Άρδην τ. 79, Οι Γερμανοί ξανάρχονται

Οι Γερμανοί ξανάρχονται

Η λογική του «τέλους της ιστορίας», που ήκμασε κατά τα ρόδινα χρόνια της παγκοσμιοποίησης, υποστήριζε πως, στην Ευρώπη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, θα εγκαταλείπονταν οι ευρωπαϊκοί ανταγωνισμοί, που σχεδόν επί… οκτώ αιώνες ταλάνιζαν την ήπειρο και έγιναν αιτία για τις μεγαλύτερες πολεμικές συγκρούσεις που είδε ποτέ ο άνθρωπος. Κανένα εθνικό κράτος, ούτε καν αυτά των μεγαλύτερων ευρωπαϊκών εθνών, δεν θα λειτουργούσε πλέον με όρους ιδιαίτερων γεωπολιτικών συμφερόντων, αλλά ως τμήμα μιας ευρωπαϊκής, πανηπειρωτικής κοινότητας, της πρώτης υπερεθνικής κοινωνικής, πολιτικής, αλλά και πολιτισμικής οργάνωσης στον κόσμο.
Κι αυτή η αντίληψη έμελλε να διαψευσθεί οικτρά, μαζί με τις υπόλοιπες σαπουνόφουσκες που διακινούσαν επί δεκαπενταετία οι ιδεολογικοί μηχανισμοί (δημοσιογράφοι, διανοούμενοι και πανεπιστημιακοί) της παγκοσμιοποίησης, τόσο στην Ευρώπη όσο και στην Ελλάδα. Η διάψευση αυτή πραγματοποιείται πλέον πανηγυρικά, καθώς το τοπίο της διεθνούς σκηνής μεταβάλλεται και σηματοδοτεί την έλευση ενός πολυπολικού και ασταθέστερου κόσμου: η άνοδος της Κίνας πρωτίστως και δευτερευόντως της Ινδίας, της Βραζιλίας και της Ρωσίας, και η ταυτόχρονη πτώση των ΗΠΑ, είναι τα γεγονότα που μετακινούν τις τεκτονικές πλάκες της διεθνούς πολιτικής, παροξύνοντας τους διεθνείς ανταγωνισμούς και ανατρέποντας το μεταψυχροπολεμικό διεθνές τοπίο.
Αυτό είναι το πλαίσιο της μεγάλης αναδιάταξης που λαμβάνει χώρα και στην ευρωπαϊκή ήπειρο. Όπως και στην περίοδο 1871-1946, στο επίκεντρο των ευρωπαϊκών μετασχηματισμών βρίσκεται πάλι η Γερμανία.
Η Γερμανία, για αλλη μια φορά μέσα σε 150  χρόνια νιώθει τον πειρασμό  να επεκτείνει την  ηγεμονία της σε ολόκληρη την ήπειρο, μετά από μια περίοδο σχετικής πολιτικής έκλειψης. Έτσι, μετά  την κατάρρευση της Ιεράς Συμμαχίας μέχρι  τον Μπίσμαρκ, ή στην περίοδο της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης από το 1919 έως το 1931 ή κατά την περίοδο 1945-1989, ή Γερμανία  έμοιαζε με πολιτικό νάνο. Με τον Κάϊζερ και τον Χίτλερ αντίστροφα, στον Α΄ και τον Β΄ Παγκ. Πόλεμο θα επιχειρήσει να ενοποιήσει την Ευρώπη υπό την κυριαρχία της. Στην ίδια κατεύθυνση εντάσσονται και οι πρόσφατες τάσεις που εκδηλώνει η Γερμανία του Φίσερ και της  Μέρκελ να ξεχωρίσει από τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές δυνάμεις, προτάσσοντας μια… μονοπολική εκδοχή της Ενωμένης Ευρώπης.
Ο χώρος και η δημογραφία
Στη δεκαετία του 1990, πολύ συχνά ακουγόταν από τα στόματα των αναλυτών και των δημοσιογράφων: «Η Γερμανία έχει βυθιστεί στην εσωστρέφεια που προκάλεσαν οι τριγμοί της επανένωσης, αδυνατώντας έτσι να παίξει από μόνη της ευρύτερο ρόλο στην περιοχή». Όσοι υποστήριζαν αυτήν τη θέση παρέβλεπαν συστηματικά τις δημογραφικές, γεωγραφικές, μεσοπρόθεσμες και μακροπρόθεσμες δυναμικές με τις οποίες τροφοδοτούσε η Ανατολική Γερμανία τη γερμανική οικονομία.
Στην πραγματικότητα, μετά από μερικά χρόνια συνέβη το αντίθετο: Η επανένωση έδωσε το σήμα για την αναζωογόνηση της Γερμανίας. Κατ’ αρχήν δημογραφικά. Μετά το 1989, ο πληθυσμός της Γερμανίας ανέβηκε από τα 64 εκατομμύρια της ΟΓΔ στα 80, ξεπερνώντας κατά πολύ τις πάλαι ποτέ ισοδύναμες μεγάλες ευρωπαϊκές δυνάμεις –την Ιταλία, το Ηνωμένο Βασίλειο ή τη Γαλλία. Και εν συνεχεία γεωγραφικά: Οι γερμανικές επιχειρήσεις της Δύσης βρέθηκαν ενώπιον ενός «καπιταλιστικά κενού» χώρου, ο οποίος δεν αφορούσε μόνο την Ανατολική Γερμανία, αλλά και την Ανατολική Ευρώπη, τον οποίον εκμεταλλεύτηκαν παντοιοτρόπως. Τέλος, και κυριότερο, ως προς το εργατικό δυναμικό, το οποίο ξαφνικά βρέθηκε διαθέσιμο στο δυτικογερμανικό κεφάλαιο και του έδωσε τη δυνατότητα να μειώσει το εργασιακό κόστος, εγκαταλείποντας ουσιαστικά το «ρηνανικό», σοσιαλ­δημοκρατικό μοντέλο. Πλέον ο γερμανικός καπιταλισμός θα χαρακτηρίζεται από τη συμπίεση των μισθών, την πτώση της εσωτερικής ζήτησης και τη στροφή προς μια οικονομία έντονα εξαγωγικού χαρακτήρα. (περισσότερα βλ. στο άρθρο του αφιερώματός μας, Η Γερμανία υπερασπίζεται το μοντέλο ανάπτυξής της.)
Όσο για την Ανατολική Γερμανία, αυτή, μέσα σε μια δεκαετία, γέρασε και ερήμωσε: Από το 1989 μέχρι το 2008, ο πληθυσμός της μειώθηκε από τα 16 στα 12.8 εκατομμύρια, ενώ, στην περίοδο 1993 – 2008, πάνω από τα 2/3 των νέων (18-29 χρονών) την εγκατέλειψαν1. Είναι χαρακτηριστικό δε ότι η Γερμανική Ένωση των Συνδικάτων κατέγραψε σημαντικότατες απώλειες στον αριθμό των μελών της, από 11 εκατομμύρια το 1991, στα 7.7 το 20032. Και αυτό σε μια χώρα που ήταν ξακουστή για την ισχύ και την οργάνωση των συνδικάτων της.
Η ενοποίηση της Γερμανίας λειτούργησε εν είδει «πρωταρχικής συσσώρευσης της ηγεμονικής ισχύος» για το δυτικογερμανικό κεφάλαιο: Συνέβαλε ώστε να μπορέσει να εκδηλώσει έντονη εξωστρέφεια προς χώρες που παραδοσιακά οι Γερμανοί θεωρούσαν ζωτικό οικονομικοπολιτικό χώρο τους. Ως προς αυτό, αποφασιστικό ρόλο έπαιξαν δύο γεγονότα: Αφενός η διάλυση της Γιουγκοσλαβίας και ο πόλεμος εναντίον της Σερβίας, που ολοκλήρωσαν τη δορυφοροποίηση της Σλοβενίας και σε μικρότερο βαθμό της Κροατίας στη Γερμανία, και αφετέρου η είσοδος των χωρών της Κεντρικής Ευρώπης στην ΕΕ το 2004, που ενοποίησαν τον χώρο της Κεντρικής Ευρώπης, «φέρνοντας στο πιάτο» της Γερμανίας χώρες όπως η Τσεχία. Ένα δεύτερο κύμα επέκτασης του γερμανικού κεφαλαίου μετέβαλε σχεδόν όλη την Κεντρική Ευρώπη σε αυλή της Γερμανίας, με κάθε χώρα να εκπληρώνει συγκεκριμένες λειτουργίες στα πλαίσια ενός μικρο-περιφερειακού καταμερισμού. Και παράλληλα, αυτή η επέκταση επέτρεψε στο γερμανικό κεφάλαιο να επικρατήσει έναντι των υπολοίπων Ευρωπαίων ανταγωνιστών τους, μεταβάλλοντας σταδιακά την Ευρωπαϊκή Κοινή Αγορά σε οιονεί γερμανική αγορά.
Φεντεραλισμός, Δύο ταχύτητες, Ευρωατλαντισμός
Οι αλλαγές στην οικονομία πλαισιώθηκαν κι από ανάλογες εξελίξεις στο πολιτικό πεδίο. Η Γερμανία χρησιμοποιεί πλέον τους ευρωπαϊκούς θεσμούς προκειμένου να επιβάλει τα δικά της συμφέροντα. Κι αυτό ολοένα και πιο έντονα, καθώς η άνοδος της Ανατολικής Ασίας επεξέτεινε τον διεθνή ανταγωνισμό, ενώ η παγκοσμιοποίηση που επέβαλλε η Δύση βυθιζόταν σε κρίση.
Η Γερμανία ζητάει ουσιαστικά από την Ευρωπαϊκή Ένωση να αποδεχτεί την πρωτοκαθεδρία που επιτάσσει η οικονομική της δύναμη και οι σφαίρες επιρροής που μεθοδικά οικοδομούσε. Γι’ αυτό και, σιγά σιγά, τόσο μέσα από την άτυπη και καθημερινή πολιτική πίεση, που αξίωνε τον μόνιμο, έμμεσο έλεγχο της ευρωπαϊκής προεδρίας, όσο και μέσα από απόπειρες θεσμικών μεταρρυθμίσεων, όπως ήταν το Ευρωσύνταγμα (2005) ή η προσπάθεια της νεκρανάστασής του με τη Συνθήκη της Λισαβόνας (2007), οι Γερμανοί ολοένα και περισσότερο γύρευαν να κυριαρχήσουν πάνω σε ολόκληρο το ευρωπαϊκό οικοδόμημα.
Και ασφαλώς δεν είναι τυχαίο ότι, το κυρίαρχο στους ευρωπαϊκούς ιδεολογικούς μηχανισμούς όραμα μιας ομοσπονδοποιημένης Ευρώπης, έχει από πολλές απόψεις έντονη γερμανική χροιά. Το κείμενο του Πολωνού Ευρωβουλευτή Maciej Giertych που δημοσιεύουμε εδώ, μας επισημαίνει πόσο κοντά βρίσκεται σε ό,τι προσπάθησε να επιβάλει η Γερμανία κατά την διάρκεια του 2ου και του 3ου Ράιχ. Αυτή την ομοσπονδοποιημένη Ευρώπη προωθούν και τα γερμανοκρατούμενα ευρωπαϊκά κόμματα (της Κεντροδεξιάς, της Κεντροαριστεράς, αλλά και των Πρασίνων, οι οποίοι έχουν πρωταγωνιστικό ιδεολογικό ρόλο στην προώθησή τους). Αυτό το ομοσπονδιακό ευρωπαϊκό όραμα επιδιώκει να οργανώσει την Ευρώπη κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωση της γερμανικής ομοσπονδίας, λειτουργώντας τελικά εν είδει θεσμικής της προέκτασης.
Η οικονομική κρίση τροποποίησε σε κάποιον βαθμό τη μορφή αυτού του γερμανικού σχεδίου, χωρίς όμως να αλλάξει την ουσία και το περιεχόμενό του. Απλώς, δίπλα στην απαίτηση για περιφερειοποίηση και κατακερματισμό της υπόλοιπης Ευρώπης, προέκυψε και μια αυξανόμενη αντιπαλότητα με την ευρωπαϊκή περιφέρεια και ιδιαίτερα τον Νότο. Όπως νιώσαμε πολύ καλά στο πετσί μας με τη στάση της Γερμανίας απέναντι στη χώρα μας, οι Γερμανοί θεωρούν ότι οι Νότιοι είναι διεφθαρμένοι, κατασπαταλούν τα κοινοτικά κονδύλια, ενώ ταυτόχρονα επιμένουν να διατηρούν υψηλούς τους μισθούς τους, να μην απελευθερώνουν εντελώς τα κοινωνικά αγαθά και να συντηρούν ψιχία κοινωνικού κράτους. Γι’ αυτό και, μέσα στις συνθήκες της υψηλής πίεσης που δημιουργεί η κρίση, οι Γερμανοί επιθυμούν να απεμπλακούν από τα προβλήματα που ταλανίζουν τον ευρωπαϊκό Νότο, ίσως μέσα από τη συγκρότηση μιας δεύτερης ευρωπαϊκής ταχύτητας. Έναν εξωτερικό ευρωπαϊκό βραχίονα, τον οποίο θα διατηρούν μεν ως αγορά για τα προϊόντα τους, θα τον συνδιαχειρίζονται με οργανισμούς όπως το Δ.Ν.Τ. και θα επιβάλλουν μεσο-μακροπρόθεσμα κάποιους περιορισμούς στη χρηματοδότηση, στη μετακίνηση, στα ευρωπαϊκά δικαιώματα κ.ο.κ. Σ’ αυτόν τον εξωτερικό βραχίονα, από τον οποίο το ευρωπαϊκό κέντρο θα παίρνει και θα αφήνει ό,τι θέλει, πιθανόν να έχει θέση και η Τουρκία, ακριβώς γιατί αυτός θα διακρίνεται από την υπόλοιπη Ε.Ε. σε πολλά επίπεδα, προφυλάσσοντας έτσι στην προκειμένη περίπτωση τη μητρόπολη από τις αρνητικές συνέπειες που θα είχε η ένταξη της Τουρκίας στο ευρωπαϊκό οικοδόμημα.
Όσο για τις αντιδράσεις από τις άλλες μεγάλες ευρωπαϊκές δυνάμεις, ιδιαίτερα από τη Γαλλία, η γερμανική στρατηγική έχει φροντίσει να δημιουργήσει ένα πλαίσιο υπέρβασής της, παίζοντας και το χαρτί του ευρωατλαντισμού.
Ο ευρωατλαντισμός συνέφερε και συμφέρει τη Γερμανία για πολλούς λόγους. Κατ’ αρχήν, γερμανικά και αμερικάνικα συμφέροντα συνέπιπταν σε ό,τι έχουν να κάνουν με την Ανατολική Ευρώπη και τα Βαλκάνια. Μπορεί οι Αμερικάνοι να διέλυσαν τα Βαλκάνια και να προωθούσαν την ένταξη των, σε μεγάλο βαθμό, ελεγχόμενων από αυτούς χωρών της Ανατολικής Ευρώπης στην ΕΕ, γιατί μεταξύ άλλων επιθυμούσαν να ελέγχουν γεωπολιτικά την Ευρώπη· αυτό όμως ευνοούσε και τους Γερμανούς, διότι η παρέμβαση των ΗΠΑ ενίσχυε τους ίδιους, είτε γιατί τους επέτρεπε να βάλουν χέρι στην Ανατολική Ευρώπη και τα Βαλκάνια, είτε γιατί κρατούσαν έξω τους πιθανούς ανταγωνιστές (π.χ. τη Ρωσία). Τι κι αν έτσι υπονομευόταν πολύ σοβαρά η προοπτική μιας ανεξάρτητης, από την άλλη πλευρά του Ατλαντικού, Ευρώπης; Εν τέλει, αυτό μάλλον ενδιέφερε πολύ περισσότερο τους Γάλλους, παρά τους Γερμανούς, που ας μην ξεχνάμε ότι ποτέ δεν έπαψαν να διατηρούν τις αμερικανικές βάσεις στο εσωτερικό τους. Από αυτή τη σκοπιά, μπορούμε να καταλάβουμε τώρα το γιατί αυτό που εκδηλώθηκε, κατά την προπαρασκευή του πολέμου στο Ιράκ, ως γαλλογερμανικός άξονας αντίθεσης στις ΗΠΑ (η κατά Ράμσφελντ παλιά Ευρώπη) ήταν εξαίρεση και ότι, προς το παρόν, ο κανόνας που επιθυμεί να διατηρεί η Γερμανία στις σχέσεις της με τις ΗΠΑ είναι αυτός της στενής συνεργασίας, όπως είδαμε ότι συνέβη κατά τον πόλεμο της Γιουγκοσλαβίας και του Αφγανιστάν.
Σε οποιαδήποτε περίπτωση, σήμερα, οι Γερμανοί θεωρούν πως ο δρόμος για την Ευρώπη που οι ίδιοι επιθυμούν περνάει μέσα από την ενίσχυση του ευρωατλαντισμού. Κι ακριβώς αυτός είναι ο ρόλος των μεγάλων γερμανικών ιδρυμάτων και δεξαμενών σκέψης όπως είναι αυτό του Mπέρτελσμαν, τα οποία συστηματικά επεξεργάζονται πιθανές εκδοχές τούτης της γερμανοαμερικανικής στρατηγικής (βλ. και την ανάλυση του Πιερ Ιλάρ πάνω στο συγκεκριμένο ίδρυμα).
Ελλάδα: Το πρώτο πειραματόζωο
Θύμα αυτής της στρατηγικής, ήδη από το 1999 και τον βομβαρδισμό της Σερβίας, υπήρξε και η περιοχή μας, τα Βαλκάνια. Κι εδώ, η σύμπλευση με την Αμερική ήταν ολοκληρωτική. Έτσι, για περίπου είκοσι χρόνια, Αμερικάνοι και Γερμανοί ξανασχεδιάζουν τον χάρτη της Βαλκανικής, προσπαθώντας να δημιουργήσουν μια «νέα τάξη» –εξάλλου όλες αυτές οι ευρωπαϊκές επιτροπές επιδιαιτησίας και κρατικής αναδιοργάνωσης, που λειτουργούν στις νεότευκτες, αλλά και στις παλιές βαλκανικές χώρες, είναι γερμανικής έμπνευσης.
Στην περίπτωση της χώρας μας, τα μέσα της υποταγής ήταν πολιτικοοικονομικά. Καθώς η αμερικανική πρεσβεία αξίωνε τον ολοκληρωτικό έλεγχο της χώρας, επιβάλλοντας μέχρι και λίστες στα κανάλια για το ποιον θα καλούν στην τηλεόραση, η ήδη αισθητή οικονομική διείσδυση της Γερμανίας επιταχύνθηκε καθ’ όλη αυτή την περίοδο. Έτσι, η Ζίμενς αποτέλεσε προνομιακό ανάδοχο παντός είδους κρατικών διαγωνισμών, ενώ τα κατασκευαστικά «θαύματα» του εκσυγχρονισμού, όπως είναι το Ελευθέριος Βενιζέλος, πραγματοποιήθηκαν μέσω αποικιακών συμφωνιών με γερμανικές εταιρείες –ενώ στο ίδιο μήκος κύματος μπορούμε να εντοπίσουμε διείσδυση στα ΜΜΕ (π.χ. με τον Alpha). Επίσης, στενές είναι η σχέσεις με πολιτικά τζάκια και επιφανείς πολιτικούς της χώρας μας, από την οικογένεια Μητσοτάκη, τον Άκη Τσοχατζόπουλο μέχρι τον ίδιο τον πρώην πρωθυπουργό Κ. Σημίτη, ο αδερφός του οποίου είναι εξέχον μέλος της γερμανικής νομενκλατούρας.
Όλες αυτές οι τάσεις θα ενισχυθούν τώρα που η Ελλάδα βρίσκεται υπό οικονομική κατάρρευση. Και είναι ένας από τους λόγους για τους οποίους η κυρία Μέρκελ επιθυμεί να υιοθετήσουμε τις συνταγές του ΔΝΤ για να ξεφύγουμε από την κρίση, που περιλαμβάνουν καταιγιστικές ιδιωτικοποιήσεις και συμπίεση των μισθών. Γιατί, απλούστατα, το γερμανικό κεφάλαιο θα διεκδικήσει τη μερίδα του λέοντος από την εκποίηση στην οποία θα προβεί η ελληνική κυβέρνηση. Όσο για την περίφημη «διοικητική μεταρρύθμιση» που ευαγγελίζεται ο πρωθυπουργός με τον Καλλικράτη, κι αυτός συνδέεται έμμεσα με τη γερμανοκίνητη ΕΕ, στον βαθμό που εντάσσεται στη λογική της ομόσπονδης ΕΕ των περιφερειών.
Έπειτα απ’ όλα αυτά, είναι σαφές πως η Ελλάδα αποτελεί το πρώτο πειραματόζωο πάνω στο οποίο η Γερμανία δοκιμάζει τα σχέδιά της για τον μετασχηματισμό της ΕΕ. Ως προς αυτό, είναι σαφές πως όσοι με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, από τα «δεξιά» ή από τα «αριστερά», στήριξαν ή ανέχτηκαν τη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας και τους βομβαρδισμούς της Σερβίας που ακολούθησαν την άνοιξη του 1999, θα πρέπει να αναλάβουν τις ευθύνες τους. Γιατί απλούστατα αυτά αποτέλεσαν τα θεμέλια πάνω στα οποία χτίστηκε η ηγεμονία των Αμερικάνων, των Γερμανών και των νεο-οθωμανών στην περιοχή. Εν τέλει, έντεκα χρόνια μετά, περίτρανα αποδεικνύεται ότι ο ελληνικός λαός είχε πολύ σωστό ένστικτο, όταν υποστήριζε την αντίσταση του σερβικού λαού στον πόλεμο του ΝΑΤΟ, διότι είχε αντιληφθεί διαισθητικά ότι, αργά ή γρήγορα, θα έρθει και η σειρά μας.
Αντιφάσεις και όρια του γερμανικού σχεδίου
Βεβαίως, όλα τα παραπάνω είναι μόνο μία τάση, την οποία τροφοδοτούν η συμπεριφορά και οι φιλοδοξίες των Γερμανών. Μάλιστα, το πράττουν αυτό με τον ιδιαίτερο, χαρακτηριστικό «γερμανικό τρόπο», δηλαδή συχνά με έναν απροκάλυπτο, αυτο-αναφορικό και ωμό τρόπο, ο οποίος έχει αρχίσει ήδη να θέτει όρια στις προοπτικές υλοποίησης των σχεδίων αυτών. Οι Γερμανοί επιθυμούν να συντηρήσουν τον ευρωπαϊκό χώρο ως μια αγορά για τα προϊόντα τους, ενώ ταυτόχρονα επιβάλλουν πολιτικές που με τον έναν ή τον άλλο τρόπο συρρικνώνουν τη ζήτηση τόσο στην ίδια τη Γερμανία όσο και σε αυτές τις χώρες!
Όπως ακριβώς συνέβη με το 2ο ή το 3ο Ράιχ, έτσι και τώρα, ο τρόπος με τον οποίο πολιτεύεται η Γερμανία στην ευρωπαϊκή πολιτική δημιουργεί αναπόφευκτα αντισυσπειρώσεις. Έτσι, σταδιακά, και κυρίως με αφορμή την αναλγησία με την οποία αντιμετώπισε η Γερμανία τη χώρα μας, πολλές ευρωπαϊκές δυνάμεις –όπως είναι η Γαλλία, η μονίμως ευρωσκεπτικίστρια Μ. Βρετανία, αλλά και η σε ανάλογη μοίρα με εμάς Ισπανία– άρχισαν να ανησυχούν για την τροπή που παίρνει η φυσιογνωμία της Ε.Ε. Και είναι αυτές οι αντισυσπειρώσεις που θα γεννήσουν αντίρροπες συμμαχίες στις γερμανικές τάσεις για κυριαρχία. Η Γερμανία της Μέρκελ δεν διαθέτει τα μεγέθη για να επιτύχει διά της οικονομίας εκεί όπου απέτυχε ο Μπίσμαρκ και ο Χίτλερ. Και ήδη, στο ζήτημα της αντιμετώπισης της κρίσης του χρέους της Ελλάδας, η Γερμανία ήρθε σε σε αντιπαράθεση με ένα μεγάλο μέρος των ευρωπαϊκών χωρών.
Η Ευρώπη μπορεί να είναι ενωμένη και ισόρροπη μόνο στον βαθμό που θα σέβεται την αυτονομία των εθνών της και την ισορροπία δυνάμεων που θα περιλαμβάνει το σύνολο των μεγάλων και μικρών χωρών, από τον Ατλαντικό ως τα Ουράλια.
Αυτό το σημείο θα πρέπει να το προσέξει η Ελλάδα, γιατί ακριβώς οι τριγμοί που θα δημιουργηθούν στο ευρωπαϊκό οικοδόμημα θα μπορούσαν να αποτελέσουν στοιχεία για μια εναλλακτική εθνική στρατηγική από την πλευρά της χώρας μας. Αρκεί να θελήσουν να το εκμεταλλευτούν οι τραγικά γελοίες και ευτελισμένες ελίτ και η κυβέρνηση της χώρας μας.

Μια ισορροπημένη και δημοκρατική Ευρώπη
Ωστόσο, οι αντιφάσεις του γερμανικού σχεδίου είναι που καθιστούν εφικτή και μια εναλλακτική προοπτική, που στέκεται στον αντίποδα της ευρωατλαντικής Ευρώπης-φρούριο.
Πρόκειται για μια πολυμερή και δημοκρατική εκδοχή της Ευρώπης, από τον Ατλαντικό μέχρι τα Ουράλια, που περιλαμβάνει ως ισότιμες συνιστώσες τόσο την Ανατολική Ευρώπη, όσο και τα Βαλκάνια. Μόνον τότε θα μπορούσε να καταστεί πραγματικά δημοκρατική η Ευρώπη, για τον απλούστατο λόγο η ύπαρξη και άλλων μεγάλων συνιστωσών, όπως είναι η ανατολική, με επικεφαλής τη Ρωσία ή τα Βαλκάνια, θα εξισορροπούσε την ισχύ της κεντροευρωπαϊκής συνιστώσας και ιδιαίτερα τη γερμανική πρωτοκαθεδρία. Και μόνον έτσι, στα πλαίσια της ισορροπίας ισχύος των ευρωπαϊκών δυνάμεων, θα μπορέσουν και τα μικρότερα έθνη να ορθοποδήσουν δίχως να αποτελούν έρμαια της μίας ή της άλλης μεγάλης δύναμης. Και τούτο ισχύει ιδιαίτερα για τις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης, οι οποίες μέχρι πρότινος ήταν αναγκασμένες να συμμετέχουν σε γεωπολιτικά συστήματα που συμμετείχαν οι ηγεμονικές δυνάμεις είτε της Δύσης είτε της Ανατολής, κι έτσι κατέληγαν πάντοτε να χάνουν μεγάλο μέρος της ανεξαρτησίας τους.
Επιπρόσθετα, σε μια τέτοιου τύπου ισορροπημένη Ευρώπη, που έχει απορρίψει το ομοσπονδιακό μοντέλο προς χάριν μιας συνομοσπονδιακής δομής, καμία μεγάλη ευρωπαϊκή δύναμη δεν θα μπορεί να επιβάλει απροκάλυπτα τον δικό της αποικιακό καταμερισμό, καταστρέφοντας τις οικονομίες των μικρότερων χωρών. Και ούτε βέβαια υπό αυτές τις συνθήκες θα ήταν εφικτή η επιβολή μιας σκληρά αντιλαϊκής και φιλελεύθερης πολιτικής, όπως συμβαίνει σήμερα.
Ούτως ή άλλως, η νέα πολυπολική εκδοχή του παγκόσμιου συστήματος ευνοεί όσο τίποτε άλλο την ανάπτυξη μορφών περιφερειακής συνεργασίας, ιδιαίτερα με τα Βαλκάνια, τη Νότια Ευρώπη, και προοπτικά τη Ρωσία, και ας μην ξεχνάμε ότι δίπλα μας έχουμε μια νεο-οθωμανική Τουρκία των 70 εκατομμυρίων, που είναι έτοιμη ανά πάσα στιγμή να μας δορυφοροποιήσει.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
1. Perry Anderson, A New Germany, περιοδικό New Left Review, τ. 57, Μάιος-Ιούνιος 2009.
2. Ό.π.

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*