Άρδην τ. 79, Οι Γερμανοί ξανάρχονται

Τα τριακοστά γενέθλια των Πρασίνων

του Βασίλη Στοϊλόπουλου από το Άρδην τ. 79 (Απρίλιος 2010)

Μια μακρά πορεία προς τον νεοφιλελευθερισμό

«Οι Πράσινοι είναι σαν τους φιλελεύθερους με ποδήλατα!»
Γιούτα Ντίτφουρτ

Μ ετά από τριάντα χρόνια επώδυνων εσωτερικών συγκρούσεων, δεκάδων χαοτικών συνεδρίων, εξοντωτικών μηχανορραφιών, παράδοξων πολιτικών φαντασιώσεων και ριζικών μεταμορφώσεων, από αντιπολεμικό–οικολογικό κόμμα ελπίδας και διαμαρτυρίας, σε κόμμα του νεοφιλελεύθερου πολιτικού κέντρου, οι Γερμανοί Πράσινοι δεν αποκλείουν πλέον την κυβερνητική συνεργασία, και σε εθνικό επίπεδο, με τους Χριστιανοδημοκράτες (CDU). Η συμμετοχή τους στον «μαυροπράσινο» συνασπισμό του Αμβούργου αποδεικνύεται στρατηγικής σημασίας και όλα δείχνουν ότι οι Πράσινοι, όπως και οι Φιλελεύθεροι (FDP), θα είναι το κόμμα που μελλοντικά θα συμμετέχει σε κυβερνητικές πλειοψηφίες ανεξαρτήτως χρώματος1.
Άλλωστε η συγκατάβασή τους στον πόλεμο εναντίον της Γιουγκοσλαβίας (1999) και του Αφγανιστάν (2001), ο συμβιβασμός υπέρ της ατομικής ενέργειας (2002), η ατζέντα 2010, η συμφωνία Hartz IV (2003-2005), για την αποδόμηση του κοινωνικού κράτους, καθώς και η εδώ και μια εικοσαετία σταδιακή στροφή των Πρασίνων υπέρ του καπιταλισμού και της παγκοσμιοποίησης, αποτελούν το καλύτερο εχέγγυο για κάθε είδους κυβερνητική συνεργασία, αρκεί βεβαίως να υπάρχουν τα κατάλληλα ποσοστά στις εκλογές. Η διατύπωση βασικών θεμάτων πράσινης πολιτικής στο εκλογικό πρόγραμμα των Πρασίνων διαμορφώθηκε ήδη με τέτοιο τρόπο που επιτρέπει την προγραμματική σύγκλιση με όλα τα κόμματα του γερμανικού κοινοβουλίου. Το πολιτικό άλλοθι για τη συμμετοχή των Πρασίνων σε όλους τους πιθανούς κυβερνητικούς συνασπισμούς, πέρα από  ιδεολογίες και αρχές, αν και έωλο, έχει εκφραστεί από κορυφαία στελέχη του κόμματος: «Το χειρότερο σενάριο για τη Γερμανία είναι η διακυβέρνηση της χώρας από ένα μεγάλο συνασπισμό Χριστιανοδημοκρατών – Σοσιαλδημοκρατών (SPD)».
Σήμερα, όντας για δεύτερη τετραετία στα έδρανα της αντιπολίτευσης και χωρίς το ξεχωριστό πολιτικό προφίλ άλλων εποχών, οι Πράσινοι αναλώνονται σε τακτικισμούς, δίνουν έμφαση στη δήθεν ηθική τους ανωτερότητα και καταφεύγουν σε συγκινητικούς βερμπαλισμούς, χωρίς ακριβές πολιτικό περιεχόμενο, έχοντας προ πολλού απολέσει την αύρα του «απροσάρμοστου» κόμματος της οικολογίας, της δημοκρατίας βάσης και της κοινωνικής χειραφέτησης. Ηγετικά στελέχη των σημερινών Πρασίνων, όπως η Κλαούντια Ροτ, ο Ματίας Μπέρνιγκερ ή ο Τζεμ Οτζντεμίρ, θα μπορούσαν κάλλιστα να κάνουν καριέρα σε κόμματα όπως η CDU ή το FDP. Τα σημάδια γήρανσης του κόμματος, που επιμένει να ονομάζεται οικολογικό, δεν κρύβονται και, όπως εύστοχα παρατήρησε αρθρογράφος του Σπίγκελ, «όσο περισσότερο απομακρύνονται οι Πράσινοι από τη πρώιμη φάση τους, όσο πρέπει να αποδέχονται «πραγματικότητες» και να «καταπίνουν βατράχους», τόσο πιο πολύ αυξάνεται η ανάγκη στους οπαδούς τους, τουλάχιστον τα Σαββατοκύριακα, να ακούν και να τραγουδούν παλιά τραγούδια, να μπορούν να αισθάνονται ότι, παρά όλες αυτές τις αλλαγές, στην ουσία παρέμειναν πιστοί στις αρχές τους. Κανείς άλλος δεν μπορεί να εκφράζει τόσο αυθεντικά αυτή την αναγκαιότητα όσο η Κλαούντια Ροτ. Και αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο βρίσκεται στη κορυφή του κόμματος»2.
Οι Πράσινοι ίσως να αποτελούν μια από τις λίγες περιπτώσεις κόμματος στην ιστορία των ευρωπαϊκών κομμάτων που, σε σημειολογικό τουλάχιστον επίπεδο, η εξέλιξή τους ταυτίστηκε τόσο πολύ με την πολιτική πορεία προσώπων, όπως αυτό του Γιόσκα Φίσερ. Μπορεί ο πρώην υπουργός Εξωτερικών της Γερμανίας να παρακολουθεί πλέον από μακριά τα τεκταινόμενα στο κόμμα που τον οδήγησε στην εξουσία, όμως το «πνεύμα Φίσερ» και οι πολιτικές παρακαταθήκες του, ιδιαίτερα σε ζητήματα υψηλής πολιτικής, εξακολουθούν να αποτυπώνονται μέσα σε όλες τις αποφάσεις των κομματικών του οργάνων. Δέκα χρόνια μετά τη σαρωτική πολεμική3 της Γιούτα Ντίτφουρτ4 για την πολιτική κουλτούρα και την εν γένει σκοτεινή πολιτική καριέρα του Γιόσκα Φίσερ, οι σημερινές επαγγελματικές ενασχολήσεις του ανδρός φαίνεται να δικαιολογούν αυτή την πολεμική. Αφού χρημάτισε επισκέπτης καθηγητής στο Πρίνστον, τώρα ο Φίσερ, με την ιδιότητα του Senior Strategic Counsel της Νέας Τάξης, είναι σύμβουλος-λομπίστας της αυτοκινητοβιομηχανίας BMW, της Ζίμενς, για θέματα παγκοσμιοποίησης, αστικοποίησης, κλιματικών και δημογραφικών αλλαγών, και του γερμανικού ενεργειακού κολοσσού RWE για τον αγωγό Ναμπούκο, εξασφαλίζοντας μάλιστα και τη στήριξη της καγκελαρίου Μέρκελ. Ο Πράσινος, πρώην υπουργός Εξωτερικών, έχει ως εργοδότες έναν κατασκευαστή αυτοκινήτων, έναν κατασκευαστή πυρηνικών αντιδραστήρων και έναν παραγωγό-πωλητή πυρηνικής ενέργειας, που συγκαταλέγονται στον ισχυρό πυρήνα της γερμανικής οικονομίας! Έχοντας στη διάθεσή του ένα μοναδικό δίκτυο επαφών, θεωρείται από πολλούς αναλυτές ως «παγκόσμιος παίκτης», που συμβάλλει στην ενεργειακή ενσωμάτωση της Κεντρικής Ασίας στην Ευρώπη και στη βελτίωση των ευρωτουρκικών σχέσεων, καθώς, σύμφωνα με τα λεγόμενά του, «ό,τι είναι καλό για την Ευρώπη, είναι και για την Γερμανία». Επιπλέον, ο Φίσερ συμμετέχει χωρίς αναστολές, ως γκεστ σταρ, σε συνέδρια των Βαυαρών Χριστιανοσοσιαλιστών (CSU), υμνώντας τον Χέλμουτ Κολ για τις λαμπρές του επιτυχίες αναφορικά με τη γερμανική επανένωση και το ευρωπαϊκό ζήτημα, ξεχνώντας ότι κανένας άλλος Γερμανός πολιτικός δεν είχε επιτεθεί τόσο σφοδρά εναντίον του πρώην καγκελαρίου, όσο αυτός5.
Οι απόψεις του Φίσερ για την «πραγματική» ομοσπονδιακή Ευρώπη των Περιφερειών ως κέντρο έλξης6 για την ολοκλήρωση της πολιτικής ένωσης, στη βάση ενός ευρωπαϊκού συντάγματος και με πυρήνα μια νέα ευρωπαϊκή οικονομική κυβέρνηση, στην οποία Γαλλία και Γερμανία θα ελέγχουν με «ακονισμένα τα δόντια» τις οικονομίες των κρατών-μελών της Ε.Ε. και κατ’ επέκταση όλο τον ευρωπαϊκό οικονομικό χώρο, έγιναν κτήμα όλων των Πρασίνων. Μια άποψη που ορισμένοι αναλυτές7 δεν διστάζουν να τη συγκρίνουν ακόμη και με τη μεγαλογερμανική επιδίωξη των ναζί για μια «ευρωπαϊκή οικονομία του Μεγαχώρου8», όπου θα επιβαλλόταν το λεγόμενο «ευρωπαϊκό, κεντρικό κλίρινγκ» προς όφελος της Γερμανίας, κάτι που εν πολλοίς συμβαίνει ήδη σήμερα (πιν. 1)9.
Γι’ αυτό και δεν είναι καθόλου τυχαία η ομόθυμη υποστήριξη από τους Πράσινους της Συνθήκης της Λισαβόνας και της Νίκαιας, που, μεταξύ άλλων, αποτελούν και ένα σημαντικό βήμα προς την κατεύθυνση της πραγματοποίησης των οραμάτων του Φίσερ και των συντρόφων του για μια ομοσπονδιακή Ευρώπη, η οποία αφενός θα έχει ηγετικό ρόλο σε έναν πολυπολικό κόσμο και αφετέρου θα είναι το πεδίο εξυπηρέτησης γερμανικών συμφερόντων. Μια προοπτική που κρύβεται επιμελώς πίσω από πράσινα φληναφήματα περί μιας Ευρώπης της «πολύπλευρης συνεργασίας, της ειρήνης, της αλληλεγγύης, των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και της δημοκρατίας»10.
Η μετάλλαξη των Πρασίνων βέβαια δεν είναι φαινόμενο των τελευταίων ετών. Ήδη από τα πρώτα κιόλας χρόνια της ύπαρξής τους, οι εσωτερικές έριδες για τη φυσιογνωμία του κόμματος αποτελούσαν φαινόμενα που απασχόλησαν  μεγάλο κομμάτι της γερμανικής κοινωνίας και της Αριστεράς. Πολύ γρήγορα όμως ένα σημαντικό τμήμα της γενιάς, που επωφελήθηκε της «εκπαιδευτικής έκρηξης» εξαιτίας του μεταπολεμικού «οικονομικού θαύματος», αλλά παρέμεινε για πολλά χρόνια εκτός του σοσιαλδημοκρατικού συστήματος εξουσίας της δεκαετίας του εβδομήντα, βρέθηκε, με ικανοποιητικό πλέον επίπεδο ευημερίας, στο κεντροαριστερό πολιτικό φάσμα της κοινωνίας. Προηγουμένως όμως εγκατέλειψε οριστικά τα οδοφράγματα και τις «αριστερές ουτοπίες» που χαρακτήριζαν την περίοδο της εναλλακτικής της φάσης, αποδεχόμενη οριστικά τους κοινοβουλευτικούς θεσμούς και τους όρους που έθετε το κυρίαρχο πολιτικό και οικονομικό σύστημα11.
Η κριτική στον καπιταλισμό εγκαταλείφθηκε, οι «φονταμενταλιστές» άρχισαν να αποχωρούν από το κόμμα παραδίδοντάς το στους «ρεάλος» του Φίσερ, που, σε μια φάση συνειδησιακής κρίσης, χαρακτήρισε από τότε τους Πράσινους «οικολογική FDP». Η πορεία ενσωμάτωσης στο υπάρχον πολιτικό σύστημα ξεκίνησε με γρήγορους ρυθμούς και δεν είναι τυχαίο που η συμμετοχή των Πρασίνων στη συγκυβέρνηση στο κρατίδιο της Έσσης, το 1985, με υπουργό Περιβάλλοντος τον Φίσερ, συνοδεύτηκε από ειρωνικά σχόλια, όπως αυτό του Σπίγκελ: «Οι Πράσινοι ικανοποιήθηκαν για το ότι μελλοντικά θα τους επιτραπεί να ασχολούνται με τη διατήρηση των πτηνών, όχι όμως και με το κλείσιμο των πυρηνικών αντιδραστήρων»12. Σχεδόν από την αρχή, η κοινοβουλευτική παρουσία των Πρασίνων δεν ήταν ο μηχανισμός που θα ισχυροποιούσε το εξωκοινοβουλευτικό οικολογικό, αντιμιλιταριστικό και αντικαπιταλιστικό κίνημα, που ήταν η αφετηρία της «πράσινης ελπίδας», αλλά το κίνημα –εάν παρίστατο ανάγκη– θα ήταν αυτό που θα χρησιμοποιούνταν για να επιβληθούν επιμέρους απαιτήσεις μέσα στο κοινοβούλιο.
Το γεγονός ότι, την περίοδο που οι Πράσινοι συγκυβέρνησαν με το SPD (1998-2005):
• στρατιωτικοποιήθηκε η εξωτερική πολιτική της Γερμανίας, που για πρώτη φορά μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο συμμετείχε σε στρατιωτικές συγκρούσεις στη Γιουγκοσλαβία13 και στο Αφγανιστάν,
• υπογράφτηκαν διακρατικές συμφωνίες που επέφεραν, λίγα χρόνια αργότερα, τον διπλασιασμό των εξαγωγών γερμανικών οπλικών συστημάτων14,
• αυξήθηκε το ποσοστό των Γερμανών που έγιναν φτωχότεροι ή δεν έβρισκαν καλά αμειβόμενες εργασίες, ακόμη και όταν είχαν καλή εκπαίδευση,
δεν απασχόλησε ποτέ σοβαρά την ηγεσία των Πρασίνων, ούτε βεβαίως ότι ένας από τους βασικούς χρηματοδότες τους είναι η ασφαλιστική εταιρεία Allianz.
Άλλωστε, δεν θα μπορούσε να είναι και διαφορετικά, αφού σήμερα οι Πράσινοι και οι ψηφοφόροι τους έχουν στην πλειοψηφία τους ένα αρκετά υψηλό εισόδημα, γι’ αυτό και δεν θίγονται ιδιαίτερα από τις κοινωνικές περικοπές που συναποφάσισε το κόμμα στο οποίο ανήκουν. Σύμφωνα με την Κλαούντια Ροτ15, οι Πράσινοι προέρχονται από εκείνη την ανώτερη και μεσαία κοινωνική τάξη «με τα καλύτερα επαγγέλματα», γι’ αυτό και είναι «λογικό να έχουν αυτοί τις καλύτερες εργασίες»! Φαίνεται ότι για την αρχηγό των Πρασίνων τα πράγματα είναι πολύ απλά: «Όποιος είναι άνεργος έχει μια κακή εκπαίδευση (…) κι εφόσον δεν μπορεί να αγοράσει οικολογικά διατροφικά προϊόντα, τότε δεν μπορεί να κάνει και τίποτε άλλο», και επιπλέον, «Όποιος δεν έχει καλή διατροφή, σε βάθος χρόνου θα τηΝ πληρώσει ακριβά…»! Ευτυχώς δηλαδή που η παγερή ηγέτης των Πρασίνων δεν προέτρεψε τους ανέργους και τους πλημμελώς εκπαιδευμένους Γερμανούς,λεγοντάς τους ότι είναι προτιμότερο να πεινάσουν, αρκεί να κινούνται σε υψηλό οικολογικό επίπεδο.
Οι Πράσινοι έπαψαν εδώ και πολλά χρόνια να μονοπωλούν τα οικολογικά ζητήματα στη Γερμανία και, όπως όλα δείχνουν, δεν είναι καθόλου σίγουρο ότι θα καταφέρουν να ξαναγίνουν πρωτοπορία ακόμη και σε ζητήματα όπως η καπιταλιστική «πράσινη ανάπτυξη», στο πλαίσιο της παγκοσμιοποίησης, ή η συσχέτιση της οικολογίας με τον οικονομικό εκσυγχρονισμό της Γερμανίας. Για τον πρώην υπουργό Περιβάλλοντος Γιούργκεν Τριτίν, πάντως, ο εκσυγχρονισμός της Γερμανίας μπορεί να πραγματοποιηθεί μόνο με μια διακυβέρνηση SPD – FDP και Πρασίνων. Χωρίς αυτό να σημαίνει ότι ο εκσυγχρονισμός δεν μπορεί να γίνει και με μια κυβέρνηση CDU – Πρασίνων ή CDU – FDP – Πρασίνων, όπως συνέβη πρόσφατα στο κρατίδιο του Σάαρ. Σε κάθε περίπτωση, πάντως, για μια εύρωστη και ισχυρή Γερμανία που θα ηγείται της Ευρώπης αυτό που προέχει είναι να συμμετέχουν οπωσδήποτε στην κυβέρνηση και οι Πράσινοι. Γιατί, όπως φαίνεται, ο μοναδικός αυθεντικός και ξεκάθαρος πράσινος στόχος είναι πλέον η νομή, έστω και μέρους, της εξουσίας.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
1. Πρόκειται για μια εξέλιξη που ενδεχομένως να φανεί πολύ σύντομα στις επικείμενες εκλογές του κρατιδίου της Βόρειας Ρηνανίας-Βεστφαλίας.
2. Franz Walter, «Οι διαμαρτυρόμενοι υπάλληλοι. 30 χρόνια Πράσινοι, 12-1-2010.
3. Γιούτα Ντίτφουρτ, “Zahltag, Junker Joschka!”, Neues Revue, 1999.
4. Η Ντίτφουρτ, μαζί με πολλούς άλλους, αποχώρησε το 1991 από τους Πράσινους διαμαρτυρόμενη για τη δεξιά απόκλιση του κόμματος υπό την ηγεσία του «ρεαλιστή» Γιόσκα Φίσερ.
5. Der Spiegel, 15-5-2009.
6. Γιόσκα Φίσερ, “Vom Staatenverbund zur Föderation – Gedanken über die Finalität der europäischen Integration”. Εισήγηση στο Humboldt-Universität του Βερολίνου, 12-5-2000.
7. Paul J. Watson, “Das Vierte Reich. Vorschlaege fuer eine EU-Wirtschaftsregierung spiegeln die Pläne hochrangiger Nazis wider”, 1-3-2010. Επίσης, στο Wikipedia «Nationalsozialistische Europapläne».
8. Ο ευρωπαϊκός «Μεγαχώρος» των ναζί περιελάμβανε όλα σχεδόν τα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ήδη, ένα χρόνο μετά την άνοδο στην εξουσία, ο Χίτλερ μιλούσε για έναν «ατσάλινο πυρήνα», που θα συμπεριλάμβανε την Αυστρία, την Τσεχοσλοβακία και τη Δυτική Πολωνία. Επιπλέον δεν απέκλειε ετεροβαρείς συμμαχίες με την «Ανατολική Ομοσπονδία» (Βαλτικές Χώρες, Βαλκάνια, Ουκρανία, Γεωργία, περιοχές του Βόλγα), τη «Δυτική Ομοσπονδία» (Ολλανδία, Φλαμανδία, Βόρειος Γαλλία), καθώς και τη «Βόρεια Ομοσπονδία» (Δανία, Σουηδία, Νορβηγία). Κατά τη περίοδο 1940-41, έγινε λόγος και για την ενσωμάτωση του Βελγίου, της Δανίας, της Ολλανδίας και της Νορβηγίας στη νέα Μεγάλη Γερμανική Αυτοκρατορία, καθώς θεωρήθηκε ότι στις φλέβες αυτών των λαών κυκλοφορεί επίσης  γερμανικό αίμα. Σε αυτή την ευρωπαϊκή  «Νέα Τάξη», τα κράτη του νοτιοανατολικού χώρου θα αποκτούσαν καθεστώς ημιαυτονομίας στα όρια της αυτοκρατορίας και θα ελέγχονταν από το Βελιγράδι, που θα μετατρεπόταν σε «αυτοκρατορικό οχυρό». Το σχέδιο προέβλεπε και την κατάληψη της Σουηδίας και Ελβετίας, μετά την ήττα της Σοβιετικής Ένωσης.
9. Βασίλης Βιλιάρδος, «Το ευρωπαϊκό όνειρο της αιώνιας ειρήνης, η αδυναμία επίτευξης μίας ομοσπονδιακής ένωσης», 31 Μαρτίου 2010.
10. Reinhard Bütikofer, (εκπρόσωπος των Ευρωπαίων Πρασίνων και αντιπρόεδρος των Πρασίνων). «Lissabon – und nun?»
11. Στο πλαίσιο αυτό, πρέπει να ειδωθεί και η απόφαση του συνεδρίου το 1998 για αύξηση της τιμής της Βενζίνης στα 5 DM. Αυτοί που θα αναλάβουν το κόστος της περιβαλλοντικής ρύπανσης δεν είναι οι πολυεθνικές αλλά ο καταναλωτής.
12. Στο www.marx21.de, 13-1-2010.
13. Σύμφωνα με την Γιούτα Ντίτφουρτ, η δημόσια αντιπαράθεση μεταξύ Κον Μπεντίτ και Φίσερ για τον πόλεμο στην Γιουγκοσλαβία αποσκοπούσε στο να καταστήσει τους Πράσινους «ώριμους» στον να συμμετάσχουν στον ερυθροπράσινο συνασπισμό Σρέντερ – Φίσερ. Δηλαδή, αφενός στη μετατροπή του κόμματος σε «κόμμα του πολέμου» και αφετέρου στη συγκράτηση στο κόμμα εκείνου του τμήματος των Πράσινων που διαφωνούσαν με τον πόλεμο. Ο Κον Μπεντίτ έπαιζε αυτό που ήταν πάντα: ο  πολεμοκάπηλος εραστής της βίας. Ο Φίσερ έπαιζε αυτό που δεν ήταν: ο «τυραννισμένος από ηθικές αναστολές αντιμιλιταριστής». Jutta Ditfurth, «Νέο πολεμικό κόμμα. Η πορεία των Πρασίνων στο ΝΑΤΟ»,  2009.
14. Έκθεση του σουηδικού «International Peace Research Institute», 2010.
15. Συνέντευξη στο N24-Talkrunde “Links-Rechts”, 12-5-2009.

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*