιά, το Πατριαρχείο, την εθνομηδενιστική Αριστερά και τις ξένες πρεσβείες, δεν ήταν μια δευτερεύουσα μάχη, αλλά αφορούσε στο κεντρικό ιδεολογικό ζήτημα της χώρας, δηλαδή την ολοκλήρωση της εθνομηδενιστικής αλλοτρίωσής της. Και η στάση απέναντι στον Χριστόδουλο, ή στο ζήτημα των ταυτοτήτων υπήρξε η λυδία λίθος μιας ολόκληρης περιόδου. Ο μεγαλύτερος αποκλεισμός και κατασυκοφάντησή μας δεν έγινε π.χ. όταν κατέθετα ως μάρτυρας υπεράσπισης στη Δίκη της 17 Νοέμβρη, αλλά όταν αρνηθήκαμε να συνταχθούμε ενάντια στην ορθοδοξία, γεγονός που φάνταζε στα μάτια του εθνομηδενιστικού στρατοπέδου, ως το τελευταίο ιδεολογικό ανάχωμα των «πατριωτών». Γιατί ήταν ανεκτό από το σύστημα να είναι κανείς «ολίγον πατριώτης» (sur les bords, κατά την γαλλική έκφραση) και να αρθρογραφεί στις πιο εθνομηδενιστικές φυλλάδες, ή να μετέχει στον Συνασπισμό, καθώς συνέβαλε και συμβάλλει στον «πλουραλισμό» του εντύπου ή του κόμματος, αλλά σε καμία περίπτωση δεν θα έπρεπε να αποτολμήσει να υπερασπιστεί τον Χριστόδουλο!
Πάνω σε αυτή τη λυδία λίθο, ο Γιανναράς υπέγραψε τη «δήλωση μετανοίας» του και γίνεται πλέον αποδεκτός από το «εθνομηδενιστικό» κατεστημένο της χώρας. Και τα επόμενα βήματα δεν θα αργήσουν. Το αποφασιστικό θα πραγματοποιηθεί μετά από μία επίσκεψη στην Κωνσταντινούπολη, η οποία θα λειτουργήσει ως η «Δαμασκός» του Αποστόλου Παύλου, ή, πιο πεζά, όπως η Νέα Υόρκη του Στελιου Ράμφου (ο οποίος θα εγκαινιάσει τη μεγάλη στροφή του μετά από μία επίσκεψη στη Νέα Υόρκη).
Γράφει λοιπόν, σε ένα άρθρο του στην Καθημερινή της 27/5/207 με τον εύγλωττο τίτλο «Ο Κεμαλισμός εν Ελλάδι»:
Ο πρωθυπουργός της Τουρκίας Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν άφησε να φανεί στην πράξη (με γεγονότα, όχι με «επικοινωνιακά» ρητορεύματα) ποιος εμποδίζει τον εκσυγχρονισμό και την πρόοδο της χώρας του: Δεν είναι οι Ισλαμιστές το εμπόδιο, είναι οι δυτικόφιλοι (υποτίθεται) Κεμαλιστές: οι εθνικιστές υπέρμαχοι του «λαϊκού» (άθρησκου) κράτους5.
Έχει ήδη αρχίσει η μεταστροφή του Χ.Γ. προς έναν νέο πόλο ισχύος, μια και στην Ελλάδα δεν μοιάζει να εισακούονται οι επικλήσεις (ή, ίσως, οι ιερεμιάδες του):
Η πολιτική πορεία του Ερντογάν, από το ξεκίνημά της ως σήμερα, μοιάζει με συνειδητή ανάληψη ενός ιστορικού εγχειρήματος: Να καταδείξει ότι ο εκσυγχρονισμός και η πρόοδος ενός λαού, η πρόσληψη των επιτευγμάτων της δυτικής Νεωτερικότητας, δεν προϋποθέτει οπωσδήποτε την παραίτηση από την ιδιοπροσωπία του, την αλλοτρίωση του βίου, τον μεταπρατισμό, τον αποχαυνωτικό πιθηκισμό του δυτικού μοντέλου6.
Εδώ πλέον είναι έκδηλος ο θαυμασμός  προς ένα διαφορετικό μη δυτικοκεντρικό μοντέλο, το οποίο προωθεί «ο “ισλαμιστής” Ερντογάν που παλεύει για την ένταξη της Τουρκίας στην Ευρώπη, για εκσυγχρονισμό χωρίς αλλοτρίωση, χωρίς απώλεια της αίσθησης του “ιερού”»7. Και ακολουθεί η γνωστή καραμέλα–μύθευμα όλων των υποστηρικτών του Ερντογάν εν Ελλάδι, πως δήθεν ο ισλαμισμός μπορεί να αποτελέσει μια ειρηνική εκδοχή του τουρκισμού, δεδομένου ότι «από τη ρωμαϊκή καταγωγή της η αυτοκρατορία ήταν μια “τάξη πραγμάτων” (ordo rerum): τρόπος και ευθύνη για την ειρηνική συνύπαρξη εθνών, φυλών, θρησκειών, παραδόσεων (pax romana)» 8. Παραδόξως, δεν περνάει από το μυαλό του κ. καθηγητή πως η οθωμανική Αυτοκρατορία στηριζόταν πάνω στο αίμα και τους στεναγμούς των υπόδουλων λαών και πως μια θεμελιώδης διαφορά από τη ρωμαϊκή τάξη πραγμάτων ήταν πως στην περίπτωση των Οθωμανών υπήρχε πάντα ένας θεμελιώδης διαχωρισμός μεταξύ των κυριάρχων –μουσουλμάνων– και των αλλοθρήσκων, διαχωρισμός που στηριζόταν στο Κοράνι και το ξίφος (κάτι θα ξέρει για νεομάρτυρες ο νεορθόδοξος καθηγητής), ενώ, στη Ρώμη, σταδιακώς, όλοι οι υπήκοοί της μεταβλήθηκαν σε ισότιμους Ρωμαίους πολίτες. Και προφανώς ο Κεμάλ και ο κεμαλισμός ήταν αναγκαίος για την Τουρκία διότι έτσι διεσώθη από την πλήρη διάλυση. Γι’ αυτό και ο Κεμάλ παραμένει σύμβολο όλων των Τούρκων, ισλαμιστών και μη. Ο Γιανναράς όμως συνεχίζει με τις ανιστόρητες και κάποτε υβριστικές για τον ελληνισμό ταυτίσεις Κεμάλ-Βενιζέλου και… Κοραή!
Τον ρόλο του Κεμάλ, τηρουμένων των αναλογιών, διαδραμάτισαν στον Ελληνισμό ο Αδαμάντιος Κοραής και ο Ελευθέριος Βενιζέλος. Αλλά ποιος τολμάει να εκστομίσει σήμερα, ακόμα και ως υπόθεση εργασίας, μια τέτοια (έστω προφανέστατη) πιστοποίηση; Κεμάλ, Κοραής και Βενιζέλος είναι τα ιερά ταμπού της κοινής μας εθνικιστικής ιδεοληψίας9.
Για τον Γιανναρά και τους νέους ιδεολογικούς συμμάχους του, δηλαδή την… κυρία Κουλούρη και όλους εκείνους που θεωρούν καταστροφή την επανάσταση του ’21, διότι έφερε τον «εθνικισμό» στην περιοχή, ο ελληνισμός «τελείωσε ιστορικά όταν έγινε εθνικό κράτος» και όχι γιατί, αντίθετα, οι ιδεολογικοί πρόδρομοι του Γιανναρά, σε όλη τη διάρκεια του 19ου αιώνα, καλούσαν ήδη σε φαναριώτικες και σε νεο-οθωμανικές ονειρώξεις, καθυστερώντας την απελευθέρωση των υπόδουλων εδαφών, ενώ οι άμεσοι πολιτικοί του πρόδρομοι κήρυσσαν το «οίκαδε» όταν ο ελληνισμός πάλευε να ολοκληρωθεί: «Ο εθνικιστικός μεγαλοϊδεατισμός του Βενιζέλου, ασφυκτικά κρατικιστικός, διπλασίασε την εδαφική επικράτεια, ναι. Αλλά και να την είχε τετραπλασιάσει, από τη στιγμή που καταλάβαινε τον Ελληνισμό με όρους έθνους-κράτους, τον καταδίκαζε να μετασχηματιστεί σε βαλκανική επαρχία». Ο καθηγητής Γιανναράς έχει φαίνεται ανακαλύψει, ex post μάλιστα, τον τρόπο να σταματήσει τη συγκρότηση εθνών-κρατών, μόνος αυτός σε όλον τον κόσμο, και να αναστρέψει την πορεία της ιστορίας στην περιοχή.
Όσο για το έωλο επιχείρημα πως ο Ερντογάν αποτελεί «άρνηση του κεμαλισμού», είναι ηλίου φαεινότερο πως η Τουρκία σήμερα δεν θα μπορούσε να επανεμφανιστεί στο παγκόσμιο σκηνικό ως υπολογίσιμη δύναμη, πίσω από την οποία τρέχει ο κύριος Γιανναράς σαν πεταλούδα που την έλκει το φως, εάν ο Κεμάλ δεν συγκροτούσε δια πυρός και σιδήρου, πάνω στη δική μας γενοκτονία, το τουρκικό έθνος-κράτος.
Αν δε ο Βενιζέλος δεν προωθούσε το «εθνικιστικό» του πρόγραμμα, σήμερα στη Θεσσαλονίκη, θα μιλούσαν βουλγαρικά ενώ, εάν είχε κερδίσει ο ελληνισμός στο bras de fer με τον τουρκισμό, η Κωνσταντινούπολη θα ήταν πάλι στη θέση της, αλλά ως πρωτεύουσα του ελληνικού κράτους, και ίσως ο κ. Γιανναράς να έγραφε βιβλία για το «στρατηγικό βάθος» του ελληνισμού, που θα ξαναανακάλυπτε την οικουμενικότητά του και δεν θα μύριζε «επαρχιωτίλα»! Είναι άραγε τόσο δύσκολα όλα αυτά; Όχι, αλλά μια τέτοια στρέβλωση είναι απαραίτητη στον κ. καθηγητή για να μας πουλήσει την «αυτοκρατορία» των αντιπάλων μας ως όχημα του δικού μας βίου μια και, όπως μας λέει, «το κόμμα του Ερντογάν, κόμμα της πλειοψηφίας, επιστρέφει (συνειδητά ή ανεπίγνωστα, άσχετο) στον άξονα συνοχής της αυτοκρατορίας, που ήταν πάντα ο σεβασμός του “ιερού” (η religio imperii)»! Επιπλέον δε, «μάχεται για εκσυγχρονισμό και πρόοδο χωρίς αλλοτρίωση»(sic!). Και επειδή τον κ. καθηγητή τον πνίγει πάντα ο «επαρχιωτισμός» μας, καταλήγει δίνοντας μας και τον χώρο της μεταστροφής του: «Όταν φτάνει κανείς από την Κωνσταντινούπολη στην Αθήνα, έχει εναργή την αίσθηση επιστροφής στην επαρχιωτική ασφυξία». Στο εξής, ως μαντατοφόρος έχει μια αποστολή να εκπληρώσει, το νόημα της οποίας και θα μας εκδιπλώσει σε τρεις ακόμα συνεχόμενες επιφυλλίδες, αρχίζοντας από το καίριο ζήτημα που καίει τον μέντορα και εντολέα του, στην πρώτη με ημερομηνία δημοσίευσης τις 3/6/2007 και τίτλο «Πολιτική εναντίωση στον επαρχιωτισμό»:
Πρώτη, λοιπόν, ρεαλιστική πολιτική αντίδραση στον εθνικιστικό επαρχιωτισμό θα μπορούσε να είναι η πρωτοβουλία για την κατάργηση του αυτοκεφάλου της ελλαδικής Εκκλησίας, την εκκλησιαστική συνένωση του Ελληνισμού κάτω από το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως10.
Έτσι λοιπόν, κατάργηση του αυτοκεφάλου, χωρίς όμως μεταφορά του Πατριαρχείου στη Θεσσαλονίκη ή το Άγιον Όρος, όπως ο ίδιος, ορθά πρότεινε δύο χρόνια πριν. Όσο για την αποσύνδεση του Πατριαρχείου από την τουρκική υπηκόοτητα, αυτό να αποτελέσει απλώς μια διεκδίκηση, ούτε καν προϋπόθεση για μια τέτοια κίνηση. Σε αντίθεση με την πριν δύο χρόνια πρότασή του για υπαγωγή του Πατριαρχείου στη δυναμική του νέου ελληνισμού, τώρα προτείνει το ακριβώς αντίστροφο, την υπαγωγή του ελληνισμού στο πατριαρχείο:
Εκκλησιαστική λοιπόν ενοποίηση του Ελληνισμού, εγκεντρισμός του στη δυναμική της οικουμενικότητας του Πατριαρχείου της Κωνσταντινούπολης. Παράλληλα, επικέντρωση των πολιτικών και διπλωματικών στοχεύσεων σε ένα ζητούμενο: [ ] Να αναγνωρίσει η Τουρκία την οικουμενικότητα του Πατριαρχείου, δηλαδή να επιτρέψει στο Πατριαρχείο να επιλέγει και να χειροτονεί τους κληρικούς του από μέλη της Ορθόδοξης Εκκλησίας άσχετα με την εθνικότητά τους11.
Και μάλιστα προχωράει ακόμα περισσότερο, καταγγέλλοντας ο ίδιος την προ δύο ετών πρότασή του ως εθνικιστική, ταυτίζοντας ανενδοίαστα το ελληνικό κράτος με τον κεμαλικό και ισλαμοκεμαλικό φασισμό: «το Πατριαρχείο της Κωνσταντινούπολης είναι εξ ορισμού ασυμβίβαστο με κάθε μορφής υποταγή ή εξάρτησή του από οποιονδήποτε εθνικιστικό κρατισμό, ελλαδικό ή κεμαλικό. Μπορεί να υπάρξει μόνο ανασαίνοντας την άπλα πολυεθνικής αυτοκρατορίας, έστω και υπόδουλο»12.  Κατά συνέπεια, το μόνο που μπορεί να μας σώσει είναι η «άπλα» του νεο-οθωμανισμού.

γιανναράς vs κονδύλης

Γιανναράς vs Κονδύλης, ρεαλισμός και υποταγή

Ωστόσο, ο πολιτικός προβληματισμός του νέο-οθωμανού αναλυτή δεν μένει μόνο στα ζητήματα που αφορούν το Πατριαρχείο, προχωράει ακόμα πιο πέρα, εκδιπλώνοντας (μήπως θα έπρεπε να πούμε αποκαλύπτοντας) ολόκληρη τη στρατηγική του μέντορά του. Στις 10/6/2007, σε επιφυλλίδα με τον τίτλο «Ελληνοτουρκικά: μια ακόμα εκδοχή», αρχίζει, με προσεκτικά βήματα ακόμα, την αναθεώρηση των παλαιότερων απόψεών του. Αφού διεκτραγωδεί πρώτα την κατάσταση της Ελλάδας, «αδυσώπητο κοινωνικό αδιέξοδο», «κατάρρευση του πολιτικού συστήματος» κ.λπ. αρχίζει να προσεγγίζει το ζήτημα των σχέσεων Ελλάδας -Τουρκίας, με αφετηρία την διαφορά πληθυσμιακού και οικονομικού δυναμικού των δύο χωρών. Αναφέρει λοιπόν:
Το σοβαρότερο μάλλον μελέτημα που έχει γραφτεί για το μέλλον των ελληνοτουρκικών σχέσεων είναι το «Επίμετρο» στο βιβλίο του Παναγιώτη Κονδύλη «Θεωρία του πολέμου». Οι άκρως ρεαλιστικές αναλύσεις του Κονδύλη διερευνούν τις δυνατότητες στρατηγικής και τακτικής άμυνας του ελληνικού κράτους απέναντι στο συνεχώς ενισχυόμενο γεωπολιτικό δυναμικό της Τουρκίας. Αλλά οι δυνατότητες αυτές, που διέσωζαν κάποια ελπίδα αποτελεσματικότητας αν είχαν έγκαιρα και με συνέπεια αξιοποιηθεί, έχουν σήμερα (δέκα χρόνια μετά την έκδοση του βιβλίου) φανερά εκλείψει. Η πρόβλεψη του Κονδύλη ότι «βρισκόμαστε οι Έλληνες σε συλλογική αναζήτηση της ιστορικής ευθανασίας» επαληθεύεται με τρόπο κοινωνικά ανεπίγνωστο και πολιτικά αποσιωπημένο. «Το παιχνίδι είναι χαμένο… Οι μετριότητες, υπομετριότητες και ανθυπομετριότητες που συναπαρτίζουν τον ελληνικό πολιτικό και παραπολιτικό κόσμο δεν έχουν το ανάστημα να θέσουν και να λύσουν ιστορικά προβλήματα τέτοιας έκτασης και τέτοιου βάθους»13.
Κατά συνέπεια, θεωρώντας ότι οι αναλύσεις του Κονδύλη είναι ήδη ξεπερασμένες και οι Έλληνες έχουν χάσει το παιγνίδι, παραθέτοντας μάλιστα, μόνον ορισμένα αποσπάσματα του Κονδύλη, ο οποίος κρούει τον κώδωνα του κινδύνου και δεν μας καλεί βέβαια σε υποταγή, περνάει στη δική του «ρεαλιστική» επιλογή, που μετατρέπει την Ελλάδα σε θεραπαινίδα της Τουρκίας στην Ε.Ε. Η Ελλάδα να μεταβληθεί σε γέφυρα της Τουρκίας στην Ε.Ε. Και βέβαια, τότε, ας προωθηθεί και η «συνεκμετάλλευση» του Αιγαίου, ό,τι δηλαδή υποστηρίζουν το ελληνοτουρκικό φόρουμ, ο Γιώργος Παπανδρέου, η Ντόρα Μπακογιάννη, ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης, ο Λεωνίδας Κύρκος(!):
Μια τέταρτη εκδοχή θα μπορούσε ίσως να αρχίσει να συζητείται: [ ] Η εκδοχή ή το ενδεχόμενο μιας πολιτικής προσέγγισης Ελλάδας και Τουρκίας σε επίπεδο μετα-εθνικιστικό. [ ]
Η Ελλάδα είναι μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η Τουρκία το επιδιώκει με ελπίδες που συνεχώς λιγοστεύουν. Ρεαλιστική βάση πολιτικής προσέγγισης των δύο χωρών θα μπορούσαν να είναι οι όροι της «ειδικής σχέσης» που ευχαρίστως οι Ευρωπαίοι παραχωρούν στην Τουρκία. Να περνάει η «ειδική σχέση» από την Ελλάδα όχι προς όφελος της Ελλάδας, αλλά για την προώθηση συμφερόντων της Τουρκίας μέσω της Ελλάδας, των ευρωπαϊκών προνομίων της Ελλάδας. Συμφέροντα (όχι μόνο οικονομικά) που θα εξασφάλιζε στην Τουρκία η πλήρης ένταξη, να τα εξασφαλίζουν θεσμοί συνεργασίας με την Ελλάδα.
Αν τα σύνορα είναι με εγγυημένη συνέπεια σεβαστά, η κοινή εκμετάλλευση πηγών ενέργειας οπουδήποτε, η αμοιβαία ελευθερία χρήσης του θαλάσσιου και εναέριου χώρου ή όποια άλλη κοινή στρατηγική ανάπτυξης και αλληλοβοήθειας μπορεί να είναι πολύτιμη και για τα δύο μέρη14.
Όπως αντιλαμβανόμαστε πρόκειται για ένα φαντασιώδες και βλακώδες σενάριο, ότι η δηλαδή η Τουρκία, που έχει σημαντικό ρόλο στο ΝΑΤΟ, έχει ήδη έναν τεράστιο όγκο ανταλλαγών με την Ε.Ε. και φιλοξενεί δισεκατομμύρια δολάρια ευρωπαϊκών και αμερικανικών επενδύσεων, θα προσλάβει την Ελλάδα και τον κ. Γιανναρά ως «μεσολαβητή» της σχέσης της με την Ευρωπαϊκή Ένωση και όχι ως καρπαζοεισπράκτορα και delivery boy. Εκεί κατέληξε το «όραμα» του πατριαρχικού φιλοσόφου.
Όμως το όραμα του Γιανναρά εκδιπλώνεται σε αναβαθμούς και επειδή απευθύνεται σε ένα κοινό που είχε συνηθίσει στις εντελώς αντίθετες απόψεις από τον συγκεκριμένο συγγραφέα, χρειάζονταν οι ομοιοπαθητικές δόσεις τεσσάρων επιφυλλίδων, ώστε δια του μιθριδατισμού να αποδεχτούμε «φυσιολογικά» τις θέσεις της τελευταίας επιφυλλίδας. Εδώ πλέον όχι μόνον ταυτίζεται αλλά και υπερακοντίζει, με τη γνωστή του αμετροέπεια, τα ιδεολογήματα των κ.κ. Κουλούρη και Ρεπούση περί «ανεκτικής» οθωμανικής Αυτοκρατορίας, του κυρίου Σημίτη, για συνεκμετάλλευση του Αιγαίου και του εναέριου χώρου και του Χριστόφια για την Κύπρο, εάν ο «σώφρων» Ερντογάν παραιτηθεί από τον κεμαλικό επεκτατισμό· παράλληλα, ασελγεί εξακολουθητικά πάνω στην ελληνική ιστορία, τον ελληνικό «εθνικισμό» και αυτή την «επαρχιωτίλα», που του πρόσφερε αφειδώλευτα καθηγητικές θέσεις, αναγνώριση πέραν του προσδοκωμένου και παρεμπιπτόντως, δύο υποτροφίες Φορντ με πολλά εκατομμύρια δραχμές, κατά τη διάρκεια της δικτατορίας:
Οφείλουμε να αναγνωρίσουμε ότι η Οθωμανική Αυτοκρατορία ήταν η ανεκτικότερη στη συνύπαρξη κοινωνικών ομάδων με τη δική της η καθεμιά κοινωνική-πολιτιστική συνοχή. Ομάδων [ ] που ωστόσο συζούσαν αρμονικά και κοινωνούσαν τη χρεία, όχι και την πίστη.
Ο εθνικισμός οδήγησε τους Τούρκους να συγκροτήσουν κράτος, με προϋπόθεση συνοχής τις εξακολουθητικές γενοκτονίες και εθνοκαθάρσεις, τον έλεγχο του πολιτικού βίου από τον στρατιωτικό βούρδουλα. Και ο εθνικισμός [ ] οδήγησε τον Ελληνισμό στο ιστορικό του τέλος, τον μετάλλαξε από κοσμοπολίτικη πρόταση πολιτισμού σε βαλκανική καχεξία, με αποφορά επαρχιωτίλας.[ ]
Το όνειρο μπορεί να προετοιμάσει ένα μεταεθνικιστικό μέλλον για τις ελληνοτουρκικές σχέσεις. [ ] Αν η Τουρκία παραιτηθεί από τις επεκτατικές βλέψεις του κρατικού εθνικισμού της, [ ] είναι άραγε αδύνατο να βρεθεί πολιτικά ρεαλιστική λύση συνεκμετάλλευσης των πηγών ενέργειας ή κοινής χρήσης θαλάσσιου και εναέριου χώρου;
Μοναδικό κομμάτι ελληνικής γης όπου η Τουρκία έχει κάπως ευλογοφανή στρατηγικά ενδιαφέροντα προστασίας των νοτιοανατολικών της περιοχών είναι η Κύπρος. Εντελώς παραδειγματικά, και για να εικονογραφηθούν οι στοχεύσεις ελληνοτουρκικών σχέσεων σε ένα μεταεθνικιστικό μέλλον, θα μπορούσε κανείς να προβληματιστεί πολιτικά με το ενδεχόμενο: Θα αποτελούσε ξεπέρασμα των διαφορών να αποδεχθεί η Τουρκία τίμια αντιπροσωπευτικό πολιτικό σύστημα στο νησί (χωρίς καταπίεση, αλλά και χωρίς εκβιαστικές απαιτήσεις της μειονότητας), με αντάλλαγμα να διεκδικηθούν από κοινού και να παραχωρηθούν στους Τούρκους οι σημερινές βρετανικές βάσεις στη Μεγαλόνησο;
Καλλιέργεια προοπτικών μεταεθνικιστικού μέλλοντος θα οικοδομούσε στην τουρκική κοινωνία ελπίδα απελευθέρωσης από την κεμαλική στρατοκρατία. Και στους Έλληνες προσδοκία ανάκαμψης από τόσης αισχύνης ιστορικό τέλος15.
Πρόκειται λοιπόν για μία καθολική αναθεώρηση: Η οθωμανική Αυτοκρατορία δεν σήμαινε εξισλαμισμούς, παιδομάζωμα (πάνω από 1.000.000 νέων στις ευρωπαϊκές περιοχές), αναρίθμητες σφαγές και δηώσεις, πνευματική αποτελμάτωση και παρακμή, αλλά ήταν μια όαση «ανθρωπισμού», την οποία κατέστρεψε ο εθνικισμός, που οδήγησε τους Τούρκους σε αγριότητες. Η κυρία Ρεπούση, ενάντια στην οποία εξεστράτευσε με τέτοιο μένος, οφείλουμε να ομολογήσουμε ότι ποτέ δεν έγραψε παρόμοιες υπερβολές. Και, επειδή η ελληνική Επανάσταση και οι εθνικοαπελευθερωτικοί αγώνες όλων των βαλκανικών λαών, έως το 1922, «υποχρέωσαν» τους Τούρκους να γίνουν εθνικιστές, είμαστε και ολίγον, έως πολύ, υπεύθυνοι για τις αγριότητες… των Τούρκων! Για το Αιγαίο, λοιπόν, συνεκμετάλλευση, για δε την Κύπρο, συγκυριαρχία, με τουρκικές βάσεις! Και για όλα αυτά, μία και μόνον προϋπόθεση, να ηττηθεί ο «κακός» κεμαλισμός.
Όλα αυτά λοιπόν έχουν εκτεθεί συστηματικά και αναλυτικά σε τέσσερις συνεχόμενες επιφυλλίδες και δεν αποτελούν ένα απλό στραβοπάτημα. Αξίζει όμως να παραθέσουμε ένα απόσπασμα του Παναγιώτη Κονδύλη από το ίδιο κείμενο στο οποίο αναφέρεται και ο Γιανναράς. Ο Κονδύλης, απαντώντας στους «οικονομιστές» και «οικουμενιστές» δυτικής κοπής, που υποστήριζαν πως ο εκδημοκρατισμός και το «εμπόριο» θα ανατρέψουν την τουρκική επιθετικότητα μοιάζει να απαντάει προκαταβολικά σε έναν άλλον οικουμενισμό «ανατολικής κοπής», που θεωρεί ότι ο ισλαμικός εκδημοκρατισμός της Τουρκίας θα μειώσει τον επεκτατισμό της, και καταδεικνύει πως αυτός ο επεκτατισμός μπορεί να ανασχεθεί μόνον αν συναντήσει σθεναρή αντίσταση.
Η ακμαία παραγωγική οικονομία σε σύγχρονη βιομηχανική βάση δίνει τη δυνατότητα της αποτροπής. Για να πραγματωθεί όμως η δυνατότητα αυτή, πρέπει μια χώρα, ή πάντως η ηγεσία της να πιστεύει πραγματικά στην αναγκαιότητα της αποτροπής, δηλαδή να έχει διαγνώσει ορθά τον χαρακτήρα και την έκταση της επαπειλούμενης σύγκρουσης. Αν η διάγνωση είναι εσφαλμένη και ελλιπής, αν αποδίδει τη σύγκρουση σε αίτια παροδικά ή δευτερογενή, τότε μειώνεται αντίστοιχα η πίστη στην αναγκαιότητα της αποτροπής, κι αυτό, έστω κι αν δεν λέγεται ρητά, έχει ευνόητες πρακτικές επιπτώσεις. Έτσι, αποτελεί κεφαλαιώδες σφάλμα στρατηγικής εκτιμήσεως να μη θεωρείται ως πηγή της αύξουσας τουρκικής πίεσης πάνω στην Ελλάδα η συνεχής διεύρυνση της διαφοράς ανάμεσα στο γεωπολιτικό δυναμικό των δύο χωρών, αλλά να αποδίδεται ο δυναμικός τουρκικός επεκτατισμός στον «οθωμανισμό», στον «ασιατικό χαρακτήρα» της Τουρκίας κ.τ.λ., οπότε εξάγεται το συμπέρασμα ότι, μόλις η Τουρκία (ακολουθώντας το δικό μας φωτισμένο παράδειγμα) ξεπεράσει αυτούς τους «εθνικιστικούς αταβισμούς», πάρει τον «ευρωπαϊκό δρόμο» και υποκαταστήσει τις στρατιωτικές με τις οικονομικές δραστηριότητες, τότε αυτόματα θα εκλείψει και η απειλή εκ μέρους της. Όλο και περισσότεροι σκέφτονται στην Ελλάδα μ’ αυτόν τον τρόπο, έχοντας την εντύπωση ότι έτσι τάχα ξεπερνούν τις εθνικιστικές αντιπαραθέσεις και, σε αντίθεση με τα αδιέξοδα εθνικιστικά ιδεολογήματα, προτείνουν ρεαλιστικές λύσεις. [ ]
Οι πολέμιοι των εθνικιστικών ιδεολογημάτων δεν αντιλαμβάνονται πως τα όσα αντιπαραθέτουν οι ίδιοι στον εθνικισμό ή μάλλον στις καρικατούρες του είναι κι αυτά ιδεολογήματα, αφηρημένα ανιστορικά μοντέλα, και μάλιστα το κυρίαρχο σήμερα ιδεολογικό σύμφυρμα οικουμενισμού και οικονομισμού, όπου ο κοσμοπολιτισμός των «ανθρωπίνων δικαιωμάτων» και της «κοινωνίας των πολιτών» συμπλέκεται διαφοροτρόπως με τον ατομικισμό του καπιταλιστικού homo economicus και με την παλαιά φιλελεύθερη ουτοπία ότι το εμπόριο θα υποκαταστήσει τον πόλεμο.
[ ] Βρίσκονται πιο κοντά στην πραγματικότητα οι εθνικιστές που πιστεύουν ότι η αντίθεση Τουρκίας και Ελλάδας είναι αγεφύρωτη παρά όσοι πιστεύουν ότι θα μπορούσε και να τελειώσει με την «ευρωπαϊκή» και οικονομιστική λύση [  ]
Η ιδεολογική πίστη ότι η οικονομική συνεργασία ή διαπλοκή οδηγεί αναγκαία σε άμβλυνση γεωπολιτικών και πολιτικών αντιθέσεων δεν έχει κανένα ιστορικό στήριγμα. Αναφέρω ένα ιδιαίτερα αδρό παράδειγμα. Ανάμεσα στα 1900 και στα 1914, το γαλλογερμανικό εμπόριο αυξήθηκε κατά 137%, το γερμανορωσσικό κατά 121% και το γερμανοβρεταννικό κατά 100%, ενώ περισσότερα από τα μισά τοτινά διεθνή καρτέλ παραγωγής αποτελούσαν κοινή γερμανοβρεταννική ιδιοκτησία. [ ] Όλοι αυτοί οι εντυπωσιακοί ανοδικοί δείκτες δεν εμπόδισαν τις παραπάνω χώρες να εμπλακούν σε έναν από τους φονικότερους πολέμους από καταβολής κόσμου. [ ]
Η Ιστορία δείχνει ότι οι δημοκρατίες μπορεί να είναι εξ ίσου επεκτατικές και αξιόμαχες όσο και οι τυραννίες. Η αγγλική αυτοκρατορία συγκροτήθηκε ακριβώς παράλληλα με την εδραίωση και την εμβάθυνση του κοινοβουλευτικού πολιτεύματος στη μητρόπολη. Και ο αμερικανικός ιμπεριαλισμός βρίσκεται σήμερα στην αποκορύφωση της παγκόσμιας ισχύος του κραδαίνοντας το λάβαρο της πανανθρώπινης δημοκρατίας και των «ανθρωπίνων δικαιωμάτων»16.
Και επειδή ο Γιανναράς επιχείρησε να επιστρατεύσει και τον Κονδύλη στην ηττοπαθή λογική του, αξίζει να παραθέσουμε ένα ακόμα απόσπασμα από τον Κονδύλη, που αποδίδει σε γενικές γραμμές και τη δική μας σκέψη.
Η λύση του προβλήματος της εθνικής βιωσιμότητας, όχι σε λογιστική, αλλά σε παραγωγική βάση, αποτελεί προϋπόθεση για την άσκηση σοβαρής εξωτερικής πολιτικής. Οι εθνικοί πόροι πρέπει να αντιμετωπισθούν με γεωπολιτικά και στρατηγικά κριτήρια, όχι ως αριθμητικοί «δείκτες»: το 1% του εθνικού εισοδήματος που προέρχεται από την άνοδο του τουρισμού δεν είναι το ίδιο με το 1% που δίνει μια σύγχρονη εξοπλιστική βιομηχανία. Και πρέπει επίσης να εκλογικευθούν και να χρησιμοποιηθούν στο σύνολό τους (δεν μου είναι κατανοητό λ.χ. γιατί η Κύπρος, με ετήσιους ρυθμούς οικονομικής ανάπτυξης γύρω στο 5% κατά την τελευταία δεκαπενταετία και με αύξουσα ευημερία, δεν συμβάλλει οικονομικά –τρόποι βρίσκονται– στα ελληνικά εξοπλιστικά προγράμματα· όποιος αισθάνεται μέρος του ελληνισμού το αποδεικνύει σηκώνοντας εθνικά βάρη). Η προσπάθεια αυτή είναι απαραίτητη, γιατί, στην τωρινή συγκυρία, που είναι δυσμενέστατη για την Ελλάδα, έχει προέχουσα σημασία να κερδηθεί χρόνος χωρίς να απωλεσθεί έδαφος, με την ελπίδα ότι μελλοντικές ανακατατάξεις στον πλανητικό συσχετισμό δυνάμεων θα εξασθενίσουν το γεωπολιτικό δυναμικό της Τουρκίας και θα επιτρέψουν στην Ελλάδα να πάρει μιαν Ιστορική ανάσα. Αν όμως απωλεσθεί έδαφος στο προσεχές διάστημα, οι απώλειες θα είναι ανεπανόρθωτες και πιθανότατα μοιραίες17.
Ο Κονδύλης, στο κείμενο του, δεν εκφράζεται με την παραίτηση του ραγιά αλλά με την γκραμσιανή «απαισιοδοξία της λογικής και την αισιοδοξία της βουλήσεως», που πρέπει να διακρίνει το αντιστασιακό μας ήθος. Δηλαδή, γνωρίζουμε ότι οι συσχετισμοί είναι αρνητικοί για μας. Αλλά πρέπει να κάνουμε ό,τι μπορούμε για να τους βελτιώσουμε και όχι βέβαια να αποδεχτούμε την εκ νέου υποταγή μας στην τουρκική κυριαρχία.

η μοιραία έλξη του οθωμανισμού

Το νέο βήμα οδηγεί πλέον στην ανοικτή αποδοχή της προτεραιότητας της Τουρκίας στις ελληνοτουρκικές σχέσεις και της υπαγωγής της Ελλάδας σε αυτήν· το χτύπημα θα έλθει το επόμενο καλοκαίρι, του 2009, όταν θα αρχίσει να ανατέλλει το άστρο Νταβούτογλου. Και το βήμα ήταν όντως αναπόφευκτο: Διότι «ελληνο-τουρκική φιλία» με τους σημερινούς συσχετισμούς δύναμης και τις σημερινές συνθήκες στα Βαλκάνια, δεν μπορεί παρά να οδηγήσει σε αναγνώριση της τουρκικής επικυριαρχίας και υπαγωγή στον νεο-οθωμανισμό, με τους πιο ταπεινωτικούς όρους. Αναγκαία προϋπόθεση δε γι’ αυτή την αποδοχή είναι η ολοκληρωτική καταρράκωση του ηθικού μας και της αυτοπεποίθησής μας. Αδιάκοπα, κάθε εβδομάδα, ο Γιανναράς σαλπίζει μέσα από τα κείμενά του πως «δεν υπάρχει πλέον ελπίδα για σένα». Στηρίζεται βέβαια στην πραγματικότητα της κρίσης, αλλά πλέον αυτή σκεπάζει καταθλιπτικά όλο τον ορίζοντα και δεν υπάρχει «διαφυγή καμιά». Στις 19/7//2009, εν είδει προοιμίου για αυτά που επρόκειτο να ακολουθήσουν, γράφει στο άρθρο του με τον εύγλωττο τίτλο, «Πότε τέλειωσε ιστορικά ο Ελληνισμός», πως «σε κάθε παραμικρή πτυχή του το σημερινό ελληνώνυμο κρατίδιο είναι μια ύβρις της ελληνικότητας». Ήταν τόσο κατεδαφιστική η κριτική του ώστε ο Κωνσταντίνος Δεσποτόπουλος θα νιώσει την ανάγκη να απαντήσει με μια επιστολή του στις 5/8/2009, υπό τον τίτλο «Δεν τελείωσε ιστορικά ο Ελληνισμός» όπου μεταξύ άλλων τονίζει:
….υπερέβη ο κ. Γιανναράς τα εσκαμμένα της στοχαστικής ευτολμίας και τα όρια της θεμιτής του δημόσιας προβολής προσωπικής γνώμης αρνητικής της εθνικής του λαού του ιδιότητας. [ ] Δεν μου επιτρέπεται όμως να ανεχθώ αφορισμούς, όπως «συνεχίζουμε να υπάρχουμε χωρίς πια να είμαστε Έλληνες» ή «ο Ελληνισμός τελείωσε ιστορικά με αργό και βασανιστικό (ταπεινωτικό) ψυχορράγημα που ξεκίνησε το 1833» και «Σε κάθε παραμικρή πτυχή του το σημερινό ελληνώνυμο κρατίδιο είναι μια ύβρις της ελληνικότητας».[ ]
Ανήκω στη γενεά των Ελλήνων, που, το επτάμηνο 1940-1941, έσωσαν την ελευθερία των λαών της Ευρώπης και την τιμή της ανθρωπότητας. Η ευλαβική μνήμη, λοιπόν, των ηρώων νεκρών της γενεάς εκείνης μου υπαγορεύει να διαμαρτυρηθώ έντονα για τον θλιβερό ισχυρισμό του κ. Γιανναρά ότι ο Ελληνισμός «τελείωσε ιστορικά». [ ]
Παρά τη γεωπολιτική ουτοπία και την αντιδρομή των καιρών, ο ελληνισμός, πιστεύω ακράδαντα, συνεχίζει την Ιστορία του, και μάλιστα με τα ίδια ελαττώματα, όπως και στο ένδοξο παρελθόν, και με ικανά χαρίσματα δημιουργικότητας και ηθικότητας, έστω και όχι εφάμιλλα προς εκείνα των μεγάλων στιγμών της ιστορίας του.
Εμείς οι πρεσβύτεροι οφείλομε να μην αποθαρρύνομε τη νέα γενιά των Ελλήνων, αλλά να την παροτρύνομε προς ηθική έξαρση και πνευματική μεγαλουργία και προς τους άλλους τρόπους του ευ ζην18.
Ένας εκατονταετής πρεσβύτης είχε το σθένος, τη δύναμη και το ήθος να αντιτάξει στις ύβρεις κατά του νεώτερου ελληνισμού το παράδειγμα μιας γενιάς που αγωνίστηκε ενάντια σε δυνάμεις πολύ υπέρτερες εκείνων του Ερντογάν και του Νταβούτογλου, ενάντια στον Μουσολίνι, τον Χίτλερ και, παρεμπιπτόντως, τον Τσολάκογλου. Εξάλλου ο κύριος καθηγητής γνωρίζει πως και αντίσταση στην Κατοχή υπήρξε και εθνικοαπελευθερωτικός αγώνας στην Κύπρο και αντίσταση στην Χούντα, και ο Σολωμός Σολωμού στην Κύπρο. Σπανίως όμως αναφέρεται σε αυτές τις στιγμές –και ποτέ, από όσο γνωρίζω, στις κινητοποιήσεις του ’60 για την Κύπρο και στην Αντίσταση στη δικτατορία, όταν και ο ίδιος ήταν ηλικιακά παρών– καθώς και σε αυτό που ο Σβορώνος έχει χαρακτηρίσει «αντιστασιακή υφή του νεώτερου ελληνισμού». Όμως αυτό το υβριστικό κείμενο έχει και την… ουρά του, που εδώ μας ενδιαφέρει κατ’ εξοχήν: Πράγματι, στις 30 Αυγούστου 2009, ακολουθεί το κείμενο «Η πρόκληση Νταβούτογλου»:
Εγκλωβισμένος στα ασφυκτικά αυτά δεδομένα ο τυχόν ανήσυχος Έλληνας πρέπει να διαπλεχθεί με τα ρεαλιστικά και οξυδερκή πολιτικά οράματα του κ. Νταβούτογλου από θέσεως μηδενικής, κυριολεκτικά, ισχύος. Δεν έχει πια η Ελλάδα περιθώρια να διαπραγματευθεί παρά μόνο, έναντι οποιουδήποτε τιμήματος, την ιστορική συνέχεια ελληνικής παρουσίας στον 21ο αιώνα, τη διάσωση (αποτροπή εξαφάνισης) του ελληνόφωνου κρατιδίου. Οι Τούρκοι αποκλείεται να αγνοούν ότι μπορούν, οποιαδήποτε στιγμή θελήσουν, να καταλύσουν το διαλυμένο και διεφθαρμένο κρατίδιο που μόνο «επανίδρυση» θα το έσωζε.19 [ ]
Η Ελλάδα βρίσκεται λοιπόν σε θέση «μηδενικής ισχύος» και δεν έχει περιθώρια παρά να διαπραγματευτεί «έναντι οποιουδήποτε τιμήματος την ιστορική συνέχεια του ελληνισμού», μια και οι Τούρκοι μπορούν «οποιαδήποτε στιγμή θελήσουν να καταλύσουν το διαλυμένο και διεφθαρμένο κρατίδιο» που εξ άλλου είναι απλώς «ελληνόφωνο». Βέβαια, μετά από μια καταιγιστική, και ολίγον καταθλιπτική, κριτική δεκαετιών του ελληνικού κράτους, ως απλώς ελλαδικού «μορφώματος» –Finis Graeciae και άλλα ηχηρά παρόμοια–, κάποια στιγμή υπάρχει και το αναπόφευκτο συμπέρασμα. Ας καταφύγουμε στις αγκάλες του νεο-οθωμανισμού.
Θα συζητούσαν, ίσως, οι Τούρκοι να δώσουν εγγυήσεις παράτασης της ελληνικής παρουσίας, αν πεισθούν ότι υπάρχει συμφερότερη γι’ αυτούς πολιτική από την τμηματική ή συνολική προσάρτηση των ελληνικών εδαφών. Το ενδεχόμενο διαπραγμάτευσης υποδηλώνεται στην περίπτωση Νταβούτογλου: Με τη δική του πολιτική λογική, συμφερότερη για την Τουρκία είναι η οθωμανική προοπτική αυτοκρατορίας, όχι η κεμαλική προοπτική του εθνικιστικού κρατισμού. Η αυτοκρατορία σήμαινε πάντοτε «τάξη πραγμάτων» (ordo rerum), το είδος της ειρηνικής συνύπαρξης διαφορετικών λαών και εθνοτήτων που εγκαινίασε η Ρώμη (pax romana), με άξονα ενότητας έναν ηγεμονικό λαό, διαχειριστή κοινών για όλους πολιτιστικών προτεραιοτήτων Ο κ. Νταβούτογλου μοιάζει να θέλει την Τουρκία όχι σε ρόλο κρατικής «περιφερειακής υπερδύναμης» που υπηρετεί μιαν αμερικανική Παγκόσμια Τάξη Πραγμάτων και προϋποθέτει την «εσωστρέφεια» του κεμαλικού εθνικισμού. Θέλει την Τουρκία φορέα του ισλαμικού πολιτισμού, με ηγετικό ρόλο στην προαγωγή της συνύπαρξης χωρών που βρίσκονταν κάποτε κάτω από την οθωμανική κυριαρχία. Να αποκτήσει ο ισλαμικός πολιτισμός, στον γεωγραφικό χώρο της άλλοτε οθωμανικής επικράτειας, πολιτική προτεραιότητα έναντι του εθνικού κράτους, το οποίο, ως τυπικά δυτικό προϊόν, είναι δυσαφομοίωτο στην Ανατολή20.
Εδώ, πλέον πλησιάζουμε στον παραλογισμό. Η νεο-οθωμανική Τουρκία, ισχυρή για τα βαλκανικά μεγέθη, αλλά, ταυτόχρονα, εσωτερικά υπονομευμένη από το Κουρδικό και τις λοιπές εσωτερικές της αντιθέσεις –αντιθέσεις, που οι πάντες υπογραμμίζουν–, μια χώρα που, από την παλιά οθωμανική Τουρκία, η οποία κατείχε τη μισή λεκάνη της Μεσογείου, έχει κρατήσει τη Μικρά Ασία και ένα τμήμα της Θράκης, συγκρίνεται με τη Ρώμη και την pax romana! Ο Χ.Γ. εξωραΐζει υπερβολικά τους Τούρκους και το οθωμανικό παρελθόν, αποκρύπτοντας το γεγονός πως η «οθωμανική ειρήνη» ποτέ δεν στηρίχτηκε σε κάποια πολιτισμική υπεροχή, αλλά πάντοτε στο ξίφος, τη λεηλασία, και την κυριαρχία πάνω σε ανώτερους πολιτισμούς, τον αραβικό, τον ελληνικό, τον περσικό, εν μέρει. Αντιπαραθέτει, τέλος, τον νεο-οθωμανισμό στον κεμαλισμό, αποκρύβοντας το γεγονός πως ο πρώτος προϋποθέτει ακριβώς την ισλαμο-κεμαλική σύνθεση στο εσωτερικό της Τουρκίας.
Και εξ άλλου ο Νταβούτογλου δεν δείχνει διόλου να συμμερίζεται τις φιλειρηνικές ονειροφαντασίες του Χ.Γ. Γράφει λοιπόν στο βιβλίο Το στρατηγικό βάθος, Η διεθνής θέση της Τουρκίας, προδιαγράφοντας τη συνέχεια στις τουρκικές διεκδικήσεις στο Αιγαίο και τη Θράκη. Ας δούμε ορισμένα χαρακτηριστικά αποσπάσματα:
Οι δύο σημαντικοί βραχυπρόθεσμοι και μεσοπρόθεσμοι στόχοι της εξωτερικής πολιτικής της Τουρκίας στα Βαλκάνια είναι η ισχυροποίηση της Βοσνίας και της Αλβανίας μέσα σε ένα πλαίσιο σταθερότητας και η δημιουργία ενός διεθνούς νομικού πλαισίου που θα θέσει υπό την προστασία του τις εθνικές μειονότητες της περιοχής. Στο νομικό αυτό πλαίσιο η Τουρκία πρέπει να επιδιώκει συνεχώς την εξασφάλιση εγγυήσεων που θα της παρέχουν το δικαίωμα παρέμβασης στα ζητήματα που αφορούν τις μουσουλμανικές μειονότητες των Βαλκανίων. Η νομιμότητα της επέμβασης της Κύπρου, που αποτελεί ένα εντυπωσιακό παράδειγμα στη σύγχρονη εποχή, κατέστη δυνατή εντός ενός τέτοιου είδους νομικού πλαισίου21.
Η στρατηγική του Νταβούτογλου, όπως καταδεικνύεται σε όλη την έκταση του βιβλίου του, όπου μέμφεται τον κεμαλισμό γιατί εγκατέλειψε την «αυτοκρατορία», –λες και μπορούσε να κάνει τίποτε άλλο όταν αγωνιζόταν για την επιβίωση της ίδιας της Τουρκίας– είναι ανοικτά αναθεωρητική-επεκτατική και γι’ αυτό καθόλου ειρηνική. Αντίθετα, θεωρεί τις μουσουλμανικές μειονότητες ως εργαλείο επέμβασης στις γειτονικές χώρες και γι’ αυτό φέρνει ως επιτυχημένο παράδειγμα εκείνο της Κύπρου. Και προφανώς, η Θράκη, βουλγαρική και ελληνική είναι τα δύο επόμενα πεδία άσκησης αυτής της φιλειρηνικής πολιτικής! Και ο αναθεωρητισμός του δεν περιορίζεται στη χρήση των μειονοτήτων. Δίνει ιδιαίτερο βάρος στην «εγκατάλειψη» των νησιών του Αιγαίου από τις παλαιότερες τουρκικές κυβερνήσεις.
Σήμερα γίνονται ορατά τα αποτελέσματα της στρατηγικής αμέλειας που επιδείχθηκε στο ζήτημα της απεμπόλησης του ελέγχου των νησιών του Αιγαίου, ούτως ώστε να εγκαταλειφθούν μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Όπως ελέγχει η Τουρκία μέσω των Στενών τον «παλμό» του στρατηγικού ελαφρού υπογαστρίου της Ρωσίας, με τον ίδιο τρόπο και η Ελλάδα, μέσω των νησιών του Αιγαίου, απέκτησε το ίδιο στρατηγικό πλεονέκτημα έναντι της Τουρκίας. Το σημείο με τις μεγαλύτερες πιθανότητες εμπλοκής σε σύρραξη της Τουρκίας είναι τα νησιά του Αιγαίου, που στενεύουν σε σημαντικό βαθμό τον ζωτικό χώρο της. Και ο λόγος είναι τα ασυγχώρητα λάθη που έγιναν ως συνέπεια της ανυπαρξίας μίας συνεπούς θαλάσσιας στρατηγικής22.
Η εμμονή του όμως με το Αιγαίο και τα νησιά του, τα οποία δεν αποτελούν τμήμα οργανικό της Ελλάδας για τέσσερις χιλιάδες χρόνια, αλλά απλώς «προέκταση της γεωλογικής δομής της χερσονήσου της Μικράς Ασίας», καταδεικνύει με ενάργεια τη χιτλερική αντίληψη του «ζωτικού χώρου», που χαρακτηρίζει ολόκληρο το πόνημά του. Το γεγονός πως έχουμε θαλάσσια σύνορα με την Τουρκία μέσω των νησιών μας δεν θωρείται ένα φυσιολογικό γεγονός, όπως συμβαίνει για όλα τα σύνορα μεταξύ των χωρών, αλλά μια βασική ανωμαλία, που προφανώς θα πρέπει να αρθεί, προϊδεάζοντάς μας για το τι πρέπει να περιμένουμε από τους Τούρκους στο Αιγαίο.
Το γεγονός ότι η συντριπτική πλειονότητα των νησιών του Αιγαίου βρίσκεται υπό ελληνική κυριαρχία αποτελεί το σημαντικότερο αδιέξοδο της πολιτικής της εγγύς θαλάσσιας περιοχής της Τουρκίας, βασική πηγή προβλήματος στο Αιγαίο είναι η αγεφύρωτη αντίφαση μεταξύ της γεωλογικής και γεωπολιτικής πραγματικότητας και του ισχύοντος καθεστώτος. Το γεγονός ότι τα νησιά του Αιγαίου είναι φυσική προέκταση της γεωλογικής δομής της χερσονήσου της Μικράς Ασίας και το ότι ο πολιτικός διαχωρισμός που έχει προκύψει, σε αντίθεση με τις γεωπολιτικές αναγκαιότητες, με τις διεθνείς συνθήκες έχει επικυρωθεί υπέρ της Ελλάδας, παρέχουν το κατάλληλο έδαφος για να αναφύονται διάφορα ζητήματα, όπως η υφαλοκρηπίδα, τα χωρικά ύδατα, ο εναέριος χώρος, η ζώνη FIR, τα πεδία διοίκησης και ελέγχου και ο εξοπλισμός των νησιών. Η εγγύτητα ενός σημαντικού μέρους των ελληνικών νησιών στη μικρασιατική ακτή σε τέτοιο βαθμό, ώστε να μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως επιχειρησιακή βάση εναντίον της Μικράς Ασίας, και η περικύκλωση των υδάτινων διαδρόμων, που εξασφαλίζουν το πέρασμα από την Προποντίδα στη Μεσόγειο, από αυτά τα νησιά, αξιολογούνται από την Τουρκία ως ένα πολύ σοβαρό κενό ασφάλειας23.
Παρ’ όλα αυτά όμως, ο κύριος Γιανναράς συνεχίζει στο ίδιο άρθρο το παραλήρημά του, ανακαλύπτοντας ένα ρόλο για τους Έλληνες ως θεραπαινίδες των Τούρκων:
Με αυτή την πολιτική λογική οι μόνοι με τους οποίους θα μπορούσε να συζητήσει ο κ. Νταβούτογλου (και τους χρειάζεται ως καταλύτη ρεαλισμού των στόχων του) είναι οι Έλληνες. [ ] Με ποιες προϋποθέσεις η προτεραιότητα του πολιτισμού μπορεί να αναδείξει την Τουρκία άξονα μιας αυτοκρατορικής «ειρήνης» στον χώρο της άλλοτε οθωμανικής κυριαρχίας με όρους όχι αντιπαλότητας, αλλά συνεργασίας με τη Δύση; Αυτό μπορούν οι Ελληνες, για δεύτερη φορά στην Ιστορία, να το χειριστούν για λογαριασμό των Τούρκων αποτελεσματικά24.
Αυτός λοιπόν είναι ο ιστορικός ρόλος των Ελλήνων: «να χειριστούν για λογαριασμό των Τούρκων αποτελεσματικά» τις σχέσεις της Τουρκίας με τη Δύση! Και μάλιστα «για δεύτερη φορά στην Ιστορία»!

κεμαλισμός και τούρκικο ισλάμ

Οι Τούρκοι, όντως, χρησιμοποίησαν ορισμένους Έλληνες ραγιάδες, μετά την κατάκτηση, ως ανώτερους κρατικούς υπαλλήλους, διότι οι ίδιοι ήταν μάλλον αγράμματοι –παρότι περιοδικά τους καρατομούσαν–, καθώς και τους Έλληνες, Εβραίους και Αρμένιους εμπόρους, δεδομένου ότι οι ίδιοι κρατούσαν στα χέρια τους μόνο τον στρατό και τη διοίκηση.
Όλα αυτά υπήρξαν συνέπεια της ταχύτατης επέκτασης ενός νομαδικού και σχετικά ολιγάριθμου λαού, σε μια τεράστια έκταση, που άρχιζε από το Μαρόκο και έφθανε στη Βιέννη. Υποχρεωτικά, λοιπόν, υπήρξε ένας «καταμερισμός εργασίας», που ανέθεσε σε τμήματα των κατακτημένων λαών κάποιες λειτουργίες, που στην Αίγυπτο, π.χ., περιελάμβαναν τους Μαμελούκους, στους Άραβες τους τοπικούς φυλάρχους, κ.λπ.
Όλες οι μεγάλες αυτοκρατορίες πραγματοποιούσαν έναν ανάλογο καταμερισμό, που στηριζόταν στα συγκριτικά πλεονεκτήματα που διέθετε ο κατακτητικός λαός. Οι Έλληνες, με τον Αλέξανδρο, διέθεταν την τεράστια πολιτιστική τους υπεροχή έναντι των κατακτημένων λαών, γι’ αυτό και στηρίχτηκαν στην γλώσσα και τον πολιτισμό κατ’ εξοχήν. Οι Ρωμαίοι διέθεταν το «συγκριτικό πλεονέκτημα» της κρατικής οργάνωσης και της δημιουργίας υποδομών που επιβιώνουν μέχρι σήμερα –δρόμοι, λιμάνια, υδραγωγεία–, το Βυζάντιο στηριζόταν σε ένα συνδυασμό του ελληνικού πολιτισμού, της ρωμαϊκής οργάνωσης και της ορθόδοξης πνευματικότητας.
Οι αυτοκρατορίες των μογγολικών και τουρανικών φύλων, από την Κίνα έως την Ινδία, την Περσία, την αραβική Αυτοκρατορία, τη Ρωσία και την οθωμανική Αυτοκρατορία, πλεονεκτούσαν αποφασιστικά στον τομέα του πολέμου και μειονεκτούσαν στους λοιπούς. Γι’ αυτό και παντού η ηγεμονία τους στηριζόταν στην προτεραιότητα του ξίφους και θα προσπαθεί να χρησιμοποιεί εγχώριους, που διέθεταν ανώτερο πολιτισμό, στους υπόλοιπους τομείς. Όταν όμως, μπροστά στις οικονομικές και κοινωνικές εξελίξεις που έφερε η ανάπτυξη του καπιταλισμού στη Δύση, οι Οθωμανοί Τούρκοι απώλεσαν και το συγκριτικό πλεονέκτημα του ξίφους, διότι πλέον η στρατιωτική κυριαρχία απαιτούσε υψηλό βαθμό οικονομικής, κοινωνικής και πολιτισμικής συγκρότησης, άρχισε η κατάρρευση της Αυτοκρατορίας, που την οδήγησε στα πρόθυρα της πλήρους αποσύνθεσης μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.
Οι Νεότουρκοι και ο Κεμάλ διέγνωσαν την ανάγκη της μετάβασης στο εθνιστικό στάδιο των Τούρκων, ως συνέχεια του αυτοκρατορικού. Δηλαδή την οικοδόμηση ενός ομοιογενούς –κατά το δυνατόν– τουρκικού έθνους, με την εκδίωξη και την εξόντωση των χριστιανικών κοινοτήτων και εθνών και την ενσωμάτωση των μουσουλμανικών πληθυσμών στον τουρκισμό. Αυτή η στρατηγική ολοκληρώθηκε με την εκδίωξη των Ελλήνων της Κωνσταντινούπολης, το 1955-1960, και τη δημιουργία, συχνά εκ του μηδενός, και με την άμεση κρατική στήριξη, μιας εγχώριας βιομηχανίας, ενός συνεκτικού εκπαιδευτικού μηχανισμού και ενός κράτους που να διοικείται εξ ολοκλήρου από Τούρκους.
Πλέον το νέο τουρκικό κράτος δεν είχε ανάγκη από Έλληνες ή Αρμενίους για να διαχειρίζονται την οικονομία του, αντίθετα τους εξόντωσε και ανέδειξε μια νέα εθνική τουρκική ελίτ στη θέση τους. Το μόνο σημείο αποτυχίας αυτής της στρατηγικής υπήρξε η εθνική επιβίωση των Κούρδων, που, σε αντίθεση με άλλους μουσουλμανικούς πληθυσμούς, δεν εντάχθηκαν στο μουσουλμανικό-κεμαλικό melting pot. Και εδώ βρίσκεται η διαστρέβλωση που επιχειρεί όλη η φιλο νέο-οθωμανική ελληνική ελίτ –πολιτικοί και διανοούμενοι. Παρουσιάζουν τον κεμαλισμό ως αντίπαλο του ισλάμ, ενώ στην πραγματικότητα ο κεμαλισμός επεχείρησε –και επέτυχε σε μεγάλο βαθμό– να μετατρέψει το τουρκικό ισλάμ σε τουρκικό έθνος. Ο δε νεο-οθωμανισμός δεν είναι τίποτε άλλο παρά η «επιστροφή» του τουρκισμού ως αποφασιστικού παράγοντα στην περιοχή, με βάση την εσωτερική οικονομική, δημογραφική και στρατιωτική ισχύ του τουρκικού έθνους. Η καταιγιστική επανεμφάνισή του αποτελεί συνέπεια της κρίσης όλων σχεδόν των αντιπάλων του στην περιοχή και έχει ως αφετηρία την επιτυχημένη εισβολή στην Κύπρο το 1974, όπου, καθόλου τυχαία, στην προεδρία της κυβερνήσεως βρισκόταν ο «κεμαλιστής» Ετσεβίτ και στην αντιπροεδρία ο «ισλαμιστής» Ερμπακάν. Εν συνεχεία, η κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης και του ανατολικού στρατοπέδου, η ουσιαστική διάλυση του αραβικού κόσμου με τη διπλή εισβολή στο Ιράκ, η αποσύνθεση της Γιουγκοσλαβίας και η εσωτερική οικονομική ηθική και πνευματική παρασιτοποίηση της Ελλάδας, προσέφεραν ιδεώδεις συνθήκες για την ανάπτυξη του νεο-οθωμανισμού. Για τριανταπέντε χρόνια, τουλάχιστον, όλα μοιάζουν να είναι ευνοϊκά για την Τουρκία, εκτός από το κουρδικό αγκάθι.
Ο νεο-οθωμανισμός εμφανίζεται, και εν μέρει συνιστά, μια όψη της ισλαμο-κεμαλικής σύνθεσης, διότι η ενίσχυση του ισλάμ, σε όλον τον μουσουλμανικό κόσμο, προσφέρει την ευκαιρία στην Τουρκία να χρησιμοποιήσει και την ισλαμική παράμετρο, παράλληλα με τα λοιπά οικονομικά και γεωστρατηγικά της όπλα. Έτσι, το ισλάμ αποτελεί ένα όπλο για την αποδυνάμωση της κουρδικής εθνικής ταυτότητας, την επαναπροσέγγιση με όλες τις μουσουλμανικές μειονότητες ή πλειονότητες –όπως στην Αλβανία– των Βαλκανίων, για επανασύνδεση με τις τουρκόφωνες ή μη μουσουλμανικές χώρες της Κεντρικής Ασίας, για την διείσδυση στον αραβικό κόσμο. Κατά συνέπεια, ακόμα και αν δεν υπήρχε κάποιο γηγενές ισλαμικό κύμα στο εσωτερικό της Τουρκίας, θα έπρεπε να εφευρεθεί! Γι’ αυτό και την απαρχή της γενικευμένης επανισλαμοποίησης της Τουρκίας θα την βρούμε στον ακραιφνή κεμαλικό στρατηγό Κενάν Εβρέν, που με σύμβουλο τον Οζάλ, θα ενισχύσει τους μουσουλμανικούς μεντρεσέδες και τις ισλαμικές οργανώσεις στην Τουρκία, μετά το 1980. Ο τουρκισμός, επειδή θέλει να ενσωματώσει τους κουρδικούς πληθυσμούς στο εσωτερικό, και να παρέμβει στο εξωτερικό έχει ανάγκη από το ισλάμ, κατά τον ίδιο τρόπο που, στα 1922, είχε ανάγκη από τον κεμαλισμό για να συγκροτήσει εσωτερικά το τουρκικό έθνος-κράτος.
Οθωμανισμός και νεοθωμανισμός
Υπ’ αυτές τις συνθήκες, οι Τούρκοι δεν έχουν πλέον ανάγκη τους Έλληνες, ως «μεσολαβητές» με τη Δύση ή ως οικονομικούς «ενδιάμεσους», διότι και τη μεσολάβηση με τη Δύση την έχουν αναλάβει πλέον οι ίδιοι αυτοπροσώπως και με εξαιρετική αποτελεσματικότητα, και στο οικονομικό πεδίο αποτελούν ήδη την 17η χώρα στον κόσμο από την άποψη του ΑΕΠ. Σε τι λοιπόν θα χρειάζονταν την Ελλάδα και τους Έλληνες νεο-φαναριώτες; Και όμως, ο κύριος Γιανναράς πιστεύει πως μπορεί να κάνει κάποιες «υποδείξεις» στον Νταβούτογλου στο αμέσως επόμενο άρθρο-επιφυλλίδα του («Νεο-οσμανιδών και Βρυξελλών γεφύρωση», Καθημερινή, 6 Σεπτεμβρίου 2009.)
Θα είχε ενδιαφέρον ένας Έλληνας να υποδείξει στον κ. Νταβούτογλου τη δυνατότητα, προκειμένου να καταστεί η Τουρκία άξονας πολιτιστικής συνοχής (με συνέπειες πολιτικής συνύπαρξης) των χωρών της άλλοτε οθωμανικής επικράτειας. Αν αποδεχθεί την υπόδειξη, τότε ο Ελληνας θα μπορούσε να παζαρέψει τη συμπερίληψη και της Ελλάδας στην πολιτική συνύπαρξη. [ ]
Θα μπορούσε επομένως να συμπεράνει κανείς ότι το πολιτικό όραμα του Αχμέτ Νταβούτογλου για την Τουρκία θα αποκτούσε ρεαλιστική βάση, με τις ακόλουθες προϋποθέσεις:
Πρώτον, αν συνειδητοποιηθεί από τους φορείς του οράματος ότι η οθωμανική («αυτοκρατορική») προοπτική της Τουρκίας είναι ασυμβίβαστη με τον εκδυτικισμό της, άρα και με τον κεμαλισμό, τα δυτικά ιδεολογήματα περί «λαϊκού» (άθρησκου) κράτους. Τα τελευταία χρόνια η πλειονότητα του λαού μοιάζει να συνειδητοποιεί αυτή την αλήθεια.[ ]
Τρίτον, να λειτουργήσει η Ελλάδα ως πολιτισμικός (άρα και πολιτικός) καταλύτης δημιουργικής συμπόρευσης αυτής της μετα-βυζαντινής Ανατολής (υπό τη Νεο-οσμανική ηγεσία) με τη μετα-ρωμαϊκή Δύση (υπό την ηγεσία των Βρυξελλών). Η Δύση διεκδικεί τη συνέχεια του αρχαιοελληνικού κληροδοτήματος, η Τουρκία τη συνέχεια του Βυζαντίου. Η υπαγωγή του σημερινού Ελλαδισμού υπό την οθωμανική επιρροή με παράλληλη τη μετοχή του στην Ευρωπαϊκή Ενωση, θα ήταν ίσως η τελευταία ευκαιρία να επανέλθει, με ενεργό μετοχή, στο ιστορικό γίγνεσθαι ο Ελληνισμός.
Αν διέσωζε ελληνικότητα το ελλαδικό κρατίδιο25.
Πρόκειται όντως για ένα εκπληκτικό σενάριο, το οποίο αγνοεί επιδεικτικά και σκανδαλωδώς την αντικειμενική πραγματικότητα. «Ένας Έλληνας» (στη συγκεκριμένη περίπτωση, ο κ. Γιανναράς) υποδεικνύει στον Τούρκο Υπουργό Εξωτερικών πως η Τουρκία μπορεί να καταστεί «άξονας πολιτιστικής συνοχής των χωρών της άλλοτε οθωμανικής επικράτειας». Έλληνες και Τούρκοι, Σέρβοι και Κοσοβάροι θα αποκτήσουν «πολιτιστική συνοχή» κάτω από την επικυριαρχία της Τουρκίας! Θανάσιμοι και προαιώνιοι αντίπαλοι, που μόνο μια μακρόχρονη ισορροπία δυνάμεων θα τους επέτρεπε να συμβιώσουν ειρηνικά και ισότιμα, θα ενταχθούν εθελόδουλα κάτω από την οθωμανική κυριαρχία! Και δεν βλέπει ο «Έλληνας» συνομιλητής του κ. Νταβούτογλου πως η υπαγωγή μας υπό οθωμανική κυριαρχία, στο παρελθόν, έγινε διότι οι Τούρκοι κατέλαβαν και υπέταξαν τον ελληνικό και ορθόδοξο κόσμο των Βαλκανίων και ότι οι παλαιοί Φαναριώτες είχαν υπέρ αυτών το ελαφρυντικό, ότι λειτουργούσαν υπό κατοχήν και υπηρετούσαν εξ ανάγκης τους Οθωμανούς, σε αντίθεση με τους σημερινούς εθελόδουλους, οι οποίοι επιθυμούν να υποταχθούν χωρίς καν να δώσουν τη μάχη της αυτονομίας.
Ακόμα περισσότερο, ο Γιανναράς ανασυστήνει την οθωμανική Αυτοκρατορία από τις στάχτες της, ξεπερνώντας και τα πιο υπεραισιόδοξα όνειρα των Τούρκων τουρανιστών: Η Δύση της Ευρώπης ανήκει στις Βρυξέλλες και η Ανατολή στη νεο-οθωμανική Τουρκία, υπό την ηγεμονία της οποίας θα πρέπει ασμένως να υπαχθούμε! Έτσι, ταυτίζεται απολύτως με την αγγλοαμερικανική στρατηγική που βλέπει την Ευρώπη να διευρύνεται προς την Τουρκία, αφήνοντας απ’ έξω τον ορθόδοξο πόλο και τη Ρωσία. Και ο «ορθόδοξος» κύριος Γιανναράς αντί έστω να δει μια συμμαχία με την ορθόδοξη Ευρώπη, προτείνει την υπαγωγή μας στο φιλοδυτικό τουρκικό ισλάμ, ευθυγραμμιζόμενος απόλυτα με την αμερικανική στρατηγική.
Και όμως, όπως αναρίθμητες φορές έχουμε τονίσει την τελευταία περίοδο, η προσπάθεια των Νταβούτογλου-Ερντογάν να μιμηθούν την οθωμανική αυτοκρατορία, όχι απλώς κατ’ αναλογίαν, αλλά κυριολεκτικώς, τους σπρώχνει να απλώνουν τα πόδια τους πολύ έξω από εκεί που φτάνει το πάπλωμά τους. Μια πολιτική που επιχειρεί να είναι ταυτόχρονα δυτική και ισλαμική, σε μια περίοδο σύγκρουσης μεταξύ Ισλάμ και Δύσης, οδηγεί αναπόφευκτα σε αδιέξοδα· όπως φαίνεται να γίνεται με τη σχέση Τουρκίας-Ισραήλ, και κατ’ επέκταση τη σχέση Τουρκίας-ΗΠΑ, όπως κατεδείχθη την τελευταία περίοδο με την περίπτωση της Γάζας. Και το κουρδικό αγκάθι επιταχύνει και επιδεινώνει αυτή την όξυνση. Διότι, πλέον, η Τουρκία δεν περιορίζεται στην «εκπροσώπηση» του μετριοπαθούς ισλάμ, απέναντι στη ριζοσπαστική αντιδυτική εκδοχή του Ιράν, όπως ήταν ο αμερικάνικος σχεδιασμός, αλλά εσχάτως συμμαχεί με το Ιράν. Και αυτή η δραματική μεταστροφή είναι συνέπεια του κουρδικού ζητήματος. Διότι η ίδρυση ενός ημιανεξάρτητου κουρδικού κράτους στο Βόρειο Ιράκ επιτείνει τους φόβους της Τουρκίας (15-20 εκατ. Κούρδοι) και του Ιράν (12 εκατ.) με αποτέλεσμα τη σταδιακή προσέγγιση μεταξύ τους. Έτσι όμως ακυρώνεται η αμερικανο-ισραηλινή στρατηγική της αντιπαράθεσης με το Ιράν και η Τουρκία γέρνει «μονόπαντα» προς την Ανατολή. Είτε λοιπόν θα ανακρούσει πρύμναν, ακυρώνοντας ή μετριάζοντας το ισλαμικό άνοιγμα, είτε θα συνεχίσει και θα χάσει την δυτική στήριξη.
Επί πλέον, ο ισλαμικός προσανατολισμός παροξύνει την αντίθεση με το λαϊκό τουρκικό στοιχείο στο εσωτερικό και ιδιαίτερα τους Αλεβίτες (πάνω από 20 εκατομ.) Ένας Αλεβίτης κουρδικής καταγωγής, ο Κεμάλ Κιλιντζάρογλου, ανεδείχθη πρόσφατα σε ηγέτη του δυτικόφιλου Ρεπουμπλικανικού Κόμματος και προηγείται στις δημοσκοπήσεις! Έτσι, οι κύριοι Ερντογάν και Νταβούτογλου κινδυνεύουν να χάσουν την εξουσία. Για να αντιμετωπίσουν αυτόν τον κίνδυνο επιτείνουν τον ισλαμικό προσανατολισμό τους, απευθυνόμενοι στους σουνίτες, που αποτελούν το 70% του πληθυσμού με αποτέλεσμα να απομακρύνονται ακόμα περισσότερο από τη Δύση!
Κατά συνέπεια, η εξίσωση Νταβούτογλου δεν «βγαίνει» όταν οξύνονται οι αντιπαραθέσεις στην περιοχή, αντίθετα έχει ως προϋπόθεση την «ειρήνη» του νεκροταφείου, δηλαδή ότι όλοι οι υπόλοιποι και προπαντός οι Κούρδοι, θα δέχονται αδιαμαρτύρητα την πολιτική του κυρίου καθηγητή και του αλαζόνα πρωθυπουργού του. Επειδή όμως αυτά δεν μπορούν να συμβούν στην πραγματική ζωή και η ευνοϊκή συγκυρία των δεκαετιών 1990-2000 δεν θα κρατήσει εσαεί, ο νέο-οθωμανισμός έχει όρια και η στάση των Ελλήνων νεο-οθωμανών δεν είναι ρεαλιστική, απλώς τον φόβο τους αντανακλά.
Από αυτή την άποψη, λοιπόν, και το βιβλίο του κυρίου Νταβούτογλου, επιχειρώντας να χύσει τον νεο-οθωμανισμό στο καλούπι του οθωμανισμού, και μάλιστα εκείνου της ακμής, δεν είναι ρεαλιστικό και αν ακολουθηθεί κατά γράμμα οδηγεί σε πολεμικές περιπέτειες. Μόνο ενδεικτικά, ως κατεύθυνση και κατ’ αναλογίαν προς τον οθωμανισμό, μπορεί να λειτουργήσει ο νεο-οθωμανισμός. Η Τουρκία δεν μπορεί να ξαναγίνει «αυτοκρατορία», όπως ονειρεύεται ο Νταβούτογλου και οι Έλληνες κολαούζοι του. Μπορεί όμως να αποπειραθεί, και το επιτυγχάνει μέχρι σήμερα, να γίνει μια σημαντική περιφερειακή δύναμη και να υποτάξει όσους από τους γείτονές της δεν προβάλλουν αντίσταση, ούτε αντιπαραθέτουν μια εναλλακτική στρατηγική.
Η Τουρκία λοιπόν δεν αποτελεί τον μοναδικό και πανίσχυρο πόλο της Ανατολής. Διότι ο αραβικός κόσμος δεν θα βρίσκεται αιωνίως στη σημερινή κατάσταση καθίζησης. Η ίδια η Τουρκία στο εσωτερικό της έχει να διαχειριστεί τόσο το άλυτο κουρδικό ζήτημα, όσο και την υποβόσκουσα σύγκρουση των αλεβιτών «με την σουνιτική επανισλαμοποίηση. Τέλος μια νέα εκδοχή βαλκανικής συμμαχίας, όπως εκείνη του 1912, θα μπορούσε να αντιτάξει στον τουρκικό όγκο έναν ανάλογης δυναμικότητας βαλκανικό πόλο. Και για κάτι τέτοιο θα αρκούσε μία προϋπόθεση, να εμποδιστεί η είσοδος της Τουρκίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Ακόμα δε η ίδια η Ελλάδα, αν αποφάσιζε να αντιμετωπίσει ενεργά την τουρκική απειλή, δεν πρέπει να ξεχνάμε πως έχει ακόμα ένα εισόδημα που αντιστοιχεί στα 2/5 του τουρκικού και αγωνίζεται υπέρ βωμών και εστιών. Όσο για τη Ρωσία, δεν θα βρίσκεται διαρκώς στη θέση του απλού εταίρου της Τουρκίας, ούτε στην Ελλάδα θα είναι για πολύ ακόμα πρωθυπουργός ο Γιώργος. Όλες λοιπόν οι θρηνωδίες πως είμαστε χαμένοι πριν δώσουμε τη μάχη και πως οι Τούρκοι μπορούν όποτε θέλουν «να καταλύσουν το διαλυμένο και διεφθαρμένο κρατίδιο», αποτελούν επιχειρήματα εκείνων που δεν θέλουν να δώσουν τη μάχη, και που εξ άλλου καμία μάχη δεν έδωσαν ποτέ στη ζωή τους.
Για όλους αυτούς τους λόγους, η ολοκλήρωση του νεο-οθωμανισμού δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί με απλή ένταξη της Ελλάδας σε μια «νεο-οθωμανική σφαίρα», αλλά προϋποθέτει την πλήρη υποταγή της Ελλάδας και της Κύπρου. Γι’ αυτό και η Τουρκία συνεχίζει τη στρατιωτική παρουσία στην Κύπρο και την επιθετικότητα στο Αιγαίο, χαλώντας το παιγνίδι των εγχώριων νεο-οθωμανών, που εμφανίζονται έτσι «οθωμανικότεροι»των Τούρκων. Ο ελληνισμός και η νεο-οθωμανική στρατηγική έρχονται σε ευθεία αντιπαράθεση και αυτό δεν μπορούν να το ανατρέψουν ούτε οι πολιτικοί ούτε κάποιοι διανοούμενοι είτε του εκσυγχρονιστικού και του «ανανεωτικού» χώρου, είτε του πατριαρχικού. Βέβαια, μπορούν να κάνουν και κάνουν πολλά, δηλαδή μας αφοπλίζουν, κυριολεκτικά και ιδεολογικά, απέναντι στην τουρκική επιθετικότητα. Ωστόσο δεν μπορούν, τουλάχιστον για αρκετά χρόνια ακόμα, να άρουν οριστικά τους όρους του θεμελιώδους ανταγωνισμού ελληνισμού και τουρκισμού.
Μέσα από μια περίεργη αναστροφή, μια πανουργία της ιστορίας, δυτικόφιλοι και διεθνιστές, άθεοι και ορθόδοξοι, αριστεροί και δεξιοί, διανοούμενοι και επιχειρηματίες, δημοσιογράφοι και πολιτικοί, πατριαρχικοί και βρυξελλόβιοι, καταλήγουν στα ίδια συμπεράσματα που με μια εμβληματική φράση –finis Graeciae– είχε συνοψίσει ο Γιανναράς: πλέον, καμία μάχη δεν αξίζει να δοθεί και θα πρέπει να παραδοθούμε στη μοίρα μας.
Μια καθολική «επαναφορά»
Δηλαδή, οι απόψεις του Γιανναρά δεν αποτελούν μία και μόνο «στιγμή» στην αρθρογραφία του, αλλά ένα σύστημα σκέψης το οποίο καθίσταται σταδιακά κυρίαρχο στον προβληματισμό του, ο οποίος εγκαινιάζει μια ολοκληρωτική μεταστροφή, από το 2005 τουλάχιστον και μετά –αρχικώς με τη λυσσαλέα επίθεση εναντίον της ελλαδικής εκκλησίας και του Χριστόδουλου– ενώ εν συνεχεία αναπτύσσεται με εξαιρετική ταχύτητα, στο βαθμό που βαθαίνουν οι σχέσεις του με το Πατριαρχείο και τον σημερινό κάτοχο του Οικουμενικού θρόνου. Εξ άλλου, στις 2 Μαΐου, θα γράψει μία ακόμα επιφυλλίδα με τον χαρακτηριστικό τίτλο «Κυβέρνηση “επιστρατευμένης” ποιότητας», όπου θα συνδέσει την εξωτερική πολιτική της Ελλάδας με την εσωτερική και θα προτείνει τον… Βγενόπουλο για νέο εθνικό ηγέτη, με κυριολεκτικά διθυραμβικούς τόνους:
Η συνέντευξη Βγενόπουλου στους «Νέους Φακέλους» του ΣΚΑΪ (19 Απριλίου 2010) πρέπει, λογικά, να έδωσε ελπίδα σε νοήμονες Έλληνες: Είχαν την ευκαιρία να δουν, σε ζωντανή εικόνα, δείγμα ανθρώπινης ποιότητας και ηγετικού χαρίσματος από τους κόλπους της ελληνικής κοινωνίας, έξω από τις συντεχνίες των επαγγελματιών της πολιτικής.
Λόγος στέρεος, ευθύβολος, λιτός, εντόπιζε προβλήματα, έδειχνε λύσεις, δεν ενδιαφερόταν για τις εντυπώσεις. Κόμιζε συγκεκριμένες, ρεαλιστικές προτάσεις ο λόγος του Α. Βγενόπουλου, όχι ιδεολογήματα, επιφάσεις λύσεων και υπεκφυγές. Ηταν έκπληξη, σε συζήτηση για τα κοινά, η φανερή ειλικρίνεια του συνομιλητή, η προσωπική μετοχή του και έγνοια, έκτυπη στα λεγόμενα, αλλά και στο ύφος, στη φυσιογνωμική εκφραστική, στις αφτιασίδωτες εκρήξεις της οργής του.
Για τους νοήμονες Ελληνες, ήταν σημάδι ελπίδας. Άκουγαν όχι έναν, ιδιοφυή ίσως αλλά άσχετον με την πράξη πολιτικό αναλυτή ή θεωρητικό της οικονομίας, είχαν μπροστά τους έναν από τους σημαντικότερους παράγοντες του οικονομικού βίου της χώρας. Και μιλούσε γλώσσα, που ενώ αφορούσε στην οικονομία και στην πολιτική της διαχείριση, πρόδιδε βιωματική εμπλοκή, πόνο για ό,τι απηχεί η λέξη «πατρίδα», για την τιμή και υπόληψη του κοινού μας ονόματος. Γνωρίσματα ανύπαρκτα στον λόγο και των καλύτερων από τους επαγγελματίες της πολιτικής26.
Ο κύριος καθηγητής μπορεί όντως να ανακαλύπτει εξωφρενικές αρετές ακόμα και για τα μεγαλύτερα λαμόγια. Πάντως, ο Βγενόπουλος πραγματοποίησε τον Δεκέμβριο του 2009 το δικό του «προσκύνημα» στο Φανάρι και προέβη στις ακόλουθες αξιοσημείωτες δηλώσεις:
Εμείς θεωρούμε ότι το φυσικό περιβάλλον των μεγάλων επιχειρηματικών ομίλων αναπτύσσεται σε διάφορες χώρες και στην Ελλάδα και στην Τουρκία και στις υπόλοιπες βαλκανικές χώρες και στην Κύπρο. Είμαστε στην πραγματικότητα μία αγορά. Οι πολίτες όλων των χωρών δεν έχουμε να χωρίσουμε απολύτως τίποτα και οι επιχειρήσεις και οι πολίτες, όλοι μαζί, σε όλες αυτές τις χώρες, παλεύουμε για μία ευημερία, την οποία ελπίζουμε κάποια στιγμή να συμμερίζονται και οι κυβερνήσεις και να μη μας δημιουργούν εμπόδια.
Ίσως να προετοιμάζει κάποια νέα μεταπώληση, μεγαλύτερης κλίμακας αυτή τη φορά, μια και, ούτως ή άλλως, όλοι «μια αγορά είμαστε». Μια και ο εκλεκτός του Χατζηνικολάου, της Καθημερινής/Σκάϊ είναι ο ειδικευμένος στις μεταπωλήσεις «εθνικός επιχειρηματίας», που πούλησε τον ΟΤΕ στους Γερμανούς, και την Ολυμπιακή στην Aegean, ενώ, τρεις μέρες μετά το άρθρο του κ. Γιανναρά, επέπρωτο, με τη στάση του και την εγκληματική του ελαφρότητα, να συμβάλει στην δολοφονία των υπαλλήλων της τράπεζας του. Και, όμως, αυτός ο αμετροεπής και δημοσιολάγνος μεταπράτης, που τα κατάφερε να κάνει άνω κάτω ακόμα και τον… Παναθηναϊκό, αποκτά ως μη όφειλε και την υποστήριξη του κ. Γιανναρά και του Πατριάρχη. Και εξ άλλου, σύμφωνα με τις εκθέσεις της Τράπεζας της Ελλάδας, ο Βγενόπουλος είναι ο βασικός χρηματοδότης του Βατοπαιδίου, το οποίο κάλυψε –περιέργως;– μέχρι τέλους ο Πατριάρχης27. Καθόλου τυχαία πλέον, λοιπόν, ο κ. Γιανναράς θα συμπορεύεται στις πολιτικές του επιλογές με τον κ. Παπαχελά, τον κ. Βγενόπουλο και tutti quanti. Τόσος δρόμος έχει διανυθεί προς την «εθνική ενότητα».
Και η κατακλείδα –και αφορμή για τη συγγραφή αυτού του μακροσκελούς κειμένου–, το τελευταίο πόνημά-επιφυλλίδα του, επ’ ευκαιρία της κυκλοφορίας στην Ελλάδα του βιβλίου του Νταβούτογλου, που αφήνει εκστατικό τον κύριο καθηγητή, όσο τουλάχιστον τον άφησε και ο… Βγενόπουλος. Γράφει, στις 13/6/2010 σε ένα ακόμα κείμενο με τον χαρακτηριστικό τίτλο «Στρατηγική λογική κατέναντι αφασίας».
Κυκλοφόρησε πριν από λίγες μέρες, μεταφρασμένο στα ελληνικά, το βιβλίο του υπουργού Εξωτερικών της Τουρκίας Αχμέτ Νταβούτογλου, ΤΟ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΟ ΒΑΘΟΣ – Η ΔΙΕΘΝΗΣ ΘΕΣΗ ΤΗΣ ΤΟΥΡΚΙΑΣ (εκδόσεις «Ποιότητα», μτφρ. Νικ. Ραπτόπουλου, σελίδες 845). [ ]
Δεν διανοούμαι να «παρουσιάσω» στους αναγνώστες της επιφυλλίδας αυτό το βιβλίο. Ο,τι και αν παραθέσω θα είναι κατώτερο του επιπέδου και της γοητείας του. Κάθε χαρακτηρισμός που θα εκφέρω δεν επαρκεί για να συνιστά κρίση, τον καταθέτω μόνο ως πρόκληση-πρόταση να διαβαστεί το βιβλίο. Αν ήταν δυνατό, να διαβαστεί από κάθε Έλληνα. Είναι σαφώς το βιβλίο ενός αντιπάλου: ο Αχμέτ Νταβούτογλου διεκδικεί για την πατρίδα του μεγάλο κομμάτι της δικής μας πατρίδας, του Αιγαίου, την Κύπρο. Αλλά εγώ, τουλάχιστον, δεν έχω διαβάσει ποτέ σε ελληνικό βιβλίο συναρπαστικότερη και αποκαλυπτικότερη ανάλυση της γεωστρατηγικής σπουδαιότητας του Αιγαίου και της Κύπρου. Ο Ντ. ξέρει καλά τι διεκδικεί. Ενώ ο Έλληνας υπερασπίζει συναισθηματική θολούρα. Παιδιαρίζει28.
Εμείς οι Έλληνες «αγνοούμε» τη σημασία του Αιγαίου και της Κύπρου και, απέναντι στον σοβαρό Νταβούτογλου, δεν διαθέτουμε παρά μόνο «συναισθηματική θολούρα», δηλαδή πατριωτισμό και άλλα συναφή, υποθέτω. Παράλληλα, ο Χ.Γ. επιχειρεί εδώ και έναν νέο φωτισμό του κειμένου του Κονδύλη, υπό το φως των νέων συνταρακτικών οριζόντων που του άνοιξε το βιβλίο του Νταβούτογλου.
Μόνο με ένα ελληνικό μελέτημα θα μπορούσα, προσωπικά, να συγκρίνω το βιβλίο του Ντ.: Με το «επίμετρο», στο βιβλίο του Παναγιώτη Κονδύλη, ΘΕΩΡΙΑ ΤΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ (1997), που έχει τίτλο «Γεωπολιτικές και στρατιωτικές παράμετροι ενός ελληνοτουρκικού πολέμου».
Αλλά η ιδιοφυΐα του Κονδύλη και οι προβληματισμοί του οριοθετούνται καταφανώς από τον μηδενισμό του: Τον ενδιαφέρει η στρατηγική λογική (λογική του μπριτζ ή του σκακιού) για την άμυνα της αξιοπρέπειας και της εθνικής κυριαρχίας του ελλαδικού κρατιδίου – δεν έχει άλλο όραμα, δεν πιστεύει σε κάτι περισσότερο, σε πρόταση πανανθρώπινης εμβέλειας που να κομίζει στην Ιστορία ο Ελληνισμός29.
Έτσι «οι άκρως ρεαλιστικές αναλύσεις του Κονδύλη (οι οποίες) διερευνούν τις δυνατότητες στρατηγικής και τακτικής άμυνας του ελληνικού κράτους απέναντι στο συνεχώς ενισχυόμενο γεωπολιτικό δυναμικό της Τουρκίας», όπως έγραφε ο Γιανναράς το 2007, μεταβάλλονται πλέον σε «μηδενισμό» και πεζή «στρατηγική λογική», «για την άμυνα της αξιοπρέπειας και της εθνικής κυριαρχίας του ελλαδικού κρατιδίου»! Τόσο χαμηλά σκοπεύει ο «μηδενισμός »του Κονδύλη, απλώς στη διαφύλαξη της εθνικής μας κυριαρχίας, σε αντίθεση με τον υψιπετή Νταβούτογλου που διαθέτει όραμα, δηλαδή την επιβολή της Τουρκίας επί της Ελλάδος, καθώς και με τους Φαναριώτες κολαούζους που συμμερίζονται το όραμα του κυρίου Νταβούτογλου! Λες και η διαφύλαξη της εθνικής κυριαρχίας της Ελλάδας, σε τόσο δύσκολες συνθήκες, δεν αποτελεί την αναγκαία βάση και αφετηρία για τη διαμόρφωση του οποιουδήποτε οράματος του «ελλαδικού κρατιδίου»!
Προφανώς, μια χώρα όπως η Τουρκία, που βρίσκεται σε άνοδο και εμφανίζει επεκτατικές τάσεις σε μια ευνοϊκή συγκυρία γι’ αυτήν, όπως την περιγράψαμε πιο πάνω, διαμορφώνει απολύτως φυσιολογικά και ένα ανάλογο στρατηγικό όραμα–δόγμα, το οποίο μάλιστα γίνεται ασμένως δεκτό από τις ηγετικές ελίτ της χώρας. Το δύσκολο, το απελπιστικά δύσκολο, είναι να διαμορφώσει κάποιος ένα ανταγωνιστικό όραμα –και είναι υποχρεωτικά ανταγωνιστικό προς το τουρκικό, διότι πρώτη του προϋπόθεση είναι η απόκρουση του επεκτατιστή γείτονα. Το δύσκολο είναι να διαμορφώσεις ανταγωνιστικό όραμα όταν οι ελίτ της χώρας είναι γενετικά μεταπρατικές, υποταγμένες στις μεγάλες δυνάμεις, όταν έχει οδηγηθεί στον παρασιτισμό το σύνολο της οικονομίας και της κοινωνίας μας, και όταν έχεις απολέσει το στρατηγικό βάθος που μας προσέφεραν τα κάποτε ελληνικά μικρασιατικά παράλια, έχεις χάσει την Κωνσταντινούπολη, και ένα μεγάλο μέρος της Κύπρου, όταν τα Βαλκάνια βρίσκονται σε διάλυση και ο ορθόδοξος κόσμος σε βαθύτατη κρίση.
Και εδώ δεν χρειάζεται μόνο μυαλό, χρειάζεται καρδιά και κουράγιο για να βαδίσεις ενάντια στο ρεύμα, όταν ολόγυρά μας θερίζουν χιλιάδες άρματα δρεπανηφόρα, και “οι παλιοί μας φίλοι” είτε χάνονται, όπως δυστυχώς ο Παναγιώτης Κονδύλης ή ο Μιχάλης Ράπτης, είτε λιποτακτούν ανενδοίαστα, όπως ο Δ. Σαββόπουλος, ο Σ. Ράμφος ή ο Χ. Γιανναράς. Και το πρώτο βήμα για να οικοδομήσεις ανταγωνιστικό όραμα είναι ακριβώς αυτό το «λίγο» που μας προσέφερε ο Κονδύλης, δηλαδή το πως θα διατηρήσουμε την εθνική μας ανεξαρτησία. Και, όπως είδαμε πριν, ο Κονδύλης έχει πλήρη συνείδηση πως «στην τωρινή συγκυρία, που είναι δυσμενέστατη για την Ελλάδα, έχει προέχουσα σημασία να κερδηθεί χρόνος χωρίς να απωλεσθεί έδαφος, με την ελπίδα ότι μελλοντικές ανακατατάξεις στον πλανητικό συσχετισμό δυνάμεων θα εξασθενίσουν το γεωπολιτικό δυναμικό της Τουρκίας και θα επιτρέψουν στην Ελλάδα να πάρει μιαν Ιστορική ανάσα». Αυτός είναι ο μηδενισμός (sic!) του Κονδύλη.
Ωστόσο, επιμένει ο κύριος Γιανναράς να ανακαλύπτει μοναδικές αρετές στον Νταβούτογλου:
Ο Ντ. αντλεί τη στρατηγική του ανάλυση από το όραμά του για την Τουρκία. Και το όραμα είναι να διασώσει η χώρα του τον «πολιτισμικό της άξονα», τη διαφορά της από τη Δύση – τη διαφορά όχι ως αντίθεση, αλλά ως ιδιαιτερότητα, ως «ιδιαίτερη θέση στο διεθνές σύστημα». Είναι σαφέστατη (σχεδόν επιθετική) η περηφάνια του γι’ αυτήν την ιδιαιτερότητα, δεν φιλοδοξεί ούτε την αντιπαλότητα ούτε τη μίμηση, δεν είναι ο μειονεκτικός απέναντι στη Δύση Ανατολίτης, ο ξιπασμένος από τα «φώτα» της μεταπράτης. Έχει ραχοκοκαλιά, διεκδικεί να επιβάλει, από θέσεως ισχύος, την τουρκική ιδιαιτερότητα στη σημερινή διεθνή συνύπαρξη.
Το μόνο πράγμα που θα μπορούσε να δικαιολογήσει τον κύριο Γιανναρά, για τον θαυμασμό του, είναι μάλλον η άγνοιά του για την ιδεολογία του ισλάμ, –του τουρκικού ισλάμ συμπεριλαμβανομένου– ακόμα και για την ιδεολογία των… νεοτούρκων. Η διαφοροποίηση με τη Δύση είναι συστατικό στοιχείο της ιδεολογίας του συνόλου του ισλαμικού κόσμου και της ισλαμικής σκέψης, εδώ και τουλάχιστον εβδομήντα ή ογδόντα χρόνια. [Έχουμε να  προτείνουμε πρόχειρα, μεταξύ άλλων, τα Ισλάμ και κρίση του κεμαλισμού, που προανέφερα, το Ισλάμ και παγκοσμιοποίηση του υποφαινόμενου, για να μην αναφερθώ στα σχετικά βιβλία του Ζιλ Κεπέλ, του Μαξίμ Ροντενσόν, του Μπέρναρ Λιούϊς και αναρίθμητων άλλων συγγραφέων.] Ακόμα και οι κεμαλιστές Τούρκοι, δεν είχαν εγκαταλείψει ποτέ την αυτοκρατορική οθωμανική παράδοση, που τους οδηγούσε στην παροιμιώδη υπεροψία τους έναντι πολλών δυτικών. Αρκεί να συμβουλευτεί και τον συνάδελφο του, τον κύριο Νεοκλή Σαρρή.
Πιστεύω πως το ζήτημα έχει εξαντληθεί. Κάθε καλόπιστος άνθρωπος δεν μπορεί παρά να συνομολογήσει πως ο Χρήστος Γιανναράς έχει ολοκληρώσει σχεδόν τη μετάβασή του προς τον νεο-οθωμανισμό μέσω της «οικουμενικότητας του ελληνισμού», και της περιφρόνησης προς το ελληνικό έθνος-κράτος. Τωόντι, η εμμονή σε μια τέτοια περιφρόνηση ανοίγει αναπόδραστα τον δρόμο για την εγκατάλειψη του ίδιου του ελληνισμού, σχεδόν με μαθηματική ακρίβεια. Διότι από τον ελληνισμό έχουν απομείνει πια δύο κράτη, το ελλαδικό και το κυπριακό. Σε αυτά, τέτοια που είναι, με όλα τα κουσούρια τους, υποστασιοποιείται σήμερα ο ελληνισμός. Καθόλου τυχαία, λοιπόν, όσοι, επιμένουν στην φαντασιακή έστω εγκατάλειψη του έθνους-κράτους που διαθέτουμε, θα προσχωρήσουν είτε στον άπατρι κοσμοπολιτισμό της ψευδοαριστεράς των εκσυγχρονιστών και των νεοφιλελεύθερων είτε, μέσω της λατρείας της «Ανατολής», στον νεο-οθωμανισμό. Διότι άλλος ελληνισμός δεν υπάρχει: Είτε λοιπόν υπερασπίζεσαι αυτόν εδώ, και κατά συνέπεια οικοδομείς μέσω της αντιστάσεως ένα όραμα, το οποίο δεν μπορεί να είναι «αυτοκρατορικό», όπως επιθυμούν διάφοροι ξιπασμένοι τρόφιμοι των εφοπλιστικών κύκλων του Λονδίνου και του Φαναρίου, όπως ο κύριος Καρράς, αλλά κατ’ εξοχήν αντιστασιακό, το οποίο υποχρεωτικά πρέπει να είναι και ευρύτερο εκείνου του Νταβούτογλου.

Μια ιδιότυπη τύφλωση

Τ ο πρόβλημα, όμως, δεν είναι πλέον οι οβιδιακές μεταμορφώσεις του Χ. Γιανναρά, δυστυχώς αυτές έχουν πραγματοποιηθεί, λιγοστεύοντας τους διανοουμένους που θα μπορούσαν να προβάλουν ένα ανάχωμα στις διάφορες μορφές του εθνομηδενισμού. [Και βέβαια αν αύριο αναιρέσει αυτές τις απόψεις, ακόμα και χωρίς αυτοκριτική –θα ήταν υπερβολικό να ζητήσεις κάτι τέτοιο από τον συγκεκριμένο άνθρωπο– θα είμαστε οι πρώτοι που θα το χαιρετίσουμε, και θα θάψουμε το τσεκούρι του πολέμου, όπως είχαμε κάνει στο παρελθόν μετά από κάποιες θετικές αναθεωρήσεις του Μίκη Θεοδωράκη. Άμποτες και αυτό το κείμενο να συμβάλει σε νηφαλιότερες  σκέψεις από την πλευρά του.]
Το ζήτημα πλέον έχει μετατεθεί αλλού, στο πως και γιατί ένας ιδεολογικός χώρος, με καταγωγή από τη νεο-ορθοδοξία κατ’ εξοχήν, αλλά και ένα κομμάτι του «εθνικού χώρου», που γνώρισε τον Γιανναρά κυρίως από την πολιτική επιφυλλιδογραφία του, αρνείται να δεχθεί αυτή την προφανή μετάλλαξη και καταφεύγει σε υπεκφυγές του τύπου «δεν είναι όμως όλα τα κείμενά του έτσι», ή «εν συνεχεία έγραψε και κάποιο άλλο κείμενο που έλεγε τα αντίθετα», ή «τον Γιανναρά πρέπει να τον βλέπουμε ως φιλόσοφο και όχι ως πολιτικό», κ.ο.κ. Και όμως, τα τελευταία χρόνια, και είναι πολλά, γράφει κυρίως πολιτικές επιφυλλίδες και υποχρεωτικά θα πρέπει να κριθεί και από αυτές.
Θυμάμαι πως, επί αρκετά χρόνια, το ίδιο είχε συμβεί και με τον Σ. Ράμφο. Παρά την αδιαμφισβήτητη προσχώρησή του στον αμερικανισμό και τον «εκσυγχρονισμό», πάρα πολλοί ήταν εκείνοι και μάλιστα στον νεο-ορθόδοξο χώρο –­  που αρνούνταν πεισματικά να αποδεχτούν την πραγματικότητα μιας τέτοιας μετακίνησης. Και απεδείχθη δυστυχώς πως αυτή η απόρριψη των αυτονόητων δεν ήταν τόσο αθώα για όλους. Υπέκρυπτε, από ορισμένους, μια κατά βάθος αποδοχή της «στροφής» του Ράμφου, η οποία κατεδείχθη πανηγυρικά στη συνέχεια με την προσχώρηση ενός μεγάλου μέρους των νεο-ορθοδόξων διανοουμένων, αλλά και ενός σημαντικού μέρους της ιεραρχίας της εκκλησίας, στον «εκσυγχρονισμό».
Βέβαια, πάντα, σε αυτή τη δυσκολία της αποδοχής των αυτονοήτων,  βοηθάει και το δέος μπροστά στον  «διανοούμενο», τον «γκουρού», που μεταχειρίζεται όλους τους μηχανισμούς της αλλοτρίωσης των «οπαδών» – βαρύγδουπο και σιβυλλικό ύφος, περίπλοκος λόγος, ακόμα και όταν εκφέρονται κοινοτοπίες ή και αρλούμπες, κ.λπ. Και μόνον ο χρόνος κατέδειξε στους πολλούς πως δεν κριτικάραμε τον Ράμφο από κάποια ιδεοληπτική διάθεση της «κόντρας για την κόντρα», αλλά  μόνο αφ’ ότου είχαμε πειστεί για την υλικότητα και το αμετάκλητο της μεταστροφής του.
Και σήμερα συμβαίνει κάτι ανάλογο, και μάλιστα σε μεγαλύτερη κλίμακα. Διότι, δυστυχώς, οι απόψεις του  δεν είναι μόνον δικές του, πίσω του βρίσκεται ένας μεγάλος πνευματικός θεσμός του γένους μας, ο προκαθήμενος της εκκλησίας της Νέας Ρώμης. Και είναι πάρα πολύ δύσκολο στον οποιοδήποτε Έλληνα να δεχτεί πως η αλλοτρίωση των ελίτ της χώρας μας δεν αφορά μόνο την ελλαδική πολιτική και πνευματική ηγεσία, αλλά έχει αγγίξει και το τελευταίο μεγάλο ανάγλυφο του ένδοξού μας βυζαντινισμού. Και αυτό, μπορώ εν πολλοίς να το κατανοήσω, αν όχι και να το συμμεριστώ. Ο Πατριάρχης ζει σε πνευματική –προπαντός– αιχμαλωσία. Και βλέπει τη νεο-οθωμανική προοπτική σαν μια ευκαιρία για ν’ αποκτήσει και πάλι ποίμνιο και ρόλο, έστω υποταγμένο. Όμως δεν μπορώ καθόλου να δικαιολογήσω κάποιον που, πριν μόλις πέντε χρόνια, προωθούσε τη μόνη πρόταση που μπορούσε να λύσει τον γόρδιο δεσμό, δηλαδή την επανένωση του Πατριαρχείου με τον ελεύθερο ελληνισμό στη Θεσσαλονίκη, σήμερα να μας καλεί σε εθελοδουλία.
Καταλαβαίνω επίσης πως είναι δύσκολο, σε όλους εκείνους που το έργο του Γιανναρά τους έφερε σε επαφή με τη βυζαντινή μας πνευματικότητα, τόσο υποτιμημένη στο παρελθόν, να δεχθούν πως ο «δάσκαλος» τους καλεί πλέον όχι στην αντίσταση αλλά στην υποταγή. Και είναι πολύ δύσκολο να το αποδεχτούν.
Όλα αυτά είναι κατανοητά, και γι’ αυτό, ενώ εδώ και χρόνια βλέπαμε αυτή την εξέλιξη, κάναμε μόνον επί μέρους κριτικές, ελπίζοντας σε κάποια θετική μεταστροφή. Όμως, πλέον, δεν έχουμε ως χώρος την πολυτέλεια της αναμονής, διότι σήμερα ο νεο-οθωμανισμός έχει υποκαταστήσει τον εκσυγχρονισμό, ως ο κύριος ιδεολογικός κίνδυνος και αντίπαλος. Κατά συνέπεια φίλτατος μεν ο Χ. Γιανναράς, φιλτάτη δε η αλήθεια. Αυτό θα έπρεπε να πρυτανεύει στη σκέψη όλων.
Φοβούμαι όμως υπάρχει κάτι βαθύτερο. Υπάρχει ο φόβος μπρος στη διατύπωση ενός εναλλακτικού οράματος, διότι ποιος ξέρει τι «καινούργια πράγματα θα δείξει» για τους ίδιους εμάς, για τις βεβαιότητές μας και τη ζωή μας. Το όραμα Νταβούτογλου  για τη νεο-οθωμανική Τουρκία είναι κατ’ εξοχήν γεωπολιτικής υφής, δεδομένου ότι στηρίζεται σε υπαρκτές οικονομικές, κοινωνικές και ιδεολογικές πραγματικότητες και η μέριμνά του είναι πως θα καταστήσει την Τουρκία μια σημαντική δύναμη στον 21ο αιώνα, μέσα από μια ιστορική αναθεώρηση της συρρίκνωσης των αρχών του 20ού αι. Αντίθετα, για μας, για την Ελλάδα και την Κύπρο, η διατύπωση ενός «αμυντικού και μόνο» δόγματος εθνικής ανεξαρτησίας, μοιάζει με τον τετραγωνισμό του κύκλου, και απαιτεί ένα όραμα κυριολεκτικά οικουμενικών διαστάσεων. Αν λοιπόν ο κύριος Γιανναράς βρίσκει «οικουμενικότητα» στο όραμα του Νταβούτογλου, εμείς το θεωρούμε αντίθετα ένα σοβινιστικό όραμα ισλαμοτουρκικού σουνιτικού χαρακτήρα – που δεν συμπεριλαμβάνει καλά-καλά, στην ίδια την Τουρκία, ούτε τους Κούρδους, ούτε τους Αλεβίτες. Χαρακτηριστικά αφιερώνει ελάχιστες σελίδες στο μεγαλύτερο εσωτερικό πρόβλημα της Τουρκίας, το κουρδικό, (σσ.  654-678), χωρίς να αναφέρει ούτε ένα στοιχείο για τα μεγέθη του κουρδικού έθνους, ενώ αποσιωπά εντελώς το αλεβίτικο ζήτημα και θεμελιώνει τη στρατηγική του στη χρήση του ισλάμ και των ισλαμικών μειονοτήτων στα Βαλκάνια.
Εκείνο που υποστηρίζουμε λοιπόν είναι πως το όραμα, που, πολιτικοί, διανοούμενοι, δημοσιογράφοι, ακόμα και άνθρωποι του χώρου μας, ισχυρίζονται πως δεν διαθέτει ο ελληνισμός, στην πραγματικότητα υπάρχει και μάλιστα είναι ενεργό σε ένα μέρος του λαϊκού σώματος, ενώ έχει διατυπωθεί έστω τμηματικά και από ένα μέρος της διανόησής μας στις καλύτερες στιγμές της. Είναι το όραμα που ενέπνευσε τον Ρήγα, τη γενιά του ’30, την εθνική αντίσταση, τον κυπριακό απελευθερωτικό αγώνα, που διαπερνάει ακόμα και σήμερα τη σκέψη πολλών απλών ανθρώπων.
Το μεγάλο πρόβλημα λοιπόν δεν είναι η ανυπαρξία του οράματος, τουλάχιστον στις γενικές κατευθύνσεις του, αλλά η πλήρης έκλειψή του στους χώρους των διανοούμενων και των πολιτικών ελίτ κατ’ εξοχήν. Χαρακτηριστική είναι περίπτωση του Ανδρέα Παπανδρέου, ενός πολιτικού που διετύπωσε στις γενικές του κατευθύνσεις ένα ανάλογο όραμα, τουλάχιστον στο πολιτικό πεδίο –η Ελλάδα στους Έλληνες, βαλκανική και μεσογειακή συνεργασία, άνοιγμα προς την ΕΣΣΔ, αντίσταση στον τουρκικό επεκτατισμό και το ΝΑΤΟ, κοινωνική και συνεταιριστική οικονομία στο εσωτερικό– αλλά το ευτέλισε σε τέτοια έκταση και σε τέτοιο βάθος ώστε το κατέστησε αναξιόπιστο· αυτό συνέβη διότι η υλοποίησή του προϋπέθετε μια ιδεολογική εμβάθυνση προς την ενοποίηση της ιστορικής μας παράδοσης και ταυτόχρονα μια ηθική επανάσταση. Εκεί ακριβώς απέτυχε παταγωδώς και έτσι κατέστρεψε και το ίδιο το γεωπολιτικό και το πολιτικό του εγχείρημα. Έκτοτε, ακολούθησε η διάλυση και η γενικευμένη αποσύνθεση, μέσα σε ένα κλίμα κυνισμού και γενικευμένης εξατομίκευσης, με Μητσοτάκηδες, Σημίτιδες και άλλους μεταπράτες.
Αυτή η διάλυση και η αποσύνθεση δημιούργησε μία παράδοξη ιδεολογική και πολιτική πραγματικότητα διχασμού, που επιτείνει το αλαλούμ και την αίσθηση της έλλειψης οράματος. Η Αριστερά αποεθνικοποιήθηκε σχεδόν στο σύνολό της και έτσι τα κοινωνικά της οράματα και κινητοποιήσεις όχι μόνο έπαψαν να συνδέονται με τον απαραίτητο τροφοδότη της, το έδαφος και τον «τόπο», αλλά και την προσέδεσαν με παρασιτικό τρόπο στη Δύση και τα «κινήματά» της, τα οποία και μαϊμουδίζει, οδηγώντας την ακόμα και σε αντεθνική κατεύθυνση, στο βαθμό που αρνείται την γεωπολιτική πραγματικότητα της χώρας της. Έτσι ο πατριωτικός χώρος συγκροτήθηκε προνομιακά από δυνάμεις που, όταν προέρχονται από το ΠΑΣΟΚ ή την Αριστερά, έχουν εντελώς απορρίψει τις υποτιθέμενες κοινωνιο-κεντρικές αναφορές των μεταπρατικού τύπου κινημάτων, ή, αν προέρχονται από τον συντηρητικό χώρο και την Εκκλησία –εκτός από ένα σχετικά μικρό ρεύμα της κοινωνικής ορθοδοξίας– δεν κατανοούν καθόλου την ανάγκη της σύνδεσης των αιτημάτων κοινωνικού χαρακτήρα με το γεωπολιτικό όραμα της χώρας. Για είκοσι ολόκληρα χρόνια, φαντάζονται πως αρκεί να βρεθεί το κατάλληλο πολιτικό σχήμα ή ο κατάλληλος «αρχηγός», για να αναταχθεί η κατάσταση της χώρας. Παράλληλα, φαινόμενα ιδεολογικής αποσύνθεσης όπως η αρχαιολατρία, που όξυνε την ιδεολογική διάσπαση αυτού του χώρου, ανάμεσα στην αρχαιοελληνική και τη βυζαντινή-ορθόδοξη παράδοσή μας, επέτειναν το αδιέξοδο.
Γενικεύτηκε λοιπόν μια αίσθηση αδιεξόδου, διότι το «κοινωνικό κίνημα» αποσυνδέθηκε από το πατριωτικό-εθνικό, προκαλώντας μια απόλυτη ιδεολογική ασφυξία και στις δύο πτέρυγές του. Οι λίγες δυνάμεις, ανάμεσά τους και οι δικές μας, που, εδώ και δεκαετίες, προσπαθούν να επανενώσουν τα διεστώτα μέλη της κοινωνικής και της πατριωτικής ευαισθησίας, και επιχειρούν να ξαναπιάσουν και να εμβαθύνουν το χαμένο όραμα του ελληνισμού, παραμένουν μέχρι σήμερα εξαιρετικά μειοψηφικές, ιδιαίτερα στον χώρο των κάθε λογής «σπουδαγμένων» που κινούνται με μερικότητες και ιδεοληψίες. [Αντίθετα, στο λαϊκό σώμα, αυτό το όραμα αναδύεται σχεδόν φυσιολογικά, έλα όμως «που χρειάζεται κι η γραφειοκρατία» .]
Γι’ αυτό λοιπόν και στον πατριωτικό χώρο, ιδιαίτερα σε εκείνο το κομμάτι που προέρχεται από τον συντηρητικό, καθώς και από τον συντηρητικό ορθόδοξο χώρο, παρατηρούνται τέτοια φαινόμενα ιδεοληπτικής τύφλωσης απέναντι σε μείζονες ιδεολογικές αποσκιρτήσεις, όπως εκείνη του Ράμφου ή του Γιανναρά. Διότι ίσως θα έπρεπε να τεθούν εν αμφιβόλω κάποιες βεβαιότητες και να επιχειρηθούν συνθέσεις της πατριωτικής και της κοινωνικής διάστασης, που βέβαια δεν είναι καθόλου εύκολες και προφανείς.
Όταν λοιπόν ακούω από δημοσιογράφους, καθηγητάδες, και κάθε λογής γραφιάδες, το διαρκώς επαναλαμβανόμενο «δεν υπάρχει όραμα», πράγμα που τους επιτρέπει να εφησυχάζουν και να αρνούνται τις προσπάθειες και τις ρήξεις που απαιτούνται για την εμβάθυνση και την εφαρμογή αυτού του οράματος, γίνομαι κυριολεκτικώς έξω φρενών, διότι γνωρίζω πως αυτή η παράδοση σε έναν τέτοιο ιδιότυπο αγνωστικισμό οδηγεί συχνότατα και εν κατακλείδι στην προσχώρηση σε κάποιο άλλο «όραμα», είτε πρόκειται για εκείνο της παγκοσμιοποιητικής δύσης, είτε εσχάτως, όλο και περισσότερο, σε εκείνο του Νταβούτογλου.
Τα πράγματα είναι σαφή, το όραμα υπάρχει, το μεγάλο πρόβλημα είναι πως πολύ λίγοι μεταξύ των διανοουμένων και των ελίτ, το έχουν συλλάβει και μέχρι πρόσφατα πολύ λίγοι ήταν εκείνοι που έκαναν κάποια προσπάθεια για να το ενστερνιστούν και να το συνδιαμορφώσουν.

Ένα πρόταγμα

Έτσι λοιπόν αυτό το «λίγο» του Κονδύλη, η αποτελεσματική υπεράσπιση της Ελλάδας και της Κύπρου, προϋποθέτει ένα όραμα μεγάλης πνοής, που φθάνει στην ανατροπή του κοινωνικο-οικονομικού συστήματος, διότι η Ελλάδα και η Κύπρος δεν μπορούν να αντισταθούν αποτελεσματικά και με διάρκεια στην τουρκική απειλή, παρά μόνο αν, στο εσωτερικό, ανατραπεί η ηγεμονία των μεταπρατικών ελίτ, αν μεταβληθεί η εσωτερική οικονομική παρασιτική δομή, αν αλλάξουν οι εσωτερικές προτεραιότητες και κλίμακες αξιών. Και πριν από όλα, εάν ο ελληνισμός, απέναντι στο «στρατηγικό βάθος» της Τουρκίας, δεν αντιτάξει το δικό του ιστορικό βάθος, δηλαδή να κατορθώσει επί τέλους να ενοποιήσει συνθετικά την ταυτότητά του.
Όταν ο ελληνισμός απειλείται με οριστική εξαφάνιση, είναι αναγκαία και εφικτή μια συνθετική πρόταση η οποία, αναχωνεύοντας το σύνολο των συνιστωσών της ταυτότητάς μας –αρχαιοελληνική, βυζαντινή/ορθόδοξη, λαϊκό-επαναστατική, διαφωτιστική–, θα ολοκληρώσει αυτό που μένει ημιτελές εδώ και οκτώ αιώνες. Αυτή η ολοκλήρωση του ιστορικού μας βάθους, αποτελεί προϋπόθεση για την ίδια την επιβίωσή μας. Ένας λαός βαθύτατα πολυδιασπασμένος γύρω από τη φύση και την πραγματικότητα της ιστορικής του ταυτότητας, όπου κάθε συνιστώσα μοιάζει να αυτονομείται έναντι των άλλων, αυτοακυρώνεται και ακυρώνει και τις υπόλοιπες· με αποτέλεσμα, αυτό το αλαλούμ της νεώτερης ελληνικής ιδεολογίας
Στο πεδίο του κοινωνικο-οικονομικού συστήματος, κατέναντι στη μεγάλη κρίση της καπιταλιστικής Δύσης και την πλανητική οικολογική κρίση, είναι προφανές πως το κοινωνικο-οικονομικό μοντέλο θα πρέπει να μεταβληθεί ριζικά προς την κατεύθυνση του κοινοτισμού, της αποκέντρωσης, της πολυκαλλιέργειας, της ανασύστασης του επαρχιακού χώρου, της σμίκρυνσης των επιχειρήσεων, της αποανάπτυξης συγκεκριμένων τομέων της κατανάλωσης και της ψευδοπαραγωγής. Υπ’ αυτή την έννοια, το όραμά μας αποκτά οικουμενικότητα και συναντιέται με τους Ζαπατίστας, τον Μοράλες, τους Ινδούς αγρότες, το αντιπαγκοσμιοποιητικό κίνημα στις ευγενέστερες εκδοχές του.
Στο γεωπολιτικό πεδίο, η μόνη εφικτή πρόταση είναι η ανασυγκρότηση, στις νέες συνθήκες, του ιστορικού χώρου στον οποίο κινούνταν το γένος μας στο παρελθόν. Οι νέες συνθήκες έχουν δημιουργήσει χωριστά έθνη: Έγινε εθνογένεση στη Βουλγαρία, στη Σερβία, στη Ρουμανία, στην Αλβανία. Η δημιουργία των εθνών-κρατών στα Βαλκάνια είναι μια αιματηρή ιστορία διακοσίων χρόνων, διαδικασία που συνεχίζεται με οδυνηρό τρόπο, όπως έγινε στη Γιουγκοσλαβία. Η ανασύνθεση λοιπόν αυτού του χώρου, που θα θέσει ως επίκεντρο τα Βαλκάνια και τη Νοτιανατολική Ευρώπη, φθάνοντας μέχρι τον ισχυρότερο ορθόδοξο πόλο, τη Ρωσία, μπορεί να είναι το κυριότερο όραμα της Ελλάδας στο γεωπολιτικό πεδίο.
Είναι ευνόητο ότι ένα όραμα δυτικοευρωπαϊκό, τέτοιο που ενέπνεε τις άρχουσες τάξεις και τους σιτιζόμενους από τα ευρωπαϊκά προγράμματα, δεν είχε καμία αντιστοιχία με την ελληνική πραγματικότητα, και σήμαινε απλώς τη μεταβολή της Ελλάδας σε μια επαρχία ενός ενιαίου χώρου που θα αρχίζει από το Κουρδιστάν και θα φτάνει στην Ιρλανδία ή ακόμη και στην Αμερική (όπως είναι και το σχέδιο των Αμερικανών), στο πλαίσιο της οποίας δεν θα έχουμε, σχεδόν, καμία υπόσταση. Αναπόφευκτα, με την είσοδο τόσων χωρών στην Ευρώπη, και της Τουρκίας ιδιαίτερα, θα οδηγηθούμε σε ένα μόρφωμα πολλών ταχυτήτων, όπου θα κυριαρχεί η ελευθερία του κεφαλαίου.
Απέναντι σε αυτό το άσαρκο πρόταγμα, που εξ άλλου διαρκώς ξεθωριάζει, το μοναδικό όραμα που μπορεί να έχουν οι Έλληνες, και το οποίο θα μπορεί να εκφράσει μια προοπτική των λαϊκών στρωμάτων, είναι η ανασύνθεση αυτού του ιστορικού χώρου με νέους όρους. Της διαμόρφωσης δηλαδή μιας –ίσως ομοσπονδιακής– δομής βαλκανικών κρατών, κάτι που θα μπορούσε να υλοποιηθεί τα επόμενα 40-50 χρόνια. Μόνο που μπορεί να υλοποιηθεί με δύο εκδοχές: Η μια είναι σήμερα κυρίαρχη, η νεο-οθωμανική. Όπως στο παρελθόν η Κωνσταντινούπολη κυριαρχούσε στα Βαλκάνια, έτσι και σήμερα θα μπορούσε να τα επανενώσει με νεο-οθωμανική σφραγίδα, παίρνοντας υπ’ όψη τα μεγέθη, την οικονομία, τον πληθυσμό και τον γεωστρατηγικό ρόλο της Τουρκίας, καθώς και τον κατακερματισμό των υπολοίπων. (Αυτή τη στιγμή, η Βουλγαρία, π.χ. στο οικονομικό πεδίο, ελέγχεται από τους Γερμανούς και από τους Τούρκους και στο πολιτικό από τους Αμερικανούς.) Οι αλλαγές που πραγματοποιούνται στην περιοχή ευνοούν μια τέτοια εκδοχή, στην οποία προσχωρούν σταδιακώς και τμήματα της δυτικόφιλης και εκσυγχρονιστικής πτέρυγας των ελίτ, που υιοθετούν μια εκδοχή τουρκοδυτικού condominium και –εσχάτως– του πάλαι ποτέ νεορθόδοξου «πατριαρχικού» χώρου.
Εμείς, όπως και οι λοιποί βαλκανικοί λαοί, ιδιαίτερα της ορθόδοξης παράδοσης, θα επιθυμούσαμε τη συγκρότηση αυτού του χώρου με όρους ισοτιμίας. Η ισοτιμία προϋποθέτει πως οι βαλκανικοί λαοί θα πρέπει να αποτελέσουν έναν ιδιαίτερο πόλο, ικανό να συνδιαλλαγεί με έναν δεύτερο τουρκικό πόλο. Μόνο μια τέτοια δομή, στην περιοχή μας, θα επέτρεπε να υπάρξει ειρήνη ισορροπίας με την Τουρκία και όχι ειρήνη υποταγής. Η ισορροπία δυνάμεων εξασφαλίζεται με τη διαμόρφωση δύο πόλων στην περιοχή μας: ενός βαλκανικού και ενός μικρασιατικού. Και οι εξελίξεις στην Ευρώπη, που καθυστερούν –τουλάχιστον– την ένταξη της Τουρκίας, μας προσφέρουν τον απαραίτητο χρόνο.
Αυτός ο ιστορικός ενδιάμεσος χώρος θα ανασυγκροτηθεί λοιπόν είτε με όρους ηγεμονισμού, από μια μεγάλη δύναμη, είτε με όρους ισότιμους, που θα είναι προς το συμφέρον όλων. Ζώντας στις συνθήκες του έθνους-κράτους μας, πρέπει να θέσουμε ένα όραμα βαλκανικής σύνθεσης και να μην μείνουμε αγκιστρωμένοι απλώς στην υπεράσπιση του έθνους-κράτους. Είμαστε υπέρ της υπεράσπισης του έθνους-κράτους, αλλά όχι για να διατηρηθεί εσαεί, αναλλοίωτο, παρά για να μεταβληθεί σε κάτι ευρύτερο μαζί με άλλους εταίρους. Αυτοί οι «άλλοι», για να είναι οργανική αυτή η ενότητα, είναι οι «άλλοι» των Βαλκανίων και της ευρύτερης περιοχής της Νότιας Μεσογείου. Το ερώτημα είναι αν αυτοί οι λαοί θα κατορθώσουν να υπάρξουν μετά από την τεράστια κρίση των τελευταίων είκοσι χρόνων (είναι χαρακτηριστικό σε πόσες κρατικές οντότητες κομματιάστηκαν τα Βαλκάνια). Είτε λοιπόν θα ανασυγκροτηθούν, είτε θα γίνουν μικροαποικίες της Δ. Ευρώπης, και της Τουρκίας στη συνέχεια.
Απέναντι στον κίνδυνο που αντιπροσωπεύει ο τουρκικός επεκτατισμός στη νεο-οθωμανική του διάσταση, η Ελλάδα έχει να αντιτάξει δύο αναχώματα, αν θέλει να μην πάει χαμένη η ανεξαρτησία που κατακτήσαμε με ποταμούς αίματος: πρώτον, στο τακτικό επίπεδο, μια σταθερή και αταλάντευτη γραμμή στις τουρκικές προκλήσεις και συμπαράταξη με τις άλλες ευρωπαϊκές δυνάμεις που δεν επιθυμούν την ένταξή της στην Ευρωπαϊκή Ένωση, και δεύτερον, στο στρατηγικό επίπεδο, τη δημιουργία ενός βαλκανικού πόλου, στα πλαίσια της Ε.Ε., και τη στρατηγική συνεργασία με τη Ρωσία και την Ουκρανία. Ο μεγάλος Στήβεν Ράνσιμαν, αναφερόμενος στη σταδιακή κατάληψη του ύστερου Βυζαντίου από τους Τούρκους, αναφέρει:
Αν τα ορθόδοξα κράτη της Ανατολικής Ευρώπης θα ήσαν ποτέ σε θέση να συνενωθούν σε μια πραγματική συμμαχία, θα μπορούσαν ν’ ανθέξουν εναντίον της Δύσεως και εναντίον των Τούρκων. Αλλά οι εμφύλιοι πόλεμοι και η αντιπάθεια των Σλάβων της Βαλκανικής εναντίον των Ελλήνων εμπόδισε κάθε τέτοια συμμαχία30.
Η Τουρκία υποχρεώθηκε να εγκαταλείψει το μεγαλύτερο μέρος των Βαλκανίων μόνο όταν οι βαλκανικοί λαοί την αντιμετώπισαν από κοινού, στον Α΄ Βαλκανικό Πόλεμο. Αντίστροφα, η διάσπαση των Βαλκανίων, με αφορμή το Μακεδονικό Ζήτημα, αποτέλεσε τον αποφασιστικό παράγοντα για τη διάσωση της πληγωμένης οθωμανικής Τουρκίας, διότι, αμέσως μετά τον Α΄ Βαλκανικό, ακολούθησε ο Β΄ ενδο-βαλκανικός πόλεμος.
Σε αυτή την προοπτική, εδώ και είκοσι χρόνια, υποστηρίζουμε με όλα τα μέσα που διαθέτουμε πως το κέντρο βάρους της Ελλάδας πρέπει να μετατεθεί προς τα βόρεια, γι’ αυτό έχουμε προτείνει ακόμα και τη μεταφορά της πρωτεύουσας από την Αθήνα στη Θεσσαλονίκη, γι’ αυτό υπήρξαμε σφοδροί πολέμιοι της ανάληψης των Ολυμπιακών Αγώνων,  που συσσώρευσε νέες επενδύσεις και πάλι στην Αθήνα αντί να τις κατευθύνει στην περιφέρεια, και ιδιαίτερα στον Βορρά.
Και, παράλληλα, επιμένουμε σε μια στρατηγική ενδοστρεφούς οικονομικής ανάπτυξης, με ιδιαίτερο βάρος στην περιφέρεια. Διότι, οι οικονομικές, οικολογικές και κοινωνικές εξελίξεις οδηγούν εκ νέου στην ενίσχυση του εθνικού, του υπο-εθνικού  ή ακόμα και του περιφερειακού υπερεθνικού επιπέδου – συγκρο­τώντας καινούργιες ταυτότητες, όπως μια ομάδα περισσότερων εθνών. Η εναλλακτική οικονομική θεωρία θεωρεί ότι έχουμε εισέλθει ήδη σε μια «μεταβιομηχανική εποχή», όπου το μεγαλύτερο μέρος της παραγωγής, μέσω του αυτοματισμού, και της μινιατουροποίησης, θα μπορεί να παράγεται επί τόπου, από εναλ­λακτικές εγχώριες πηγές ενέργειας, χωρίς το τεράστιο οικολογικό βάρος της παραγωγής «βαριάς» ενέργειας, των μεταφορών, κλπ. κλπ.
Μια οικονομία η οποία χρησιμοποιεί σύγχρονες παραγωγικές μεθόδους και στηρίζεται στην εγχώρια παραγωγή θα είναι πολύ πιο αποδοτική, την εποχή της πληροφορικής, από μια οικονομία που στηρίζεται σε διαρκώς διογκούμενες μεταφορές προϊόντων από το ένα άκρο της γης στο άλλο. Μικρότερα σύγχρονα εργοστάσια μπορούν να κατασκευάζουν όλο και περισσότερα προϊόντα επί τόπου, όπως έχει δείξει και ο Σουμάχερ στο βιβλίο του, Small is beautifull31. Η εποχή του γιγαντισμού των παραγωγικών μονάδων ανήκει στο παρελθόν. Το οικολογικό και οικονομικό κόστος μιας οικονομίας με μικρότερες μεταφορές και μεγαλύτερη επαφή παραγωγών και καταναλωτών είναι κατά πολύ μικρότερο από το σημερινό μοντέλο της παγκοσμιοποιημένης παραγωγής που ευνοεί μόνον τους ολιγάρχες και τους κάθε είδους «πλανητάρχες».
Αν λοιπόν η παραγωγή, μετά από αιώνες διόγκωσης των παραγωγικών μηχανισμών και διαρκούς διεύρυνσης της απόστασης μεταξύ παραγωγής και κατανάλωσης, περάσει σε φάση επαναφοράς της οικονομικής εξουσίας στην κοινότητα, τότε μπορεί να διαπιστώσουμε μια νέα ανάδειξη του έθνους, της υπο-εθνικής περιφέρειας, της ομάδας εθνών, σε επίκεντρο των οικονομικών και κοινωνικών διεργασιών. Δεν υπάρχει κανένας «εσώτερος ντετερμινισμός» στην πορεία της παγκοσμιοποίησης, παρά μόνον τα… συμφέροντα εκείνων που κερδίζουν από αυτή! Είναι δυνατή η αντιστροφή των σημερινών τάσεων στην «παγκοσμιοποίηση», ώστε επί τέλους να δημιουργηθεί και ένα οικονομικό υπόβαθρο για την οικονομική και κοινωνική δημοκρατία, που προϋποθέτει την εγγύτητα παραγωγού και πολίτη.
Δηλαδή, η πρότασή μας ενάντια στην παγκοσμιοποίηση είναι η μοναδική που μπορεί να έχει ως αντικείμενο τη δημοκρατία και τις ικανές συνθήκες για τη λειτουργία της. Η αρχαία ελληνική δημοκρατία υπήρξε ως άμεση δημοκρατία διότι τα μεγέθη της πόλης-κράτους την έκαναν εφικτή. Δεν μπορούμε να φανταστούμε μια δημοκρατία η οποία να αφορά εφτά ή δώδεκα δισεκατομμύρια ανθρώπους. Σε τέτοια μεγέθη, οι γραφειοκρατίες, οι ολιγαρχίες, οι αυτοκρατορίες γίνονται αναπόφευκτες.
Το μικρότερο μέγεθος, το εθνικό ή περιφερειακό επίπεδο, μπορεί να είναι εξ ίσου ή και περισσότερο αποδοτικό από τον παγ­κοσμιο­ποιη­μέ­νο χυλό, το μόνο που μπορεί να δια­σφαλίσει μια πραγματική έννοια δημοκρατίας και ισότητας. Και αν το παλιό έθνος, με το εθνοτικό ή φυλετικό του υπόστρωμα, περάσει σε περίοδο παρακμής, η εθνική οντότητα, ως συγκεκριμενοποίηση της δημοκρατίας, θα παραμένει η μόνη δυνατή απάντηση στην παγκόσμια ολιγαρχία της παγκο­σμιοποίησης.
Κατά συνέπεια, το όραμα της ολοκλήρωσης, όπως και σε κάθε ζωντανό οργανισμό, είναι ταυτόχρονα και όραμα μιας υπέρβασης. Η ιστορία, με την «τηλεσκοπική» επιτάχυνσή της, μας έφερε μπροστά σε αυτό το διπλό καθήκον. Να ολοκληρώσουμε την ανολοκλήρωτη ταυτότητά μας, για να μπορέσουμε να συναντήσουμε ισότιμα τον «άλλο». «Να ολοκληρώσουμε το έθνος-κράτος μας για να μπορέσουμε κάποτε να το ξεπεράσουμε».
Αυτό το όραμα, που, σε αδρές γραμμές, για πολλοστή φορά, παρουσιάζουμε εδώ, είναι ταυτόχρονα όραμα αντίστασης και δημιουργίας, έχει γεωπολιτικές ηθικές, ιδεολογικές και κοινωνικές διαστάσεις μεγάλης κλίμακας και, ενώ διατυπώνεται ως αναγκαία προϋπόθεση για την επιβίωσή μας, αποκτά και έχει οικουμενικό χαρακτήρα και όχι χαρακτήρα  χωριστικό, επεκτατικό, μερικό. Η αντίσταση παράγει την οικουμενικότητα της αντίληψής μας.
Βέβαια, προϋπόθεση, αφετηρία και κίνητρο για όλα αυτά, είναι εκείνο το «τόσο λίγο» του Κονδύλη, η διατήρηση της ανεξαρτησίας μας! Σε πείσμα των οδοιπόρων προς τα Σούσα.

Παραπομπές
1. Καθημερινή, 25/8/03.
2. Γ. Καραμπελιάς (επιμ.), Ισλάμ και κρίση του κεμαλισμού, Εναλλακτικές Εκδόσεις, Αθήνα  1998.

3. Προσοχή, όχι με την έννοια πως οι ΗΠΑ και οι λοιπές δυτικές δυνάμεις έπαψαν να ηγεμονεύουν στις ελληνικές ελίτ, αλλά από την άποψη του δυναμικού και ανερχόμενου στοιχείου της ισορροπίας δυνάμεων, το οποίο είναι πλέον η Τουρκία.

4. «Αγιατολάχ νιώθει ο Χριστόδουλος», Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία, 13/02/2005.
5. «Ο Κεμαλισμός εν Ελλάδι», Καθημερινή 27/5/2007.
6. «Ο Κεμαλισμός εν Ελλάδι», Καθημερινή 27/5/2007.
7. «Ο Κεμαλισμός εν Ελλάδι», Καθημερινή 27/5/2007.
8. «Ο Κεμαλισμός εν Ελλάδι», Καθημερινή 27/5/2007.
9. «Ο Κεμαλισμός εν Ελλάδι», Καθημερινή 27/5/2007.
10. «Πολιτική εναντίωση στον επαρχιωτισμό», Καθημερινή 3/6/2007.
11. «Πολιτική εναντίωση στον επαρχιωτισμό», Καθημερινή 3/6/2007.
12. «Πολιτική εναντίωση στον επαρχιωτισμό», Καθημερινή 3/6/2007.

13. «Ελληνοτουρκικά: μια ακόμα εκδοχή», Καθημερινή, 10/6/2007.
14. «Ελληνοτουρκικά: μια ακόμα εκδοχή», Καθημερινή, 10/6/2007.
15. Χρήστος Γιανναράς, «Προσβλέψεις σε μέλλον μετα-εθνικιστικό», Καθημερινή, 17/06/07.
16. Παναγιώτης Κονδύλης,  «Επίμετρο, Γεωπολιτικές και στρατηγικές παράμετροι ενός ελληνοτουρκικού πολέμου», στο Θεωρία του Πολέμου, Θεμέλιο 1999, σσ. 403-405.
17. Π. Κονδύλης,  ό.π, σ. 409.
18. Κωνσταντίνος Δεσποτόπουλος «Δεν τελείωσε ιστορικά ο Ελληνισμός»,  Καθημερινή, 5/8/2009.

19. Χ. Γιανναράς, «Η πρόκληση Νταβούτογλου, Καθημερινή, 30/8/ 2009
20. Χ. Γιανναράς, «Η πρόκληση Νταβούτογλου, Καθημερινή, 30/8/ 2009.
21. Αχμέτ Νταβούτογλου, Το στρατηγικό βάθος, Η διεθνής θέση της Τουρκίας, Μετάφραση: Νικόλαος Ραπτόπουλος, Επιστημονική επιμέλεια: Νεοκλής Σαρρής, Εκδόσεις Ποιότητα, σσ. 200-201.
22. Αχμέτ Νταβούτογλου, Το στρατηγικό βάθος, ό.π., σ. 244.
23. Αχμέτ Νταβούτογλου, Το στρατηγικό βάθος, ό.π. σ. 268.
24. Χ. Γιανναράς, «Η πρόκληση Νταβούτογλου, Καθημερινή, 30 /8/ 2009.
25. «Νεο-οσμανιδών και Βρυξελλών γεφύρωση», Καθημερινή, 6 Σεπτεμβρίου 2009.
26. «Κυβέρνηση “επιστρατευμένης ποιότητας”, Καθημερινή, 2 Μαΐου 2010.
27. Άννα Δόλλαρη «Ιεροί δεσμοί Marfin-Μονής Βατοπαιδίου», Επίκαιρα, 17/6/2010.
28. «Στρατηγική λογική κατέναντι αφασίας», Καθημερινή, 13/6/2010.
29. «Στρατηγική λογική κατέναντι αφασίας», Καθημερινή, 13/6/2010.

30. Στήβεν Ράνσιμαν, Η Μεγάλη Εκκλησία εν αιχμαλωσία, εκδ. Μπεργαδή, Αθήνα 1979, τόμ. Α΄, σ. 213.
31. Ε.Φ. Σουμάχερ, Το μικρό είναι όμορφο (Small is beautiful),  Γνώση, Αθήνα 1993.

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*